/*--

Δευτέρα, 11 Νοεμβρίου 2013

Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ὡς ὁ «Παρα- Τεινόμενος Χριστός» στόν χρόνο καί τήν ἱστορία

Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ὡς ὁ «παρατεινόμενος Χριστός» στόν χρόνο καί τήν ἱστορία, βιώνει τό λυτρωτικό περιεχόμενο τῆς ἀποκαλύψεως τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ στό πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, διαφυλάσσει ἀναλλοίωτο τό περιεχόμενο τοῦ μηνύματος τῆς χριστιανικῆς πίστεως καί ἑρμηνεύει αὐθεντικά τήν ἐμπειρία τῆς πίστεως στήν κάθε ἐποχή. Ὡς ἡ «Μιά, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία» ἑνωμένη μέ τόν Χριστό, κατέχει, βιώνει, ὁμολογεῖ καί διδάσκει σέ κάθε στιγμή τοῦ ἱστορικοῦ της βίου τό πλήρωμα τῆς χριστιανικῆς ἀλήθειας, ἑρμηνεύει τήν πραγματική παρουσία τοῦ ὅλου Χριστοῦ μέσα σέ αὐτήν.

 Ἔτσι, ἡ ἱστορική ἐκκλησιαστική ἐμπειρία, σφραγισμένη μέ τό Πνεῦμα τῆς Πεντηκοστῆς καί τή μαρτυρία τῶν «αὐτοπτῶν μαρτύρων τοῦ λόγου», τῶν «μαθόντων, ἀλλά καί παθόντων τά θεῖα»4 γίνεται ἀσφαλές κριτήριο ἀξιολόγησης τοῦ ὅλου ἐκκλησιαστικοῦ βίου κάθε ἐποχῆς. Ἡ ἐμπειρία αὐτή τῶν «εἰδότων καί παθόντων τά θεῖα» ἀποτελεῖ τήν ἔκφραση τοῦ ἔργου τοῦ ἁγίου Πνεύματος στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας, τό ὁποῖο βεβαιώνει τήν παρουσία τοῦ Ἀναστάντος καί «ἀνιστῶντος» Κυρίου. Ζωοποιεῖ τούς πιστούς, προφυλάσσει τήν Ἐκκλησία ἀπό τήν αὐθαιρεσία, τόν ἐγωκεντρισμό, τήν ἀνθρωπολατρεία, τό «πρωτεῖο ἐξουσίας», γενικότερα ἀπό τήν αἵρεση τήν ὁποία καλλιέργησαν συστηματικά καί καλλιεργοῦν ἀκόμα καί σήμερα «ὑπερφίαλοι ἄνθρωποι» καί ὁρισμένες χριστιανικές «ὁμοσπονδίες ἤ συνομοσπονδίες» (π.χ. Federation protestante), γεγονός πού ὁδηγεῖ σέ παράκρημνη πορεία τό σωτηριολογικό ἔργο τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ἐμπειρία αὐτή προστατεύει ἐπίσης ἀπό τίς καιρικές οὐτοπίες, τίς φιλοσοφικές ἀναζητήσεις, τίς ἑτεροδοξίες καί τίς κακοδοξίες. Διασφαλίζει τήν αὐθεντικότητα τῆς ἀλήθειας τῆς πίστεως, μετασχηματίζει τήν ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ γιά τόν κόσμο καί τόν ἄνθρωπο σέ συγχρονική ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας καί καθοδηγεῖ στήν ἀσφαλῆ ἐκπλήρωση τῆς ἀποστολῆς τῆς μέσα στόν κόσμο. Γιά τήν «παράκρημνη πορεία τῶν ὑπερφίαλων ἀνθρώπων», καί γιά τήν ἀντίληψη πού ἔχει εἰσχωρήσει στή λογική τῶν Ἑτεροδόξων ἄς μᾶς ἐπιτραπεῖ ἕνα παράδειγμα. Ἐνῶ στήν ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μόνον ὁ Ἰησοῦς Χριστός προβάλλεται ὅπως καί εἶναι στά ἀλήθεια, ὡς τό κέντρο τῆς «Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας», καί κάθε τοπικῆς Ἐκκλησίας, αὐτοκέφαλης, αὐτόνομης, κάθε Ἐνορίας τῆς «ὑπό τόν Ἐπίσκοπον οὔσης», κάθε