/*--

Τετάρτη, 6 Νοεμβρίου 2013

Ὁ Κύριος ἔχει εἰσέλθει σέ δίκη

 
Τό ἄρθρο ἔχει γραφεῖ πρίν ἀπό 62 χρόνια ἀπό ἕναν μακαριστό ἤδη ἅγιο Σέρβο Ἐπίσκοπο μέσα στή ναζιστική φυλακή τοῦ Νταχάου. Γράφει πρός τό λαό του, ὄχι γιά νά διεκτραγωδήσει τίς διώξεις του, ἀλλά γιά νά ἐκφράσει τή βαθειά του θλίψη γιά τήν πνευματική καί ἠθική κατάπτωση τοῦ σύγχρονου κόσμου, τήν ὁποία χαρακτηρίζει ὡς «ζωή χωρίς σκοπό καί θάνατο χωρίς ἐλπίδα». Κατά τόν ἅγιο, αὐτή ἡ ἔλλειψη σκοποῦ καί ἐλπίδας ἐξηγεῖ τήν καταστροφή, πού ὑπέστη ἡ Εὐρώπη τῶν Παγκοσμίων Πολέμων τοῦ 20ου αἰώνα. Τό δημοσίευμα, πού καταχωρεῖται πιό κάτω σέ μετάφραση, εἶναι ἕνα ἀπόσπασμα ἀπό τό ὄντως προφητικό αὐτό κείμενο).

