/*--

Παρασκευή, 22 Νοεμβρίου 2013

Ὁ Μικρασιάτης Φώτης Κόντογλου καὶ τὸ λειτουργικὸ κάλλος τῆς Ἐκκλησίας μας

 
Τὴν προσωπικότητα τοῦ Μικρασιάτη Φώτη  Κ ό ν τ ο γ λ ο υ  τὴν συνεῖχε ἡ ἀγάπη στὴ φιλοκαλικὴ πατερικὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, ὁ καηµὸς γιὰ τὸν πλοῦτο τῶν ἐθίµων τῆς  π ο ν ε µ έ ν η ς  Ρωµιοσύνης, ἡ ἀγωνία γιὰ τὴ µελλοντικὴ πορεία τοῦ νεοέλληνα καὶ τὸ µεγάλο ἐνδιαφέρον γιὰ τὸ λειτουργικὸ κάλλος τῆς Ὀρθοδοξίας, ἐκφραζόµενο µέσα ἀπὸ ὅλες τὶς λειτουργικές, λεγόµενες, τέχνες.

Συνήθως, µέσα ἀπὸ τὸ λογοτεχνικό του ἔργο καὶ τὴν ὅλη προσέγγιση τῆς φωτεινῆς προσωπικότητάς του, προβάλλουµε τὸν Φώτη Κόντογλου µόνο ὡς ἁγιογράφο. Τὰ τελευταῖα, βεβαίως, χρόνια τὸ ἐνδιαφέρον γιὰ τὸ µεγάλο Ἕλληνα συγγραφέα καὶ καλλιτέχνη εἶναι εὐρύτερο. «Γιὰ νὰ µιλήσει κανεὶς σωστὰ γιὰ τὸν Κόντογλου – γράφει ὁ καθηγητὴς Ἀνέστης Κεσελόπουλος – πρέπει νὰ ξεκινήσει ἀπὸ τὸν ἀληθινὰ καὶ συνειδητὰ ὀρθόδοξο χριστιανὸ καὶ ἔπειτα νὰ πάει στὸν ἁγιογράφο, τὸ λογοτέχνη καὶ τὸν ὁµολογητὴ τῆς πίστεως» («Ὁ Φώτης Κόντογλου καὶ ἡ παράδοση τῆς Ρωµιοσύνης», στὸ ἔργο: Ἀπὸ τὸν Παπαδιαµάντη στὸν Πεντζίκη, ἐκδ. « Παλίµψηστον », Θεσσαλονίκη 2003, σ. 199). Ἕνας δὲ ἀπὸ τοὺς στενοὺς συνεργάτες τοῦ Φώτη Κόντογλου στὸ περιοδικὸ Κιβωτός, ὁ Βασίλης Μουστάκης, σηµείωνε: «Πιὸ γνήσιο Ἕλληνα δὲν εἴδαµε στὶς µέρες µας. Αὐτὸ πολλοὶ τ’ ὁµολογοῦν. Πρὶν ἀπ’ ὅλους, ὅσοι τὸν γνώρισαν ἀπὸ κοντά. Ὅσοι ἀνέπνεαν µέσα στὴν προσωπική του παρουσία. Γιατὶ ὁ ἄνθρωπος καὶ τὸ ἔργο του εἶναι ἕνα σ’ αὐτόν.

Καὶ τὰ δύο ἦταν ἡ ἀλήθεια τῆς ὀρθοδοξίας, ὅπως – µετὰ τὸν Παπαδιαµάντη – κανεὶς δὲν τὰ ἔζησε καὶ δὲν τὰ ἐξέφρασε στὴν νεώτερη Ἑλλάδα» (Μνήµη Κόντογλου, Ἀθήνα 1975, σ. 48).Ὁµολογουµένως θὰ πρέπει νὰ εἴµαστε εὐγνώµονες ἀπέναντι στὸν Φώτη Κόντογλου, διότι πρόβαλλε τὴ χριστοκεντρική, ἀσκητικὴ καὶ ἁγιοπατερικὴ Ὀρθοδοξία καὶ τὸν ἀληθινὸ ἄνθρωπο, ἐµβαθύνοντας στὸν πλοῦτο, τὸ κάλλος καὶ τὴ θεολογία τῆς λατρευτικῆς ζωῆς καὶ παράδοσης.