χριστιανικῆς κοινότητας, ἡ ὁποία εἶναι συνηγμένη «ἐπί τό αὐτό», ἀντίθετα, στή Ρωμαιοκαθολική Ἐκκλησία συμβαίνουν ἄλλα πράγματα. Ὁ Πάπας ὡς γνωστό, ἀναγνωρίζεται ὡς κεφαλή τῆς ὁρατῆς Ἐκκλησίας, ἀνώτατος ἄρχοντάς της, ἀντιπρόσωπος τοῦ Χριστοῦ στή γῆ. Χωρίζεται ἔτσι, ἡ ὁρατή ἀπό τήν ἀόρατη Ἐκκλησία, ἐνῶ εἶναι ἀχώριστες μέ μοναδικό  Ἀρχηγό τόν Θεάνθρωπο. Ἡ διαίρεση τῆς Ἐκκλησίας σέ ὁρατή καί ἀόρατη, ἀναφέρει ὁ Κ. Μουρατίδης, «συνιστᾶ ἀνέφικτη τήν μετά τοῦ Χριστοῦ κοινωνίαν»5. Στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία πιστεύεται ὅτι ὁ Χριστός εἶναι τό κέντρο τῆς «Καθολικῆς» καί τῆς Τοπικῆς Ἐκκλησίας, ἡ «ἀνακεφαλαίωσις τῶν πάντων», ἡ ἀνακεφαλαίωση τῆς ἱστορίας τοῦ ἀνθρωπίνου γένους τόν ὁποῖο ὁδηγεῖ πρός τήν ἐσχατολογική τελείωση τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Στό κέντρο αὐτό ἑνώνονται κόσμος καί ἄνθρωπος, «μικρόκοσμος» καί «μεγαλόκοσμος», οὐρανός καί γῆ καί τά καταχθόνια. Κανένας ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά πάρει αὐτή τή θέση, ἁπλούστατα γιατί τά πάντα ἐνεργοῦνται «ἐκ τοῦ Πατρός τῶν Φώτων», «διά τοῦ Χριστοῦ» καί «ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι» καί δεύτερο, διότι ὁ Χριστός κατά τή δήλωσή του δέν ἀπουσιάζει ἀπό τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ παρουσία αὐτή τοῦ Χριστοῦ στήν Ἐκκλησία καί τόν κόσμο κατά τή διαβεβαίωσή του «Ἰδού Ἐγώ εἰμί μέθ᾽ ὑμῶν πάσας τᾶς ἡμέρας»6 ἀποκλείει τήν ὕπαρξη ἀντιπροσώπων, πληρεξουσίων του στήν Ἐκκλησία. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ὅπως φανερώνει ἡ ἁγιοπνευματική της παράδοση, οἱ θαυματουργές εἰκόνες τῆς Παναγίας, οἱ βίοι τῶν Ἁγίων, τά ἱερά χαριτόβρυτα λείψανά της, τά ἀλώβητα σκηνώματα τῶν Ἁγίων, τά ἄπειρα θαύματα, οἱ «θεοπτίες» καί τά «θεοσημεῖα» σέ κάθε ἐποχή τῆς ἱστορίας της, τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ της βίου, τό πλῆθος τῶν προορατικῶν της γερόντων πού μέ τό ἦθος καί τό χάρισμά τους ἑρμηνεύουν τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ ἀνάμεσά μας, ἕνα πράγμα δηλώνει: ὅτι Θεός, ἄνθρωπος καί κόσμος συνθέτουν τό αἰώνιο τρίπτυχό της καί τήν ἱστορία τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ της βίου. Ἀνεξάρτητα ἀπό τίς ὁποιοεσδήποτε θετικές ἤ ἀρνητικές ἀξιολογήσεις τῶν ἐκτός τῆς παραδόσεως ζώντων, ὁρισμένων «ἡμιαθέων» ἀνθρώπων της καί λοιπῶν σκοτεινῶν δυνάμεων πού τή συκοφαντοῦν μέ πεῖσμα καί μίσος καί διαβάλλουν συστηματικά τήν ἀλήθειά της. Ἀνεξάρτητα ἀπό τίς ἀρνητικές ἀξιολογήσεις τῶν συγκεκριμένων σέ κάθε ἐποχή ἤ σέ κάθε τόπο πραγματώσεων τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ βίου καί τῆς προσωπικῆς ζωῆς τοῦ κάθε χριστιανοῦ, ὁ ὁποῖος καί εἶναι ὑπεύθυνος καί ὑπόλογος τῶν πράξεών του.

