/*--

Παρασκευή, 29 Νοεμβρίου 2013

Ἡ προσβολή καί ἡ ἀπόκρουση τῶν λογισμῶν

Προλεγόμενα

Πολυμέτωπος ἦταν καί εἶναι ὁ ἀγώνας τοῦ ἐνσυνείδητου χριστιανοῦ, τοῦ ἀνθρώπου ἐκείνου πού θεωρεῖ τήν παρούσα ζωή ὡς στάδιο πνευματικῆς ἀθλήσεως καί ὡς ἀθλητής μέ ἀγωνοθέτη τόν Ἰησοῦ Χριστό καταβάλλει προσπάθεια, προκειμένου νά ἀνταποκριθεῖ ἀξίως στούς κανόνες τῆς ἐν Χριστῷ ἀθλήσεως. Ἕνα κεφάλαιο τῆς ζωῆς μας εἶναι καί ὁ πόλεμος τῶν λογισμῶν, τό ὁποῖο χρήζει ἰδιαιτέρας προσοχῆς, διότι συνδέεται ἄμεσα μέ τίς πράξεις καί τίς ἀποφάσεις τοῦ ἀνθρώπου. Τό θέμα αὐτό δέν ἀφορᾶ μόνο τούς ἀσκητές, ἀλλά ὅλους τούς πιστούς, ἀφοῦ «τό πρόβλημα τῶν λογισμῶν εἶναι παλαιόν καί πανανθρώπινον.
 Εἶναι συνέπεια τῆς πτώσεως τῆς ἀνθρώπινης φύσεως μετά τήν ἐξ ὑπερηφανείας παράβασιν τῶν πρωτοπλάστων… Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι δοκιμάζουν τήν ἐπίθεσιν τῶν λογισμῶν, διότι διαφορετικά δέν θά ἦσαν ἐνδεδυμένοι φθαρτόν σῶμα. Καθόσον ἡ ἀνθρώπινη φύσις ἕως τήν ὥραν τοῦ θανάτου πολεμεῖται ἀπό πολλούς λογισμούς. Τά πάθη ἐνοχλοῦν κάθε ἄνθρωπον ὁ ὁποῖος φορεῖ σῶμα «ἐπιρρεπές»1. Οἱ σκέψεις πού ἀκολουθοῦν εἶναι μία προσέγγιση στό πολυσήμαντο αὐτό θέμα τῶν καιρῶν μας.


Ἡ ἔννοια τῶν λογισμῶν

Πολλές εἶναι οἱ ἔννοιες, πού μπορεῖ νά ἀποδώσει κάποιος ἐτυμολογώντας τή λέξη «λογισμός». Μεταξύ τῶν ἄλλων ὑπάρχει ἡ γενική ἔννοια ἡ ὁποία ἔχει τό νόημα τῆς σκέψεως, τοῦ στοχασμοῦ2. Ὑπάρχει ὅμως καί ἡ εἰδική ἔννοια, ἡ «ἐξαγόρευση τῶν λογισμῶν», ἡ ὁποία συναντιέται στήν ἀσκητική ζωή. Ἐδῶ ὁ λογισμός σημαίνει «ἄλλοτε τήν ἀπλή σκέψη, ἄλλοτε τή βουλητική τάση τῆς ψυχῆς, μέ συνειδητά ἤ ἀσυνείδητα τά συναισθήματα τά σχετιζόμενα μέ τό στόχο. Ἄλλοτε πάλι ἀποτελεῖ διαρκή καί ὁλοκληρωμένη βίωση (εἴτε ἐνδοψυχικά εἴτε καί ψυχοσωματικά) μέσα στήν ὁποία βρίσκεται σέ πλήρη ἀνάπτυξη καί ὁ λόγος (συνείδηση καί νοῦς) καί τό συναίσθημα (καρδιά) καί ἡ βούληση, συντονισμένα καί ὁμόστοχα. Καί στήν ἀτελή καί στήν τέλεια μορφή τους οἱ λογισμοί εἶναι τό ἀντικείμενο τῆς ἐξαγορεύσεως, ἀλλά δέν ἔχουν τήν ἴδια βαρύτητα καί σημασία πού ἔχει ὁ τέλειος λογισμός ὁ ὁποῖος -ἔστω καί ἄν δέν γίνει πράξη- φανερώνει τήν πλήρη συγκατάθεση τῆς ψυχῆς καί προκαλεῖ ἀκέραιο τόν ἠθικό καταλογισμό, τήν ἐπιδοκιμασία ἤ τήν ἀποδοκιμασία τοῦ Κυρίου»3.

Κατά τόν Γρηγόριο τόν Σιναΐτη, ἀσκητή τῆς ἐρήμου «λογισμούς πολλές φορές ἡ Γραφή ὀνομάζει καί τούς λόγους τῶν πραγμάτων, ὅπως καί τούς λόγους τούς λέγει νοήματα καί ἀντίστροφα τά νοήματα λόγους. Αὐτό γίνεται ἐπειδή ἡ κίνηση ὅλων αὐτῶν εἶναι αὐτή καθ’ ἑαυτή ἄυλη, παίρνει ὅμως μορφή καί μεταποιεῖται μέ τά πράγματα, καί ἔτσι τό κινούμενο γνωρίζεται καί λέγεται ἀπό τήν παρουσία του»4. Σύγχρονος ἱερωμένος ἰσχυρίζεται ὅτι «ὅταν οἱ ἅγιοι Πατέρες μιλοῦν γιά τούς λογισμούς δέν ἐννοοῦν ἁπλῶς τίς σκέψεις, ἀλλά τίς εἰκόνες καί τίς παραστάσεις κάτω ἀπό τίς ὁποῖες ὑπάρχουν καί οἱ κατάλληλες κάθε φορά σκέψεις. Οἱ εἰκόνες μαζί μέ τίς σκέψεις λέγονται λογισμοί»5.

