/*--

Παρασκευή, 8 Νοεμβρίου 2013

Ο ΑΣΩΤΟΣ ΝΟΥΣ

   
Ε κ τ η Κ α τ ή χ η σ η
Διάγραμμα
1. Ό άσωτος νοΰς
2. Οί συνέπειες της άπομακρύνσεως τοΰ νοΰ άπό τήν καρδιά.
3. Ή ούσία της άμαρτίας
4. Ή άληθινή μετάνοια

Ή παραβολή του άσώτου υίου πού μελετάμε, έκτός από τήν θεολογική, ανθρωπολογική καί έκκλησιολογική πλευρά έ'χει καί τήν ασκητική. Αναλύοντας ο 'Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς τήν παραβολή του ασώτου λέγει οτι άσωτος είναι ο νους του ανθρώπου πού απομακρύνεται από τόν Θεό καί, γιά νά έκφραστουμε καλύτερα, λέγει οτι ή περιουσία του ανθρώπου, τήν οποία πηρε από τόν πατέρα του καί τήν σκόρπισε ασώτως, είναι ο νους. «Πρό πάντων ούσία καί περιουσία ήμών έ'μφυτος ο νους έστιν ο ήμέτερος». Ή ψυχή του ανθρώπου έχει νου, λόγο καί πνεύμα κατά τό πρότυπο του Τριαδικου Θεου. Ό νους στήν φυσική του κατάσταση είναι φωτισμένος καί διευθύνει τόν λόγο. Έτσι, άσωτος άνθρωπος είναι έκεΐνος του οποίου ο νους έκδαπανάται σέ άλλα πράγματα, δέν έχει μνήμη Θεου.

Όταν ο άνθρωπος ακολουθη τούς τρόπους της σωτηρίας, τότε ο νους παραμένει στόν έαυτό του καί στόν πρώτο νου, πού είναι ο Θεός. Όταν ομως ανοίξουμε τήν θύρα στά πάθη, τότε ο νους, πού είναι ή δύναμη έκείνη της ψυχης πού μπορεΐ νά χαρακτηρισθη ώς λεπτοτάτη προσοχή, σκορπίζεται στά σαρκικά καί τά γήινα, στίς ηδονές καί τούς έμπαθεΐς λογισμούς. Ή φρόνηση, πού διακρίνει τό καλό από τό κακό, είναι ο πλουτος του νου. Όσο ο νους τηρεΐ τίς έντολές του Θεου καί παραμένει στόν Θεό, τόσο καί ή φρόνηση λειτουργεΐ φυσιολογικά, ξεχωρίζει τό καλό από τό κακό καί προτιμά τό πρώτο από τό δεύτερο, Όταν ομως ο νους αφηνιάση, τότε  καί ή φρόνηση σκορπίζεται σέ πορνεία καί αφροσύνη.

Ό νους, λοιπόν, είναι ή κεντρική δύναμη της ψυχης, πού τήν διευθύνει καί τελικά κατευθύνει ολο τόν άνθρωπο. Αύτός κρατεί τήν έπιθυμία στραμμένη πρός τόν Θεό. Όταν, ομως ο νους αποχαυνωθη, τότε ή δύναμη της ψυχης πού κατευθύνεται πρός τήν αγάπη, έκπίπτει από τόν Θεό καί σκορπίζεται σέ άλλα πράγματα, οπότε αναπτύσσονται τά πά θη της φιληδονίας, της φιλαργυρίας καί της φιλοδοξίας. Στήν φυσική του κατάσταση ο νοΰς διευθύνει τόν θυμό έναντίον τοΰ διαβόλου. Όταν ομως ο νοΰς σκορπισθη καί άποχαυνωθη, τότε ο θυμός στρέφεται κατά των άλλων άνθρώπων καί μάχεται έναντίον τους. Επομένως, ο άνθρωπος γίνεται άσωτος καί ο νοΰς του δαιμονιώδης καί θηριώδης.

Αύτό σημαίνει οτι ο νοΰς τοΰ άνθρώπου είναι πρωτοπαθής σχετικά μέ τήν άμαρτία. Διά των λογισμών, των αίσθητων πραγμάτων καί των φαντασιων εισέρχεται ή πειρασμική πρόταση μέσα στόν άνθρωπο, μέ μοναδικό σκοπό νά καταλάβη τόν νοΰ του, τήν λεπτοτάτη προσοχή, πού είναι τό κέντρο της προσωπικότητος τοΰ άνθρώπου. Γιά παράδειγμα, ερχεται κάποιος λογισμός, οτι γιά νά γίνη κάποιος πλούσιος πρέπει νά κλέψη καί νά άδικήση τούς άλλους. Ή ομορφιά τοΰ πλούτου καί ολα οσα συνδέονται μέ αύτόν έρχονται ως εικόνες μέσα στήν ψυχή, μέ σκοπό νά καταληφθη ο νοΰς. ’Άν αίχμαλωτισθη, τότε γίνεται έπιθυμία, στήν συνέχεια διάπραξη καί τέλος ή έπαναλαμβανόμενη πράξη γίνεται πάθος.