Γιά ὅλους αὐτούς, πού ἀρνοῦνται τήν ὕπαρξη τοῦ παραπάνω τρίπτυχου, ἐξετάζουν καί σχολιάζουν μεμονωμένες ἀτομικές συμπεριφορές, ὁρισμένα γεγονότα καί θέλουν νά καταγράψουν μέ παρωπίδες καί ὑπό τό πρίσμα τῶν ἀπόψεων ἤ τῶν ἐπιθυμιῶν τους μιά ψεύτικη ἱστορία γιά τό βίο τῆς Ἐκκλησίας (νοθεύουν συστηματικά τό μήνυμα, τό χαρακτήρα, τήν ἀλήθεια καί τήν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας) ἄς μᾶς ἐπιτραπεῖ νά διατυπώσουμε τήν παρακάτω ἀπάντηση: α) Σκοπός τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας εἶναι νά καταγράψει τίς βασικές συντεταγμένες τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ βίου χωρίς νά παραμορφώσει τά μεγέθη τοῦ τρίπτυχου ἤ νά ἀλλοιώσει τό λόγο τῶν σχέσεών τους. β) Ἡ ὀρθόδοξη παράδοση εἶναι «παρακαταθήκη ἀληθείας», ταμεῖο ἀποστολικῆς καί ἐκκλησιαστικῆς πίστεως. Ἡ παράδοση δέν εἶναι μία ἐξωτερική μαρτυρία, ἡ ὁποία μπορεῖ νά γίνει δεκτή ἀπό κάποιον πού στέκεται ἀπ᾽ ἔξω. Ἡ Ἐκκλησία ἀπό μόνη της εἶναι ἡ ζωντανή μαρτυρία τῆς παραδόσεως. Μόνο ἀπό τό ἐσωτερικό, ἀπό μέσα ἀπό τήν Ἐκκλησία, μπορεῖ ἡ παράδοση νά γίνει αἰσθητή ὡς βεβαιότητα. Οἱ ἄνθρωποι τῆς Ἐκκλησίας, κληρικοί καί λαϊκοί, οἱ ὁποῖοι πιστεύουν στή θεότητα τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ καί στήν ἀπάντηση τοῦ Χριστοῦ πρός τόν Ναθαναήλ «…ὅτι εἶπόν σοι, εἶδόν σε ὑποκάτω τῆς συκῆς, πιστεύεις; μείζων τούτων ὄψει…» καί «Ἀμήν ἀμήν λέγω ὑμῖν, ἀπ᾽ ἄρτι ὄψεσθε τόν οὐρανόν ἀνεωγότα, καί τούς ἀγγέλους τοῦ Θεοῦ ἀναβαίνοντας καί καταβαίνοντας ἐπί τόν Υἱόν τοῦ ἀνθρώπου»7 εἶναι ἐκεῖνοι πού οἰκειοποιοῦνται ὅλη αὐτή τήν ὀρθόδοξη καί αὐθεντική παράδοση, ὅλη αὐτή τή μαρτυρία τῆς ζώσης πίστεως, καί ζωῆς, τῆς «ὀρθοδοξίας καί ὀρθοπραξίας» τῶν Ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας. Προσπαθοῦν νά βιώσουν τήν ζωή τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί στή συνέχεια νά γίνουν οἱ φορεῖς τῆς μετάδοσης καί τῆς παράδοσης. Σκοπός: «ὅπως ἄν γνῶ γενεά ἑτέρα, υἱόν οἱ τεχθησόμενοι καί ἀναστήσονται καί ἀπαγγελοῦσιν αὐτά τοῖς υἱοῖς αὐτῶν», «ἵνα θῶνται ἐπί τόν Θεόν τήν ἐλπίδα αὐτῶν…»8. Οἱ Ἀπόστολοι τοῦ Χριστοῦ μέ τή ζωή καί τό ἔργο τους μεταδίδουν ὡς «αὐτόπτες μάρτυρες» τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου ὅλα τά γεγονότα τῆς θείας οἰκονομίας. Ἀκόμη καί ἡ συγγραφή τῶν εὐαγγελίων ὀφείλεται σέ αὐτήν τήν ἀνάγκη γιά μετάδοση καί παράδοση μαρτυρίας: «Οὗτός ἐστιν ὁ μαθητής ὁ μαρτυρῶν περί τούτων