/*--

Πέμπτη, 7 Νοεμβρίου 2013

Ο σταυρός της ελευθερίας.

 
Επειδή η σταύρωση του Χριστού αποτελεί την κεφαλαιώδη πράξη της προνοιακής οικονομίας του προς σωτηρίαν του ανθρώπου, η εδώ αναφορά θα εστιασθεί ακριβώς στην αποδοχή ότι στην θεανθρώπινη σάρκα του Χριστού θα εμπίπτουν όλες οι συνέπειες της ανταρσίας του ανθρώπου «μέχρι θανάτου σταυροῦ» και στην λύτρωση που η ίδια θα παρείχε σε όλο το ανθρώπινο γένος. Εκ προοιμίου πάντως πρέπει να τονίσουμε ότι ο σταυρός, πέραν του πραγματικού περιεχομένου το οποίο κατέχει, πρέπει να προσεγγισθεί και υπό ένα αλληγορικό πρίσμα, το οποίο θα μας αναγάγει, με τις δέουσες νοηματικές και σημασιολογικές διακλαδώσεις, στο πραγματικό περιεχόμενο της θείας οικονομίας.

Η σταυρική θυσία του απείρου Θεού, κινούμενη εκ πρώτης προσέγγισης σ’ένα ακραία αντιφατικό πεδίο, έχει άπειρη αξία. Συνιστά μία συνάντηση τέτοιων διεστώτων, τα οποία θέτουν προβληματισμούς προκεχωρημένης οντολογικής τάξης, που ανατρέπουν την όποια λογική «αντοχή» θα αναδεικνυόταν. Περιλαμβάνει καταστάσεις κορυφαίου δημιουργικού αθλήματος, ικανού να ανατρέψει πλήρως τα κριτήρια με τα οποία η φυσικοεμπειρική και η μαθηματική έρευνα κινούνται. Εξάλλου, και για την πιο διϋλισμένη ανθρώπινη ανάλυση δεν μπορεί να γίνει κατανοητό τι σημαίνει σταυρική θυσία του απολύτου. Εάν ο σταυρούμενος ήταν άνθρωπος μόνον, η θυσία του θα ίσχυε στον έσχατο βαθμό ως ιλασμός των προσωπικών αμαρτιών του, ως απόδοση ποινής στην υποκειμενική ατευξία του. Η παράμετρος του ανταποδοτικού δικαίου θα ήταν διάχυτη και θα εκλαμβανόταν ως απολύτως φυσιολογική στο πλαίσιο ενός κοινωνικού σώματος ή ενός πολιτικού συστήματος που θα λειτουργούσαν μ’ένα διϋλισμένο καθεστώς νομικών αρχών. Κατά τον Μάξιμο όμως, η όλη προσέγγιση χρήζει χειρουργικά εξειδικευμένων παρεμβάσεων. Η πρώτη παρατήρησή του είναι οντολογικής τάξης και αναφέρεται στην καταστατική θέση του αιωνίου παρά την ένταξή του σε μία νέα συνθήκη τού είναι. Καταρχάς λοιπόν, παρά το ότι ο θείος Λόγος έλαβε την ανθρώπινη φύση, ως Θεός διατήρησε συνολικά την απλότητα και το ασύνθετό του. Το απόλυτο δεν υπόκειται εξ ορισμού σε ουδεμία πρόσμειξη, εκ του ότι ακριβώς χαρακτηρίζεται από την οντολογική υπεραυτάρκειά του. Η όλη συζήτηση πρέπει να κατευθυνθεί σε μία ad extra προοπτική, σε παράγοντες που αρύονται τις αφορμές τους από μία εκ βαθέων θεία οικονομία. Προσέλαβε, λοιπόν, σύνθετη υπόσταση, για να σώσει τον άνθρωπο235, και όχι για να μεταλλάξει το ίδιο το οντολογικό status που εκ των ιδρυτικών απαρχών του κατέχει. Έτσι, ο θεάνθρωπος «ὅς ἁμαρτίαν οὐκ ἐποίησεν, οὐδὲ εὑρέθη δόλος ἐν τῷ στόματι αὐτοῦ» (Α΄ Πετρ. 2, 22) έδωκεν «ἑαυτὸν ἀντίλυτρον ὑπὲρ πάντων» (Α΄ Τιμ. 2,6) ἐξαγοράσας ἡμᾶς ἀπὸ τῆς κατάρας» (Γαλ. 3,13). Η αναγωγή στην βιβλική αφήγηση είναι αναγκαία καταρχάς, καθότι έρχεται να προσφέρει τις θεμελιώσεις εκείνες που θα εξασφαλίσουν ως εκ των ιστορικών - διαπιστώσιμων συμβάσεων την αντικειμενικότητα. Εδώ δεν είναι εφικτή μία γενικευμένη θεολογική συζήτηση, εάν δεν έχει τα εφαλτήριά της στην εμπειρία του θείου που είχαν οι άνθρωποι, μίας συγκεκριμένης εποχής αναφορικά με τον τρόπο της παρέμβασης – παρουσίας του. Και είναι μία προϋπόθεση που ο ίδιος ο Ιωάννης ο Θεολόγος και μύστης των θείων αποκαλύψεων την έχει θέσει ήδη ρητά, από το προοίμιο μάλιστα του Ευαγγελίου του. Συνεπώς, ο Χριστός είναι ο πραγματικός Σωτήρ των ανθρώπων, ο οποίος εξουδετερώνει τις αρνητικές ως προς το αυθεντικό δυνάμεις και κληροδοτεί την χάρη στους αξίους εκείνους οι οποίοι πορεύονται προς μία επανα-ανακάλυψή του, χωρίς να προβαίνει ωστόσο σε εγκατάλειψη των υπολοίπων. Αλλά, για να πραγματωθεί το υποστατικό πλήρωμα, είναι απαραίτητο να υπάρξει η ανθρώπινη συνέργεια, η οποία υπό οιαδήποτε οπτική πρέπει να επικυρώνει την ελεύθερη προαίρεση -αυτεξούσιο του κάθε ατόμου. Με τη σταυρική θυσία του ήλεγξε καταλυτικά την αμαρτία και την πηγή που την τροφοδοτεί, τον διάβολο, εξουδετέρωσε την δύναμή του και ό,τι προερχόταν από την παρουσία του. Γράφει επί λέξει ο Βυζαντινός διανοητής: «ὅτι ὁ ἀληθινὸς Σωτὴρ ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ τῶν πονηρῶν καθαιρέτης δυνάμεων, καὶ κληροδότης τῶν ἀξίων τῆς χάριτος, κατὰ τὸν καιρὸν τῆς αὐτοῦ ἐνανθρωπήσεως διὰ σταυροῦ καταλαβόμενος τὴν ἁμαρτίαν καὶ τὸν βασιλέα αὐτῆς τὸν διάβολον (ἦρχε γὰρ πάντων ποτὲ βασιλεύουσα ἡ ἁμαρτία) ἀπέκτεινε τῷ ρήματι τῆς δυνάμεως αὐτοῦ, καὶ ἐξωλόθρευσεν αὐτῆς πᾶν ἐμπνέον,…».236 Από τα ανωτέρω καθίσταται προφανές ότι ο Κύριος σταυρώνεται, προκειμένου να πληρώσει το μέτρο της άκρας φιλανθρωπίας του Θεού προς την σωτηρία του πεπτωκότος πλάσματός του. Επιχειρώντας μία περαιτέρω εξήγηση, θα σημειώναμε ότι τέτοιου είδους κένωση μόνον το απόλυτο μπορεί να πραγματώσει, καθότι δηλώνει μία αυθυπέρβαση τέτοιων διαστάσεων που δεν είναι κατανοητές από την ανθρώπινη σκέψη. Σαφέστατα και δεν καταγράφεται μία πράξη ανθρωπίνως ανέφικτη, αλλά, για να οδηγηθεί στην πραγμάτωσή της αυτή, απαιτείται μία μακρά επιμελητεία και κατάθεση του συνόλου των γνωστικών δυνάμεων. Η επανάληψη του θείου εκ μέρους του ανθρώπου, ατομικά και συλλογικά, αναδεικνύεται βαθμιαία μέσα στο ιστορικό γίγνεσθαι.

