/*--

Σάββατο, 2 Νοεμβρίου 2013

Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου (Πνευματικά Γυμνάσματα Μελέτη ΙΖ΄, β΄)

   

«Ὅτι ὀφείλουμε νά ἀγαπᾶμε τόν Θεό, διότι αὐτός καθ̓ ἑαυτόν εἶναι ἄξιος κάθε ἀγάπης»

H κυριότερη αἰτία πού σέ παρακινεῖ νά ἀγαπᾶς τόν Θεό περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλο καλό εἶναι ὅτι αὐτός εἶναι ἄξιος κάθε ἀγάπης. Καί ἄν ὑποθέσουμε ὅτι ὁ Θεός δέν ζητοῦσε ἀπό σένα ὡς ἐντολή αὐτήν τήν ἀγάπη μέ τόση σφοδρότητα, ἐσύ θά ἔπρεπε νά τήν προσφέρεις σέ αὐτόν, καθώς τό ἀπαιτοῦν ὅλοι οἱ νόμοι τοῦ χρέους σου, διότι κάθε βαθμός ἀγάπης ἀντικείμενο ἔχει τό ἀγαθόν. Ἐπ̓ αὐτοῦ ὁμοφρονοῦν ὁ Ἀριστοτέλης καί ὅλοι οἱ ἠθικοί φιλόσοφοι: «ἀγαθόν ἐστι, οὗ πάντα ἐφίεται» (καλό εἶναι αὐτό πού τό ἐπιθυμοῦν ὅλοι). Ἐπειδή δέ ὁ Θεός εἶναι ἄπειρο ἀγαθό, λοιπόν ὅλες οἱ καρδιές ὀφείλουν νά ἀγαποῦν τόν Θεό μέ ἄπειρη ἀγάπη. Θέλεις νά τό καταλάβης καλύτερα; Πές μου, τί ἔχεις κατά νοῦ, ὅταν ἀκοῦς τό ὄνομα Θεός; Σκέψου μέ τόν λογισμό σου ὅτι αὐτός ὁ Θεός εἶναι σάν ἕνα πλήρωμα ὅλων τῶν προνομίων, ὅλων τῶν τελειοτήτων, ὅλων τῶν προτερημάτων καί ὅλων τῶν ἀγαθῶν πού μπορεῖς νά συλλογισθῆς, δηλαδή ὡραιότητας, σοφίας, δυνάμεως, ἁγιότητας, μεγαλειότητας, ἀγαθότητας, ἀπειρίας, ζωῆς, εἰρήνης, ἀληθείας, βασιλείας, δικαιοσύνης, σωτηρίας. Πρέπει ὡστόσο νά ξέρης, μέ ὅλα αὐτά τά μεγάλα καί ὑψηλά πού σκέφτηκες, δέν ἔκανες τίποτε, οὔτε φυσικά βρῆκες τήν ἀλήθεια, διότι αὐτά δέν εἶναι Θεός, οὔτε ὁ Θεός εἶναι αὐτά. Ἀλλά αὐτά μέν εἶναι περί τόν Θεό, ὁ δέ Θεός εἶναι ἕνα ὄν ἀπείρως ἀνώτερο ὅλων αὐτῶν. Γἰ αὐτό καί ὁ Θεοφόρος Μάξιμος λέγει, «πάντων τῶν ὄντων καί μετεχόντων (ἤτοι τῶν κτισμάτων) καί μεθεκτῶν (ἤτοι τῶν ἀκτίστων τοῦ Θεοῦ καί φυσικῶν δυνάμεων καί ἐνεργειῶν, τῶν ὁποίων τά κτίσματα μετέχουν) ἀπειράκις ἀπείρως ὑπερεξήρηται ὁ Θεός (κατά τήν οὐσία καί τή φύση δηλαδή) (κεφ. μθ΄ τῆς α΄ ἑκατοντάδος τῶν θεολογικῶν).
Λοιπόν, ξανασκέψου καί ἀναλογίσου ἄπειρες φορές ὅλο αὐτό τό ἄθροισμα τῶν τελειοτήτων καί προσπάθησε παρομοίως νά τό στοχάζεσαι μέ αὐτόν τόν τρόπο σέ ὅλη τήν αἰωνιότητα, καί ὕστερα ἀπό πολλούς καί ἀναριθμήτους αἰῶνες, θά συνειδητοποιήσης ὅτι ἀπέχεις τόσο πολύ ἀπό τό νά καταλάβεις