καί γράψας ταῦτα…»9, «ταῦτα ἔγραψα ὑμίν τοίς πιστεύουσιν εἰς τό ὄνομα τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, ἵνα εἰδῆτε ὅτι ζωήν ἔχετε αἰώνιον»10. Τό ἴδιο μήνυμα μαρτυρίας δέχεται καί ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στή Δαμασκό ἀπό τόν Ἀνανία. «Ὁ Ἀνανίας μου εἶπε», λέγει ὁ Ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν, «Ὁ Θεός τῶν προγόνων μας σέ διάλεξε νά γνωρίσεις τό θέλημά του, νά δεῖς ἐκεῖνον πού τό ἐκπλήρωσε καί ν᾽ἀκούσεις τή φωνή ἀπό τό ἴδιό του τό στόμα. Γιατί ἐσύ θά γίνεις μάρτυράς του, καί θά μαρτυρήσεις σέ ὅλους τούς ἀνθρώπους αὐτά πού εἶδες καί ἄκουσες»11καί ἔτσι ἡ πίστη γεννιέται στίς διάφορες χριστιανικές κοινότητες μέ τήν ἀποδοχή αὐτῆς τῆς μαρτυρίας12. Οἱ Ἀπόστολοι λ ο ι π ό ν , εἶδαν καί ἄκουσαν τή φωνή τοῦ Λόγου τῆς ζωῆς, καί ἔγιναν μέ τή χάρη τοῦ Παρακλήτου φορεῖς μετάδοσης καί παράδοσης αὐτῆς τῆς μοναδικῆς ἐμπειρίας. Ἡ παράδοση εἶναι ἡ μαρτυρία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, σχολιάζει ὁ π. Γεώργιος Φλωρόβσκυ, ἡ ἀδιάκοπη ἀποκάλυψή του, τό κήρυγμα τῆς χαρούμενης ἀγγελίας, τοῦ Εὐαγγελίου. Γιά τά ζωντανά μέλη τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας δέν ὑπάρχει, ὑποστηρίζει, «ἐξωτερική ἱστορική αὐθεντία, ἀλλά ἡ αἰώνια συνεχής φωνή τοῦ Θεοῦ»13. Μιά τέτοια προσέγγιση βοηθάει ἰδιαίτερα νά συνειδητοποιήσομε καί νά ἑρμηνεύομε λειτουργικές φράσεις καί τελετουργικές κινήσεις, ὅπως κατά τή Μικρά εἴσοδο, «Σοφία· Ὀρθοί!», «Δεῦτε προσκυνήσωμεν καί προσπέσωμεν Χριστῷ», τό γιατί ὁ λειτουργός, κρατώντας τό ἱερό Εὐαγγέλιο κατά τήν Εἴσοδο καί στήν «Ὡραία Πύλη» κατά τήν ἀνάγνωσή του, κρύβει τό πρόσωπό του πίσω ἀπό αὐτό καί τί σημαίνει ἡ «εὐλογοῦσα χείρ» ὅταν λέγει τό «Εἰρήνη πᾶσι». Ὅλες αὐτές οἱ κινήσεις πού δέν εἶναι πράξεις τυπολατρείας, ἀλλά ἡ οὐσία τῆς Ὀρθοδοξίας, ὑπαγορεύουν στή σύναξη τῶν πιστῶν «ἐπί τό αὐτό»14 νά παραμείνουν εὐθυτενεῖς, σέ ἱερά στάση πίστεως καί ζωῆς, νά «ἄρουν τούς ὀφθαλμούς» γιά νά δοῦν, νά «τεντώσουν τά αὐτιά τους», κατά τό «Ἄκουσον Ἰσραήλ», ὥστε ὅλο τό σῶμα καί ἡ ψυχή, καί ὅλο τό πλήρωμα νά γίνουν σάν ἕνας «λύχνος τοῦ σώματος», ἕνας «ὀφθαλμός» καί μάλιστα ἕνας «ἁπλοῦς ὀφθαλμός» δηλαδή γερός, καθαρός, φωτεινός15 καί ἕνα «οὖς», γιά νά δοῦμε τόν παρόντα Κύριο, Ἐκεῖνο πού ἀδιάκοπα «ὑπάγει καί ἔρχεται» (πηγαίνω, εἶπε, πρός τόν Πατέρα καί πάλι ἔρχομαι κοντά σας)16 καί νά ἀκούσομε τή φωνή τοῦ Θεοῦ, τή φωνή τῆς αἰωνιότητας.