Ἡ προέλευση τῶν λογισμῶν

Ποιά ὅμως ἡ πρωτογενής αἰτία ἡ ὁποία προκαλεῖ τούς πάσης φύσεως λογισμούς στόν ἄνθρωπο; Εὐθύνεται δηλαδή ὁ ἴδιος; Ἡ φθαρτή ὕπαρξή του; Τό περιβάλλον ἤ ἄλλοι παράγοντες; Σύμφωνα μέ τόν ἐραστή τῆς φιλοκαλίας Γρηγόριο, «ἀρχή τῶν λογισμῶν καί αἰτία εἶναι ἡ διάσπαση τῆς ἑνιαίας ἁπλῆ μνήμης, πού συνέβη μέ τήν παράβαση τοῦ ἀνθρώπου, ἐξαιτίας τῆς ὁποίας ἔχασε καί τή θεία μνήμη, καί ὁδηγήθηκε στήν ἀπώλεια ἀπό τίς ἴδιες τίς δυνάμεις της, ἀφοῦ ἔγινε ἀπό ἁπλή σύνθετη, καί ἀπό ἑνιαία ποικίλη»6. Τά προηγούμενα σημαίνουν ὅτι ἡ πτώση τῶν πρωτοπλάστων λειτούργησε ἀρνητικά στήν ἀνθρώπινη φύση μέ ἀποτέλεσμα νά ὑπάρξουν πολλαπλές συνέπειες στό σύνολο τῶν λειτουργιῶν τῶν λογικῶν πλασμάτων. Τήν ἀθανασία διαδέχθηκε ἡ θνητότης, τήν ἀφθαρσία ἡ φθορά, τήν ἀπάθεια ἡ ἐμπάθεια, τήν ἑνότητα τοῦ νοῦ ἡ διάσπαση. Ἔτσι μετά τήν πτώση ἡ νοῦς λόγῳ τῆς διασπάσεώς του γεννᾶ νυχθημερόν σκέψεις, λογισμούς, βουλεύματα, τά ὁποῖα ἐφόσον εἶναι ἄτοπα καί δέν ἀπορριφθοῦν πάραυτα, ὁ ἄνθρωπος κινδυνεύει νά γίνει ὑποχείριο τῶν λογισμῶν του καί νά καταστραφεῖ. Κέντρο εἰσδοχῆς, παραμονῆς καί ἐκπόρευσης γίνεται ἡ καρδιά.

Ἤδη ἀπό τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Κυρίου, ὁ ὁποῖος ἦλθε φιλαδέλφως γιά νά ἀνακαινίσει τήν πεπτωκυῖα φύση τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ἴδιος διακήρυσσε. «ἐκ γάρ τῆς καρδίας ἐξέρχονται διαλογισμοί πονηροί, φόνοι, μοιχεῖαι, πορνεῖαι, κλοπαί, ψευδομαρτυρίαι, βλασφημίαι, ταῦτα ἐστι τά κοινοῦντα τόν ἄνθρωπον.»7. Ὁ Ἰσαάκ ὁ Σύρος προσδιορίζει τέσσερις αἰτίες ἀπό τίς ὁποῖες προέρχονται οἱ λογισμοί.

«Πρῶτα ἀπό τό φυσικό θέλημα τῆς σάρκας, δεύτερο ἀπό τήν φαντασία τῆς αἰσθήσεως τῶν πραγμάτων τοῦ κόσμου, πού ἀκούει καί βλέπει, τρίτο ἀπό τίς προλήψεις καί τίς παρεκκλίσεις τῆς ψυχῆς ἀπό ὅσα ἔχει στόν νοῦ, τέταρτο ἀπό τίς προσβολές τῶν δαιμόνων πού μᾶς πολεμοῦν μέ ὅλα τά
πάθη γιά τίς αἰτίες πού ἀναφέραμε προηγουμένως. Γι’ αὐτό ὁ ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά μήν ἔχει λογισμούς καί πόλεμο ὅσον καιρό εὑρίσκεται στήν ζωή τῆς σάρκας ἕως τόν θάνατο»8. Τόν πόλεμο τῶν λογισμῶν ὡς καθημερινή πραγματικότητα περιγράφει καί ὁ ὑμνογράφος Μανουήλ σέ ποίημά του πρός τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο, ἐκζητώντας ταυτοχρόνως τήν ἄμεση παρέμβαση τῆς Θεομήτορος. «Νέφος ἀστάτων λογισμῶν, ἐπιπεσόν τῇ ἀθλίᾳ ψυχῇ μου, ἐκταράττει καί δεινῶς συνέχει με, καί σκοτοῖ καί θλίβει Πανύμνητε. ἀλλ’ ἡ Χριστόν ἥλιον κυήσασα, διάλυσον τοῦτο. καί οἴκτῳ τῷ σῷ με Κόρη διαφύλαξον… ἐξασθενεῖ μου νῦν ὁ νοῦς, ἐμπεσών εἰς τά βάθη τῶν ἐναντίων λογισμῶν, καί οὐκ ἔστι μοι ἄνεσις. ἐπάκουσόν μου ἐν καιρῷ τῶν πειρασμῶν, καί δώρησαί μοι ἀναψυχήν ὡς ἀγαθή. μή γένωμαι κατάβρωμα τοῦ πονηροῦ κόρη εὐλογημένη»9.