Έτσι, ο άνθρωπος γίνεται ολοκληρωτικά αιχμάλωτος τοΰ διαβόλου, οπως άκριβως ο άσωτος εγινε αιχμάλωτος στούς πολίτας της πόλεως έκείνης, επομένως, ή έλευθερία τοΰ άνθρώπου είναι στήν πραγματικότητα έσωτερική. Μπορεί κανείς νά είναι έξωτερικά έλεύθερος, νά κατοικη σέ έλεύθερες πατρίδες, άλλά, οταν δέν εχη τήν έσωτερική έλευθερία, ζη τήν τραγικότητα στήν ζωή του. Αντίθετα, μέ έλευθερία ύπαρξιακή μπορεί νά παραμένη κανείς στίς πιό άνελεύθερες τυραννίες καί νά αισθάνεται έλεύθερος. ΟΙ μάρτυρες στήν περίοδο των διωγμων είχαν έσωτερική έλευθερία, ένω πολλοί σύγχρονοι Χριστιανοί, πού εχουν έξωτερικές έλευθερίες, δέν τηροΰν τό θέλημα τοΰ Θεοΰ καί είναι δοΰλοι.

Στήν παραβολή τοΰ άσώτου λέγεται: «καί πορευθείς έκολλήθη ένί των πολιτών της χώρας έκείνης, καί επεμψεν αύτόν εις τούς άγρούς αύτοΰ βόσκειν χοίρους. καί έπεθύμει γεμίσαι τήν κοιλίαν αύτοΰ άπό τών κερατίων ών ησθιον οί χοίροι καί ούδείς έδίδου αύτω» (Λουκ. ιε', 1516).

'ΟΙ πολίτες καί πολιτάρχες της πόλεως έκείνης, πού βρισκόταν μακριά άπό τήν οίκία, είναι οί δαίμονες. Στή ’Ορθόδοξη Εκκλησία λέμε οτι οί δαίμονες είναι πονηρά πνεύματα πού μισοΰν ύπερβολικά τόν άνθρωπο καί κάνουν τά πάντα γιά νά τόν άπομακρύνουν άπό τόν Θεό. Οί δαίμονες κατ’ άρχάς ήταν άγγελοι πού δόξαζαν τόν Θεό, άλλά άπό τήν ύπερηφάνειά τους επεσαν καί εγιναν δαίμονες. Αύτοί γέννησαν άπό μόνοι τους τό κακό καί θέλουν νά οδηγήσουν τόν άνθρωπο στήν άποστασία. Τό μεγαλύτερο πάθος είναι ή ύπερηφάνεια, γιατί αύτή ήταν ή πρώτη άμαρτία της πτώσεως των δαιμόνων καί τοΰ άνθρώπου.

Ό χοιρώδης βίος είναι κάθε πάθος, λόγω της μεγάλης του άκαθαρσίας. Καί χοίροι είναι οί άνθρωποι έκείνοι πού κυλιοΰνται στά πάθη. Πάθος λέγεται ή παρά φύσιν κίνηση καί λειτουργία των δυνάμεων της ψυχης. Τά τρία βασικά πάθη είναι ή φιλοδοξία, ή φιλαργυρία καί ή φιληδονία. Κέντρο αύτων των τριων παθων είναι ή φιλαυτία, πού είναι ή παράλογος φιλία τοΰ σώματος, οταν δηλαδή άγαπα κανείς τό σωμα του άνεξάρτητα άπό τήν ψυχή καί θέλη νά τό ίκανοποιησαρκικά. Άπό τά πάθη αυτά φύονται καί έκπορεύονται καί άλλα πάθη, τά όποια βασανίζουν τόν άνθρωπο. Στήν Ορθόδοξη Εκκλησία λέμε ότι τά πάθη είναι οί παρά φύσιν ένέργειες της ψυχης τοΰ ανθρώπου. Δηλαδή, υπάρχει ή αγάπη μέσα στόν άνθρωπο γιά νά στρέφεται στόν Θεό καί νά Τόν έπιθυμη. Όταν όμως αυτή ή αγάπη, αντί νά στρέφεται στόν Θεό, στρέφεται μέ έμπάθεια στά κτίσματα, τότε μιλοΰμε γιά πάθος της ψυχης. Ο άσωτος άνθρωπος δέν μπορεί νά χορτάση από τά κέρατα τά όποια τρώγουν οί χοίροι, δηλαδή δέν είναι δυνατόν νά ίκανοποιήση πλήρως τήν έπιθυμία. Πάντοτε παραμένει νηστικός. Όσο κανείς αποκτα μεγαλύτερη περιουσία τόσο καί αυξάνεται ή στέρηση, αλλά καί ή έπιθυμία γιά νά αποκτήση περισσότερα. Τότε ό άνθρωπος θέλει, έάν είναι δυνατόν, νά αποκτήση όλο τό κόσμο. Επειδή όμως ένας είναι ό κόσμος, ένώ οί φιλάργυροι είναι πολλοί, γ ι’ αυτό δέν μπορεί ποτέ νά χορτάση. Κατά συνέπεια, όταν ό νοΰς αίχμαλωτισθη από έναν λογισμό η μιά φαντασία, παρασύρει τήν έπιθυμία καί τόν θυμό μακρυά από τόν Θεό καί ε'τσι όλόκληρος ό άνθρωπος αιχμαλωτίζεται καί γίνεται άρρωστος μέ φοβερές συνέπειες τόσο γιά τόν εαυτό του όσο καί γιά τήν κοινωνία. Αότή είναι ή τραγικότητα της αμαρτίας.

