/*--

Παρασκευή, 8 Νοεμβρίου 2013

Ἡ πορεία ἀπό τό κατ’ εἰκόνα στό καθ’ ὁμοίωσιν

...Ὁ Θεός ἔπλασε τόν ἄνθρωπο κατά τήν εἰκόνα καί κατά τήν ὁμοίωσή Του. Δηλαδή τοῦ ἐνεφύσησε τήν πνοή Του, τό πνεῦμα Του, τόν πλούτισε μέ ψυχή νοερά, λογική, ἐλεύθερη, αὐτεξούσια καί αὐτοδιάθετη. Εἶχε τή δυνατότητα ὁ ἄνθρωπος νά κινεῖται πρός τό ἀγαθό καί κάνοντας καλή χρήση τοῦ αὐτεξουσίου του νά παραμείνει γιά πάντα στήν ὡραιότητα τοῦ Παραδείσου καί νά μήν πεθάνει ποτέ.
Ὅμως δέν ἐκτίμησε τήν ἐλευθερία του καί εὔκολα ἀντάλλαξε τά ἀνεκτίμητα δώρα τῆς ἀρχέγονης δικαιοσύνης τοῦ Θεοῦ μέ τίς ὑποσχέσεις τοῦ διαβόλου. Αὐτοδιατέθηκε στόν διάβολο μέ ἀποτέλεσμα νά χάσει τόν παράδεισο καί νά ἐξορισθεῖ πάνω σ’ αὐτή τή γῆ κερδίζοντας μόνο τόν θάνατο, ὅπως γράφει μέ πόνο ὁ Μ. Βασίλειος στήν ἁγία Ἀναφορά τῆς θείας Λειτουργίας του. Προπάντων ἔπαυσε νά ἀναγνωρίζει τή ζωή του πάνω στό χῶμα ἀπό τό ὁποῖο δημιουργήθηκε, γιατί ἀμαυρώθηκε, δηλ. μαύρισε ἡ κατ’ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ δημιουργία του καί συνεπῶς χάθηκε ἡ προοπτική του νά ὀμοιωθεῖ στόν Θεό κατά χάριν. Σκιάσθηκε ἀπό τήν ἁμαρτία ἡ κοινωνία του μέ τόν Θεό καί ὅπως σέ μία μαυρισμένη εἰκόνα δέν διακρίνεται τό εἰκονιζόμενο πρόσωπο, ἔτσι κι ὁ ἄνθρωπος ἀδυνατοῦσε πλέον νά διακρίνει τόν Θεό στήν καρδιά του. Διαγράφτηκε ἀπό την ψυχή του ἡ προοπτική τῆς αἰωνιότητας. Κατέστη ἀνήμπορος νά μετανοήσει, νά ἐπανορθώσει τό σφάλμα του, καθώς ὁ διάβολος μπέρδεψε τήν πυξίδα τῆς ζωῆς Του προσανατολίζοντάς την λανθασμένα στό φθαρτό σῶμα καί ὄχι στήν κατά χάριν αἰώνια ψυχή.