Τά εἴδη τῶν λογισμῶν

Κατά τόν καθηγητή Ἰωάννη Κορναράκη. «εἰς τήν ψυχήν εἰσέρχονται, ὡς εἰς οἶκον ἤ εἰς κλειστόν γενικῶς χῶρον, ποικίλοι λογισμοί ἀνθρώπινοι ἤ δαιμονιώδεις καί τό κύριον ἔργον τοῦ πιστοῦ εἶναι ἡ ἐκ τῆς ψυχῆς ἐκδίωξις αὐτῶν καί ἡ πλήρωσις αὐτῆς δι’ ἀγγελικῶν ἤ θείων λογισμῶν»10. Μέ τόν ὅρο
«ποικίλοι λογισμοί» ἐννοοῦμε τόσο τούς ἀγαθούς ὅσο καί τούς πονηρούς, γεγονός πού μᾶς ἀνάγει στήν ἀρετή τῆς διακρίσεως, τήν ὁποία εἶχαν καί ἔχουν ἀποκτήσει οἱ νηπτικοί Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας.

Περί ποικιλίας λογισμῶν ὁμιλεῖ καί ὁ ἀσκητής τῆς ἐρήμου Ἰσαάκ ὁ Σύρος· «Ἄλλοι εἶναι οἱ λογισμοί τῶν ἀπομακρυσμένων πραγμάτων πού ἁπλῶς περνοῦν ἀπό τήν διάνοια καί προκαλοῦν ἀφ’ ἑαυτῶν μιά μικρή καί ἀμυδρά κίνηση, καί ἄλλοι οἱ λογισμοί πού βυθίζουν τήν διάνοια μέ τήν ὅραση μέσα στήν ὕλη, χωρίς περίπτωση νά λησμονηθεῖ, καί μέ τόν πλησιασμό τῆς ὕλης κινοῦν τά πάθη, τρέφουν τόν ἄνθρωπο ὅπως τό ἔλαιο τρέφει τήν φλόγα τοῦ λύχνου, ἀνάβουν πάλι τό ἤδη νεκρωμένο καί σβησμένο πάθος καί ταράσσουν τό πέλαγος τοῦ σώματος διά τῆς κινήσεως τοῦ πλοίου τῆς διανοίας»11. Ὁ Ἰωάννης Δαμασκηνός ὁρίζει γιά τούς μοναχούς ὀκτώ κύριους ἐμπαθεῖς λογισμούς τούς ὁποίους καλεῖ νά πολεμήσουν μέ κάθε μέσο καί τρόπο ὥστε ποτέ νά μήν συγκατατεθοῦν. «Γνώριζε, ἀδελφέ, ὅτι ὀκτώ εἶναι οἱ λογισμοί πού πολεμοῦν τόν μοναχό, ὅπως λένε οἱ Πατέρες. Πρῶτος ὁ λογισμός τῆς γαστριμαργίας· δεύτερος τῆς κακῆς καί αἰσχρῆς ἐπιθυμίας· τρίτος τῆς φυλαργυρίας· τέταρτος τῆς λύπης· πέμπτος τῆς ὀργῆς· ἕκτος τῆς ἀδράνειας· ἕβδομος τῆς κενοδοξίας· καί ὄγδοος τῆς ὑπερηφάνειας»12.

Ὅμως καί σύγχρονοι Πατέρες ἔχουν γράψει καί ὁμιλήσει γιά τούς λογισμούς. Παράδειγμα ὁ γέροντας Σιλουανός τοῦ Ἄθω, ὁ ὁποῖος ἀναφερόμενος στήν πλάνη πού προκαλοῦν οἱ λογισμοί ἔλεγε: «Νά θυμᾶσαι καί νά φοβᾶσαι δύο λογισμούς. Ὁ ἕνας λέει: εἶσαι ἅγιος, κι ὁ ἄλλος: δέν θά σωθεῖς. Κι οἱ δύο λογισμοί αὐτοί προέρχονται ἀπό τόν ἐχθρό καί δέν ἔχουν ἀλήθεια μέσα τους. Ἐσύ ὅμως νά σκέφτεσαι: Ἐγώ εἶμαι μεγάλος ἁμαρτωλός, ἀλλά ὁ σπλαγχνικός Κύριος ἀγαπᾶ πολύ τούς ἀνθρώπους καί θά συγχωρέσει καί σ’ ἐμέ τίς ἁμαρτίες μου»13.

Ἐξέλιξη λογισμοῦ καί συνέπειες

Ὁ ἴδιος Ἀθωνίτης Πατήρ θεωροῦσε ὅτι ὁ «λογισμός εἶναι τό πρῶτο στάδιο τῆς ἁμαρτίας. Ἡ ἐμφάνισή του στή σφαίρα τῆς συνειδήσεως δέν ἀποτελεῖ ἁμαρτία, ἀλλά εἶναι μόνον ἡ πρόταση γιά ἁμαρτία. Ἡ ἀπόκρουση τοῦ λογισμοῦ ἀποκλείει τήν περαιτέρω ἀνάπτυξη τῆς ἁμαρτίας»14. Σέ διαφορετική περίπτωση πίστευε ὅτι ἔχομε ἐξέλιξη τοῦ λογισμοῦ μέ τά γνωστά στάδια, τό συνδυασμό, τήν πλήρη συγκατάθεση καί τήν αἰχμαλωσία15.

Ὁ Ἰωάννης τῆς Κρονστάνδης, κληρικός ἔνθεος, προσεγγίζοντας τό θέμα τῶν λογισμῶν ὁριοθετοῦσε τήν εὐθύνη τοῦ ἀνθρώπου λέγοντας: «Ὅσο κι ἄν οἱ λογισμοί εἶναι ἀποτρόπαιοι, στό στάδιο αὐτό δέν ἔχουμε ἁμαρτία. Ἐμφανίζονται παρά τήν θέληση τοῦ ἀνθρώπου καί προκαλοῦνται ἀπό ἐσωτερικά καί ἐξωτερικά αἴτια π.χ. ἀπό τήν μνήμη, ἀπό τήν ὀργανική κατάσταση τοῦ σώματος, ἀπό τό περιβάλλον, ἀπό τούς ἀνθρώπους ἤ τά πονηρά πνεύματα.

