/*--

Κυριακή, 3 Νοεμβρίου 2013

Ζωομορφικές εκδοχές του κακού στην Καινή Διαθήκη

  
Αν οι πιστοί του Κυρίου που έχουν αποφύγει τη διαφθορά του κόσμου αναμειχθούν πάλι σε αυτή, τότε σύμφωνα με το Β΄ Πε. 2:22 επιβεβαιώνουν την παροιμία «το σκυλί γυρίζει πίσω στο ίδιο του το ξέρασμα» και «το γουρούνι, αφού λουστεί, κυλιέται πάλι στο βούρκο» (Πρμ. 26:11)1. Πίσω από την παρατήρηση αυτή δεν κρύβεται μόνο μία περιφρονητική στάση της Αγίας Γραφής απέναντι στο σκύλο και το χοίρο, αλλά φανερώνονται ορισμένες χαρακτηριστικές συνήθειες των ζώων, οι οποίες αποτέλεσαν αφορμή για να συνδεθούν αυτά με το κακό, τους δαίμονες, την αμαρτία και την απώλεια.

Αρκετές φορές στα κείμενα της Κ.Δ. το κακό εκδηλώνεται με τη μορφή άγριων ή ακόμη και οικόσιτων ζώων. Οι συγγραφείς των κειμένων αυτών παρουσιάζουν τα ζώα, είτε πρόκειται για πραγματικά, είτε για μυθικά, με περιφρονητικό τρόπο. Τα ζώα στην Παλαιά αλλά και στην Καινή Διαθήκη αποτελούν δημιουργήματα του Θεού, όχι όμως κατ’ εικόνα και συνεπώς θεωρούνται υποδεέστερα του ανθρώπου, είναι άλογα (Ιούδα 10. Β΄ Πε. 2:12), αντιδρούν με βάση τα ένστικτά τους, δεν έχουν ψυχή και τις περισσότερες φορές η σχέση τους με τους ανθρώπους είναι ανταγωνιστική. Η άσχημη σχέση ανθρώπων και ζώων φανερώνεται από το γεγονός ότι ο άνθρωπος τρώει το κρέας τους (Γεν. 9:3) και φορά το δέρμα τους (Γεν. 3:21). Ο Παύλος σημειώνει στο Α΄ Κορ. 15:39 ότι «άλλη σύσταση σώματος έχουν οι άνθρωποι, άλλη τα κτήνη, άλλη τα πτηνά και άλλη τα ψάρια». Η θέση αυτή βρίσκεται σε συμφωνία με τις αντιλήψεις των στωικών. Τα ζώα έχουν δημιουργηθεί σύμφωνα με την παραπάνω θεωρητική αρχή ως υποδεέστερα όντα και αποτελούν το χαμηλότερο μέρος του κόσμου, ανώτερο μόνο από τα φυτά.

Συχνά οι διαβολικοί άνθρωποι συγκρίνονται με τα ζώα (Τιτ. 1:12. Β΄ Πε. 2:22). Η ανωτερότητα του ανθρώπου επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι τα περισσότερα ζώα δαμάζονται από αυτόν (Ιακ. 3:3, 7). Ο άνθρωπος ενεργεί με δικαιοσύνη, ενώ τα ζώα δεν μπορούν να το κάνουν αυτό. Το ένα τρώει το άλλο. Η κατάσταση δεν είναι καλύτερη στους γειτονικούς λαούς του Ισραήλ, καθώς ο ελληνορωμαϊκός κόσμος, αλλά και ο χριστιανικός αργότερα με την επίδραση των πατερικών συγγραμμάτων δεν έκανε τίποτα άλλο από το να εξάρει τη σπουδαιότητα και την ευφυΐα του ανθρώπου και να ταυτίσει το ζωικό βασίλειο με το κακό, την ανοησία, την ειδωλολατρία, το πονηρό, την αισχρή συμπεριφορά και γενικότερα τα πάθη. Η ορολογία και μόνο είναι ενδεικτική της κατάστασης. «Θηρίο, τετράπουν, κτῆνος και ζῷον» είναι οι πλέον άσχημες ονομασίες, ενώ τα «θρέμμα, ψυχὴ ζωῆς και ὑποζύγιον» οι ηπιότερες. Στην αρχαιότητα η φράση «άγρια ζώα» χρησιμοποιούνταν για να περιγράψει τους βαρβάρους που θεωρούνταν ξένοι, ανταγωνιστικοί και επικίνδυνοι για τον πολιτισμένο κόσμο. Ζώα και δαιμονικές δυνάμεις αλληλοδανείζονται χαρακτηριστικά και ιδιότητες. Περίπλοκες ιδέες για τη ψυχή, το σώμα, το λόγο, τα ένστικτα, τις αισθήσεις, τη σωτηρία και τη καταδίκη του ανθρώπου παρουσιάζονται σε πολλά κείμενα με ζωομορφικά σύμβολα και μεταφορές. Συχνά τα ζώα απεικονίζουν τον επίγειο, υλικό και ερωτικό βίο του αμαρτωλού ανθρώπου που διώχθηκε από τον παράδεισο με όλα τα αρνητικά στοιχεία. Όταν χρησιμοποιούνται τα ζώα στα χριστιανικά κείμενα αυτό γίνεται για να περιγραφτεί η ταυτότητα και η συμπεριφορά κάποιων ανθρώπων. Τις περισσότερες φορές έχουμε διπολισμούς του τύπου Θεός/διάβολος, ψυχή/σώμα, χριστιανός/εθνικός, ορθοδοξία/αίρεση, πιστός/αμαρτωλός. Οι ζωομορφικές δηλαδή μεταφορές χρησιμοποιούνται σε μια πορεία συνυπολογισμού και αποκλεισμού των άλλων. Όταν στα κείμενα της Κ.Δ. χρησιμοποιούνται ζώα στα πατερικά συγγράμματα αυτά ερμηνεύονται σχεδόν πάντα ως δαίμονες.

Θα πρέπει αρχικά να ληφθεί υπόψη ότι το σχετικό με τα ζώα υλικό της Αγίας Γραφής προέρχεται από ποιητικά, προφητικά, σοφιολογικά και νομικά κείμενα. Μία παρατήρηση που μπορεί να γίνει εδώ είναι ότι στον Ιουδαϊσμό τα ζώα διακρίνονται πάνω απ’ όλα σε καθαρά και ακάθαρτα (Λευ. 11:1-47 και Δτ. 14:3-21). Τα πρώτα έχουν καλύτερη αντιμετώπιση από τα δεύτερα. Τα ακάθαρτα ζώα αποτελούν μόνιμη απειλή για την ανθρώπινη ζωή. Επιθετική συμπεριφορά που μπορεί να οδηγήσει σε τραυματισμούς και θάνατο, ηθική ακαθαρσία, εχθρικό περιβάλλον διαβίωσης, σύνδεση με λατρευτικές πρακτικές του εθνικού κόσμου είναι μερικά μόνο από τα στοιχεία που κάνουν τους Ιουδαίους της εποχής του Χριστού να αποφεύγουν οποιαδήποτε επαφή με τα περισσότερα είδη της πανίδας προκειμένου να μην χάσουν τη δυνατότητα της σωτηρίας.