Εδώ ωστόσο δεν εμφανίζεται μία τάση εξουδετέρωσης της ανθρώπινης συμμετοχής. Ο σταυρωμένος Χριστός δεν είναι η άρνηση του ανθρώπου, αλλά η ανόρθωσή του, δεν είναι ένας Θεός σφετεριστής της ανθρώπινης ελευθερίας, αλλά ο σταθερότατος υπερασπιστής της. Μιας ελευθερίας, η οποία, ως κατάσταση σημαίνει εκούσια σταύρωση του ατομισμού και της αυτονομίας μας, δεν απεμπολεί την αυθεντικότητα ούτε των επιμέρους και τρεχουσών ελευθεριών του ατόμου. Η απόλυτη επιλογή της εκφράζεται ως κοινωνία αγάπης, κοινότητα προσώπων και ελευθερία ανθρώπων237. Δεν οδηγεί δηλαδή αποκλειστικά σε αυτοαναφορές, σε αυτοεπικυρώσεις και σε αυτοπραγματώσεις, αλλά σε καταστάσεις που μεταμορφώνουν το έτερον υπό τον τύπο της μετακένωσης. Και μία τέτοια προοπτική ριζικού μετασχηματισμού μόνον το απόλυτον μπορεί να πραγματώσει, όχι όμως μόνον καθεαυτό αλλά και με όρους αρχετυπικούς, καθότι ο Θεός αναδεικνύει ως μείζονα αξία την συνέργεια εκ μέρους των οντοτήτων που θα μετάσχουν στα ανωτέρω παραδείγματα.