Μετά τήν ἐμφάνιση ἑνός λογισμοῦ ἀκολουθεῖ ἡ στροφή τῆς προσοχῆς πρός αὐτόν. Ἐάν ἡ στροφή ἔχει σκοπό ν’ ἀναγνωρίσει μόνο τί εἴδους εἶναι ὁ λογισμός, δέν περικλείει ἁμαρτία. Ἡ προσοχή τότε εἶναι ἐπαινετή. Ταυτίζεται μέ τήν ἐγρήγορση πρός τήν ὁποία μᾶς καλεῖ ἡ Ἐκκλησία. Ἐάν ὅμως ἡ προσοχή καθυστερεῖ σ’ ἕνα λογισμό, πού ἔχει ἤδη χαρακτηρισθεῖ κακός, γιά νά ἱκανοποιηθεῖ μαζί του, τότε ἔχουμε τήν ἀρχή τῆς ἁμαρτίας. Οἱ διδάσκαλοι τῆς Ἐκκλησίας ὀνομάζουν τήν κατάσταση αὐτή συγκατάβαση στούς λογισμούς.

Ἀργότερα μπορεῖ νά ἐπακολουθήσει μιά πιό παρατεταμένη ἡδονή ἀπό τούς κακούς λογισμούς, στήν ὁποία ἀρχίζουν νά συμμετέχουν διάφορα αἰσθήματα τοῦ ἀνθρώπου, ὁπότε ἔχουμε ζήλεια, φθόνο, χαιρεκακία, φιληδονία κ.τ.λ. Τέλος καί ἡ βούλησις συμμετέχει στήν ἁμαρτωλή ἐνέργεια καί ἔτσι ὁλοκληρώνεται ἡ ἁμαρτία στήν καρδιά»16. Ὁ Μάρκος ὁ Ἐρημίτης προτείνει ὁ ἄνθρωπος, ὅσο δύναται νά προλαμβάνει τό κακό, γιά νά μήν ὑποπίπτει σ’ αὐτό. «Πρόληψη εἶναι ἡ ἑκούσια ἀνάμνηση τῶν προηγουμένων κακῶν, ἡ ὁποία ἀπό τόν ἀγωνιστή ἐμποδίζεται νά ἐξελιχθεῖ σέ πάθος, ἐνῶ ἀπό τόν νικητή, μόλις προσβληθεῖ ἀπό αὐτήν, ἀνατρέπεται»17.

Ἡ προσβολή τοῦ λογισμοῦ δέν ἐνέχει γιά τόν ἄνθρωπο ἁμαρτία, ἐάν ὅμως δέν ἀπορριφθεῖ, τότε θά ὁδηγήσει στή συγκατάθεση μέ τίς καταστροφικές συνέπειες πού ἀκολουθοῦν. «Προσβολή εἶναι ἀσχημάτιστη κίνηση τῆς καρδιᾶς, ἡ ὁποία σάν κάποιος κλειστός χῶρος κατέχεται ἀπό τούς ἔμπειρους. Ἐκεῖ ὅπου ὑπάρχουν εἰκόνες λογισμῶν, ἐκεῖ ἔχει γίνει συγκατάθεση. γιατί εἶναι ἀσχημάτιστη κίνηση τῆς καρδιᾶς, ἀθώα προσβολή. Ὑπάρχει ἐκεῖνος πού ξεφεύγει καί ἀπό αὐτές σάν δαυλός τῆς φωτιᾶς, ὅπως καί ὑπάρχει ἄλλος πού δέν γυρίζει πίσω, μέχρι νά σβήσει ἡ φλόγα»18. Καί ἀλλοῦ ὁ ἴδιος ἀσκητής ἐπισημαίνει ὅτι: «σημάδι ἁμαρτίας δέν εἶναι ἡ προσβολή τοῦ λογισμοῦ, ἀλλά ἡ φιλική ὁμιλία τοῦ νοῦ μέ αὐτόν»19. Ὁ Γρηγόριος ὁ Σιναΐτης μέ μιά χαρακτηριστική εἰκόνα ὁμιλεῖ γιά τήν ὁρμή καί τά ἀποτελέσματα τῶν λογισμῶν. «Ἡ ἔφοδος τῶν πονηρῶν λογισμῶν εἶναι σάν ρεῦμα ποταμοῦ, ἡ προσβολή τῶν ὁποίων καί μαζί μ’ αὐτήν καί ἡ συγκατάθεση στήν ἁμαρτία γίνονται πλημμύρα κυματώδης, πού καλύπτει τήν καρδιά»20.

Ἀπό τά παραπάνω κατανοοῦμε ὅτι ὁ μή ἔλεγχος τῶν λογισμῶν ἔχει σοβαρότατα ἀρνητικά ἀποτελέσματα, ἀφοῦ ὁδηγεῖ στά πάθη τά ὁποῖα κατά τόν Μέγα Βασίλειο «συγχυτικά καί ἐκταρακτικά τοῦ διορατικοῦ τῆς ψυχῆς ἐστιν»21.