Διακρίνοντας το ζωικό βασίλειο σε κατηγορίες τα αρνητικά στοιχεία που μπορούν να συγκεντρωθούν από την Αγία Γραφή και αποτέλεσαν αφορμή να συνδεθεί το ζωικό βασίλειο με το κακό είναι σε γενικές γραμμές τα παρακάτω. Τα θηλαστικά (θηρία) δεν κατανοούν (Ψλ. 32:9. 73:22) και δρουν στηριζόμενα στα ένστικτά τους (Ησ. 1:3). Είναι τετράποδα (Πραξ. 10:12) και έχουν άγρια φύση (Ψλ. 50:11. Mκ. 1:13). Αρκετά είναι θορυβώδη και καταστροφικά για τη γεωργία και την κτηνοτροφία (Λευ. 26:6. Ιεζ. 5:17). Οι βιότοποι τους βρίσκονται σε ερημικούς και απομακρυσμένους τόπους (Ησ. 13:21), ενώ κατοικούν σε φωλιές και σπήλαια (Ιωβ 37. 38:40) ή ακόμη και σε ερείπια (Ησ. 13:21, 22. Σοφ. 2:15). Είναι ευάλωτα σε ασθένειες (Eξ. 9:3) που μπορούν να μεταδοθούν και στον άνθρωπο, ενώ τα περισσότερα είναι ακάθαρτα κατά το μωσαϊκό νόμο. Συχνά χρησιμοποιούνται ως όργανα τιμωρίας του Θεού (Λευ. 26:22. Δτ. 32:24. Ιερ. 15:3. Ιεζ. 5:17) αλλά και με συμβολική σημασία για τους άδικους (Ψλ. 49:20. Tιτ. 1:12), τους ψευδοδιδασκάλους (Β΄ Πε. 2:12. Ιούδα 1:10), τους διώκτες (Α΄ Κορ. 15:32. Β΄ Τιμ. 4:17) και τον αντίχριστο (Απ. 13:2. 20:4).

Τα πουλιά (πετεινά) από την άλλη, λέγεται ότι είναι κατώτερα από τον άνθρωπο διότι δεν έχουν λόγο (Ιωβ 35:11). Πολλά από αυτά είναι σαρκοφάγα (Γεν. 15:11. 40:19. Δτ. 28:26), εχθρικά και επιθετικά (Ιερ. 12:9). Είναι επίσης ακάθαρτα και συχνά ορισμένα από αυτά λατρεύονται από τους εθνικούς (Ρωμ. 1:23). Συμβολίζουν τους σκληρούς και άπληστους βασιλείς (Ησ. 46:11), τα εχθρικά έθνη (Ιερ. 12:9), το διάβολο και τους δαίμονες (Απ. 12:9. 20:2) αλλά και τα σχέδια των αδίκων (Ψλ. 124:7. Πρμ. 1:10-17. 7:23). Τα ψάρια για τα οποία την εποχή εκείνη ελάχιστα ήταν γνωστά, συμβολίζουν συχνά τους ανθρώπους που δεν γνωρίζουν τι θα τους συμβεί στο μέλλον (Eκλ. 9:12). Από τα έντομα πάλι, αρκετά είναι ακάθαρτα και αηδιαστικά (Λευ. 11:23, 24). Τα ερπετά τέλος, είναι ακάθαρτα και μη βρώσιμα (Λευ. 11:31, 40-43. Πραξ. 10:11-14), ενώ κάποια είναι δηλητηριώδη (Πραξ. 28:3-6, Ρωμ. 3:13), λατρεύονται από τους εθνικούς (Ρωμ. 1:23) ενώ στον Ιουδαϊσμό υπάρχει ρητή απαγόρευση της λατρείας τους (Ιεζ. 8:10). Η γη, το νερό και ο αέρας αποτελούν τα τρία στοιχεία με κριτήριο τα οποία το ζωικό βασίλειο ταξινομείται στην Αγία Γραφή. Επιπλέον, και τα τρία αυτά στοιχεία αποτελούν χώρους δράσης των δαιμόνων σύμφωνα με τις αντιλήψεις του αρχαίου κόσμου.

Στη διήγηση των πειρασμών του Ιησού στην απλούστερη εκδοχή του Μάρκου λέγεται ότι ο Ιησούς ζούσε στην έρημο με τα θηρία. Ο Ματθαίος και ο Λουκάς δεν αναφέρουν αυτό το στοιχείο (Μτ. 4:1//Λκ. 4:1). Επιπλέον, ο σατανάς αλλά και οι άγγελοι παρουσιάζονται να ενεργούν στη διήγηση (Μκ. 1:13). Στη σύγχρονη έρευνα η θεωρία που εξηγεί την παρουσία του Ιησού ανάμεσα στα θηρία ερμηνεύοντας εσχατολογικά το χωρίο κέρδισε έδαφος τα τελευταία χρόνια, καθώς κατανοεί ότι έτσι προβάλλεται η ιδέα της ειρηνικής συνύπαρξης του ανθρώπου και των ζώων κατά τα έσχατα. Τα θηρία του Μάρκου όμως, είναι αληθινά ζώα και φορτίζονται με αρνητικά στοιχεία.
Οι ζωομορφικές εκδοχές του κακού βρίσκουν στο βιβλίο της Αποκάλυψης πρόσφορο έδαφος δράσης. Στην Αποκάλυψη χρησιμοποιούνται μυθικά ή φανταστικά ζώα προκειμένου να παρουσιαστούν σωματικά οι δαιμονικές δυνάμεις.

 Σαρκοφάγα ζώα, δηλητηριώδη έντομα και ερπετά έχουν την τιμητική τους στις καταστροφές που θα γίνουν. Εδώ κρύβεται μια βασική θέση για τις αντίθεες δυνάμεις. Ο σατανάς και η συνοδεία του παρουσιάζονται πάντα με θηριομορφικές περιγραφές. Έτσι η Αποκάλυψη μπορεί να χαρακτηριστεί ως το πρώτο δείγμα της συστηματικής χρήσης ζωομορφικών μεταφορών προκειμένου να περιγραφούν τρομερά πράγματα. Με άλλα λόγια όταν ο Θεός γίνεται άνθρωπος, ο σατανάς γίνεται θηρίο.

Μετά από τις γενικές παρατηρήσεις μπορούμε να δούμε ορισμένες περιπτώσεις σύνδεσης του κακού με συγκεκριμένα ζώα. Η επιλογή είναι ενδεικτική μόνο από κάθε κατηγορία με εξαίρεση τα ψάρια, ενώ δεν θα γίνει λόγος για μυθικά ή φανταστικά ζώα. Από τα οικόσιτα ζώα θα αναφερθώ παρακάτω στις πλέον ενδεικτικές περιπτώσεις του σκύλου και του χοίρου. Από την άγρια πανίδα επέλεξα από τα θηλαστικά το λιοντάρι, από τα πουλιά το δίπολο αετός-περιστέρι, από τα ερπετά το φίδι και το βάτραχο και από τα έντομα το σκουλήκι.

Σκύλος

Από τις σαράντα περίπου αναφορές στα σκυλιά στην Αγία Γραφή σπάνια συναντάται μια περίπτωση όπου το συγκεκριμένο κατοικίδιο δεν αντιμετωπίζεται τουλάχιστον με περιφρόνηση. Ενώ σε όλη την Εγγύς Ανατολή οι σκύλοι χρησιμοποιούνταν στο κυνήγι διαφόρων θηραμάτων ο Ισραήλ δεν κυνηγούσε με σκύλους. Ο Ησαύ (Γεν. 25:27) και ο Νεμρώδ (Γεν. 10:9) επειδή ήταν κυνηγοί θεωρούνται αρνητικά ως επαναστάτες κατά του Θεού. Οι ραββίνοι αργότερα ήταν αντίθετοι εντελώς στο κυνήγι. Η λέξη σκύλος έγινε ένας ακραίος υβριστικός όρος. Στο Φιλ. 3:2 για παράδειγμα ο Παύλος συνιστά στους Φιλιππησίους να φυλάγονται από τα σκυλιά, εννοώντας προφανώς μια αιρετική ομάδα. Στο Β΄ Σαμ 3:8 διαβάζουμε «καὶ εἶπεν Αβεννηρ πρὸς αὐτόν μὴ κεφαλὴ κυνὸς ἐγώ εἰμι». Η μετάφραση της ΕΒΕ έχει αντί για κεφαλή σκύλου προδότης. Όταν η λέξη σκύλος χρησιμοποιείται από το πρόσωπο που μιλά για τον ίδιο τον εαυτό του δηλώνει ταπεινότητα και κυρίως απόλυτη αποστροφή.