Ὅταν ἦλθε το πλήρωμα τοῦ χρόνου ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός ἔλυσε τό δράμα τῆς ἀνθρωπότητος, «γενόμενος ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καί Μαρίας τῆς Παρθένου» ἄνθρωπος, ἀναδεχόμενος ὅλο τόν καημό τῆς ἀνθρώπινης φύσης, πλήν τῆς ἁμαρτίας. Η ἐνανθρώπησή του ἀναδημιουργεῖ τόν ἄνθρωπο, φανερώνει τόν νέο Ἀδάμ. Ὁ Θεάνθρωπος πλέον Χριστός «ἡ εἰκών τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀοράτου» ἐπανορθώνει τό κατ’ εἰκόνα καί ἀναδεικνύεται ὁ κατεξοχήν μεσίτης μεταξύ Θεοῦ καί ἀνθρώπων, ὁ δίαυλος τῆς ἀμφίδρομης Θεανθρώπινης κοινωνίας. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος μέ ἕνα ὑποθετικό διάλογο μεταξύ τοῦ Χριστοῦ καί τοῦ ἀνθρώπου μᾶς ἑρμηνεύει παραστατικά αὐτή τή μεγάλη ἀλήθεια τῆς πίστεώς μας. «Δέν σέ ἐφύτευσα στόν Παράδεισο, ἐρωτᾶ ὁ Χριστός; Ναί, ἀπαντᾶ ὁ ἄνθρωπος. Καί πῶς ξέπεσες ἀπό ἐκεῖ; Ἦλθε ὁ διάβολος καί μέ πῆρε ἀπό τόν παράδεισο. Φυτεύθηκες στόν Παράδεισο καί ὁ διάβολος σέ ἔβγαλε ἔξω ἀπό αὐτόν. Κοίταξε τώρα, λέει ὁ Χριστός, μέ τήν ἐνανθρώπησή μου σέ φυτεύω στόν ἑαυτό μου καί ἐγώ σέ βαστάζω. Γιατί; Διότι δέν τολμᾶ ὁ διάβολος νά προσέλθει σέ ἐμένα. Ὁ Ποιμένας βαστάζει καί ὁ λύκος δέν ἔρχεται. Σέ ἐφύτευσα στόν ἑαυτό μου καί προσέρχεται ὁ διάβολος γιά νά σέ πάρει καί νικιέται.» Μέ πιό ἁπλά λόγια, ἦλθε ὁ Χριστός στή γῆ, καθάρισε τήν κατ’ εἰκόνα δημιουργία μας ἀπό τή βρωμιά τῆς ἁμαρτίας καί ἄνοιξε τόν δρόμο γιά νά ὁμοιωθοῦμε κατά χάριν μέ τόν Θεό. Μετά τόν Χριστό ὁ ἄνθρωπος δέν μοιρολογᾶ τό χαμένο Παράδεισο, ἀλλά ἀγωνίζεται γιά τήν ἐπάνοδο καί παραμονή του στό νέο παράδεισο, τήν Ἐκκλησία, στό μυστικό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Ἐκεῖνος εἶναι ὁ νέος Παράδεισος, πού μέ τήν ἐνσάρκωσή του γίνεται τό σῶμα τῆς παραδείσιας ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ νέα ἀδιάσπαστη ἕνωση Θεοῦ καί ἀνθρώπων. Στό θεανθρώπινο τόπο τῆς Ἐκκλησίας, στήν Χώρα τοῧ Ἀχωρήτου πού κατακλύζεται ἀπό τήν δωρεά τοῦ Χριστοῦ καί τά χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐπιτυγχάνεται ἡ ἀποκατάσταση τοῦ ἀνθρώπου, μέσα ἀπό τόν ἐγγυημένο δρόμο τῆς μετανοίας, πού διατηρεῖ τήν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ καθαρή ἀπό τήν ἀσχήμια τῆς ἁμαρτίας καί τό ζοφερό τοῦ θανάτου.

Βέβαια ὁ διάβολος διατηρεῖ τή δυνατότητά του νά ἐπηρεάζει μέ πειθώ καί μέ δόλο τόν ἄνθρωπο. Προσβάλλει τόν ἄνθρωπο μέ τόν λογισμό καί προσπαθεῖ νά τόν πείσει νά πιάσει κουβέντα μαζί του. Ἡ ἐπιτυχία του διαφαίνεται, ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἀρχίζει νά προβληματίζεται καί ἀμφιταλαντευόμενος διαπραγματεύεται καί πάλι τό αὐτεξούσιό του. Καί συνήθως ἐπαναλαμβάνεται ἡ ἱστορία τῶν πρωτοπλάστων καί ὑποδουλώνεται ὁ ἄνθρωπος μέσα ἀπό τήν ἁμαρτία στόν διάβολο. Ἡ προσπάθεια τοῦ ἀγωνιζομένου Χριστιανοῦ ὀφείλει νά ἐπικεντρώνεται στήν ἐγρήγορση ἔναντι τοῦ διαβόλου. Ἐκεῖνος ἐπιβουλεύεται τό δῶρο τῆς ἐλευθερίας τοῦ Θεοῦ πρός τόν ἄνθρωπο. Δέν σταματᾶ νά ἐργάζεται γιά τόν χωρισμό κάθε ψυχῆς ἀπό τόν Θεό μέ δύο κυρίως τρόπους. Εἴτε παρακινεῖ τόν ἄνθρωπο νά ἁμαρτήσει μέ ἀφορμή τά πάθη, τίς ἀδυναμίες καί τά ἐλαττώματά του, τά ὁποῖα χρησιμοποιεῖ ὡς δόλωμα γιά πρόσκαιρη ἠδονή καί ἄνεση. Εἴτε μολύνει τήν σχέση του μέ τόν Χριστό καί τήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας, ἐκμεταλλευόμενος τήν χαλαρή, ἀδύναμη κι ἄψαχτη πίστη του. Βάζει στό δρόμο γιά τό Θεό, πινακίδες μέ δεισιδαιμονίες, προλήψεις καί κάθε εἴδους ἀνόητη θρησκοληψία, ὅπως τά κάθε εἴδους ξεματιάσματα, οἱ χάντρες καί τά φυλαχτά, ὡς καί συνταγές γιά εὔκολη καί ἀνώδυνη εὐημερία, πείθοντας, πώς ἡ ἀναμενόμενη ὑγιεία καί ἡ προσδοκώμενη εὐτυχία ὀφείλεται σέ αὐτά. Ἀλήθεια τί σημαίνει εὐτυχία; μία λέξη πού δέν θά συναντήσει ποτέ κανείς μέσα στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας. Οὔτε σέ ὕμνους, οὔτε σέ πατερικά συγγράμματα. Μόνο μία συνώνυμη βρίσκουμε τήν εὐδαιμονία, πού καί αὐτῆς ἡ ἐτυμολογία παραπέμπει σέ ἀμφιλεγόμενη πορεία, πού λανθάνει ἦθος δαιμονικό. Κι ὅμως λέξεις ὅπως εὐτυχία καί καλή τύχη χρησιμοποιοῦνται κατά κόρον ἀπό ὅλους μας. Ἡ Ἐκκλησία ὅλα ὅσα εὐχόμαστε ὅμως τά ἀφήνει στήν πρόνοια τοῦ Θεοῦ καί τά ἐμπεριέχει στή λέξη Χριστός.