Ἡ ἀντιμετώπιση τῶν λογισμῶν

Γιά τήν ἀντιμετώπιση τῶν ἀτόπων σκέψεων οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας χρησιμοποίησαν διάφορα μέσα, τά ὁποῖα καί ἐπρότειναν εἰς τούς ἀγωνιστές τοῦ πνεύματος. Πρῶτο μέσο εἶναι ἡ ἐξαγόρευση. Ὁ Ἀββᾶς Δωρόθεος περιγράφει βιωματικά αὐτή τή διάσταση. «Ὅταν βρισκόμουν στό κοινόβιο τά ἀνέφερα ὅλα στό Γέροντα, τόν ἀββά Ἰωάννη. Γιατί ποτέ, ὅπως εἶπα, δέν ἀποφάσιζα νά κάνω κάτι, χωρίς νά ἔχω τήν εὐλογία του.

Καί μερικές φορές μοῦ ἔλεγε ὁ λογισμός: ‘‘Αὐτό δέν θά σοῦ πεῖ ὁ Γέροντας; Τί θέλεις τώρα νά τόν ἐνοχλήσεις;’’. Καί ἔλεγα στό λογισμό: ‘‘Ἀνάθεμα σέ σένα καί στή διάκρισή σου καί στή σοφία σου καί στή φρονιμάδα σου καί στή γνώση σου, γιατί ὅ,τι ξέρεις τό ξέρεις ἀπό τούς δαίμονες’’. Καί πήγαινα καί ρώταγα τό Γέροντα καί μερικές φορές μοῦ ἀπαντοῦσε ὅπως εἶχα προηγουμένως σκεφθεῖ καί τότε μοῦ ἔλεγε ὁ λογισμός: ‘‘Τί ἔγινε λοιπόν; Νά, σοῦ εἶπε αὐτό πού σοῦ εἶχα πεῖ καί ἐγώ. Δέν ἐνόχλησες λοιπόν χωρίς λόγο τό Γέροντα;’’. Καί ἀπαντοῦσα στό λογισμό: ‘‘Ναί, ἀλλά τώρα εἶναι εὐλογημένο, τώρα προέρχεται ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα. Γιατί τό δικό σου εἶναι πονηρό, εἶναι δαιμονικό, εἶναι γεμάτο ἐμπάθεια’’»22.

Δεύτερο μέσο ἀναγκαῖο εἶναι ἡ ἀπόρριψη, ἡ περιφρόνηση τῶν λογισμῶν, ἡ ἀποκοπή κάθε συνομιλίας μαζί τους. Ὁ Ἰσαάκ Σύρος συνιστᾶ. «Τό νά μή συζητεῖ κανείς μέ τούς ὑποσπειρομένους μέσα μας ἀπό τόν ἐχθρό λογισμούς, ἀλλά ν’ ἀποκόπτει τήν συναναστροφή μέ αὐτούς διά τῆς ἱκεσίας πρός τόν Θεό, τοῦτο εἶναι σημεῖο ὅτι ὁ νοῦς εὑρῆκε σοφία ἀπό τήν χάρη καί ὅτι ἡ γνῶσις του ἡ ἀληθινή τόν ἐλευθέρωσε ἀπό τούς πολλούς κόπους καί μέ τήν ἀνεύρεση τοῦ συντόμου δρόμου περιέκοψε τήν περιπλάνηση μιᾶς μακρᾶς ὁδοῦ»23. Τό ἴδιο προτείνει καί ὁ Ἰωάννης ὁ Σιναΐτης λέγοντας· «Μήν ἀφήσεις νά κυριαρχήσουν ἐπάνω σου οἱ ἀλλόφυλοι ἐκεῖνοι λογισμοί πού ἀρέσκονται νά πολυεξετάζουν τά μυστικά καί ἀνεξιχνίαστα σχέδια τοῦ Θεοῦ ἤ τίς ὀπτασίες πού ἐμφανίζονται σέ μερικούς ἀνθρώπους»24. Τό αὐτό εἰσηγοῦνται καί σύγχρονοι Πατέρες. «Ἡ πεῖρα τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, πού δοκιμάσθηκε ἐπί πολλούς αἰῶνες, διδάσκει πώς ὀφείλουμε νά πολεμᾶμε τήν ἁμαρτία, μόλις ἐμφανισθεῖ. Πρέπει ἀμέσως ν’ ἀπορρίπτουμε τίς ἀκούσιες παραστάσεις, μόλις χαρακτηρισθοῦν σάν ἐπικίνδυνες, πρᾶγμα εὐκολώτατο στήν ἀρχή»25.

Τρίτο μέσο εἶναι ἡ ἔνθερμη προσευχή. Στό Γεροντικό, ὅπου ἔχει ἀποθησαυρισθεῖ ἡ ἐμπειρία καί σοφία τῶν ἀσκητῶν, ἀναγινώσκουμε: «Ὅταν μέ πολεμοῦν πονηροί λογισμοί, ἔλεγε ὁ Ἀββᾶς Ἰωάννης ὁ Κολοβός, κάνω ὅ,τι θά ἔκανε ὁ διαβάτης πού θά ἔβλεπε ξαφνικά στήν ἐρημιά πού περπατεῖ νά τόν κυνηγᾶ κάποιο θηρίο. Βρίσκει ἕνα δένδρο καί σκαρφαλώνει ἐπάνω γιά νά σωθεῖ. Κι ἐγώ καταφεύγω στόν Θεό μέ τήν προσευχή καί γλυτώνω ἀπό τήν ἐπίθεσί των»26. Ὁ Ἱερός Χρυσόστομος χρησιμοποιοῦσε ἐκτός ἀπό τήν προσευχή καί τήν εἰκόνα τοῦ λύχνου, γιά νά δώσει ὅπλα ἀντιστάσεως στούς χριστιανούς· «Φῶς τοῦ νοῦ καί τῆς ψυχῆς εἶναι ἡ προσευχή πού γίνεται μέ ζῆλον, εἶναι φῶς ἄσβεστον καί διαρκές. Διά τοῦτο ἀναριθμήτους φαύλους λογισμούς ἐμβάλλει ὁ Διάβολος εἰς τάς ψυχάς μας, καί ἐκεῖνα πού οὐδέποτε ἔχομεν σκεφθεῖ, αὐτά συγκεντρώνει κατά τήν ὥραν τῆς προσευχῆς καί τά ἐκχύνει εἰς τάς ψυχάς μας… Ἀλλά ὅ,τι κάμνουν οἱ ἀνάπτοντες τούς λύχνους ἐκείνους, καί ἐμεῖς τό ἴδιον θά κάμωμεν… ὅπως ἐκεῖνοι τοποθετοῦν τόν δάκτυλον εἰς τήν ὀπήν τοῦ λύχνου, ἔτσι καί ἐμεῖς ἄς ἐπιθέσωμεν τόν λογισμόν εἰς τήν ἰδικήν μας διάνοιαν, καί ἄς κλείσωμεν τήν εἴσοδον εἰς τό πονηρόν πνεῦμα, διά νά μή μᾶς σβήσει τό φῶς τῆς προσευχῆς»27.