Η συχνότερη ιδιότητα του σκύλου που μνημονεύεται στην Αγία Γραφή είναι εκείνη του σκουπιδιάρη. Του αδέσποτου σκύλου που δεν έχει αφεντικό, δεν είναι κατοικίδιο, τριγυρνά στα σκουπίδια και τρέφεται με αποφάγια. Η συνήθεια αυτή καθιστά το σκύλο ακάθαρτο και αποκρουστικό ζώο. Ιουδαίοι, χριστιανοί και μουσουλμάνοι διαμόρφωσαν μια άσχημη στάση απέναντι στους σκύλους εξαιτίας των παραπάνω συνηθειών του. Συχνά οι σκύλοι παρουσιάζονται να καταβροχθίζουν μαζί με τα όρνεα τα νεκρά σώματα των σφαγιασθέντων ασεβών βασιλιάδων. Τα νεκρά σώματα τα τρώνε τα σκυλιά στις πόλεις και τα όρνεα στις ερημιές (Α΄ Βασ. 14:11). Τα Α΄ και Β΄ Βασιλέων περιέχουν αρκετές προφητείες για άδικους μονάρχες που είχαν αυτό το τέλος. Αιματηρά πτώματα είναι η τροφή των άγριων θηρίων και η συνήθεια αυτή φέρνει τους σκύλους στην ίδια κατηγορία με τους λύκους και τα τσακάλια, δηλαδή τα ζώα που δρουν εκτός των κατοικημένων περιοχών.

Προκειμένου να απαντηθεί το ερώτημα γιατί ο σκύλος συνδέθηκε με το κακό πρέπει να δούμε τη θέση του στις αντιλήψεις άλλων λαών. Αιγύπτιοι, Πέρσες Έλληνες και Ρωμαίοι, χρησιμοποιούσαν τους σκύλους για διάφορους σκοπούς και για το λόγο αυτό ήταν γνωστοί εκτροφείς σκύλων στην αρχαιότητα. Πιθανότατα οι Ιουδαίοι είναι ο μόνος λαός που δεν αξιοποιούσε τις ικανότητές τους. Στην αρχαία φοινικική πόλη της Ασκαλώνας ανακαλύφθηκαν το 1980 πάνω από χίλιοι τάφοι σκύλων, το μεγαλύτερο νεκροταφείο ζώων σε όλο τον αρχαίο κόσμο, γεγονός που αποδεικνύει μεγάλο ενδιαφέρον για αυτούς για έναν ανεξήγητο λόγο. Μια από τις πιθανότερες εξηγήσεις θέλει τους Φοίνικες να θεωρούσαν ιερό ζώο το σκύλο και να τον χρησιμοποιούσαν σε θεραπευτικές τελετουργίες. Αυτό δεν σημαίνει ότι τα νεκρά ζώα είχαν θυσιαστεί καθώς οι σκελετοί τους ήταν ανέπαφοι. Μπορεί πάλι, απλά να φανερώνει ένα ισχυρό συναισθηματικό δέσιμο των κατοίκων με τους σκύλους εργασίας. Οι Αιγύπτιοι μουμιοποιούσαν σκύλους συχνά. Ένας από τους λόγους για την περιφρονητική συμπεριφορά των Ιουδαίων απέναντι στους σκύλους ήταν σίγουρα η χρήση τους στις λατρευτικές τελετές των εθνικών σε όλη την Εγγύς Ανατολή με τους Αιγύπτιους και τους Χετταίους ως χαρακτηριστικότερες περιπτώσεις. Ένας άλλος λόγος είναι η διαδεδομένη αντίληψη ότι ο σκύλος είχε θεραπευτικές ιδιότητες και αυτό απέδιδε μυστήριο στην παράξενη θέση του μεταξύ του φυσικού και υπερφυσικού κόσμου Και ενώ με το σκύλο χαρακτηρίζεται γενικά οποιοδήποτε εχθρικό πρόσωπο (στην Κ.Δ κυρίως οι εθνικοί) έκπληξη προκαλεί το Δτ. 23:1911 στο οποίο αναφέρεται το Απ. 22:15. Πιθανότατα εδώ με το «σκύλος» εννοείται ανδρική ομοφυλοφιλία. Η μετάφραση της ΕΒΕ αποδίδει το «ἄλλαγμα κυνὸς» ως «χρήμα κίναιδου». Σύμφωνα με την Αποκάλυψη έξω από την πολιτεία θα μείνουν «όσοι είναι αδιάντροποι σαν τα σκυλιά, οι μάγοι, οι πόρνοι, οι φονιάδες, οι ειδωλολάτρες κι εκείνοι που τους αρέσει ν’ αντιστρατεύονται την αλήθεια».

Στο Λκ. 16:21 ο φτωχός Λάζαρος τρέφεται με τα ψίχουλα που πέφτουν από το τραπέζι, όπως ακριβώς κάνουν οι σκύλοι. Οι σκύλοι στη διήγηση γλύφουν τις πληγές του Λαζάρου γεγονός που φανερώνει τη δυσχερέστατη θέση στην οποία αυτός έχει βρεθεί, αφού έρχεται σε επαφή με ακάθαρτα ζώα. Ο Φωκυλίδης πιστεύει ότι οι αυταρχικές γυναίκες είναι γεννήματα σκύλων, ενώ οι όμορφες αλόγων και οι εργατικές μελισσών. Στην ομηρική κοινωνία ένας τρόπος εκτέλεσης ήταν να ρίχνονται άνθρωποι (Ιλιάδα, 15, 579) ή σώματα νεκρών που δεν άξιζαν ταφικές τιμές στα σκυλιά. Ο Θουκυδίδης αναφέρει ότι σε περιόδους επιδημιών οι σκύλοι εμποδίζονταν να πλησιάζουν πτώματα. Η λέξη κύων όταν απευθυνόταν σε ανθρώπους αποτελούσε προσβολή για αδικήματα όπως δειλία, απρέπεια και αλαζονεία. Η ονομασία «κυνικοί» για τους φιλοσόφους μαθητές του Διογένη αποδόθηκε εξαιτίας των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών τους, όπως απόρριψη όλων των κανόνων συμπεριφοράς, διαβίωση στηριζόμενη στο τίποτα και αναισχυντία.

Στους διάφορους μύθους παρατηρείται η τάση ο σκύλος να συνδέεται με το βασίλειο του Άδη. Ο Κέρβερος υποδεχόταν τις ψυχές των νεκρών στην είσοδο του Άδη. Σκύλοι προσφέρονταν ως εξιλαστήρια θυσία συχνά για τον οίκο και την οικογένεια, ενώ αποτελούσαν τα πλέον συνηθισμένα θύματα για τις ταφικές τελετουργίες. Οι σκύλοι συνδέονταν επίσης με την Εκάτη, τους δαίμονες και τη μαντεία και τα ουρλιαχτά τους προμήνυαν την έλευση του θανάτου. Λαγωνικά συνόδευαν τη συγκεκριμένη θεότητα και θυσιάζονταν σε αυτήν. Η σχέση αυτή όμως των σκύλων με το βασίλειο του θανάτου τα καθιστούσε ακάθαρτα και στην ελληνική αρχαιότητα και απαγορευόταν η είσοδος τους στους ναούς της Δήλου και στην Ακρόπολη των Αθηνών. Οι Ρωμαίοι πάλι απαγόρευαν την είσοδό τους στο ναό του Ηρακλή στο Forum Boarium. Ο σκύλος είχε επίσης συνδεθεί με την αισχρότητα. Στα Ονειροκριτικά του Αρτεμίδωρου περιγράφονται έξι περίεργες συνήθειες ορισμένων λαών. Οι Μόσσυνες στην περιοχή του Πόντου λέγεται ότι συνουσιάζονται δημοσίως όπως τα σκυλιά. Ολόκληρος λαός εδώ διακρίνεται με κριτήριο μια φυσική συνήθεια των σκύλων.