Παρασυρόμενος ἀπό τόν διάβολο ὁ ἄνθρωπος κηνυγᾶ τήν εὐτυχία, σάν ἀπώτερο στόχο ξεχνᾶ νά ζεῖ τήν οὐσία τῆς ζωῆς ὅπως τοῦ τήν χαρίζει ὁ Θεός, καί παραθεωρεῖ, πώς εὐτυχία μπορεῖ νά γίνει ἡ καθημερινή ὑπέρβαση δυσκολιῶν μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ. Κάνει ἐκπτώσεις στή πνευματική ζωή, ὅπως τόν συμβουλεύει ὁ διάβολος, γιατί πιστεύει στό κέρδος τῆς συναλλαγῆς του μ’αὐτόν. Οἱ ἐκπτώσεις ὅμως δέν ἔχουν κέρδος παρά μόνο κινοῦν τήν ἀγορά, μέ τραγικό ἀποτέλεσμα νά ἀπομακρύνεται ὁ ἄνθρωπος ἀπό τή χάρη τοῦ Θεοῦ καί νά γίνεται εὔκολη λεία πρός κέρδος τοῦ διαβόλου. Ἄν ὅμως ἀντιληφθεῖ τήν πονηριά του καί ἐλεύθερα ἐπιλέξει νά παραμείνει μακρυά του, ἔστω καί μετά τή διάπραξη τῆς ἁμαρτίας, τότε ἐνεργοποιεῖ τήν μετάνοια. Ἡ νηστεία καί ἡ προσευχή βοηθοῦν τήν μετάνοια νά ἐξελιχθεῖ εὐκολώτερα, νά μήν μείνει μία ἁπλή μεταμέλεια, ἀλλά νά φθάσει στό βάθος τῆς ψυχῆς καί νά γίνει ἀλλαγή τρόπου ζωῆς, ὥστε μέ τήν δύναμη τοῦ Χριστοῦ ὁ ἄνθρωπος καθίσταται πραγματικά ἐλεύθερος, καθαρή καί φωτεινή εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ. Καί ὅπως φροντίζουμε τήν ξύλινη εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ νά εἶναι καθαρή καί στολισμένη μ' ἕνα κανδήλι νά τήν φωτίζει, ἔτσι νά ἐπιμελούμαστε καί τήν καρδιακή εἰκόνα Χριστοῦ, ὥστε νά εἶναι καθαρή μέ τήν μετάνοια, στολισμένη μέ τίς ἀρετές καί ὁλόφωτη ἀπό τό κανδήλι τῆς πίστεώς μας πού θά ἀντλεῖ καί θά ἀνανεώνει τό λάδι του ἀπό τή μυστηριακή ζωή τῆς Ἐκκλησίας. Τά πάντα στήν Ἐκκλησία εἶναι Χριστός, «διότι μέσα στήν θεϊκή του παρουσία καί ἀγαθότητα ζοῦμε καί κινούμαστε καί ὑπάρχουμε», ὅπως τονίζεται στίς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων. Τά πάντα τελοῦνται ὑπό τοῦ Χριστοῦ καί ἐν Χριστῷ. Ἀπό τήν ἀρχή ὡς τό τέλος τῆς ζωῆς του ὁ ἄνθρωπος σώζεται μόνον ὅταν ὑπάρχει καί ἀγαπᾶ ἐν Χριστῷ. Τοῦτο εἶναι καί τό νόημα τῆς ἄσκησης στή ζωή μας. Ἡ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ καθαρή στήν καρδιά μέ τήν ἄσκηση, πού γίνεται γιά τόν πόθο τοῦ Χριστοῦ. Ἡ ἄσκηση μέσα στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἐπέχει θέση πνευματικῆς θυσίας, πού γίνεται ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ γιά νά ἑλκύσει τή χάρη καί τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Δέν εἶναι ἀνθρώπινο ἐπίτευγμα δηλαδή, ἀλλά ἀποτέλεσμα θεανθρώπινης συνεργασίας, ὅπου ὁ ἄνθρωπος κοπιάζει καί ὁ Θεός τελειώνει τό ἔργο. Μόνο μέ τήν ἄσκηση στή ζωή μας ἀποδεικνύουμε ὅτι ἀποδεχόμαστε τή σωτηρία, πού μιά γιά πάντα μᾶς ἐξασφάλισε ὁ Χριστός. ὅταν ὅμως ἡ ἄσκηση δέν γίνεται γιά τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, τότε νά ἔχουμε κατά νοῦ, ὅτι ὅσο αὐστηρή κι ἄν ὑπάρξει παραμένει ἀτελής, ἐξαντλεῖται στά μέσα καί ἐγκαταλείπει τόν σκοπό, πού δέν εἶναι ἄλλος παρά νά φθάσουμε στήν ταπείνωση. Μέσα ἀπό τήν ταπείνωση νά φθάσουμε στήν ἀγάπη καί ἐκεῖ νά βροῦμε τό Θεό τῆς σωτηρίας μας. Μήν ξεχνᾶμε, πώς ὁ Διάβολος εἶναι ὁ μεγαλύτερος «ἀσκητής»! Δέν τρώει, δέν κοιμᾶται, ἀλλά ὅμως παραμένει διάβολος, γιατί δέν γνωρίζει νά προσεύχεται, νά ταπεινώνεται καί νά ἀγαπᾶ παραμένοντας στήν κόλασή του. Καί ἐπειδή ἡ ἀρετή καί ἡ κακία εἶναι ἀμφίθυροι, εἶναι δηλαδή δίπλα δίπλα οἱ πόρτες τους, χρειάζεται πολλή διάκριση γιά νά εἰσέλθεις ἀπό τήν σωστή πόρτα.