Στήν εἰλικρινή προσευχή μποροῦμε νά προσθέσομε σύμφωνα μέ τήν ἁγία Συγκλητική καί τόν ἀντίθετο λογισμό χρησιμοποιώντας τή λογική. Ἐάν δηλαδή μᾶς ἔρχεται λογισμός ὑπερηφανείας, ἐμεῖς νά σκεπτόμεθα ταπεινά. Ἡ ἴδια ὡς διδάσκαλος λέγει: «Τί μᾶς χρειάζεται λοιπόν γι’ αὐτόν τόν πόλεμο; Εἶναι φανερό ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη κοπιαστικῆς ἀσκήσεως καί ἁγνῆς προσευχῆς.

Αὐτά εἶναι γενικά τά φάρμακα πού ἀπομακρύνουν κάθε ὀλέθριο λογισμό. Ἐδῶ ὅμως χρειάζεται νά χρησιμοποιήσουμε καί κάποιες ἰδιαίτερες σκέψεις, γιά νά διώξουμε αὐτήν τήν ἀρρώστια τῆς ψυχῆς κι ὅταν ἔρχεται ὁ αἰσχρός λογισμός νά τόν πολεμοῦμε μέ τόν ἀντίθετο λογισμό»28. Τό αὐτό φρονεῖ καί ὁ χρυσορρήμων Ἰωάννης Χρυσόστομος λέγοντας. «Ὁ διάβολος μᾶς εἰσάγει εἰς τούς λογισμούς τῆς ἀπογνώσεως, διά νά μᾶς κόψῃ τήν πρός τόν Θεόν ἐλπίδα, τήν ἀσφαλῆ αὐτήν ἄγκυραν, τό στήριγμα τῆς ζωῆς μας, τήν χειραγωγόν τῆς ὁδοῦ πού ὁδηγεῖ πρός τόν οὐρανόν, τήν σωτηρίαν τῶν ἀπολλυμένων ψυχῶν. Αὐτή λοιπόν, αὐτή ἡ ἐλπίς ἡ ὁποία, ὡσάν ἰσχυράν σχοινίον ἔχει κρεμασθεῖ ἀπό τόν οὐρανόν, βαστάζει τάς ψυχάς μας, ἀνασύρουσα σιγά σιγά πρός τό ὕψος ἐκεῖνο αὐτούς πού τήν κρατοῦν σφικτά, καί ἐξυψώνουσα ἡμᾶς ἐπάνω ἀπό τά κύματα τῶν κακῶν τοῦ βίου. Ἐάν λοιπόν κανείς
ἀποχαυνωθεῖ καί ἀφήσῃ τήν ἱεράν αὐτήν ἄγκυραν, τότε ἀμέσως θά πέσῃ καί θά πνιγῇ εἰς τήν ἄβυσσον τῆς κακίας»29. Καί σέ ἄλλη ὁμιλία του ὁ φωστήρ τῆς Ἀντιοχείας συνιστοῦσε. «Πρέπει νά συνθλίβουμε τούς πονηρούς λογισμούς, καί νά μήν ἐπιτρέπουμε ὅπως ἀκριβῶς καί ὁ μακάριος Ἰώβ… Ἀλλά δέν μπορεῖς νά σωπαίνεις ὅταν σέ κεντᾶ ὁ πόνος. Οὔτε ἐγώ σέ ἐμποδίζω νά μιλᾶς, ἀλλά ἀντί τῆς βλασφημίας νά εὐχαριστεῖς, ἀντί τῆς ἀπελπισίας νά δοξολογεῖς. Ἐξομολογήσου στόν Κύριο, φώναζε δυνατά προσευχόμενος, φώναζε δυνατά δοξολογώντας τόν Θεό. ἔτσι καί τό πάθος σου γίνεται ἐλαφρύτερο, διότι ὁ διάβολος φεύγει μακριά μέ τήν εὐχαριστία καί ἔρχεται ἡ βοήθεια τοῦ Θεοῦ κοντά σου»30.