Ἡ ὀρθόδοξη πίστη, κατά τήν ταπεινή μου γνώμη, ζητεῖ καί βρίσκει τά θεμέλιά της ὄχι ἁπλῶς στίς ἀποφάσεις τῆς Οἰκουμενικῆς Συνόδου τοῦ 787 ἤ τῆς Ἐνδημούσας Συνόδου τοῦ 843, στό «Αὕτη ἡ πίστις τῶν Ἀποστόλων, αὕτη ἡ πίστις τῶν Πατέρων…», ὄχι ἁπλῶς στό παράδειγμα καί στήν «κληρονομιά τοῦ παρελθόντος» ἀλλά στή χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πού συνεχῶς, «τώρα καί πάντοτε, μαρτυρεῖ στούς αἰῶνες»17. Μέ ἄλλα λόγια, γιά νά δεχτοῦμε καί νά καταλάβομε τήν παρά- δοση, πού ὅλοι μας ζοῦμε στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, πρέπει νά λάβομε συνείδηση τῆς παρουσίας τοῦ «Ἀναστάντος καί ἀναληφθέντος» Κυρίου μέσα σέ αὐτήν. Εἶναι αὐτό ἀκριβῶς, τό ὁποῖο δυσκολεύεται νά ἐξηγήσει ὁ διανοούμενος, ὁ κοσμικός ἄνθρωπος καί κάθε ἄνθρωπος πού δέν ἔχει τό χάρισμα τῆς πίστεως. Ἐκεῖνος πού δέν ἔχει τόν «ἐσωτερικό φωτισμό» τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί κάνει ἀσκήσεις λογικῆς ἐπεξεργασίας (συλλογισμούς, κρίσεις, λογικές ὑποθέσεις, συμπεράσματα, ἀποδεικτική διαδικασία). Αὐτός, ὁ ὁποῖος προσεγγίζει τά πράγματα μέ τόν ὀρθό λόγο, μέ τήν ἐπιστήμη, ἡ ὁποία κινεῖται στή σφαίρα τοῦ ἐπιστητοῦ, στηρίζεται στό πείραμα, ἤ στή «μεταφυσική φιλοσοφία», ὅπως αὐτή ἐκφράστηκε στά τέλη τοῦ 19ου αἰώνα καί ὄχι στό χῶρο τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ, δέν μπορεῖ νά κατανοήσει καί ἑπομένως νά βιώσει τό θαῦμα τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ στήν ἱστορία καί στόν κόσμο. Ὁ Γάλλος φιλόσοφος Henri Bergson (1859- 1941), ὁ ὁποῖος μεταστράφηκε ἀπό τόν ὑλισμό καί τόν πανθεϊσμό στό χριστιανισμό, τόν ὁποῖο χαρακτήρισε ὡς τήν πλέον «δυναμική θρησκεία» στόν κόσμο, ἀντιτάχθηκε σέ αὐτή τή φιλοσοφική σκέψη καί μέθοδο καί ἀπάντησε στίς ἀπαιτήσεις τῆς ἐποχῆς, ὅπου ὁ ὀρθολογισμός καί ὁ ἐπιστημονισμός εἶχε ὁδηγήσει τό ἀνθρώπινο πνεῦμα σέ ἀδιέξοδο. Πρόβαλε τή μέθοδο τῆς «in-tuition» τῆς ἐνοράσεως, ἀρνούμενος τόν ἀγνωστικισμό πού ἐπι- κράτησε ἀπό τά χρόνια τοῦ Κάντ καί τοῦ Σπένσερ18. Ἀπό τή «σπιριτουαλιστική» φιλοσοφία τοῦ Μπεργκσόν, χαρακτηριστική ἔμεινε ἡ φράση τοῦ ἐνάντια στόν ὑλισμό. «Αὐτό πού λείπει σήμερα ἀπό τήν Εὐρώπη εἶναι ἕνα συμπλήρωμα ἀπό πνεῦμα»19. Ἡ ἀνθρώπινη ζωή καί ἡ πνευματική ἐμπειρία, παρατηρεῖ ὁ παραπάνω φιλόσοφος, «συγκροτοῦν τό χῶρο στόν