/*--

Πέμπτη, 21 Νοεμβρίου 2013

Η Παναγία μας ήρθε θαυματουργά στον κόσμο

   
Η Παναγία μας ήρθε θαυματουργά στον κόσμο, ως αποτέλεσμα προσευχής των άκληρων μέχρι τότε, γονέων της, των Αγίων Ιωακείμ κι ΄Αννας, Οι τελευταίοι, Θεοφοβούμενοι όντες, όταν έφθασε στην ηλικία των τριών ετών, την οδήγησαν στο Ναό του Θεού, την αφιέρωσαν στον Κύριο και την παρέδωσαν στην φροντίδα των Ιερέων. Με τη σειρά τους αυτοί, οι σεβάσμιοι λευίτες, όταν έφθασε δώδεκα χρονών, εκτελώντας την υποχρέωση που ανελαβαν απ’ τους γονείς, τη μνήστευσαν με τον ΄Αγιο Ιωσήφ που ήταν χήρος κι ηλικιωμένος.
Κατά τη διάρκεια της μνηστείας δέχτηκε τον Ευαγγελισμό από τον Αρχάγγελο Γαβριήλ, ο οποίος της ανήγγειλε τη βουλή του Θεού, χαρμόσυνο γεγονός για όλη την ανθρωπότητα, ότι θα συλλάβει «εκ Πνεύματος Αγίου». ΄Ετσι έγινε το ευλογημένο όργανο του σχεδίου του Θεού αποσκοπώντας στη σωτηρία του κόσμου. (Λουκά α΄ 26-38). Γι’ αυτό, ως προς την τιμή που της αποδίδεται, κατατάσσεται στην πρώτη θέση μεταξύ όλων των αγίων της Πίστης μας, ως Υπεραγία.

Μετά απ’ αυτό το χαρμόσυνο γεγονός, του Ευαγγελισμού, η Παναγία επισκέφτηκε στο χωριό ‘Ορεινή’ της Ιουδαίας την συγγενή της Αγία Ελισάβετ, μητέρα του Προδρόμου και Βαπτιστή Ιωάννη. Εκείνη καθώς την ασπάστηκε κατά τον χαιρετισμό της, όπως συνήθιζαν τότε σ’ εκείνον τον τόπο, επλήσθη Πνεύματος Αγίου’, αναγνώρισε το κυοφορούμενο μυστήριο κι έπλεξε το εγκώμιο της Παναγίας Θεοτόκου, απευθύνοντάς της τα εξής λόγια: «Ευλογημένη σύ εν γυναιξι και ευλογημένος ο καρπός της κοιλίας σου…». Κατόπιν, αφού η εκεί παραμονή της συμπλήρωσε το τρίμηνο, η Παναγία καταχαρούμενη επέστρεψε στη Ναζαρέτ, όπου πέρασε μια μεγάλη δοκιμασία.

Συγκεκριμένα όταν ο ΄Αγιος Ιωσήφ αντιλήφθηκε την εγκυμοσύνη της, πράγμα που ίσως προέκυψε απ’ την εξομολόγηση του παραπάνω περιστατικού απ’ την δια την Αειπάρθενο λόγω της αγνότητάς της ή και απ’ τη διαπίστωση των συμπτωμάτων με την παρέλευση του χρόνου, επειδή ήταν δίκαιος και δεν επιθυμούσε να την εκθέσει, να την στιγματίσει και να την τιμωρήσει παραδειγματικά, γιατί φοβόταν πιθανή απιστία σε βάρος του, ‘εβουληθη λάθρα απολύσαι αυτήν’. ΄Όμως εύκολα τον καθησύχασε και τον έπεισε κιόλας, ώστε να μεταβάλλει τη γνώμη του ΄Αγγελος Κυρίου με τη θαυμαστή πληροφορία που του μεταβίβασε, ότι «το εν αυτή γεννηθέν εκ Πνεύματος εστίν Αγίου».