Τέταρτο μέσο εἶναι ἡ πρόσληψη τῶν ἀρετῶν, ὥστε ὁ ἄνθρωπος νά καταστεῖ θεία χάριτι ἀνίκητος. Ὁ Ἰωάννης Καρπάθιος εἰσηγεῖται: «Ὁ ἐχθρός ἐνεδρεύει σάν λιοντάρι στή φωλιά του καί μᾶς κρύβει παγίδες καί δόκανα ἀκαθάρτων καί ἀσεβῶν λογισμῶν. ἀλλά κι’ ἐμεῖς, ἄν δέν εἴμαστε κοιμισμένοι, θά
μπορέσουμε νά τοῦ στήσουμε μεγαλύτερες καί χειρότερες παγίδες καί δόκανα καί καρτέρια. Γιατί ἡ προσευχή καί ἡ ψαλμωδία, ἡ ἀγρυπνία καί ἡ ταπεινοφροσύνη, ἡ πρός τόν πλησίον διακονία καί τό ἔλεος, ἡ εὐχαριστία καί ἡ ἀνάγνωση τῶν θείων λογίων, γίνονται γιά τόν ἐχθρό ἐνέδρα καί παγίδα, βόθρος καί μάστιγες, ἀγχόνη καί δόκανα»31. Τήν ἴδια τακτική μᾶς παρουσιάζει καί ὁ Ἰσαάκ Σύρος λέγοντας. «Εἶναι ἀναγκαῖο κάθε ἄνθρωπος νά προφυλάσσεται, ὄχι ἀπό ἕνα πάθος, πού κινεῖται μέσα του φανερά καί συνεχῶς, οὔτε ἀπό δύο, ἀλλά ἀπό περισσότερα, ἀφοῦ φορεῖ σῶμα. Ἐκεῖνοι πού ἐνίκησαν τά πάθη διά τῶν ἀρετῶν, ἄν καί ἐνοχλοῦνται ἀπό τούς λογισμούς καί ἀπό τίς προσβολές τῶν
τεσσάρων αἰτιῶν, δέν νικῶνται. διότι ἔχουν δύναμη καί ἁρπάζεται ὁ νοῦς των ἀπό ἀγαθές καί θεῖες ἀναμνήσεις»32.

Πέμπτο μέσο εἶναι κατά τόν Γρηγόριο Παλαμᾶ ἡ προσήλωση στό σταυρό τοῦ Χριστοῦ, ἡ ἕνωση μέ τόν σταυρωθέντα γιά νά ἐπιτύχομε τήν νίκη τῶν λογισμῶν. «Ἐάν λοιπόν κανείς βλέπει τόν λογισμό του νά ὀρέγεται πλοῦτο καί πολυκτημοσύνη, ἄς γνωρίζει ὅτι ὁ λογισμός αὐτός εἶναι σαρκικός, καί γι’αὐτό κινεῖται ἔτσι. ἀντιθέτως ὁ προσηλωμένος στόν Σταυρό δέν μπορεῖ νά κινεῖται πρός κάτι τέτοιο. Εἶναι γι’ αὐτό ἀνάγκη νά τόν ἀνεβάσομε τόν λογισμό στό ὕψος τοῦ Σταυροῦ, γιά νά μή ρίψει ὁ ἴδιος τόν ἑαυτό του κάτω καί χωρισθεῖ ἀπό τόν σταυρωθέντα σ’αὐτόν Χριστό»33.

Ἐπιλεγόμενα

Ὁλοκληρώνοντας αὐτή τή σύντομη προσέγγιση στό ὡς ἄνω θέμα, ἀντιλαμβανόμεθα τήν ἀξία πού ἔχει ἡ ἔγκαιρη πρόληψη καί ἀντιμετώπιση τῶν λογισμῶν. Ἄς παραδειγματισθοῦμε ἀπό τούς Πατέρες καί τίς Μητέρες τῆς Ἐκκλησίας καί φυσικά ἀπό τήν κυρία Θεοτόκον. Ἡ Ἀειπάρθενος Κόρη «ἀφοῦ ἔφυγε ἀπό τόν ἔνοχο βίο, ἐδιάλεξε τήν ἀόρατη σέ ὅλους καί ἀκοινώνητη ζωή, διαμένοντας στά ἄδυτα. Μέσα σ’ αὐτά, ἀφοῦ ἐλύθηκε ἀπό κάθε ὑλικό δεσμό καί ἐξετίναξε κάθε σχέση καί ἀνυψώθηκε ἐπάνω ἀπό αὐτήν τή συμπάθεια πρός τό σῶμα της, συνῆψε τόν νοῦ της μέ τήν πρός τόν ἑαυτό στροφή καί προσοχή καί μέ τήν ἀδιάλειπτη θεία προσευχή. Καί δι’ αὐτῆς ἐρχόμενη τελείως στόν ἑαυτό της καί ὑπερβαίνοντας τόν πολύμορφο συρφετό τῶν λογισμῶν, διέκρινε νέα καί ἀπόρρητη ὁδό στούς οὐρανούς»34.