Πῶς θά μποροῦσε νά χαρακτηρισθεῖ ἡ Παλαιά Διαθήκη μέ σύγχρονους ὅρους; Θά μποροῦσε νά θεωρηθεῖ ὡς τά πρακτικά μιᾶς δίκης μεταξύ τοῦ Θεοῦ καί τοῦ λαοῦ Του, τοῦ περιούσιου λαοῦ τῆς τότε ἐποχῆς. Οἱ προφῆτες λένε σαφῶς ὅτι ὁ Θεός εἰσέρχεται σέ δίκη μέ τό λαό Του (Ἤσ. Γ’ 13-14, Μίχ. στ’ 2, Μάλ. γ’ 5). Τά πρακτικά αὐτῆς τῆς δίκης τοῦ Θεοῦ μέ τό λαό τῶν Ἑβραίων, πού κράτησε χιλιάδες χρόνια, ἀποτελοῦν ἕνα τόμο μέ χίλιες καί πάνω σελίδες. Διαβάζοντας τά πρακτικά αὐτά τῆς ἀρχαίας δίκης-τήν Παλαιά Διαθήκη-ὁ καθένας μας νοιώθει δύο ἔντονα συναισθήματα.
Πρῶτον, θαυμασμό γιά τήν ὑπομονή τοῦ Θεοῦ καί τήν πιστότητά Του σέ ὅσα εἶχε ὑποσχεθεῖ. Δεύτερο, ντροπή γιά τή δολιότητα τοῦ ἐκλεκτοῦ λαοῦ στίς σχέσεις του μέ τό Θεό, τόν Εὐεργέτη του. Ἡ ἀνταρσία αὐτή ἔχει, χωρίς ἀμφιβολία, ἔμπνευση δαιμονική. Οὔτε τό μουλάρι δέν τηρεῖ τέτοια στάση πρός τόν κύριο καί τροφέα του. Ἐμεῖς ζοῦμε στόν 20ο αἰώνα. Δέν ἀνήκουμε πιά στήν Παλαιά, ἀλλά στήν Καινή Διαθήκη. Ἡ διαφορά εἶναι μεγάλη. Στήν Παλαιά Διαθήκη ὁ Θεός μίλησε μέ τά στόματα τῶν Προφητῶν καί τῶν Ἀγγέλων. Ἀντίθετα, στήν Καινή Διαθήκη παρουσιάστηκε «ἐν σαρκί» ὡς ἄνθρωπος καί μᾶς ὁμιλεῖ ὁ Ἴδιος. Τί νά πεῖ κανείς, ὅταν βλέπει Χριστιανούς νά ἀφήνουν τό φῶς τοῦ Εὐαγγελίου γιά νά πᾶνε στό σκοτάδι τῆς Αἰγύπτου; Ὅταν, τόσο ἰσχυρογνώμονες, ὅσο καί οἱ Ἰουδαῖοι τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἀντιδικοῦν μέ τό Θεό καί ἀρνοῦνται τό Χριστό; Εἶναι πιό ἀξιοκατάκριτοι καί ἄφρονες ἀπό τούς τότε Ἑβραίους, γιατί οἱ τελευταῖοι ὑπῆρξαν θρασεῖς καί αὐθάδεις πρός τούς Ἀγγέλους, τούς Προφῆτες καί τούς Δικαίους, δηλαδή, πρός τούς δούλους τοῦ Κυρίου. Ὄχι πρός Αὐτόν τόν Ἴδιο.
Ἐάν ἤθελε κανείς νά βρεῖ ἕνα χαρακτηριστικό γιά τήν ἱστορία τῶν τριῶν αἰώνων-18ο, 19ο καί 20ο-δέ θά μποροῦσε νά βρεῖ καταλληλότερο ἀπό τό: «Τά πρακτικά τῆς δίκης μεταξύ Εὐρώπης καί Χριστοῦ», διότι ὅλα τά σημαντικά γεγονότα στήν Εὐρώπη αὐτῆς τῆς περιόδου, μέ τόν ἕνα ἤ τόν ἄλλο τρόπο, ἔχουν σχέση μέ τόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό. (Σήμ.μέτ. προφανῶς, ὁ συγγραφέας χαρακτηρίζει ὡς «Εὐρώπη», ὄχι τούς ὅποιους πολιτικούς σχηματισμούς τῶν εὐρωπαϊκῶν λαῶν, ἀλλά τίς ἰδέες καί τή στάση ζωῆς, πού φύτρωσαν καί κυριάρχησαν στήν Εὐρώπη, ἰδίως μετά τό διαφωτισμό).
Συγκεκριμένα, ἡ ἀντιδικία μεταξύ Εὐρώπης καί Χριστοῦ βαίνει ὡς ἑξῆς: Ὁ Χριστός ὑπενθυμίζει στήν Εὐρώπη ὅτι ἔχει βαπτισθεῖ στό Ὄνομά Του καί ὅτι πρέπει νά εἶναι πιστή σ’ Αὐτόν καί στό Εὐαγγέλιό Του. Ἡ ἐναγόμενη Εὐρώπη ἀπαντᾶ: «Ὅλες οἱ θρησκεῖες εἶναι ἴσες. Ἔτσι μᾶς δίδαξαν οἱ Γάλλοι Ἐγκυκλοπαιδιστές καί εἶπαν ὅτι εἶναι λάθος νά λέμε σέ κάποιον ὅτι εἶναι ὑποχρεωμένος νά ἀσπασθεῖ κάποιαν ἀπό αὐτές. Ἡ Εὐρώπη εἶναι ἀνοιχτή πρός ὅλες τίς θρησκεῖες καί τίς ὅποιες ἐθνικές παραδόσεις, χωρίς νά εἶναι προσκολλημένη σέ καμιά ἀπό αὐτές, καθώς ἐπιθυμεῖ νά ἐξυπηρετήσει πρῶτα καί κύρια τίς κυριαρχικές βλέψεις της.
Ὅταν θά ἔχει ἐπιτύχει αὐτούς τούς πολιτικούς στόχους της, τότε γρήγορα θά τακτοποιήσει τούς λογαριασμούς της μέ αὐτές τίς λαϊκές δοξασίες». Ὁ Χριστός ἐρωτᾶ μέ θλίψη: «Πῶς μποροῦν οἱ ἄνθρωποι νά ζήσουν μόνο μέ κυριαρχικές, δηλαδή, ὑλιστικές προοπτικές; Μόνο τά ζῶα ἐπιθυμοῦν τήν ὑλική τους τροφή καί τίποτα ἄλλο. Ἐγώ θέλησα νά σᾶς κάνω θεούς καί παιδιά τοῦ Θεοῦ καί σεῖς ἐπιθυμεῖτε νά γίνετε σάν τά ζῶα, τά ὑποζύγια, πού τά φορτώνουν». Ἡ Εὐρώπη, ὅμως, ἀνταπαντᾶ: «Εἶσαι παρωχημένος. Ἀντί γιά τό Εὐαγγέλιό σου, ἐμεῖς ἔχουμε ἀνακαλύψει τή ζωολογία καί τή βιολογία. Τώρα γνωρίζουμε ὅτι εἴμαστε ἐξελιγμένοι ἀπόγονοι οὐρακοτάγκων καί γοριλῶν. Δέν εἴμαστε δικοί σου, οὔτε τοῦ Οὐράνιου Πατέρα σου. Τώρα τελειοποιοῦμε τούς ἑαυτούς μας γιά νά γίνουμε θεοί, γιατί δέν ἀναγνωρίζουμε κανένα ἄλλο θεό ἐκτός ἀπό τούς ἑαυτούς μας».