Από τότε πήρε την Παναγία μαζί του ο Ιωσήφ υπό την προστασία του, αφού κατάλαβε τον υπερφυσικό της προορισμό και μετάνιωσε για το λάθος του που της απέδωσε μομφή, ενώ με άκαμπτη πίστη στο Ουράνιο Θέλημα, θεώρησε τον εαυτό του φύλακα και ασφαλή προστάτη, τόσο προς Αυτή, όσο και προς το Παιδί Της. Στη συνέχεια η Παναγία τον καιρό της απογραφής του πληθυσμού της Ρωμαϊκής Επικράτειας από τον Αύγουστο Καίσαρα, πήγε στην πατρίδα της, στη Βηθλεέμ κι εκει γέννησε, σπαργάνωσε και περιποιήθηκε τον σαρκωμένο Υιό και Λόγο του Τριαδικού Θεού. 

Όταν ο Χριστός συμπλήρωσε τις σαράντα μέρες στη γη, κατά το τοπικό έθιμο, ο Άγιος Συμεών τον υποδέχτηκε στο Ναό, μαζί με τη Μητέρα Του Μαριάμ και τον Ιωσήφ. Πήρε στην αγκαλιά του το θείο Βρέφος, χαρούμενος για την τιμητική επίσκεψη της Αγίας Οικογένειας κι ευχαρίστησε τον Θεό που τον αξίωσε να ιδεί από κοντά τον Σωτήρα του κόσμου. Μετά απευθυνόμενος στην Παναγία την μακάρισε, όπως και τον Ιωσήφ για τον ρόλο του καθενός και επιπροσθέτως της Θεοτόκου αποκάλυψε ότι θα περάσει αβάστακτη θλίψη στην ψυχή Της, που το υπέρμετρο μέγεθός της δεν άργησε να φανεί.

Η μανία του Ηρώδη Αγρίππα, Ρωμαίου Διοικητή της περιφέρειας εκείνης, εναντίον του Παιδιού, ανάγκασε τον προστάτη Ιωσήφ και την Αειπάρθενο Παναγία να καταφύγουν εξόριστοι στην Αίγυπτο, απ’ όπου επανήλθαν στα εδάφη τους και συγκεκριμένα στη Ναζαρέτ, όταν μέσω Αγγέλου Κυρίου, έμαθαν ότι ο Ηρώδης, ο διώκτης του νεογέννητου Χριστού, αποδήμησε στην άλλη ζωή. ΄Όταν ο Ενσαρκωμένος Κύριος έγινε δωδεκαετής πήγε στο Ναό, προκαλώντας την ανησυχία της Μητέρας Του και του Ιωσήφ που Τον αναζητούσαν. ΄Όταν εξάλλου εισήλθε στο στάδιο της δημόσιας δράσης Του, εγκαταστάθηκε στην Καπερναούμ. Εκεί πήρε και την Παναγία, ενώ ο ΄Αγιος Ιωσήφ μάλλον είχε πεθάνει, γιατί δεν αναφαίρεται από τις γραφές. Είναι γνωστό ότι η Θεοτόκος παραβρέθηκε σε αρκετές απ’ αυτές τις στιγμές του Ιησού, όπως στο γάμο της Κανά της Γαλιλαίας.

Πολλές φορές, η Παναγία ένιωσε αναπάντεχη χαρά, όταν άκουε τους επαίνους αγίων κι απλοϊκών ανθρώπων για το Υπεράγιο πρόσωπό Της, όπως: «Μακαρία η κοιλία η βαστάσασά σε και μαστοί ούς εθήλασας». ΄Άλλες φορές όμως αισθάνθηκε να Την κατακλύζει αμέτρητος πόνος και να Την διακατέχει άφατη θλίψη όταν έβλεπε να υποφέρει ο Μονογενής Της από τη διαστροφή των Γραμματέων και Φαρισαίων, προπαντός με αποκορύφωμα της λύπης Της στην εκτύλιξη του Θείου δράματος, που παρακολούθησε από μακριά μαζί με τις Μυροφόρες μέχρι τη Σταύρωση πάνω στο Γολγοθά. Εκεί στον ‘κρανίου τόπον’, άκουσε από το μεσαίο Σταυρό του Κυρίου τα παρήγορα λόγια Του: «Γύναι ιδού ο υιός σου», αφήνοντας προστάτη Της αντ’ Αυτού εδώ στη γη για την υπολοιπη ζωη Της τον ΄Αγιο Ιωάννη τον Θεολόγο.