τόν Θεό σου, ὅσον ἤσουν μακράν τήν πρώτη ἡμέρα, πού ἄρχισες νά ἐπιχειρῆς αὐτήν τήν ὑπόθεση. Ὁ Θεός εἶναι ἕνα ὄν ἐντελῶς διαφορετικό ἀπό ἐκεῖνο πού ἐμεῖς μποροῦμε νά καταλάβουμε. Ὁ Θεός εἶναι μία ἄβυσσος ἀγαθότητας, ὡραιότητας, σοφίας, μεγαλειότητας καί δυνάμεως, ἀπείρως ἀνώτερος ἀπό ἐκείνην τή γνώση πού ἐμεῖς ἔχουμε στόν νοῦ μας, ὅταν προφέρουμε αὐτές τίς λέξεις, ἐπειδή αὐτός ἔχει ὅλες αὐτές τίς τελειότητες, ἀλλά κατ̓ ἄλλον τρόπο, τελείως διαφορετικό ἀπό ἐκεῖνον πού ἐμεῖς μποροῦμε νά καταλάβουμε. Τίς ἔχει χωρίς τέλος, διότι εἶναι ἄπειρος, διότι εἶναι καθαρή ἐνέργεια˙ τίς ἔχει χωρίς νά τίς λαμβάνει ἀπό κάποιον ἄλλο, διότι εἶναι ἀνεξάρτητος˙ τίς ἔχει χωρίς ἔλλειψη, διότι εἶναι τό πλήρωμα κάθε ἀγαθοῦ˙ τίς ἔχει ὅλες μαζί, διότι εἶναι ἀμετάβλητος˙ τίς ἔχει χωρίς φόβο νά τίς στερηθῆ, διότι εἶναι σέ αὐτόν οὐσιώδεις.
Καί γιά νά τό πῶ μέ συντομία: τίς ἔχει ἀπείρως, ὑπερτελῶς, ὑπεραιωνίως, ὑπεραγνώστως. Γἰ αὐτό καί ὁ ἐξοχότατος Θεολόγος, ὁ Ἱερόθεος, ὁ διδάσκαλος Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου εἶπε στίς Θεολογικές στοιχειώσεις, ὅτι «ὁ Θεός ὑπερφυῶς ἔχει τό ὑπερφυές καί ὑπερουσίως τό ὑπερούσιον» (κεφ. β΄ περί θείων ὀνομάτων). Λοιπόν, ἕνας Δεσπότης τόσον ἐράσμιος, πού μόνον νά θεωρηθῆ πρόσωπο πρός πρόσωπο (δηλ. νά δῆ κανείς τό πρόσωπό Του) ἀρκεῖ γιά νά καταβυθίση σέ ἕνα πέλαγος χαρᾶς αἰωνίως ὅλους τούς μακαρίους καί ὅπου, ἐάν θεωρηθῆ κατά τρόπο ἀκάλυπτο στόν Ἅδη, ἐπαρκεῖ νά τόν μεταβάλη ὅλον σέ ἕνα Παράδεισο, -αὐτός λέγω- ὁ τόσος καί τόσος δέν φθάνει καί σένα νά σέ μεταστρέψη στήν ἀγάπη Του, δέν εἶναι ἄξιος γιά νά Τόν ἀγαπήσης καί νά γεμίσης ἀπό τή χαρά Του; Ὤ παράδοξο ἄκουσμα! Ἐγώ βλέπω πώς μιά μονάχα σταγόνα καλοῦν νά σοῦ δώσουν τά κτίσματα καί ἀμέσως κερδίζουν τήν καρδιά σου καί τήν ἕλκουν, ὅπως ὁ μαγνήτης ἕλκει τόν σίδηρο στό νά τά ἀγαπᾶ, καί ἕνας ἄπειρος ὠκεανός τῶν καλῶν, νά μή μπορῆ νά κερδίσει τήν καρδιά σου; Καί ἄν ἐσύ εἶχες ἐκ φύσεως μία ἄπειρη ἀγάπη στήν καρδιά σου, ἔπρεπε νά τή χρωστᾶς ὁλόκληρη ὡς φόρο σέ ἐκείνη τήν ἄπειρη τοῦ Θεοῦ μεγαλειότητα, καί τώρα πού ἡ ἀγάπη σου εἶναι τόσο ἐλλιπής καί τόσο περιορισμένη, πάλι νά μή θέλης νά τή δώσης ὁλόκληρη στόν Θεό, ἀλλά μόλις καί μετά βίας νά τοῦ δίνης ἕνα ἐλάχιστο μέρος;
Καί τί μεγάλο πρᾶγμα σοῦ ζητεῖ ὁ Θεός, ἀδελφέ, ζητώντας σου νά τόν βάλεις στόν πρῶτο τόπο τῆς καρδιᾶς σου καί νά προτιμᾶς τή φιλία Του περισσότερο ἀπό κάθε κτιστό ἀγαθό; Συλλογίσου λοιπόν τί λογῆς καταισχύνη πρόκειται νά λάβης, ταλαίπωρε, ἄν δέν δώσης στόν Θεό οὔτε κἄν αὐτό τό λίγο. Ὅλα τά κτίσματα σέ ὑπηρετοῦν καί σέ ἀγαποῦν μέ αὐτήν τήν προϋπόθεση, νά