Ὅπως λέγει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς «ἐκεῖνο πού μᾶς σώζει τελικά δέν εἶναι οὔτε ἡ νηστεία, οὔτε ἡ ψαλμωδία, οὔτε ἡ προσευχή ἀπό μόνα τους, ἀλλά τό νά γίνονται αὐτά ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ...ὅταν ἡ διάνοια ἀτενῶς βλέπει μέ ἀφοσίωση καί προσοχή καί γιά νά τόν βλέπει νηστεύῃ καί ψάλλει καί προσεύχεται*». Αὐτή δέ ἡ "ἀτενής ἐνόραση" τοῦ Θεοῦ καί ἡ καύση τῆς καρδίας (Λουκ. κβ´ 32) ἐν ὄψει μάλιστα τῆς Θείας Κοινωνίας εἶναι ἀκριβῶς αὐτό πού δίνει ἕνα ἐντελῶς διαφορετικό νόημα σέ κάθε στιγμή τῆς ἡμέρας πού πέρασε καί ἀποτελεῖ τήν σταυραναστάσιμη ἐκείνη γεύση πού αὐξάνει τόν πόθο τῶν χριστιανῶν γιά περισσότερη χριστοποίηση τῆς ζωῆς τους "ὅτι χρηστός ὁ Κύριος" (Ψαλ. λγ´ 9). Ὀφείλουμε ἡ φροντίδα γιά τήν ψυχή μας νά ἀποτελεῖ το πρώτιστο μέλημά μας ἔναντι τῆς ἀγωνίας γιά τά ὑλικά ἀγαθά. Ἔχουμε συνηθίσει νά περιποιούμαστε τό σῶμα εἰς βάρος τῆς ψυχῆς. Ξεχνᾶμε πώς μέ τό βάπτισμά μας ἔχουμε ντυθεῖ τόν Χριστό, γεγονός πού συνεπάγεται ἔγνοια για τήν ἀνανέωση τοῦ μυστηρίου μέ τό λουτρόν τῆς ψυχῆς, τό μυστήριο τῆς μετανοίας καί ἐξομολογήσεως. Ἐκεῖ ὅπου μέσα ἀπό τόν διάλογο μέ τόν πνευματικό ἐπαληθεύουμε τήν πορεία τῆς ζωῆς μας. Ἐπιπλέον ὀφείλουμε να σκεφθοῦμε πώς, ἄν τό σῶμα μας ἔχει ἀνάγκη νά ἀναπνέει γιά νά λειτουργεῖ, ἔτσι καί ἡ ψυχή ἔχει ἀνάγκη τήν προσευχή πρός τόν Θεό καί τή μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς, σάν ἀνάσα της. Ἄν τό σῶμα ἔχει ἀνάγκη τήν τροφή καί τό νερό γιά νά ζήσει, ἔτσι καί ἡ ψυχή ἔχει ἀνάγκη τήν ὑπερκόσμια τροφή τῆς θείας κοινωνίας, τό σῶμα καί τό αἷμα τοῦ Χριστοῦ γιά νά ζήσει αἰώνια. Ἄν τό ἄρρωστο σῶμα τηρεῖ αὐστηρό διαιτολόγιο γιά νά ἀναρρώσει, ἔτσι και ἡ ψυχή μεγάλη ὠφέλεια βρίσκει, ὅταν ὁ ἄνθρωπος νηστεύει ὑλικά καί κυρίως πνευματικά καί ἀναρρώνει ἀπό τήν ἀσθένεια τῆς ἁμαρτίας. Δωρίζει τόν κόπο του στόν Θεό σάν θυσία πνευματική γιά νά λάβει ὡς ἀντίδωρο εὐλογία καί χάρη.