Προς αντιστάθμισμα κι αντίδοτο αυτής της υπερβολικής Της στενοχώριας, πρώτη απ’ όλους είδε τον Κύριο «αναστάντα εκ νεκρών, όπως πληροφορούμαστε απ’ τις ΄Αγιες Γραφές κι ιδιαίτερα τονίζει ο ΄Αγιος Γρηγόριος ο Παλαμας. Σίγουρα η Παναγία ήταν παρούσα σε πολλά απ’ τα γεγονότα μέχρι την Ανάληψη και την Πεντηκοστή. Γενικά αναγράφεται στις Πράξεις των Αποστόλων ότι η Θεοτόκος μέχρι το τέλος της επίγειας ζωής Της βρισκόταν στα Ιεροσόλυμα και συμμετείχε στις εκδηλώσεις και συναθροίσεις των Αποστόλων, οι οποίοι Της θύμιζαν το Παιδί Της, γιατί πίστευε στη συνέχιση του έργου Εκείνου, ενώ ήταν κιόλας στον τύπο και στον τόπο Του.

Προσφυώς, υπερθεματίζοντας σ’ αυτό το σημείο ο ΄Αγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, Αρχιεπίσκοπος της Θεσσαλονίκης, χαρακτηριστικά ως προς την ευπροσηγορία του, σημειώνει: «Η Παναγία ήταν μοναδικό στήριγμα και παρηγοριά για τους Αποστόλους και όλους τους χριστιανούς». Σχετικά με την αγία Κοίμησή Της, αντλούνται πληροφορίες μόνον από την Ιερή Παράδοση. Το σωμα Της «τάφος και νέκρωσις ουκ εκράτησεν, ως γάρ ζωής μητέρα, προς την ζωήν μετέστησεν». Ειδικά από την υμνολογία της Εκκλησίας μας, εμπλουτίζουμε τις γνώσεις για το προκείμενο θέμα: «(Η Θεοτόκος) μετέστη προς την ζωήν, μήτηρ υπάρχουσα της ζωής».

Λοιπόν, ας καταφεύγουμε στην ‘μόνη προστασία των πιστών’ χειμαζόμενοι από τα ποικίλα βάσανα, ανυπέρβλητες δυσκολίες, χρόνια προβλήματα κάθε μορφής, πονεμένοι από δοκιμασίες, από θύελλες, από αναποδιές ή κουρασμένοι από διάφορους πονηρούς πειρασμούς που μας εξαπατούν με τον ψεύτικο επενδύτη της αγνότητας, φορτισμένοι από σκοτούρες κι έγνοιες, απογοητευμένοι από όσα συμβαίνουν γύρω μας. Περισσότερη οικειότητα τρέφουμε στην Παναγία ως μεσίτρια στον Χριστό, γιατί ως μητέρα είναι πιο συναισθηματική, Την νιώθουμε πιο κοντά μας κι έτσι βλέπουμε πιο αποτελεσματικές τις ικεσίες της που εξευμενίζουν τον Κύριο, καθώς Της είχε παθολογική αδυναμία.

Την εξέχουσα αυτή θέση, την πρωτοκαθεδρία ανάμεσα στους αγίους της Εκκλησίας μας, την αποδίδει κι ο λαός μας στην πράξη, με την αθρόα συμμετοχή του στις Ιερές Ακολουθίες και Παρακλήσεις και τις τελετουργικές ενέργειές του, άφατης χαράς κι αμέτρητης αφοσίωσης. Σε διάφορους κινδύνους, από προσβολές επιδρομέων, από φυσικές ακρότητες, από αγιάτρευτες αρρώστιες, στην σκέπη της Παναγίας καταφεύγει, αναζητώντας μια οριστική λύση του προβλήματός του. Ας τονιστεί επιπλέον ότι ακόμη κι οι άπιστοι λαοί δείχνουν τον απέραντο σεβασμό κι απονέμουν άφθαστες τιμές στην Υπέρμαχο Στρατηγών, αναγνωρίζοντας την διαδραμάτιση Θεϊκού της ρόλου.