ὁποῖο συναντιοῦνται στενότατα, οἱ φιλόσοφοι καί οἱ θεολόγοι. Ἐνῶ ὅμως καί οἱ δύο ἀσχολοῦνται μέ τά ἴδια προβλήματα, δέν μποροῦν νά ταυτιστοῦν σχεδόν ποτέ. Ἡ “θεωρία”, “contemplation” δηλ. ὁ ὑπερβατικός χῶρος τοῦ χριστιανισμοῦ, θά παραμένει ἀσύλληπτος γιά τίς δυνάμεις τοῦ ὀρθοῦ λόγου, ὁποιαδήποτε προσπάθεια καί ἄν καταβάλλεται. Ἡ φιλοσοφική στάση μένει βασικά κλειστή στά ἀνθρώπινα ὅρια, ἐνῶ ἐκείνη τῶν θεολόγων περιέχει τήν Ἀποκάλυψη»20.

Συμπεράσματα

Γιά νά γίνει περισσότερο εὔληπτο τό κείμενο τοῦ πρώτου μέρους γιά τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καί τόν τρόπο προσέγγισης τῆς παραδόσεώς της, συνοψίζομε τά ἑξῆς: Ὅταν ἀποδεχόμαστε τήν ὀρθόδοξη παράδοση, βιώνομε τό νόημα τῆς ἀναστήλωσης καί τῆς παρουσίας τῶν ἱερῶν εἰκόνων στόν ἁγιογραφικό διάκοσμο τῆς Ἐκκλησίας μας καί ζοῦμε πραγματικά τήν ἀληθινή δύναμη τοῦ μυστηρίου τῆς θείας οἰκονομίας σύμφωνα μέ τή διδασκαλία τῶν Πατέρων, τήν «ὥρα, πού ἔρχεται» καί «νῦν ἐστι». Ὁ Κύριος εἶπε πρός τή Σαμαρείτιδα: «εἶναι ὅμως κοντά ὁ καιρός, ἦρθε κιόλας, πού οἱ πραγματικοί λάτρεις θά λατρεύσουν τόν Πατέρα μέ τή δύναμη τοῦ Πνεύματος, πού ἀποκαλύπτει τήν ἀλήθεια…»21. Ἀποδεχόμαστε διά τῆς πίστεως τόν Κύριο, πού κατοικεῖ ἀνάμεσα στούς πιστούς. Γιατί ἡ Ἐκκλησία εἶναι τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, «ἥτις ἐστί τό πλήρωμα τοῦ τά πάντα ἐν πᾶσι πληρουμένου» (ὁ ὁποῖος γεμίζει τά πάντα μέ τήν παρουσία του καί χορηγεῖ τά πάντα)22. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι τό πλήρωμα τοῦ Χριστοῦ ὄχι βέβαια μέ τήν ἔννοια τῆς συμπλήρωσης ἀλλά τῆς ποιότητας τήν ὁποία προσδίδει ὁ «ὅλος» Χριστός μέ τήν παρουσία του καί δέν γίνεται ὡς ἐκ τούτου νά ἀποκοπεῖ ἡ κεφαλή, ὁ ἱδρυτής ἀπό αὐτήν. Ἡ Ἐκκλησία φέρει τήν μαρτυρία τῆς ἀλήθειας, ὄχι δυνάμει τῆς ἀναμνήσεως, ἤ δυνάμει τῶν λόγων πού ἄλλοι εἶπαν, ἀλλά ἀπό τήν ἴδια τήν ἀκατάπαυστη ἐμπειρία, ἀπό τήν καθολική της «πληρότητα». «Πληρότητα» πού δίνει μέ τήν παρουσία τοῦ ὁ Χριστός στήν «καθολική» Ἐκκλησία. «Πάρεστιν ὁ Χριστός καί νῦν», διδάσκει ὁ Ἱερός Χρυσόστομος, ἀναφερόμενος στό μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας, «ὁ τήν τράπεζαν διακοσμήσας ἐκείνην» καί «ὁ προσενεγκῶν ἑαυτόν θυσίαν ἐπί τοῦ σταυροῦ», «οὐδέ γάρ ἄνθρωπος ἐστιν ὁ ποιῶν τά προκείμενα γενέσθαι σῶμα καί