Καί φυσικά, όπως είπαμε προηγουμένως, αυτό ξεκινα από τόν νοΰ πού αιχμαλωτίζεται. Έτσι καταλαβαίνουμε καλά τί ακριβώς είναι ή αμαρτία. Έμεΐς ε'χουμε συνδέσει τήν αμαρτία μέ μερικά έξωτερικά γεγονότα καί έξωτερικές πράξεις. Αναμφίβολα καί αυτά είναι αμαρτία, αλλά μποροΰμε νά ποΰμε ότι αυτές οί πράξεις (κλοπή, ψέματα, θυμοί, κ.λπ.) είναι αποτελέσματα καί καρποί τοΰ σκοτασμοΰ καί της αιχμαλωσίας τοΰ νοός. Ή αμαρτία είναι ό σκοτασμός τοΰ νοός καί στήν συνέχεια ή παρά φύσιν κίνηση τών δυνάμεων της ψυχης καί ή απομάκρυνση τοΰ ανθρώπου από τόν Θεό, από τήν πραγματική του οίκία. Στήν κατάσταση αυτή ό,τι καί νά κάνη ό άνθρωπος είναι αμαρτωλός. Ο άγιος Γρηγόριος ό Παλαμας φθάνει στό σημεΐο νά πη ότι, όταν ό άνθρωπος δέν εχη τήν Χάρη τοΰ Θεοΰ μέσα του, τότε ό,τι κάνει είναι αμαρτωλό. Καί ό Χριστός σέ σχετική παραβολή ανέφερε ότι οί πέντε μωρές παρθένες, ένώ έξασκοΰσαν παρθενία καί έγκράτεια, έπειδή δέν είχαν λάδι στίς λαμπάδες, δηλαδή, έπειδή δέν είχαν μέσα τους τήν Χάρη τοΰ Θεοΰ - πράγμα τό όποιο φαίνεται από τήν ύπαρξη της νοερας προσευχής - δέν είσήλθαν στήν Βασιλεία τοΰ Θεοΰ.

Γι’ αυτό καί ή άσκηση συνίσταται στό πώς νά κρατοΰμε τόν νοΰ καθαρό, πώς από τόν σκοτασμό θά φωτισθη καί θά εχη αδιάλειπτη μνήμη Θεοΰ. Ή ορθόδοξη άσκηση δέν έξαντλεΐται σέ μερικά έξωτερικά εργα, αλλά στήν κάθαρση της καρδιας καί τόν φωτισμό τοΰ νοΰ. Γιατί, όταν ό νοΰς είναι σωστά προσανατολισμένος τότε λειτουργεί κανονικά όλόκληρος ό οργανισμός τοΰ ανθρώπου. Άν αμαρτία είναι ό σκοτασμός τοΰ νοΰ, ή απομάκρυσή του από τόν Θεό, μετάνοια είναι ό φωτισμός τοΰ νοΰ, ή έπάνοδός του στόν Θεό. Στήν παραβολή τοΰ ασώτου υίοΰ φαίνεται καθαρά τί ακριβώς είναι ή μετάνοια. Λέγεται χαρακτηριστικά: «είς εαυτόν δέ έλθών είπε· πόσοι μίσθιοι τοΰ πατρός μου περισσεύουσιν άρτων, έγώ δέ λιμώ άπόλλυμαι! άναστάς πορεύσομαι πρός τόν πατέρα μου καί έρω αύτώ· πάτερ, ημαρτον εις τόν ουρανόν καί ένώπιόν σου· ούκέτι είμί άξιος κληθηναι υιός σου· ποίησόν με ώς ένα των μισθίων σου. καί άναστάς ήλθε πρός τόν πατέρα αύτοΰ» (Λουκ. ιε 17 -20).