Συγκεκριμένα την παραμονή της 21ης Νοεμβρίου, γιορτής της εισόδου στο Ναό της Υπεραγίας Θεοτόκου, ιδίως παλιότερα οι νοικοκυρές στα μέρη μας βρίσκονταν επί ποδός, καθώς ετοίμαζαν τα λεγόμενα «πολυσπόρια» που θα τα προσέφεραν ως αναίμακτη θυσία στη Χάρη Της. Για την παρασκευή τους, με μπόλικο νερο έβαζαν στο κακάβι σπόρους δημητριακών όλων των ειδών και κυρίως καλαμπόκια, σιτάρι, φασόλια, φακές, κουκιά, ρεβύθια, καρύδια, μαζί με αποξηραμένα στον ήλιο από το καλοκαίρι, «λιασμένα», κράνα και κορόμηλα. 

Αυτά όλα τα υλικά που βρίσκονταν στο κακάβι, τα, «απίθωναν» στην «κρεμαστάλλω» [μεταλλική αλυσιδα με λαβές στις απολήξεις της κρεμασμένη στο εσωτερικό απ’ το «μπουχαρί» πάνω απ’ τη «γωνιά» στο τζάκι, στην οποία προσαρμοζόταν το κακάβι, πιασμένο από το χερούλι του και ρυθμιζόταν με τις υποδοχές της, η απόσταση από τη φωτιά], ώστε να σιγοβράζουν μέχρι το ξημέρωμα της μεγάλης γιορτής, οπότε ξεκούπωναν το καπάκι κι αν το νερό είχε «σωθεί», πρόσθεταν κι άλλο και επανατοποθετούσαν το κακάβι στην κρεμαστάλλω για να πάρει «μια χούχλη» ακόμη, στην ίδια φωτιά, αλλά τώρα το ανέβαζαν στον παραπάνω αλυσιδωτό κρίκο για να διατηρείται καυτό σιγοβράζοντας. 

Στην ελληνική αρχαιότητα υπήρχε παρόμοιο έθιμο υπέρ της θεάς της γεωργίας Δήμητρας, που αποσκοπούσε στον εξευμενισμό της, ώστε στην ερχόμενη καλλιεργητική περίοδο να αποδώσουν πολλαπλάσια τα χωράφια, με αύξηση στις σοδειές και στα σπαρτά, «σπορέματα». Με την εμφάνιση του Χριστιανισμού, αργότερα αυτό το έθιμο συνδέθηκε αναπότρεπτα με την Δέσποινα Θεοτοκο, που η γορτή των εισοδίων Της συμπίπτει με το τέλος της συγκομιδής των γεωργικών καρπών της προηγούμενης εσοδείας. Με ευλάβεια τελείται και τώρα, ως ευχαριστία για τα «αγαθά» που δόθηκαν την περασμένη χρονιά και ταυτόχρονα ως παράκληση για ανοδική τροχιά στα μεγέθη που ανοίγονται μπροστά μας.

Ανήμερα της γιορτής, χαράματα ακόμη πολύ προτού ‘σκάσει’ ο ήλιος, προπαντός στα χωριά μας των Τζουμέρκων οι γυναίκες με ένα πιάτο από αυτούς τους βρασμένους σπόρους πήγαιναν στην κοντινή πηγή-βρύση του μαχαλά κρατώντας απόλυτη σιωπή σε όλη τη διαδρομή, καθώς και κατά τη διάρκεια της εκεί παραμονής τους. ΄Όταν φθάσουν στον τόπο προορισμού τους, ρίχνουν το περιεχόμενο του πιάτου στο γάργαρο νερό κάνοντας συγχρόνως την ευχή: «Να ‘ναι η σοδειά μας άφθονη, σαν το χαλιά στα στεφάνια [γκρεμούς]και το νερό που τρέχει». Κατόπιν γεμίζουν μια στάμνα πήλινη, βαρέλα ξύλινη, τσίγκο κι ότι άλλο ‘αγγειό’ χρησιμοποιούν συνήθως για να μεταφέρουν νερό στο σπίτι.