Από το σημείο αυτό και εκείθεν, χωρίς να αναιρούνται οι συνέπειες της πτώσης, αποδίδεται εκ νέου αλλά και υπό συνθήκες απτές και υποκείμενες στην άμεση αισθητηριακότητα στον άνθρωπο η παραδείσια δυνατότητα εκλογής ανάμεσα στην όντως ζωή και στην παρά φύσιν 238. Υπό τους ανωτέρω όρους, ο άνθρωπος ευρίσκεται προ δύο δυνατοτήτων : ή θα ανασταυρώσει τον Χριστόν, (Εβρ. 6,6), εμμένοντας στην ακραία εκτροπή ή θα δεχθεί την διά του σταυρού προσφερομένη λύτρωση από την αμαρτία, την φθορά και τον θάνατο. Μέση λύση δεν υπάρχει, οπότε συμβιβαστικές καταστάσεις δεν μπορούν να διεκδικήσουν την αναγωγή τους στο προσκήνιο. Το απόλυτο δεν προτάσσει τις επιμέρους αφομοιώσεις, αλλά κινητοποιεί την επανάληψή του από μία οντότητα που κατά φύσιν είναι έτερη προς το ίδιο. Σημειωτέον ότι η προσοικείωση των καρπών του πάθους του Χριστού δίδει την απάντηση στο ερώτημα αναφορικά με το πώς γενικότερα προσοικειούται ο άνθρωπος την αντικειμενικώς προσενεχθείσα λύτρωση. Κατά την χριστιανική διδασκαλία, η ιστορία απέδειξε ότι ο άνθρωπος δεν κατέγραψε συνθήκες κτήσης ή ανάκτησης του θείου. Όθεν, χρειαζόταν το αισθητό εκείνο παράδειγμα το οποίο θα του αποτύπωνε με συγκεκριμένους αναβαθμούς την κατά χάριν μεταμόρφωσή του. Η πρόταση δεν μπορούσε πλέον παρά να αναδειχθεί ιστορικώς. Αλλά επρόκειτο σαφώς για μία ιστορία που είχε σαφείς τις μεταϊστορικές προοπτικές. Ως εκ των ανωτέρω, η μίμηση του Χριστού δεν πρέπει να νοηθεί μόνον ηθικώς. Το κανονιστικό παράδειγμα των ηθικών αρετών έχει έναν άξονα εμβέλειας που, όσο και αν συνιστά μείζον κατόρθωμα, και με εμφανή έναν βαθμό τελολογίας, περιορίζεται στο ενδοκοσμικό πλαίσιο. Επιπλέον, πρέπει να προστεθεί ότι κατά το χριστιανικό παράδειγμα «πολλῷ μᾶλλον» η ηθική μίμηση είναι ανέφικτη, εάν δεν προηγηθεί μίμηση στις σωτηριώδεις πράξεις του Χριστού: εάν ο άνθρωπος δεν συσταυρωθεί, συναποθάνει και συνταχθεί μετά του Χριστού Εδώ ωστόσο είναι απαραίτητο ένα προθεωρητικό στάσιμο, το οποίο πάντως έχει προετοιμασθεί στα όσα έως εδώ έχουν διαμειφθεί. Εφόσον η κίνηση του Θεού δεν διαρθρώνεται μόνον με όρους αυτοαναφοράς, είναι επόμενο να μετακυλίονται οι εξακτινώσεις του στον ορίζοντα της αφομοίωσής τους. Ειδάλλως, δεν είχε ουδένα λόγο να εκδηλωθεί, καθότι εξ ορισμού η σχέση του Εκείθεν με το Εντεύθεν θα παρέμενε πολλαπλώς ανενεργός. Η συσταύρωση σημαίνει αφομοίωση του απολύτου και συνειδητή, με διαφορετικούς όρους, ενεργοποίησή του. Είναι το εφαλτήριο για να τεθεί σε διαδικασία πραγμάτωσης το «καθ’ ομοίωσιν». Την σταύρωση λοιπόν ως συσταύρωση με τον Χριστό παρουσιάζει αναλυτικότατα ο Μάξιμος, καθότι το εν λόγω κενωτικό γεγονός τού προσφέρει καίρια εφόδια προκειμένου να αναδείξει τις θέσεις του περί ελευθερίας και περί αναγκαιότητας. Τα μέσα σταυρώσεως – συσταυρώσεως είναι: Η κάθαρση των λογισμών (η πρακτική φιλοσοφία), η εν πνεύματι φυσική θεωρία και νέκρωση των παθών, η αποβολή της συμβολικής θεωρίας των όντων (θεωρητική φιλοσοφία) και η ενότητα με τον Θεό διά της μυσταγωγίας, και τέλος η ενότητα με την θεολογική επιστήμη διά της μυστικής ενότητας239 (ανθρωπολογική φιλοσοφία). Το παράδειγμα αναγωγής που προβάλλεται, είναι σαφώς εξελικτικό και διέρχεται μέσα από συγκεκριμένους διαλεκτικούς αναβαθμούς διεύρυνσης των οριζόντων αναφοράς και κατακτήσεων. Εάν επιτευχθούν τα ανωτέρω, τότε ο άνθρωπος θα συναναστηθεί μετά του Χριστού. Εκεί συνίσταται, άλλωστε, η ανάκληση από την πτώση, αλλά επίσης και η ανάκληση από τον θάνατο καθώς και η νέα ζωοποίηση –αναγέννηση. Επιχειρώντας να προβούμε σε μία φιλοσοφική αποτύπωση των ανωτέρω, θα σημειώναμε ότι η παρηλλαγμένη στωική έκφραση «ὁμολογουμένως τῷ Θεῷ ζῆν» έρχεται να καταγράψει ένα εγχείρημα που σαφέστατα δεν έχει τις προϋποθέσεις να διακλαδισθεί, εάν δεν έχει εδραία γνωσιολογικά εφαλτήρια. Αν παραμείνουμε, για παράδειγμα, στην φυσική θεωρία, θα καταλήξουμε στην διαπίστωση ότι δεν εξαντλείται απλώς σε μία εμπειρική φυσιολογία, αλλά ότι έρχεται να καταγράψει μία ειδική σχέση του αιτίου με το αιτιατό. Η εν λόγω σχέση δεν ικανοποιεί μάλιστα ένα αίτημα της συνείδησης για κατανόηση αλλά ένα ευρύτερο:το αίτημα για ερμηνεία, η οποία οδεύει με σημασιολογήσεις αναφορικά με την διαλεκτική θείου - ανθρωπίνου. Βεβαίως, το αξιωματικό στοιχείο είναι διάχυτο, κυρίως αναφορικά με τον τρόπο ύπαρξης και λειτουργίας του Θεού ως αρχετύπου αιτίου. Δεν πρέπει όμως να λησμονούμε ότι ανάλογες θεωρητικές τάσεις συναντάμε σε όλη σχεδόν την εξέλιξη της πλατωνικής Ακαδημίας, χωρίς να θέτουμε στο περιθώριο και θέσεις που εκφράστηκαν από εκπροσώπους της Στοάς.
Είναι σαφές και εδώ ότι το ζήτημα περί της υπαρκτικής πληρότητας του ανθρώπου συναρτάται άρρηκτα με τον τρόπο τής εκ μέρους του διαχείρισης της ελευθερίας του. Η εν λόγω αυτονομία εδράζεται στο ότι η σταυρωμένη αγάπη δεν κινείται με εκβιασμούς και εξαναγκασμούς έναντι ουδενός ως προς να την αποδεχθεί. Η αλήθεια του σταυρού γνωρίζεται και ομολογείται μόνον ελεύθερα, με όρους μονίμως υπερβασιακούς και εκστατικούς ως προς την όποια διεκδικούμενη μακαριότητα της αυτοεπικύρωσης.