Η ραββινική γραμματεία διακρίνει μεταξύ διαβολικών και καλών σκύλων. Απαγορεύει τελείως επίσης την κατοχή ενός σκύλου που γαυγίζει και δαγκώνει, καθώς αποτελεί κίνδυνο για τους ξένους (Shabbat, 63a-b). Επιπλέον, τρομάζει τους φτωχούς και τους εμποδίζει να πλησιάσουν τα σπίτια για να ζητήσουν ελεημοσύνη. Στις χήρες γυναίκες απαγορευόταν επίσης να έχουν κάποιο σκύλο ώστε να αποκλειστεί οποιοδήποτε ενδεχόμενο κτηνοβασίας (Baba Metzia 71a). Ακόμη οι σκύλοι ως παρέα συνδέονταν με τις πόρνες, τις μάγισσες και τους σχισματικούς (Pesahim, 113b), ενώ τα τρία πράγματα που πρέπει να αποφεύγει ο συνετός Ιουδαίος είναι τα σκυλιά, οι γυναίκες και τα φίδια (Pesahim, 111a). Οι ραββίνοι απευθύνουν κατάρες σε οποιοδήποτε έχει σκύλο στην οικία του και τέλος, η κατοχή σκύλου αποξενώνει τον Ιουδαίο από την αγάπη του Θεού.

Παρόμοια με την τάση να συνδέεται ο σκύλος στον εθνικό κόσμο με τον θάνατο, στον χριστιανικό αντίστοιχα ο σκύλος παρουσιάζεται στις ομιλίες των πατέρων ως όργανο της τιμωρίας του Θεού ή αγγελιοφόρος της μεταθανάτιας ζωής. Στη διάρκεια του μεσαίωνα ο σκύλος συμβόλιζε την ενσάρκωση του διαβόλου αλλά και στο Ισλάμ τα πράγματα δεν ήταν καλύτερα, αφού οι σκύλοι και ειδικά οι μαύροι δεν ήταν παρά τα κακά πνεύματα.

Χοίρος

Εντυπωσιακό είναι το γεγονός ότι το πλέον ακάθαρτο από τα οικόσιτα ζώα στον Ιουδαϊσμό (Λευ. 11:7) αναφέρεται με μεγαλύτερη συχνότητα στην Καινή παρά στην Παλαιά Διαθήκη. Στο Β΄ Μακ. 6:18-20 αναφέρεται ότι ένας ηλικιωμένος άντρας από τους πρώτους γραμματείς, που ονομαζόταν Ελεάζαρος υποχρεώθηκε να φάει χοιρινό κρέας κρατώντας του βίαια το στόμα ανοιχτό. Προτίμησε όμως να πεθάνει έντιμος παρά να ζει ντροπιασμένος. ΄Εφτυσε λοιπόν το κρέας και προχώρησε με τη θέλησή του προς τα βασανιστήρια.

Η απάντηση προφανώς στο αίνιγμα γιατί ο χοίρος να θεωρείται τόσο μεγάλη απειλή για τη θρησκευτική ταυτότητα κάποιου δεν βρίσκεται μόνο στους κανόνες υγιεινής, αλλά και στις λατρευτικές συνήθειες των γειτονικών λαών του Ισραήλ. Παλιότερα στην έρευνα της Π.Δ. οι ερευνητές θεωρούσαν ότι τα ζώα τα οποία ήταν απαγορευμένα αποκλείονταν από το τραπέζι των Ιουδαίων διότι εμφάνιζαν χαρακτηριστικά αντίθετα εντελώς με τη λατρεία του Γιαχβέ. Αυτό συνέβαινε, είτε επειδή αυτά ήταν σημαντικά ζώα για τις λατρευτικές τελετουργίες των εθνικών (π.χ. Χαναναίοι), είτε επειδή συνδέονταν με τη σφαίρα του θανάτου. Ίσως ακόμη κυκλοφορούσαν διάφορες αντιλήψεις για τους χοίρους που τους καθιστούσαν ζώα ταμπού. Οι Αιγύπτιοι για παράδειγμα, πίστευαν ότι οι ψυχές των αδίκων μεταφέρονταν σε χοίρους και ότι η αδικία μπορούσε να μεταδοθεί με τη βρώση τους. Ότι ο χοίρος ήταν ακάθαρτο ζώο για τους Αιγυπτίους μαρτυρείται και στον Ηρόδοτο. Από την άλλη όμως, ο χοίρος συνδέεται με το μύθο του Σηθ, ο οποίος επέστρεψε ως μαύρος χοίρος για να καταστρέψει το μάτι του Ώρου. Μια διαπίστωση που μπορεί να γίνει εδώ είναι ότι ενώ η λέξη ποιμένας ήταν κατάλληλος τίτλος για βασιλείς και θεότητες το χοιροβοσκός δεν χρησιμοποιείται πουθενά. Ενώ συχνά θεότητες διαφόρων θρησκειών εικονίζονται ως ταύροι ή κριοί πουθενά, ούτε στην Αίγυπτο, δεν υπάρχει κάποια θεότητα που να παριστάνεται με κεφάλι χοίρου. Ο Ωριγένης έχει μια άλλη εξήγηση. Δέχεται ότι ο Μωυσής καθόρισε ως ακάθαρτα ζώα εκείνα που χρησιμοποιούνταν από τους Αιγυπτίους στη μαντεία θεωρώντας ότι τα ζώα αυτά συνδέονταν με τους δαίμονες.

Ενδεικτικό είναι το περιστατικό με τη θεραπεία του δαιμονισμένου νέου στην περιοχή των Γερασηνών. Τα δαιμόνια του νέου είναι μια ολόκληρη λεγεώνα. Το περιστατικό με το δαιμονισμένο νέο και τους χοίρους στην περιοχή των Γερασηνών (Μτ. 8:28-34//Μκ. 5:1-20//Λκ. 8:26-39) μας δίνει μια εικόνα για το πόσο απαξιωτικά αντιμετώπιζαν το ζωικό βασίλειο οι περισσότεροι από τους εκκλησιαστικούς συγγραφείς των μετέπειτα αιώνων. Η φράση «καὶ ἐξελθόντα τὰ πνεύματα τὰ ἀκάθαρτα εἰσῆλθον εἰς τοὺς χοίρους» του Μκ. 5:13 κατανοήθηκε από τον Αυγουστίνο και έπειτα με την έννοια ότι ο Ιησούς δεν υπολόγιζε τη ζωή των ζώων. Ο Αυγουστίνος υποστήριζε κατά των Μανιχαίων ότι δεν είναι κακό να σφάξει κανείς ένα ζώο γιατί και ο Ιησούς το έκανε όταν έστειλε τα δαιμόνια της διήγησης στο κοπάδι των χοίρων. Πίσω από τη θέση αυτή βρίσκεται η στωική αντίληψη ότι μεταξύ έλλογων και άλογων όντων δεν τίθεται ζήτημα δικαιοσύνης και αδικίας. Η παραβολή του ασώτου (Λκ. 15:15) μας παρουσιάζει τον άσωτο υιό να βόσκει χοίρους ως το τελευταίο στάδιο του εξευτελισμού του πριν αποφασίσει να γυρίσει στο σπίτι του πατέρα του. Λιοντάρι