Ο συνδυασμός των δύο φυσικών στοιχείων, των διάφορων σπόρων και του καθαρού νερού, αποσαφηνίζει εύκολα και χωρίς πολύπλοκες περιστροφές και ερμηνευτικούς λαβύρινθους, το παραπάνω αναφερόμενο έθιμο, καθως οι πρώτοι (σπόροι) έρχονται παραγωγικά, συνθετικά σ’ ένα καινούριο προϊόν, εντελώς αρμονικά και ταιριαστά σε επαφή με το δεύτερο (νερό), που θεωρείται πυρήνας, πίδακας που ξεχειλίζει και περιποιείται κιόλας την ορθολογική εξέλιξη της ζωής, η οποία διαφυλάσσει τη γονιμότητα και εξασφαλίζει την ευφορία της γης, επιτυγχάνοντας διττό σκοπό, δηλαδή από τη μια μεριά τον καθαρμός της περιοχής απ’ τα δαιμονικά πνεύματα κι από την άλλη αυτήν την πολυπόθητη προαναφερόμενη αφθονία.

Αυτή εδώ η άποψη για την εξήγηση του γεγονότος υποστηρίζεται μέσω της προφορικής παράδοσης από στόμα σε στόμα, αφού οι σπονδές στις πηγές ήταν πολύ συχνό φαινόμενο στην αρχαιότητα για να τιμηθούν οι Νεράιδες κι οι Νύμφες που γυρόφερναν εκεί κι οι οποίες με τον προσεταιρισμό τους, κατ’ αυτόν τον τρόπο, συμφιλιώνονταν πια με τον άνθρωπο και τα έργα του. Ακόμη και στη Βυζαντινή εποχή, που ήταν πολύ αναπτυγμένο το θρησκευτικό αίσθημα, ανακατεμένο με προλήψεις πλέον από τα διαδραματιζόμενες τελετουργίες, όπως προαναγράφτηκε, σε αυτές τις τοποθεσίες άναβαν κεριά για να εξορκίσουν ή καλοπιάσουν τα πειρασμικά (δαιμόνια).

Όσον αφορά τη μορφή του τυπικού μέρους του παρόντος εθίμου, καθίσταται φανερό πως πρόκειται για προσφορά - υλικό κι ορατό σώμα - που συμμετέχει στο θείο, με το σύμπλεγμα των δοξασιών που στην προχριστιανική εποχή, είχαν ως αποδέκτη τη Σελήνη, η οποία σχετιζόταν με τη θεά-Μητέρα. Το γεμάτο δοχείο με ‘ιερό’ νερό, που προκύπτει κατά τη διαδικασία που περιγράφτηκε και που από τη βρύση μεταφέρεται στο σπίτι, επισύρει την ευεργετική κι εξυγιαντική επίδρασή του σε όλες τις υποθέσεις της οικιακής απασχόλησης, προπαντός φέροντας «γούρι» στις συγκεκριμένες χρήσεις, που ήταν στο προσκήνιο της επικαιρότητας.

Στο γεγονός κατά το οποίο οι γυναίκες πηγαίνουν στη βρύση αμίλητες, ‘βουβές’, μπορεί να διαπιστωθεί ένα είδος εξαγνιστικής διάθεσης και παραβολικά μιας πνευματικής προετοιμασίας για τη θυσία-κόπο μεταφοράς «πολυσπόριων», καθώς η προσήλωση στο έργο αυτό απαιτούσε επιστράτευση όλων των δυνάμεων κι όχι διασπορά τους. Αυτή η πράξη αποτελεί μια στέρηση, που απαιτείται η συνδρομή της από εκείνον που την πραγματοποιεί, ώστε να είναι πλήρης αποθεμάτων κι εφοδιασμένος με την ενδεδειγμένη, κατάλληλη κι ανάλογη των περιστάσεων σοβαρότητα και περισυλλογή, ώστε συγχρόνως να δίνει παραβολικά την εντύπωση και το παράδειγμα για αποφυγή του σχολιασμού, της συκοφαντίας, της κατάκρισης, της άδικης κατακραυγής.