*********************************************************************************

235 Μαξίμου Ὁμολογητοῦ, Περὶ διαφόρων ἀποριῶν, P.G. 91, 1040 Β: «Ὁ νῦν ἄνθρωπος καὶ ἀσύνθετος ἦν, τὴν τε φύσιν ἁπλοῦς καὶ τὴν ὑπόστασιν, ἅτε δὴ μόνον Θεὸς, γυμνὸς σώματος καὶ τῶν ὅσα σώματος, κἄν νῦν προσλήψει σαρκὸς ψυχὴν ἐχούσης νοερὰν, ὅπερ οὐκ ἦν γέγονε, τὴν ὑπόστασιν σύνθετος, διαμείνας ὅπερ ἦν, τὴν φύσιν ἁπλοῦς, ἵνα σε σώσῃ τὸν ἄνθρωπον». Η όλη σχέση –διάκριση φύσης– υπόστασης συνυφαίνεται με το τελολογικό στοιχείο, το οποίο είναι μετα–ερμηνευτικό, καθότι εξέρχεται των ορίων της πραγματικότητας επί της οποίας αναφέρεται.
236 Μαξίμου Ὁμολογητοῦ, Περὶ διαφόρων ἀποριῶν, P.C. 91, 1120 CD. Για μία εισέτι φορά το αφηγηματικό στοιχείο είναι διάχυτο.
237 Βλ. Κ. Δεληκωσταντή, Τὸ ἦθος τῆς ἐλευθερίας, σ.σ. 25-27.
238 Βλ. Χρ. Γιανναρά, ἀλφαβητάρι τῆς πίστης, σελ. 130.
239 Μαξίμου Ὁμολογητοῦ, Περὶ διαφόρων ἀποριῶν, P.G. 91, 1357D-1361A. Πρβλ. Αρχ. Φ. Μακρυστάθη, Προσωπικότητα καὶ Ἀγάπη κατὰ τὸν ἅγιο Μάξιμο τον Ὁμολογητή, εκδ. «Μαξιμιανά», Πειραιάς 1999, σελ. 69.

aπό το ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΓΚΑΙΟΤΗΤΑ
ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΜΑΞΙΜΟ ΤΟΝ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗ Διδακτορική Διατριβή

πηγή :  Nemertes

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...