Πολλά ζώα παρουσιάζουν μια αμφισημία. Το λιοντάρι και ο αετός ως τα δύο ισχυρότερα ζώα στο κόσμο των θηλαστικών και των πουλιών συχνά εκπροσωπούν τη δύναμη και την ταχύτητα του πολεμιστή. Κανένα άλλο αρπακτικό ζώο δεν αναφέρεται τόσο συχνά στους μύθους. Το λιοντάρι αποτελεί παράδειγμα θάρρους, αλλά ταυτόχρονα χρησιμοποιείται και ως σύμβολο κινδύνου, προδοσίας και αδιαλλαξίας στην Π.Δ, όπου και απαντά περίπου 150 φορές. Το λιοντάρι ως βασιλιάς των ζώων θεωρήθηκε σύμβολο κάθε μονάρχη. Στους Ψαλμούς ως λιοντάρια συχνά παρουσιάζονται οι κατακτητές, είτε είναι άνθρωποι, είτε δαίμονες. Ο βαβυλωνιακός θεός Νεργάλ έχει σώμα λιονταριού. Στην Κ.Δ. όπου χρησιμοποιείται το λιοντάρι παντού αποτελεί παράθεση χωρίου από την Π.Δ. που δηλώνει ισχύ. Το μεγάλο κεφάλι, το στόμα και τα δόντια του λιονταριού δεν είχαν περάσει απαρατήρητα. Τα λιοντάρι στο οποίο αναφέρονται τα βιβλία της Αγίας Γραφής είναι το ασιατικό λιοντάρι, το οποίο εξαφανίστηκε από την περιοχή της Παλαιστίνης το 14ο αι. μ.Χ. Δεν είναι άγνωστο τα λιοντάρια να συνδέονται συμβολικά επίσης με τυράννους, όπως ο Αντίοχος Δ΄ ο Επιφανής. Το λιοντάρι εκπροσωπεί επίσης και ειδικά στην απόκρυφη χριστιανική γραμματεία τις κοσμικές δυνάμεις που αντιμάχονται την Εκκλησία. Στις Κατηχήσεις του Κυρίλλου Ιεροσολύμων ο διάβολος περιγράφεται ως λιοντάρι, μια εικόνα προερχόμενη από το Α΄ Πε. 5:8 όπου λέγεται ότι «ο αντίπαλός σας ο διάβολος περιφέρεται σαν λιοντάρι που βρυχάται, ζητώντας κάποιον να καταβροχθίσει».

Αετός-περιστέρι

Αξίζει να δούμε την περίπτωση του αυτοκράτορα και της λατρείας του και εκείνη του Χριστού με τη μεταξύ τους ένταση στην Κ.Δ. μέσα από ένα ζωομορφικό δίπολο. Η σκηνή της βάπτισης είναι ιδανική για να παρουσιαστεί ο Ιησούς ως Υιός του Θεού, όπως ο Ρωμαίος αυτοκράτορας μέσω μιας πράξης υιοθεσίας (adoptio). Μόνο που στη σχετική διήγηση του Μκ. 1:9-11 αντί για αετός υπάρχει ένα περιστέρι. Στη συγκεκριμένη τελετουργία του ρωμαϊκού κόσμου ο αετός ήταν οιωνός της θεϊκής εύνοιας, της εκλογής και της ανάληψης της εξουσίας. Το πρόβλημα είναι ότι όλα τα αετόμορφα ως αρπακτικά ήταν ακάθαρτα ζώα για τον Ιουδαϊσμό και μια τέτοια σύνδεση θα δημιουργούσε αρκετές δυσκολίες. Ο αετός μάλιστα κατατάσσεται πρώτος στη σειρά με τα ακάθαρτα πουλιά του Λευ. 11:13 και του Δτ. 14:12. Ο Οκταβιανός Αύγουστος αυτοτιτλοφορήθηκε υιός του Θεού και οι διάδοχοί του στο θρόνο μετατρέπονταν σε υιούς του Θεού μέσω μιας δημόσιας πράξης υιοθεσίας (adoptio). Ο Ιησούς από την άλλη, καλούνταν υιός Δαβίδ, στοιχείο που αποδεικνύει βασιλική καταγωγή, ενώ η θαυματουργική του γέννηση φανέρωνε ότι ήταν Υιός του Θεού. Η δημόσια βάπτισή του δείχνει μια ενήλικη θεϊκή εκλογή και υιοθεσία. Όλα αυτά έχουν σημασία για το αναγνωστικό κοινό του Μάρκου που πιθανότατα ζει στη Ρώμη.

Στην Ομιλία του στο κατά Ματθαίον ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος ρωτά γιατί το πνεύμα παρουσιάζεται με μορφή περιστεριού κατά τη βάπτιση του Ιησού και η απάντηση που δίνει είναι ότι το ζώο είναι ήμερο και καθαρό. Πέρα από το μεγάλο αριθμό ερμηνειών οι περισσότεροι ερευνητές συμφωνούν ότι το πνεύμα με μορφή περιστεριού παραπέμπει στο πνεύμα και τα νερά του Γεν. 1:2. Υπάρχει όμως κάτι παραπάνω από αυτό. Οι Ρωμαίοι έδιναν μεγάλη βαρύτητα στην οιωνοσκοπία και τις σχετικές προλήψεις. Τα είδη των πουλιών αλλά και ο τρόπος ή η κατεύθυνση της πτήσης τους είχε σημασία για τα μελλοντικά γεγονότα. Κατά τον Σουητώνιο η άνοδος του Κλαυδίου στο θρόνο είχε προβλεφθεί από το γεγονός ότι πολύ νωρίτερα όταν αυτός μπήκε κάποτε στο ρωμαϊκό forum ένας αετός κατέβηκε και κάθισε στον ώμο του. Η ρωμαϊκή αυτοκρατορία είχε ταυτιστεί συμβολικά με τον αετό και τις ιδιότητες του. Στους λαούς της λεκάνης της Μεσογείου το περιστέρι αντίθετα συμβολίζει την ειρήνη.

Τα περιστέρια εκτρέφονταν στη Συρία και την Παλαιστίνη σε μεγάλους αριθμούς γιατί προσφέρονταν ως καθαρά πουλιά στις θυσιαστικές τελετουργίες. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η σύνδεση του περιστεριού με τον αετό, καθώς αποτελούσε ως αντιθετικό ζεύγος και αυτή σύμβολο. Αντίστοιχο ήταν το ζεύγος λύκος και πρόβατο. Ο αετός κατά την εποχή της Κ.Δ. είχε καθιερωθεί ως σύμβολο του ρωμαϊκού στρατού και είχε ενσωματωθεί στην αυτοκρατορική ιδεολογία ως το όργανο της θεϊκής δύναμης που ασφαλώς ευνοούσε τη Ρώμη και τους εκπροσώπους της. Η πράξη υιοθεσίας του Ιησού στον Ιορδάνη επισφραγίζεται συμβολικά όχι με τον φιλοπόλεμο αετό, αλλά το καθαρό, ευγενικό και ειρηνικό περιστέρι. Στην περίπτωση του φιδιού δεν μιλάμε για κάποιο συγκεκριμένο είδος αλλά για μια ολόκληρη τάξη, εκείνη των οφιοειδών. Το φίδι στον ελληνορωμαϊκό κόσμο συνδεόταν με διάφορες θεότητες, λατρείες και ερμηνείες των χαρακτηριστικών του. Η χρήση του άλλοτε έχει θετικό και άλλοτε αρνητικό χαρακτήρα. Τα φίδια ήταν φύλακες των σπιτιών, των τάφων και των ιερών. Εμφανίζονται ως σύμβολα των ψυχών των νεκρών και συνδέονταν με τη γη και το νερό. Στους μαγικούς παπύρους συμβόλιζαν τη μεταμόρφωση και διέθεταν θεραπευτικές και προφητικές ιδιότητες. Το φίδι είχε καταστεί επίσης αποτροπιαστικό σύμβολο. Στην Αποκάλυψη (12:9. 20:2) δράκος, όφις, διάβολος και σατανάς είναι διαφορετικές ονομασίες για το ίδιο όν. Η σύνθετη ονομασία προφανώς παραπέμπει στο Ησ. 27:125. Η λέξη όφις συχνά χαρακτηρίζει τους αμαρτωλούς και το έργο τους. Ακόμη, εντοπίζεται θεματική και ιδεολογική σύνδεση του δράκου στο Ιωβ 41:25-26 με το σατανά ή διάβολο στα Ιωβ 1-226. Από τις γνωστικές ομάδες οι Ναασηνοί πήραν το όνομά τους από την εβραϊκή λέξη naas που σημαίνει φίδι, ενώ οι Οφίτες από τη λέξη όφις. Όλα τα παραπάνω δεν περιορίζονταν μόνο στο μυθικό πλαίσιο. Ο Επιφάνιος αναφέρει ότι οι Οφίτες επέτρεπαν σε ένα φίδι να σέρνεται πάνω στον άρτο της ευχαριστίας για να τον καθαγιάζει. Στο Πανάριον οι 59 από τις 80 αιρετικές ομάδες που αναφέρονται χαρακτηρίζονται ως φίδια. Το εντυπωσιακό είναι ότι ο Επιφάνιος έχει πληροφορίες για τα φίδια και τις συνήθειές τους, τις οποίες συγκεντρώνει καταφεύγοντας στις φυσικές ιστορίες της εποχής του. Η αντίδραση των φιδιών να πληγώνουν τους ανθρώπους με το δηλητηριώδες δάγκωμά τους ερμηνεύτηκε ως έκφραση της διαβολικής τους φύσης. Συνεπώς στα αντιαιρετικά συγγράμματα η Εκκλησία είναι ο άνθρωπος και οι αιρετικοί τα φίδια.