Στό κείμενο αύτό μπορουμε νά δουμε μερικά γνωρίσματα της αληθινής μετανοίας.

Πρώτον, ήλθε στόν έαυτό του. Αύτό φανερώνει οτι ο νους έπέστρεψε μέσα στήν καρδιά από τήν ονδιάχυσή του. Όσο καιρό λιμοκτονουσε, ο νους βρισκόταν έ'ξω, διασκορπισμένος διά τών αισθήσεων στόν κόσμο. Έρχεται κάποια στιγμή πού γίνεται ανάνηψη του ανθρώπου καί καταλαβαίνει τήν φρικτή του κατάσταση.

Δεύτερον, αναπτύσσεται έντονα ή αρετή της αύτομεμψίας. Καταδικάζει τόν έαυτό του, τόν θεωρεί ανάξιο νά είναι παιδί του Θεου. Δέν ένοχοποιεΐ κανέναν άλλον, δέν θεωρεί τούς άλλους ώς αιτία γιά τήν απομάκρυνσή του από τό σπίτι του πατέρα του. Θεωρεί οτι είναι ανάξιος νά είναι υίός του πατέρα του. Τό θεωρεί μεγάλο καί τό νά είναι μισθωτός.

Τρίτον, αύτή ή ανάνηψη καί ή κατάγνωση, δηλαδή ή αύτομεμψία δέν είναι έ'ργο ανθρώπινο, αλλά ώρα της Χάριτος του Θεου. Διά της θείας Χάριτος αντιπαραβάλλει τήν φρικτή κατάσταση στήν οποία βρίσκεται μέ τήν οικία του πατέρα του. Πραγματικά, ο Θεός, διά της φιλανθρωπίας Του, μερικές φορές αποκαλύπτει μερικές ακτίνες της δόξης Του, ώστε ο άνθρωπος νά αντιληφθη τήν φρικτή του κατάσταση. Δέν μπορεΐ κανείς νά καταλάβη τήν κατάστασή του άν δέν έμπνευσθη από τήν Χάρη του Θεου. Ή μετάνοια είναι μιά θεία έμπνευση.

Τέταρτον, δέν αρκεΐται σέ έπιθυμίες καλές, αλλά ένεργοποιεΐ καί τό θυμικό μέρος της ψυχης του. Δέν μπορεΐ κανείς νά έπιστρέψη στόν Θεό άν καί τό θυμικό δέν συνεργήση πρός τουτο. Γι’ αύτό λέγεται οτι ο άσωτος αμέσως μετά τίς σκέψεις πού έκανε «αναστάς ήλθε πρός τόν πατέρα του».
Πέμπτον, ή τελική κατάληξη της έπιστροφης είναι ή είσοδος στήν οικία καί ή συμμετοχή του στό πανηγύρι πού γίνεται έκεΐ, καθώς έπίσης καί ή συμμετοχή του στό εύχαριστιακό δεΐπνο, στήν θεία Λειτουργία καί τήν βρώση καί πόση του Σώματος καί του Αίματος του Χριστου.

Έτσι πιά καταλαβαίνουμε οτι ή συγχώρηση της αμαρτίας οπως καί ή λέξη τό λέγει (συγχώρηση), είναι συμπόρευση καί συμμετοχή στήν Εκκλησία. Μέ τήν αιχμαλωσία καί τόν σκοτασμό του νου φεύγουμε από τήν Εκκλησία καί μέ τήν έλευθέρωση καί τόν φωτισμό του νου έπανερχόμαστε στήν Εκκλησία.
Τά οσα είπαμε στήν Κατήχηση αύτή δείχνουν οτι ή αμαρτία είναι ή απομάκρυνση του νου καί του ανθρώπου από τόν Θεό, ο σκοτασμός του νου, καί ή μετάνοια είναι ή έπιστροφή του νου καί του ανθρώπου στόν Θεό, πού γίνεται διά του φωτισμου του νοός. Αύτό έ'χει μεγάλη σημασία, γιατί καταλαβαίνουμε καλά γιατί τό άγιο Βάπτισμα λέγεται φώτισμα. Ό νους φωτίζεται, ολες οί δυνάμεις της ψυχης, τό έπιθυμητικό, τό λογιστικό καί τό θυμικό αγιάζονται καί χαριτώνονται καί έ'τσι αγιάζεται ολόκληρος ο άνθρωπος.

Τοΰ Σεβ. Μητροπολίου Ναυπάκτου
καίΆγ. Βλασίου κ. ΙΕΡΟΘΕΟΥ

πηγή : Ο ΠΟΙΜΗΝ  ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ ΜΥΤΙΛΗΝΗΣ

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...