Με άλλα λόγια, αυτή η σιωπή φανερώνει την αποχή από την αμαρτία, επιβεβαιώνοντας την κυριαρχία της αγνότητας, της συρρίκνωσης των ψυχοφθόρων παθών και τον θρίαμβο της εγκράτειας. Ακόμη, μπορεί να ειπωθεί ότι κατ’ αυτόν τον τρόπο, προσδίνεται πανηγυρικός και κατανυκτικός τόνος στην όλη εκδήλωση. Προχωρώντας παραπέρα μπορούμε να υπογραμμίσουμε ότι υπήρχε διάχυτη η εμπιστοσύνη στο γυναικείο φύλο ως πιο ενδεδειγμένο λόγω υπάρχουσας ή εκκολαπτόμενης μητρικής ιδιότητας και σχέσης με τη γονιμότητα[σημειωτέον πως γυναίκες τρίτης ηλικίας δεν συμμετείχαν]. Αυτή η εξήγηση δίνεται απλόχερα και χωρίς δισταγμό, καθώς η αντίληψη της ύπαρξης συνάφειας, ανάμεσα στις γυναίκες και στην καλλιεργήσιμη γη, είναι πολύ διαδεδομένη στις χώρες γύρω από τη θαλάσσια λεκάνη της Μεσογείου.

Σε όλη αυτή την περιοχή κυριαρχεί πετυχημένος παραλληλισμός ανάμεσα στην ευφορία του εδάφους και την διαιώνιση κι αναπαραγωγή του ανθρώπινου είδους. Και στα δύο αυτά πράγματα [έδαφος-γυναίκα] συνδέονται αναπόσπαστα με το τρεχούμενο, καθαρό νερό. Εξάλλου η θηλυκή μερίδα παλιότερα είχε εμφαντική θέση στις σεληνιακές τελετές κι αυτό το πρόσωπο θεωρούνταν μοναδικό για την εκπλήρωση αυτού του ρόλου, επειδή η θέλησή του ήταν ακράδαντη, ενώ ήταν και το πιο συναισθηματικό κι ευάλωτο στις πειρασμικές προσβολές, με μεγαλύτερη ικανότητα ελιγμών ή περιστροφών. 

Η ενσωμάτωση αυτής της παγιωμένης αρχαίας συνήθειας στη γιορτή της Παναγίας κρίνεται ως ευνόητη υπόθεση από το γεγονός ότι η Αειπάρθενος Θεοτόκος με την τόσο θερμή, στοργική κι ανοικτή αγκαλιά της προς όλους τους πονεμένους πιστούς υπερέβαλλε ασύγκριτα κατά πολύ τις υποδεέστερες ιδιότητες της θέσης που κατείχε η Μεγάλη Μητέρα στην απλοϊκή λαϊκή συνείδηση. Από απόμακρο, ξένο και πρωτόγνωρο σώμα αρχικά για το λαό μας, θέλησε να Την οικειοποιηθεί και να Την κάνει δική του, γιατί την πίστευε ως προστάτριά του, υπεράξια κι ενδεδειγμένη να αντικαταστήσει τα είδωλα, που πια κατάλαβε ότι ήταν ψεύτικα και πως μάταια τον απασχολούσαν στο παρελθόν.

Από την παραπάνω λαογραφική ανάλυση προκύπτει η ασφαλής παρατήρηση ότι η θρησκευτικότητα των παραμέτρων που παρήγαν το εν λόγω έθιμο εκδηλώνεται σε δύο αλληλένδετα επίπεδα: Πρώτον στο προχριστιανικό μοτίβο που επενδύεται την όψη του φόβου κι όχι του σεβασμού και της απλότητας - όχι βέβαια της απλοϊκότητας που διαδραματίζει υποβιβαστικό ρόλο- και της αφέλειας κι όχι της περίσκεψης, υπακούοντας όμως σε μια αδιάλειπτη συνέχεια με το να επιδίδεται σε ανάμειξη, σε σύνθεση και συγκρητισμό παλιού και νέου. Δεύτερον στο χριστιανικό περιβάλλον της Χάρης, που αντιπροσωπεύει την προσφυή, αλλά καίρια και αταλάντευτη απάντηση, που πηγάζει κατόπιν ώριμης πεποίθησης και Θείο φωτισμό στο κοσμολογικό κι ανθρωπολογικό πρόβλημα της σωτηρίας.

Γράφει ο Ηλίας Αθ. Καραθάνος

πηγή : ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΜΑΧΗΤΗΣ

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...