Φίδια διατηρούνταν στα ασκληπιεία και συνδέονταν με τις θεραπείες του Ασκληπιού. Στη λατρεία του Ασκληπιού ένα φίδι έπαιζε ενεργό ρόλο και θεωρούνταν ο νέος Ασκληπιός28. Στο Β΄ Κορ. 11:3 ο Παύλος αναφέρεται στο φίδι ως το ζώο που εξαπάτησε την Εύα και συγκρίνει τον τρόπο με εκείνο των αντίπαλων διδασκάλων. Στη λατρεία της Κυβέλης είχε ενσωματωθεί στην περιοχή της Μ. Ασίας και ο συμβολισμός της μητέρας των φιδιών, της οχιάς. Η οχιά συνεπώς είχε γίνει αντικείμενο λατρείας. Αυτό δεν μπορεί παρά να λειτουργούσε ανταγωνιστικά με τη λατρεία της Εκκλησίας, η οποία θεωρούσε τέτοιου είδους τελετουργικές πρακτικές ως σατανικές εκδηλώσεις. Ο Πύθωνας, θεότητα των χρησμών που προηγήθηκε της παρουσίας του Απόλλωνα στους Δελφούς και θανατώθηκε από αυτόν ήταν ένα τεράστιο φίδι με κεφάλι δράκου. Για αυτό η φράση «πνεῦμα πύθωνα» για τη δούλη στο Πραξ 16:16 μεταφράζεται ως μαντικό πνεύμα.

Στο Πραξ. 28:3 μια οχιά δαγκώνει τον Παύλο στη Μελίτη. Έχει ενδιαφέρον εδώ η αντίληψη που διασώζεται στο στίχο 4. Οι ιθαγενείς θεώρησαν τον Παύλο φονιά αφού, ενώ σώθηκε από το ναυάγιο, η θεία δίκη τον τιμωρεί τώρα με το δηλητηριώδες δάγκωμα της οχιάς. Ο στίχος 6 μας πληροφορεί για άλλο ένα εντυπωσιακό φαινόμενο. Καθώς οι ιθαγενείς είδαν ότι αυτός δεν έπαθε τίποτα τον θεώρησαν θεό. Το δηλητήριο της οχιάς αλλά και κάθε φιδιού έχει σαν αποτέλεσμα την παραλυσία του θύματος. Στο κείμενο το δάγκωμα του φιδιού θεωρήθηκε κακός οιωνός και σύμφωνα με τις αντιλήψεις της εποχής αυτό αποτελούσε σατανική ενέργεια. Αργότερα όταν δεν επέρχεται ο θάνατος γίνεται αντιληπτό ότι θεϊκές δυνάμεις ενεργούν στο επεισόδιο.

Το φίδι ως σύμβολο του σατανά είναι συχνό θέμα στα μαρτυρολόγια. Στην αρχαιότητα παρατηρείται και μία σύνδεση του φιδιού με ένα γυναικείο πρόσωπο. Όταν αυτό συμβαίνει, τότε το φίδι συμβολίζει την κοσμική αλλά και την ερωτική επιθυμία, τη δημιουργία και το θάνατο. Η τάση να συνδεθεί το γυναικείο φύλο και το φίδι με τον ερωτισμό πέρασε και στον Ιουδαϊσμό και στο χριστιανισμό ως μια προσπάθεια ερμηνείας του περιστατικού της Γένεσης. Μία άλλη τάση στην οποία γυναίκα, φίδι και γνώση συναντώνται μαζί προέρχεται από αρχαιότερες μυθολογικές παραδόσεις της Μέσης Ανατολής αλλά και στις μυστηριακές λατρείες αργότερα. Και ενώ στα κείμενα του Nag Hammadi διασώθηκαν και οι δύο τάσεις στον ευρύτερο χριστιανισμό κυριάρχησε η πρώτη. Στον Βίο Αντωνίου ο κυρίαρχος δαίμονας είναι ο διάβολος, ο οποίος εμφανίζεται ως δράκων και βρυχάται ως λέων. Παρουσιάζεται ακόμη και ως σπουργίτι, συνήθως όμως έχει τη μορφή φιδιών, σκορπιών και κροκοδείλων. Στα απόκρυφα κείμενα το σατανικό θηρίο είναι συχνά το φίδι (π.χ. Πράξεις Ιωάννου, 71-76. Πράξεις Θωμά, 31-33).

Σύμφωνα με την Αγία Γραφή τα ζώα δεν έχουν προσωπικότητα ούτε λόγο. Υπάρχουν όμως και δύο εξαιρέσεις. Η μία είναι το φίδι που μιλά στον Αδάμ και την Εύα (Γεν. 3:1-15) και η δεύτερη ο γάιδαρος του Βαλαάμ (Αρ. 22:21-35)31. Και τα δύο περιστατικά χρησιμοποιήθηκαν αργότερα στην χριστιανική παράδοση. Ας σημειωθεί ότι το φίδι δεν φέρεται σαν κανονικό ζώο στη σχετική διήγηση της Π.Δ. παρά μόνο μετά την κατάρα του Θεού (Γεν. 3:15). Έτσι θα χαρακτηριστεί αιώνιος εχθρός του ανθρώπου και στη συνέχεια θα του αποδοθεί διαβολική ιδιότητα. Επιπλέον, επειδή συχνά το φίδι καλείται θηρίο λειτούργησε αρνητικά και στην αντιμετώπιση των υπόλοιπων ζώων επειδή θεωρήθηκε εκπρόσωπος του ζωικού βασιλείου.