ἀγαπᾶς καί σύ τόν δικό τους καί δικό σου ποιητή καί Δεσπότη, καθώς εἶπε ὁ μακάριος Αὐγουστίνος: «τά μέν ἔξωθεν διά τό σῶμα ἐδημιούργησες, αὐτό δέ τό σῶμα διά τήν ψυχήν, τήν δέ ψυχήν διά σέ, διά νά ἀσχολεῖται μόνο μέ σέ, μόνο ἐσέ νά ἀγαπᾶ» (εὐχ. ι΄ ἤ κα΄). Συνεπῶς, ὅταν ἐσύ ἀντί νά τόν ἀγαπᾶς, τόν βλάπτεις, γίνεσαι ἄξιος νά ξεσηκωθοῦν ἐναντίον σου ὅλα τά κτίσματα καί νά σέ ἀφανίσουν, διότι δέν ὑποφέρουν αὐτά, ἔμψυχα, ἄψυχα, αἰσθητά, ἀναίσθητα, ἄλογα, νά ἀγαποῦν τόσο τόν ποιητή τους, κάθε ἕνα κατά τή φυσική του δύναμη καί ἐπιτηδειότητα (γἰ αὐτό καί παντοκρατορικό ὀνόμασε τόν θεῖο ἔρωτα, τό πετεινό τοῦ οὐρανοῦ, ὁ θεῖος Διονύσιος, ἐπειδή κρατεῖ καί συνέχει τά πάντα). Ἐσύ δέ ὁ λογικός ἄνθρωπος νά μήν τόν ἀγαπᾶς μέ ὅλη σου τή θέληση; Λοιπόν, νά ντραπῆς, νά ντραπῆς γιά τή ζωή πού ξόδευσες τόσο κακῶς ἕως τώρα. Ἀποφάσισε νά διορθώσης ὅλες σου τίς ἀταξίες καί νά ἀγαπήσης ὁλόψυχα καί μέ ὅλη σου τήν καρδιά τόν Θεό καί εἶμαι βέβαιος ὅτι, ἀφοῦ μιφορά δοκιμάσης πόσο γλυκειά εἶναι ἡ θεϊκή ἀγάπη, θά κλαύσης γιά τόν περασμένο καιρό τῆς ζωῆς σου, κατά τόν ὁποῖον δέν ἀγάπησες τόν Θεό, καθώς εἶχες χρέος. Νά πῆς μαζί μέ τόν ἱερό Αὐγουστίνο «ἀργά σέ ἀγάπησα, κάλλος οὕτως ἀρχαῖον, ἀργά σέ ἠγάπησα, ἀλλοίμονον γιά τόν χρόνον ἐκεῖνον, πού δέν σέ ἀγαποῦσα» (εὐχ. λ΄).Καί ἐπειδή ὁ Κύριος ἦλθε ἀπό τόν οὐρανό γιά νά ἀνάψη στίς καρδιές τῶν ἀνθρώπων αὐτό τό οὐράνιο πῦρ τῆς θείας ἀγάπης, παρακάλεσέ Τον νά τό ἀνάψη τώρα καί στήν καρδιά σου καί νά σοῦ δώση χάρη νά μή σβήση ποτέ στούς ἀτελείωτους αἰῶνες: «πῦρ ἦλθον βαλεῖν ἐπί τήν γῆν καί τί θέλω εἰ ἤδη ἀνήφθη;» (Λουκ. ιβ΄ 49).
Προπάντων δέ, παρακάλεσέ Τον νά φωτίση τόν νοῦ σου γιά νά Τόν γνωρίσης πρῶτα καί ἔπειτα νά Τόν ἀγαπήσης, διότι ἡ αἰτία πού δέν ἀγαπᾶς τόν Θεό εἶναι, διότι δέν Τόν γνωρίζεις, καθώς λέγει ὁ θεῖος καί μανικός ἐραστής τοῦ Θεοῦ Αὐγουστίνος, «φῶς αἰώνιον, φώτισε τήν ψυχήν μου, νά
σέ νοεῖ καί γινώσκει καί ἀγαπᾶ, διά τοῦτο γάρ Κύριε σέ οὐκ ἀγαπᾶ, διό- τι δέν σέ γινώσκει, ἤ διά τοῦτο δέν σέ γινώσκει, διότι δέν σέ νοεῖ καί διά τοῦτο δέν σέ νοεῖ, διότι δέν καταλαμβάνει τό φῶς σου» (εὐχ. ἐρωτικ. Α΄).

πηγή : Ερώ (ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ TOY ΚΕΝΤΡΟΥ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ
ΜΕ ΛΕΤΗΣ-ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΑΞΙΩΝ ΜΑΣ)

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...