Τό πᾶν λοιπόν γιά τόν ἄνθρωπο εἶναι νά διαφυλάττει καθαρή τήν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ στήν καρδιά του, νά γίνει ἕνας μικρός Χριστός. Ὅταν ἡ ζωή τοῦ ἀνθρώπου ἔχει τόν Θεό ἔχει τά πάντα. Ὁ Θεός πάντα χαρίζει, ἀρκεῖ ὁ ἄνθρωπος νά προσπαθεῖ. Ἡ προσπάθεια αὐτή συνίσταται στήν πολυμερή καί πολύτροπη ἄσκηση, πού ἀναφέραμε τήν ὁποία εὐλογεῖ καί αὐξάνει ὁ Θεός ἀνάλογα μέ τό πώς διαχειριζόμαστε τά θέματα τῆς καθημερινῆς μας ζωῆς, ἐν εἴδει ἐμπορικῆς συναλλαγῆς γιά πνευματική ὠφέλεια. Εἶναι ἴσως ἡ μόνη συναλλαγή, μέ τήν ὁποία πραγματικά ὠφελεῖται ὀ ἄνθρωπος...

* Γρηγορίου Παλαμᾶ, Ὁμιλία Θ' Ἐν τῷ καιρῷ τῆς νηστείας καὶ τῆς προσευχῆς : «ταῦτα ἐκτελεῖσθαι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ ἀτενῶς ἐκείνῳ ἐνορᾶ καὶ διὰ τὸ πρὸς αὐτόν ὁρᾶν καὶ νηστεύῃ καὶ ψάλλῃ καὶ προσεύχηται»

Ἀπόσπασμα ἀπό τήν ὁμιλία τοῧ Πανοσιολογιωτάτου Ἀρχιμανδρίτου π. Σωτηρίου Κοσμοπούλου στόν Στ΄ Κατανυκτικό Ἑσπερινό (1η Ἀπριλίου 2012) στό Ἱερό Προσκύνημα τῆς Παναγίας μας

πηγή : ΠΝΕΥΜΑTΙΚΗ ΚΙΒΩTΟΣ  ΤΡΙΜΗΝΙΑΙΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...