Βάτραχος

Τα βατράχια ανήκουν στα αμφίβια και όχι στα ερπετά αλλά στην αρχαιότητα δεν ακολουθούσαν αυτή την ταξινόμηση και συμπεριλάμβαναν τα βατράχια στα ερπετά. Τα βατράχια αποτελούν ολόκληρο γένος αμφιβίων που περιλαμβάνει διάφορα είδη. Στην Αποκάλυψη ο Ιωάννης χρησιμοποιεί ζωομορφικές παραστάσεις των δαιμονικών δυνάμεων, οι οποίες προέρχονται από προγενέστερες αποκαλυπτικές παραδόσεις προκειμένου να παρουσιάσει με τον πιο τραγικό τρόπο τις εχθρικές δυνάμεις. Εδώ δεν πρόκειται για πραγματικά αλλά για μυθικά ή φανταστικά ζώα. Εκτός από τα φοβερά θηρία του κεφαλαίου 13, τις περίεργες στην εμφάνιση ακρίδες και τους σκορπιούς (Απ. 9:3-11), έκπληξη προκαλεί η παράσταση με τα τρία πονηρά βατραχόμορφα πνεύματα στο Απ. 16:13. Αυτά βγαίνουν από το στόμα της σατανικής τριάδας, του δράκοντα, του θηρίου και του ψευδοπροφήτη. Το ερώτημα είναι γιατί βατράχια αφού τα συγκεκριμένα αμφίβια είναι άκακα. Για να κατανοήσουμε το λόγο της χρήσης τους πρέπει να δούμε αρχικά τις αντιλήψεις για τα βατράχια στον αρχαίο ελληνικό κόσμο. Σε αρκετούς από τους μύθους του Αισώπου τα βατράχια παρουσιάζονται ως φοβισμένα, ανόητα και αυθάδη ζώα. Στην κωμωδία Βάτραχοι του Αριστοφάνη τα βατράχια εμφανίζονται να συνοδεύουν το θεό Διόνυσο στο ταξίδι του στο βασίλειο των νεκρών με το κρόξιμό τους. Στα Ονειροκριτικά του Αρτεμίδωρου λέγεται ότι τα βατράχια συμβολίζουν τους γόητες και βωμολόχους άνδρες.

Στον χώρο της Π.Δ. τα βατράχια αποτελούν τη δεύτερη από τις δέκα πληγές του Φαραώ (Εξ. 7:26-8:11). Το μοτίβο αυτό χρησιμοποιείται στο Σολ. 11:15-16 για να κατακριθεί η λατρεία των ερπετών από τους Αιγυπτίους, αν και τα βατράχια δεν αναφέρονται ρητά. Ο συγγραφέας της θέλει με αυτό να δείξει ότι οι αμαρτωλοί τιμωρήθηκαν με τα ίδια τα ζώα που αμάρτησαν, δηλαδή έκαναν αντικείμενα λατρείας. Στο κείμενο της Αποκάλυψης όμως, η χρήση τους είναι διαφορετική από εκείνη της Π.Δ. Τα βατράχια σύμφωνα με το Λευ. 11:10-12 είναι ακάθαρτα ζώα. Αυτό όμως δεν μπορεί να είναι ο λόγος της επιλογής τους από το συγγραφέα της Αποκάλυψης, καθώς θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει φίδια ή αρπακτικά πουλιά. Στο Απ. 16:14 λέγεται ότι τα βατράχια «κάνουν τερατουργίες και στέλνονται στους βασιλιάδες όλης της οικουμένης να τους συνάξουν για τον πόλεμο». Τερατουργίες κάνει επίσης το θηρίο (δεύτερο) του Απ. 13:14. Η μεταφορική χρήση των βατράχων στην αρχαία ελληνική και ιουδαϊκή γραμματεία δείχνει ότι συμβολίζει την ανόητη συζήτηση ή την ανθρώπινη ανοησία γενικά. Πιθανόν στην Αποκάλυψη να δηλώνει το εντελώς αντίθετο από τα σοβαρά πράγματα που συμβαίνουν. Όχι τα ένδοξα αλλά τα γελοία. Τα θηρία του Απ. 16:13-14 έχουν τρομακτικά στόματα αλλά από αυτά βγαίνουν μόνο βατραχόμορφα δαιμόνια.

Σκουλήκι

Τα σκουλήκια παντού στην Αγία Γραφή χρησιμοποιούνται συμβολικά για το βασανιστικό πόνο της αιώνιας τιμωρίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα στην Κ.Δ. έχουμε στο Μκ. 9:48 όπου λέγεται ότι «εκεί το σκουλήκι που θα τους τρώει δεν πεθαίνει». Τα σκουλήκια συνδέονται με την αποσύνθεση, τα πτώματα αλλά και ορισμένες μολύνσεις. Ο θάνατος του Ηρώδη Αγρίππα (Πραξ. 12:23)36 αλλά και του Αντίοχου Δ΄ του Επιφανή (Β΄ Μακ. 9:9)37, αν και δεν είναι ξεκάθαρο πως προκλήθηκε, αποδόθηκε σε κάποιο είδος σκουληκιών. Οι δύο αυτές περιπτώσεις κατανοήθηκαν ως τιμωρία του Θεού εξαιτίας της ασέβειάς τους. Ο Κέλσος αργότερα θα χαρακτηρίσει τους χριστιανούς ως σκουλήκια επειδή αυτά είναι τυφλά και ζουν στο χώμα. Ο Ωριγένης θα του απαντήσει ότι μόνο οι σατανικοί άνθρωποι ταυτίζονται με τα σκουλήκια και όχι οι ενάρετοι. Οι άνθρωποι που είναι σκουλήκια, μυρμήγκια και βατράχια είναι όσοι αντί να λατρεύουν το Θεό λατρεύουν άλογα ζώα ή δημιουργήματα του Θεού γενικά Τα ζώα ως εχθροί στο ρωμαϊκό κόσμο

Κατά την εποχή της Κ.Δ. στη Ρώμη άγρια ζώα εκτίθενται σε δημόσια θεάματα στην αρένα (venationes) και σκοτώνονται σε μεγάλους αριθμούς. Αυτή η δημόσια εκτέλεση των άγριων θηρίων στηρίζεται σε μια κοινή στον αρχαίο κόσμο αντίληψη: Τα ζώα φέρονται εχθρικά το ένα στο άλλο και απέναντι στον άνθρωπο. Συνεπώς αποτελούν απειλή που πρέπει να εξαφανιστεί. Όπως ο Πλούταρχος έτσι και ο Πορφύριος δέχεται ότι τα άλογα ζώα που είναι από τη φύση τους άδικα και σατανικά πρέπει να εξοντώνονται. Δικαιοσύνη απέναντι στα ζώα σημαίνει να τους φέρεται ο άνθρωπος όπως φέρονται εκείνα σε αυτόν. Τα θεάματα αυτά διαμορφώθηκαν κατά τη διάρκεια της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας καθώς άγρια και εξωτικά ζώα μεταφέρονταν από τις επαρχίες στην πρωτεύουσα. Ήδη το 186 π.Χ. μαρτυρείται ένα τέτοιο θέαμα με λιοντάρια και πάνθηρες. Ενδιαφέρον έχει ότι κατά την εποχή του Αυγούστου τα θεάματα αυτά ακολουθούσαν τις εκτελέσεις των εγκληματιών που άρχιζαν από το πρωί και προηγούνταν των μονομαχιών που γίνονταν κατά το απόγευμα. Για τις θηριομαχίες χρησιμοποιούνταν κυρίως άγρια ζώα (bestiae) αλλά και οικόσιτα, όπως για παράδειγμα ταύροι, τα οποία εκτελούνταν από ειδικούς επαγγελματίες (bestiarii). Τα ζώα χρησιμοποιήθηκαν στην αρένα από τον 2ο αι. π.Χ. και για έναν άλλο σκοπό. Να αποτελέσουν τα ίδια τους εκτελεστές των καταδίκων (damnatio ad bestias) που ρίχνονταν σε αυτά. Σε αυτή την περίπτωση η αντίληψη που κυριαρχούσε ήταν ότι στους χειρότερους εγκληματίες αξίζει ο χειρότερος θάνατος. Το πλήθος στην αρένα δεν συμπονούσε τα θύματα αλλά απεναντίας θεωρούσε τα θηρία ως όργανα απόδοσης δικαιοσύνης. Αυτό θα αλλάξει στον χριστιανισμό με τα μαρτύρια. Οι χριστιανοί μάρτυρες ήταν τώρα τα θύματα.