Ὅταν κάποιος ἀπὸ τοὺς ξένους ἐρχόταν στὴν Ἑλλάδα, ὁ Κόντογλου δὲν τὸν ξεναγοῦσε σὲ κοσµικὰ ἀξιοθέατα τῆς πατρίδος µας, ἀλλὰ τὸν µυοῦσε στὸ κάλλος τῆς λειτουργικῆς προσευχῆς τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία ἐµπνέει, ἁγιάζει καὶ δίδει ἐλπίδα στὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν βοηθᾶ ὄχι ἁπλῶς νὰ µάθει, ἀλλὰ νὰ πάθει τὴν Ὀρθοδοξία. Γι’ αὐτό, ὅπως γράφει χαρακτηριστικά, τὸν πήγαινε «σὲ ἑσπερινούς, σὲ λειτουργίες, σὲ χωριὰ καὶ ρηµοκκλήσια, σὲ ἀγρυπνίες» («Τὸ βαθὺ µυστήριο τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἄς τὸ διαφυλάξουµε», στὸ ἔργο: Μυστικὰ Ἄνθη, Ἀθήνα 1981, σ. 56). Ἡ βυζαντινὴ εἰκόνα, γιὰ τὴν ὁποία ὁ Κόντογλου ἔκαµε πολὺ ἀγώνα νὰ ξαναβρεῖ τὴν παλαιὰ ὀρθόδοξη ἔκφρασή της, ἀποτελεῖ τὸ κατ’ ἐξοχὴν λειτουργικὸ σύµβολο ποὺ βοηθᾶ τὸν πιστὸ νὰ προσεύχεται ἀδιαλείπτως καὶ νὰ βιώνει µυστικὰ τὴν κοινωνία µεταξὺ κτιστοῦ καὶ ἀκτίστου. «Τὰ σχήµατα καὶ τὰ χρώµατα στὴ βυζαντινὴ τέχνη – τονίζει χαρακτηριστικὰ – γίνονται µυστικά, γιὰ νὰ µπορέσουνε νὰ ἐκφράσουνε τὸν µυστικὸ κόσµο τοῦ πνεύµατος» (Ἡ πονεµένη Ρωµιοσύνη, Ἀθήνα 1980 σ. 98). Παναγιώτη Ἰ. Σκαλτσῆ Ἀναπλ. Καθηγητοῦ Α..Π.Θ..

Ὅπως ἀκριβῶς ἡ ἁγιογραφία, ἔτσι καὶ ὅλες οἱ ἄλλες ἐκκλησιαστικὲς τέχνες, ἡ ἀρχιτεκτονική, ἡ ψαλµωδία, καί ἡ ὑµνογραφία.  ἀ π ο τ ε ί ν ο ν τ α ι  στὸν ἐσωτερικὸ ἄνθρωπο καὶ  ἀ ν α δ ε ι κ ν ύ ο υ ν  τὸ φιλόκαλο χαρακτήρα τῆς λατρείας καὶ τὴν πνευµατικὴ διάσταση τῆς  Ὀ ρ θ ο δ ο ξ ί α ς .

Μὲ τὸ ἴδιο πάθος, µὲ τὸ ὁποῖο  ἀ ν τ ε τ ί θ ε ν τ ο  στὸ Δυτικὸ τρόπο ἀπεικόνισης τῶν ἁγίων, ἀντµετώπιζε καὶ τὸ ξενόφερτο πνεῦµα στὴν ἐκκλησιαστικὴ µουσική, σύµφωνα µὲ τὸ ὁποῖο, στὴν Ἀθήνα τουλάχιστον, τὰ τροπάρια ψέλνονταν «µὲ φράγκικο ὕφος καὶ µὲ κανταδόρικους αὐτοσχεδιασµού». Μεταξὺ δὲ τῶν ἄλλων παραδειγµάτων ἀναφέρεται καὶ στὸν ὑπέροχο βυζαντινὸ ἐθνικό µας ὕµνο «Τῇ ὑπερµάχῳ …», ὁ ὁποῖος στὴν ἐποχή του ψαλλόταν «µὲ ἰταλιάνικη µουσικὴ» (Μυστικὰ Ἄνθη, σ. 130). «Μαστροχαλαστάδες … χωρὶς κανένα βαθὺ αἴσθηµα ἢ σοβαρὸν στοχασµὸ» (Εὐλογηµένο καταφύγιο, ἐκδ. «Ἀκρίτας», Ἀθήνα 1985, σσ. 204-205) θεωρεῖ ὁ Φώτης Κόντογλου ὅλους ὅσοι νοµίζουν πὼς τὰ ξέρουν ὅλα καὶ µὲ τὶς πρωτοβουλίες τους πάνω σὲ θέµατα ποὺ ἀφοροῦν τὴ µουσική, τὴ γλυπτική, τὴ ζωγραφική, τὰ λειτουργικὰ σκεύη καὶ ἄµφια, τὸν ἐσωτερικὸ διάκοσµο καὶ τὸν ἐξοπλισµὸ τοῦ Ναοῦ «κάνουνε τέτοια βαναυσουργήµατα, ποὺ νὰ πιάνει ἀπελπισία τὸν ἄνθρωπο» (Μυστικὰ Ἄνθη, σ. 127)

.Ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον ἔτρεφε ὁ Μικρασιάτης Φώτης Κόντογλου γιὰ τὶς χριστιανικὲς ἑορτές, τὴ µυστηριακὴ ζωή, ἀλλὰ καὶ τὸ µεγαλεῖο τῆς ὀρθόδοξης Ὑµνογραφίας. Στὶς γιορτὲς τῆς Ὀρθοδοξίας ὁ πιστὸς βιώνει τὴ λεγόµενη χαρµολύπη, τὴ χαρὰ δηλαδὴ γιὰ τὴ σωτηρία καὶ τὴ λύπη γιὰ τὶς ἁµαρτίες. Ἡ γιορτὴ γιὰ τὸν Κόντογλου εἶναι µία συνεχὴς πορεία µὲ τὸ Χριστό, εἶναι ἡ µυστικὴ λειτουργία ποὺ τὴ νοιώθουν ὅσοι πίνουν ἀπὸ τὴν ἄφθαρτη πηγὴ τῆς Ὀρθοδοξίας (Μυστικὰ Ἄνθη, σσ. 138- 139, 319-321). Κέντρο αὐτῆς τῆς µυστικῆς λειτουργίας εἶναι ἡ θεία Εὐχαριστία, «ἡ τράπεζα ἡ πνευµατικὴ ποὺ εἶναι στρωµένη καὶ µᾶς καλεῖ νὰ πάρουµε τροφὴ ἀθάνατη, τὸν ἄριο ποὺ κατέβηκε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ τὸ κρασὶ τῆς παλιγγενεσίας» (Μυστικὰ Ἄ ν θ η , σ σ . 2 7 8 - 2 7 9 ) . 

Τὴν ἐµπειρία αὐτῆς τῆς µυστικῆς λειτουργίας, ποὺ ἀναδεικνύει τὸ ἐσωτερικὸ κάλλος καὶ τὴν ὡραιότητα τοῦ ἀληθινοῦ ἀνθρώπου, ὑπηρετεῖ καὶ ὁ ὀρθόδοξος ὕµνος. Ὁ Κόντογλου ἀγαποῦσε τὰ τροπάρια τῆς Ἐκκλησίας. Ὁρισµένες φορὲς τὰ µετέφραζε ἢ τὰ σχολίαζε, ὅπως π.χ. ἔκανε µὲ τὸν ἑσπερινὸ ὕµνο, τὸ «Φῶς ἱλαρόν», ποὺ λόγῳ τῆς ἀρχαιότητάς του ἀναγνώριζε ὅτι «ἔρχεται µέσα ἀπὸ τὰ βάθη τῆς µυστηριώδους Ἀσίας» (Μυστικὰ Ἄνθη, σ. 107).

«Ὁ Θεὸς – τόνιζε ὁ Φώτης Κόντογλου – νιώθεται µὲ τὴν καρδιά, καὶ ὄχι µὲ τὸ µυαλό». Αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν καρδιακὴ καὶ ἐσωτερικὴ ἐµπειρία τοῦ Θεοῦ ἐργάζεται ἡ ὀρθόδοξη λατρεία σὲ ὅλες τὶς ἐκφράσεις της, τὸ λόγο, τὴν εἰκόνα, τὰ σύµβολα, τὶς γιορτές, τὰ µυστήρια. Τὸ λειτουργικὸ κάλλος, ὡς ἐσωτερικὴ ὀµορφιὰ καὶ ἁγιότητα, ὡς σεβασµὸς στὴν ὀρθόδοξη παράδοση καὶ ἐναντίωση στὶς ἀπειλὲς τῆς ἀλλοτρίωσης, εἶναι αὐτὸ στὸ ὁποῖο πρέπει νὰ ἀναβαπτιζόµαστε καὶ σήµερα, γιὰ νὰ λειτουργοῦµε σωστὰ ὡς ἄνθρωποι καὶ καθηµερινὰ νὰ ἑορτάζουµε τὴ νέκρωση τοῦ θανάτου καὶ τὴν ἀνάσταση τῆς καινούριας ἐν Χριστῷ ζωῆς.

Παναγιώτη Ἰ. Σκαλτσῆ Ἀναπλ. Καθηγητοῦ Α..Π.Θ..

πηγή : Περιοδικό Ορθόδοξα Μυνήματα 

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...