Ἀποστόλου Ν. Μπουρνέλη,
Καθηγητῆ Α.Ε.Α.Η. Κρήτης

Παραπομπές

1 Τριάντη Ἰ., «Ὁ πόλεμος τῶν λογισμῶν»,
Κοινωνία 50 (1998) 92.
2 Δημητράκου Δ., Ἐπίτομον λεξικόν τῆς ἑλληνικῆς γλώσσης, ἔκδ. Γιοβάνης, Ἀθῆναι 1969, σ. 865.
3 Ὑποσημείωση 11η, Ἀββᾶ Δωροθέου Ἀσκητικά, Ἐπιστολή, ἔκδ. Ἑτοιμασία, Ἀθῆναι  1981, σ. 45.
4 Γρηγορίου Σιναΐτου, Κεφάλαια δι’ ἀκροστιχίδος πάνυ ὠφέλιμα 66, Ε.Π.Ε. 20, 397.
5 Βλάχου Ἱ., Ὀρθόδοξη ψυχοθεραπεία, ἔκδ. Ἱ.Μ. Γενεθλίου Θεοτόκου, Λεβάδεια 1983, σ. 203.
6 Γρηγορίου Σιναΐτου, Κεφάλαια δι᾽ ἀκροστιχίδος πάνυ ὠφέλιμα 60, Ε.Π.Ε. 20, 395.
7 Ματθ. ΙΕ΄, 19-20.
8 Ἰσαάκ Σύρου, Περί ψυχῆς καί παθῶν καί νοός καθαρότητος κατ’ ἐρώτησιν καί ἀπόκρισιν Λόγ. ΠΓ΄, Ε.Π.Ε. 13, 211.
9 Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Θεοτοκάριον Ἦχος πλ. Β΄, Ποίημα Μανουήλ τοῦ ρήτορος, ἔκδ. Ἱ.Μ. Ἁγ. Νικοδήμου Ἑλληνικοῦ Γόρτυνας, 1996, σσ. 134-135.
10 Κορναράκη Ἰ., Στοιχεῖα νηπτικῆς ψυχολογίας, ἔκδ. Κυριακίδη, Θεσ/νίκη 1982, σ. 12.
11 Ἰσαάκ Σύρου, Περί τῆς κινήσεως τοῦ σώματος Λόγ. ΚΖ΄, Ε.Π.Ε. 8β, 13.
12 Ἰσαάκ Σύρου, Περί τῶν ὀκτώ τῆς πονηρίας πνευμάτων, Ε.Π.Ε. 8, 475. Βλ. καί Ἀγγελοπούλου Ἰ., «Περί λογισμῶν», Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς 84 (2001) 85-89.
13 Σωφρονίου Ἀρχ/του, Ὁ Γέροντας Σιλουανός τοῦ Ἄθω, ἔκδ. Ἱ. Μ. Τιμ. Προδρόμου, Ἔσσεξ Ἀγγλίας 1978, σ. 479.
14 Αὐτόθι, σ. 37.
15 Αὐτόθι, σ. 149.
16 Σεμένωφ Ἀ. - Σάνσκυ Τ., Ὁ π. Ἰωάννης τῆς Κροστάνδης, ἔκδ. Ἱ.Μ. Παρακλήτου Ὠρωπός Ἀττικῆς 1976, σ. 203.
17 Μάρκου Ἐρημίτου, Περί νόμου πνευματικοῦ 140, Ε.Π.Ε.13, 35.
18 Μάρκου Ἐρημίτου, Περί νόμου πνευματικοῦ 141-142, Ε.Π.Ε. 13, 35.
19 Μάρκου Ἐρημίτου, Ἀπόκρισις πρός τούς ἀποροῦντας περί τοῦ θείου βαπτίσματος, Ε.Π.Ε. 13, 131. Βλ. καί Lossky V., Ἡ μυστική θεολογία τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας, Θεσ/νίκη 1973, σσ. 148-149.
20 Γρηγορίου Σιναΐτου, Κεφάλαια δι’ ἀκροστιχίδος πάνυ ὠφέλιμα 64, Ε.Π.Ε. 20, 395.
21Μεγάλου Βασιλείου, Ὁμιλίαι εἰς τόν ΛΓ΄ Ψαλμόν 3, Ε.Π.Ε. 5, 210.
22 Ἀββᾶ Δωροθέου, Ἔργα ἀσκητικά, Διδασκαλία Ε΄, ἔκδ. Ἑτοιμασία, ἔκδ. Ἱ.Μ. Ἁγ. Ἰ. Προδρόμου Καρέα, Ἀθῆναι 1981, σ. 179.
23 Ἰσαάκ Σύρου, Περί τοῦ τρόπου τῆς εὐχῆς, Ὁμιλ. ΛΓ΄, ΕΠΕ 8β, 95.
24 Ἰωάννου Σιναΐτου, Κλῖμαξ, Λόγ. ΚΣΤ΄, ἔκδ. Ἱ.Μ.Παρακλήτου, Ὠρωπός Ἀττικῆς 1978, σσ. 299-300.
25 Σεμένωφ Ἀ.- Σάνσκυ Τ., ἔνθ. ἀνωτ., σ. 203.
26 Γεροντικόν, Λογισμοί, ἔκδ. Β. Ρηγόπουλος, Θεσ/νίκη 1969, σ. 343.
27 Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Περί τοῦ μή δημοσιεύειν τά ἁμαρτήματα τῶν ἀδελφῶν, Ε.Π.Ε. 31, 263, 265.
28 Τσάμη Δ., Μητερικόν, Τόμ. Ζ΄, Συγκλητική, ἔκδ. Ἱ. Ἡσυχαστήριον, Ἡ μεταμόρφωσις τοῦ Σωτῆρος, Θεσ/νίκη 1997, σ. 359.
29 Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Πρός Θεόδωρον ἐκπεσόντα, Ε.Π.Ε. 28, 751.
30 Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Εἰς τόν πτωχόν Λάζαρον, Λόγ. Γ΄, Ε.Π.Ε. 25, 501, 505.
31 Ἰωάν. Καρπαθίου, Κεφάλαια παρακλητικά 51, Ε.Π.Ε. 9, 423.
32 Ἰσαάκ Σύρου, ἔνθ. ἀνωτ., σ. 211. Βλ. καί Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Εἰς τό «ἔχοντες τό αὐτό πνεῦμα τῆς πίστεως…», Ε.Π.Ε. 27, 291, 293.
33 Γρηγορίου Παλαμᾶ, Εἰς τόν τίμιον καί ζωοποιόν Σταυρόν, Ὁμιλ. ΙΓ΄, Ε.Π.Ε. 9, 313.
34 Γρηγορίου Παλαμᾶ, Εἰς τήν πρός τά Ἅγια τῶν Ἁγίων εἴσοδον, Ὁμιλ. ΝΓ΄, Ε.Π.Ε. 11, 339.



πηγή : Ἄγκυρα Ἐλπίδος
Διμηνιαῖο Ὀρθόδοξο Περιοδικό τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ἱεραπύτνης καί Σητείας.

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...