Σύμφωνα με τον Τάκιτο οι χριστιανοί που εκτελέστηκαν την εποχή του Νέρωνα ντύνονταν με δέρματα ζώων και σκοτώνονταν από σκυλιά που τους καταδίωκαν. Στα μαρτυρολόγια τα θηρία λειτουργούν ως κοσμολογικά σύμβολα. Η ιδέα ότι οι σατανικές δυνάμεις εφορμούν εναντίον τους με τη μορφή διαφόρων ζώων προέρχεται ασφαλώς από τα ιουδαϊκά και τα χριστιανικά αποκαλυπτικά κείμενα.

Η αντιμετώπιση των ζώων στη μεταγενέστερη χριστιανική γραμματεία

Ένα από τα σημεία υπεροχής του ανθρώπου έναντι των ζώων κατά τον Ιουστίνο είναι και η όρθια στάση του σώματος και η έκταση των χεριών, στοιχείο που τον διακρίνει και τον καθιστά τύπο Χριστού. Ο Θεόφιλος Αντιοχείας ερμηνεύει τα τετράποδα και τα άγρια θηρία ως τύπο των ανθρώπων εκείνων που έχουν άγνοια του Θεού, είναι ασεβείς, στηρίζονται μόνο στα επίγεια πράγματα και είναι αμετανόητοι. Εκείνο που έχει σημασία είναι η παρατήρηση ότι τα ζώα ήταν αρχικά καλά αλλά η αμαρτία του ανθρώπου κατέστησε κάποια από αυτά δηλητηριώδη ή επικίνδυνα. Όταν ο άνθρωπος αποκατασταθεί τότε και τα ζώα θα επιστρέψουν στην αρχική τους ημερότητα. Στο ερώτημα για ποιον δημιουργήθηκε ο κόσμος ο Ωριγένης απαντά κατά πρώτο λόγο για τους χριστιανούς και τους ανθρώπους και κατά δεύτερο για τους εθνικούς και τα ζώα. Την εποχή αυτή τα ζώα χρησιμοποιούνταν επίσης στις μυστηριακές λατρείες συμβολικά. Πολλές φορές οι συμμετέχοντες φορούσαν μάσκες ζώων κατά τις τελετουργίες. Όλα αυτά ήταν γνωστά στους πατέρες της Εκκλησίας και συνεπώς μπορούμε να αντιληφθούμε γιατί αντιμετωπίζουν με εχθρότητα σχεδόν όλα τα είδη της πανίδας.

Όταν η εποχή των μαρτύρων έλαβε τέλος, τότε ένα νέο μοντέλο πιστού εμφανίστηκε στο προσκήνιο. Αντί του μάρτυρα προβλήθηκε τώρα ο ασκητής. Το κοινό τους στοιχείο είναι η αντιμετώπιση των δαιμονικών δυνάμεων με τη μορφή θηρίων. Ο ασκητής προσπαθεί στην έρημο να δαμάσει το σώμα και τα πάθη του. Τα πάθη παρουσιάζονται συχνά στους βίους των ασκητών με τη μορφή άγριων ζώων. Στον Πλάτωνα πολύ νωρίτερα συναντάμε την ιδέα εντός της ψυχής να βρίσκεται ένα παράξενο πολυκέφαλο θηρίο. Στην ιδέα αυτή στηρίζεται ο γνωστικός Βασιλείδης όταν συνδέει τα πάθη της ψυχής με ζώα όπως λύκους, πιθήκους, λιοντάρια και κριούς. Τα κείμενα του Nag Hammadi και ο Βίος Αντωνίου κάνουν εκτενή ζωομορφική χρήση των δαιμονικών δυνάμεων που επιτίθενται στην ασκητική χριστιανική ζωή. Αν και ο Αντώνιος δεν σκοτώνει ποτέ τα ζώα που του εμφανίζονται δεν είναι φιλικός προς αυτά και δεν παρατηρείται στο κείμενο μια ειρηνική συνύπαρξη. Το μήνυμα που αναδύεται είναι ότι στον παράδεισο του Αντωνίου στην έρημο τα ζώα και ότι αυτά εκφράζουν ή συμβολίζουν δεν έχουν καμία θέση. Τις περισσότερες φορές δεν πρόκειται για κανονικά ζώα αλλά για φανταστικά, τα οποία δανείζουν το σώμα και τις ιδιότητές τους στα πάθη, όπως η επιθυμία και η ηδονή. Αυτά τα ζώα δεν βρίσκονται μόνο στο εσωτερικό του ανθρώπου αλλά του επιτίθενται και ως εξωτερικές δυνάμεις.

Στα διάφορα γνωστικά συστήματα ο κακός δημιουργός θεός συχνά γίνονταν θηριόμορφα κατανοητός. Ο Κλήμης ο Αλεξανδρέας αναφέρει ότι οι Βασιλειδιανοί γνωστικοί πίστευαν ότι τα πάθη της ψυχής έπαιρναν τη μορφή διαφόρων θηρίων. Στο Απόκρυφο Ιωάννου για παράδειγμα ο Ιαλνταμπαώθ είναι λεοντοκέφαλος. Τα θηρία στο γνωστικισμό παρουσιάζονται ως δαίμονες που καταδιώκουν και εκτελούν τους δίκαιους. Τα ζώα στις απόκρυφες πράξεις συμπεριφέρονται όπως ακριβώς οι άνθρωποι. Τα θηρία που εξημερώνονται θεωρούνται αλληγορικά ως μετανοημένοι αμαρτωλοί και εθνικοί. Ακόμη, οι παραπάνω ιδέες συνδέονται και με τα ασκητικά πρότυπα ζωής του εγκρατιτισμού με αποτέλεσμα τα ζώα να παρουσιάζονται με εντελώς αφύσικο τρόπο και στο υπόβαθρο των επεισοδίων να υπάρχουν διηγήσεις της Κ.Δ. Σκοπός στις περισσότερες απόκρυφες πράξεις είναι να αλλάξει η φύση των θηρίων.

Στο Βιβλίο του Θωμά του Αθλητή χρησιμοποιούνται δύο σημαντικές μεταφορικές εικόνες με αρνητική σημασία για να υποστηριχθούν οι εγκρατιτικές αντιλήψεις. Η μία είναι το ζώο και η άλλη η φωτιά. Το ζώο συμβολίζει την ερωτική επιθυμία και γενικά τις ορέξεις του σώματος, ενώ η φωτιά τη σεξουαλικότητα και την τιμωρία της κόλασης. Χαρακτηριστικά λέγεται ότι το σώμα είναι κτηνώδες (139, 2-12). Η ιδέα που διατρέχει εδώ το κείμενο είναι ότι οι άνθρωποι που στη ζωή τους ήταν ερωτικά ενεργοί συμπεριφέρονταν σαν τα ζώα και γι’ αυτό θα καούν στην κόλαση. Η Π.Δ., ο ελληνορωμαϊκός κόσμος, η Κ.Δ. αλλά και η μεταγενέστερη χριστιανική γραμματεία σε όλες τις εκδοχές της θεωρούσαν το κακό πολύ συχνά ζωομορφικά. Δεν είναι τυχαίο ότι ο σατανάς και οι δαίμονες εμφανίζονται στην τέχνη θηριομορφικά. Οι καλλιτέχνες διάβαζαν τα βιβλικά κείμενα σύμφωνα με τις ερμηνείες της εποχής τους και τα απέδιδαν εικονικά όσο πιο τρομερά μπορούσαν υιοθετώντας κάποια από τα μορφολογικά χαρακτηριστικά τόσο των άγριων, όσο και των οικόσιτων ζώων. 

Μόσχος Γκουτζιούδης

πηγή :  Τμήμα Θεολογίας

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...