Ὁ Χριστός ἐπιμένει: «Εἶστε πιό σκληροτράχηλοι ἀπό τούς παλιούς Ἰουδαίους. Ἀπό τό σκοτάδι τῆς βαρβαρότητας σᾶς ὁδήγησα στό οὐράνιο φῶς. Σεῖς, ὅμως, γιά ἄλλη μία φορά, ὁρμήσατε ἀκάθεκτοι στό σκοτάδι, ὅπως οἱ χοῖροι ὁρμοῦν στή λάσπη. Ἔχυσα τό αἷμα μου γιά σᾶς. Σᾶς πρόσφερα τό αἷμα μου, ὅταν ὅλοι οἱ Ἄγγελοι σᾶς εἶχαν γυρίσει τήν πλάτη μή ὑποφέροντας τή δυσωδία τῆς κολάσεως, πού ἀναδίνατε. Ὅταν εἴσασταν βουτηγμένοι στό σκότος, στήν ἀποφορά τῶν βόθρων, ἐγώ μόνος μου ξεσηκώθηκα καί ἦρθα νά σᾶς φωτίσω καί νά σᾶς καθαρίσω.
Ἐπιστρέψτε σέ μένα, ἀλλοιῶς, γιά μία ἀκόμα φορά, θά μείνετε τυφλοί καί δυσώδεις». Μά ἡ Εὐρώπη χαμογέλασε εἰρωνικά: «Ἄσε μας. Δέν σέ γνωρίζουμε. Ἡ ἑλληνική φιλοσοφία καί ὁ ρωμαϊκός πολιτισμός εἶναι πιό κοντά σέ μᾱς. Θέλουμε ἐλευθερία. Ἔχουμε Πανεπιστήμια. Ἡ Ἐπιστήμη εἶναι τό ἀστέρι, πού μᾶς ὁδηγεῖ. Σύνθημά μας ἔχουμε τό: ἐλευθερία, ἰσότητα, ἀδελφοσύνη. Τό λογικό μας εἶναι ὁ θεός τῶν θεῶν. Ἐσύ εἶσαι ἀσιάτης. Σέ ἀπορρίπτουμε. Ἁπλά, εἶσαι ἕνα παραμύθι, πού τό λένε οἱ παπποῦδες καί οἱ γιαγιάδες μας».
Ὁ Χριστός μέ δάκρυα ἀπαντᾶ: «Ἔτσι, λοιπόν. Θά φύγω, ἀλλά ἐσεῖς θά δεῖτε καί θά καταλάβετε ὅτι φεύγετε ἀπό τό δρόμο τοῦ Θεοῦ καί παίρνετε τό δρόμο τοῦ διαβόλου. Ἡ εὐλογία καί ἡ χαρά θά σᾶς ἐγκαταλείψουν. Ἡ ζωή καί ὁ θάνατός σας εἶναι στά χέρια Μου, γιατί ἔδωσα τόν Ἑαυτό μου καί σταυρώθηκα γιά σᾶς. Δέν θά εἶμαι, ὅμως, Ἐγώ αὐτός, πού θά σᾶς τιμωρήσει. Οἱ ἁμαρτίες σας καί ἡ ἀποστασία σας ἀπό Ἐμέ τό Σωτήρα σας θά σᾶς τιμωρήσουν. Σᾶς ἔδειξα τήν ἀγάπη τοῦ Πατρός καί θέλησα νά σᾶς σώσω διά τῆς ἀγάπης». Σ’ αὐτό ἡ Εὐρώπη ἀπαντᾶ προκλητικά: «Ποιά ἀγάπη; Καλοζυγισμένο καί θαρραλέο μίσος γιά ὅλους, πού δέν συμφωνοῦν μαζί μας, αὐτό εἶναι τό πρόγραμμά μας. Ἀντί γιά τήν προαγωγή τῆς ἀγάπης, ἐμεῖς προτιμᾶμε τόν ἐθνισμό καί τό διεθνισμό, τή λατρεία τῆς ἐπιστήμης καί τῆς κουλτούρας, τήν αἰσθητική, τήν ἐξέλιξη. Ἡ σωτηρία μας βρίσκεται σ’αὐτά.
Ὅσο γιά σένα, φύγε ἀπό τό δρόμο μας»! Ώ, ἀδελφοί μας! Στίς μέρες μας αὐτή ἡ πορεία ἔχει ἤδη συντελεστεῖ. Ὁ Χριστός ἔχει ἐγκαταλείψει τήν Εὐρώπη, ὅπως κάποτε εἶχε ἐγκαταλείψει τά Γάδαρα μετά ἀπό ἀπαίτηση τῶν Γαδαρηνῶν. Εὐθύς, ὅμως, μετά τήν ἀναχώρησή Του ἀπό τήν Εὐρώπη, ἄρχισαν οἱ μεγάλοι πόλεμοι, οἱ δυστυχίες, οἱ φόβοι, ἡ καταστροφή, ὁ ἀφανισμός. Ὁ πρό-χριστιανικός βαρβαρισμός ξαναγύρισε στην Εὐρώπη. Ὁ βαρβαρισμός τῶν Ἀβάρων, τῶν Οὔνων, τῶν Λομβαρδῶν, τῶν Βανδάλων ἦρθε πολλαπλασιασμένος ἐφιαλτικά ἐπί ἑκατό. Ὁ Χριστός πῆρε τό Σταυρό Του καί τήν εὐλογία Του καί ἔφυγε. Σκότος καί δυσοσμία κατέκλυσαν τά πάντα. Ἰδού, λοιπόν, ἀποφασίστε μέ ποιόν θέλετε νά εἶστε: μέ τή σκοτεινή καί δυσώδη Εὐρώπη, ἤ μέ τό Χριστό. Ἀμήν

Ἄρθρο γραμμένο στή φυλακή τοῦ Νταχάου ἀπό τόν Ἅγιο Ἐπίσκοπο Ἀχρίδος καί Ζίτσης Νικόλαο (Βελιμίροβιτς)

πηγή :«ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟΣ ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ»

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...