αἷμα Χριστοῦ, ἀλλ᾽ αὐτός ὁ σταυρωθείς ὑπέρ ἡμῶν Χριστός». «Σχῆμα πληρῶν ἔστηκεν ὁ ἱερεύς τά ρήματα φθεγγόμενος ἐκεῖνα, ἡ δέ δύναμις καί ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ ἐστι…»23. Αὐτό τό μυστήριο τῆς «πληρότητας» στήν εὐχαριστιακή σύναξη, αὐτή ἡ ζῶσα μαρτυρία τῆς πίστεως καί τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς ἀποτελεῖ τήν παράδοση τῆς ἀληθείας γιά τήν ὁποία ἔχει μιλήσει ὁ Ἅγιος ἱερομάρτυρας Εἰρηναῖος Λουγδούνου. Ἡ μαρτυρία του ἔχει ἰδιαίτερη βαρύτητα διότι ὑπῆρξε ὁ ἴδιος μαθητής τοῦ Ἁγίου Πολυκάρπου Σμύρνης (156 μ. Χ.), ἑπομένως εἶναι φορέας τῆς ἀποστολικῆς πίστεως καί «ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως», ἀφοῦ ὁ ἐκ τῶν Ἀποστολικῶν πατέρων Ἅγιος Πολύκαρπος ὑπῆρξε μαθητής τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου στήν Ἔφεσο. 

Ἡ ὀρθόδοξη παράδοση, ὅπως ἐπιμαρτυροῦν τά συναξάρια, τά μαρτυρολόγια τῆς Ἐκκλησίας, οἱ βίοι τῶν νεομαρτύρων καί τῶν νέων Ἁγίων, ὅπως τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου, τῶν Ἁγίων Νεοφανῶν Ἁγίων Ραφαήλ, Νικολάου καί Εἰρήνης, οἱ ἁγιοπνευματικές ἐμπειρίες τῶν Ρώσων Ὁσίων Σεργίου τοῦ Ραντονέζ(†1392) καί Σεραφείμ τοῦ Σαρώφ (†1833), καί τοῦ προσφάτως ἀναγνωρισθέντος Ἁγίου Λουκᾶ τοῦ ἰατροῦ (†1961), ὅπως καί οἱ ἀποκαλύψεις τῶν συγχρόνων «ἐνορατικῶν» καί προορατικῶν Γερόντων τοῦ Ἁγίου Ὄρους ἕως καί τόν πεφιλημένο Γέροντα τῶν Ρουστίκων Εὐμένιο Λαμπάκη (†2005), εἶναι σταθερή παραμονή καί ἐμμονή στήν ἀποστολική πίστη τῆς «Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς Ἐκκλησίας». Εἶναι ἐμμονή στήν προσκύνηση τοῦ Θεοῦ, στήν τιμή τῶν ἁγίων, τῶν ἱερῶν εἰκόνων καί τῶν ἱερῶν λειψάνων. Ἡ ὀρθόδοξη παράδοση εἶναι στήν πράξη «λαμπροφόρος πανήγυρις» κατά τᾶς «γενεθλίους ἡμέρας» τῶν μαρτύρων της, πιστότητα καί συνέπεια στήν Ὀρθόδοξη Θεολογία τῶν Ἁγίων Πατέρων. Ἡ Ὀρθόδοξη θεολογία δέν εἶναι ἁπλῶς λόγος περί τοῦ Θεοῦ, περί τοῦ δευτέρου προσώπου τῆς Ἁγίας Τριάδος, λόγος περί τῶν Ἁγίων, ἀλλά εἶναι ζωή μέ τόν Θεόν καί τούς Ἁγίους, αὐτό εἶναι ἤ πρέπει νά εἶναι τό «ὀρθόδοξο ἦθος» μας, δηλαδή ὁ τρόπος ὑπάρξεώς μας στόν Χριστόν, «ὁ λόγος σιωπῆς» ὡς «τό ἀπόλυτο κενό πού δημιουργεῖ ὁ ἄνθρωπος μέσα τοῦ γιά νά γεμίσει ἀπό Θεό», ὅπως θά μᾶς ἔλεγε ὁ Ἅγιος Ἰσαάκ ὁ Σύρος24 . Τά μαρτύρια τῶν «βιαστῶν τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ» εἶναι πραγματικά ἔκφραση ἀληθοῦς ὑπαρξιακῆς θεολογίας, ἀποτέλεσμα καί συνέπεια τῆς πνευματικῆς καί «μαρτυρικῆς» πράξης βεβαίωσης τῆς ταυτότητας τοῦ Χριστοῦ. Οἱ μάρτυρες πού ὅδευαν καρτερικά στό μαρτύριό τους, εἶχαν χαριτωθεῖ καί μεταστοιχειωθεῖ ἐσωτερικά τόσο πολύ, διδάσκει ὁ Καθηγητής Στυλιανός Παπαδόπουλος, ὥστε νά ἔχουν τή θέα τῆς ἀληθείας, νά βλέπουν τούς «οὐρανούς ἀνεῳγότας» καί νά ἀκούουν αἰσθητά τή φωνή τοῦ Θεοῦ25Ὀρθόδοξη παράδοση καί ζωή εἶναι λοιπόν ὁ συνεχής ἀγώνας γιά τήν ἀπόκτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, εἶναι ἡ συνεχής ἐνοίκηση τοῦ Πνεύματος καί ὄχι μόνο ἡ μνήμη τῶν λέξεων, εἶναι ἡ αὐθεντική βίωση καί ἡ μαρτυρία στό σύγχρονο κόσμο γιά ὅ, τι γνωρίσαμε στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας «ἐξ αὐτοψίας ἤ ἐκ θείας ἀποκαλύψεως». Ναί Ἀδελφοί μου. Ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, τό δεύτερο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος φανερώθηκε στόν κόσμο, ζεῖ ἀνάμεσά μας, ἀκόμα καί σήμερα στά χρόνια τά δικά μας, ὅπου ἡ ἠθική ἐκτροπή, καί οἱ «ἐξελιγμένες ἁμαρτίες»26 ὑπερέβησαν τά ὅρια, κατά τήν ἄποψή μου, ὄχι μόνο τῆς εὐσέβειας, ἀλλά καί τῆς κοσμιότητας, τῆς εὐπρέπειας, καί τῆς ἀξιοπρέπειας.

Μολαταῦτα, συνεχίζει αὐτός, ὡς φιλάνθρωπος καί πολυέλεος Κύριος, νά διαμένει μαζί μας στήν Ἐκκλησία, στό σῶμα του. Ἡ εὐχαριστιακή ἀνάμνηση εἶναι ἐπιβεβαίωση τῆς παρουσίας τοῦ Χριστοῦ, ἡ πραγμάτωση τῆς βασιλείας του. Βεβαίωση τοῦ Ἀναστάντος Κυρίου ἤ «ἀναγωγή» τῆς Ἐκκλησίας σέ παρουσία δική του. Ὁ μακαριστός Καθηγητής Ἰωάννης Φουντούλης, παρουσιάζοντας στά λειτουργικά του συγγράμματα τήν ἐμπειρία τῆς ὀρθόδοξης παράδοσης -ὡς χώρου μαρτυρίας τῆς «ζώσης ἀλήθειας»- ἐκφράζει τήν ἄποψη ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία ἀντιλαμβάνεται τούς λειτουργικούς τύπους καί τούς λειτουργούς, ὡς μιά «ἀναγωγή στό μυστήριο τοῦ Χριστοῦ, ὡς μιά διαρκή«μίξη-μέθεξη» τοῦ λειτουργικοῦ «σήμερον» πρός τήν αἰώνια ζωή τοῦ Κυρίου Ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ «πάντοτε ζῶντος ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ καί εὐλογοῦντος τήν κληρονομίαν του διά τῆς χειρός τῶν ἱερέων»27. Ὁ Χριστός δέν ἐμφανίζεται μόνο μέσα στίς Ἅγιες Γραφές, ἀλλά ἀπαράλλαχτα καί συνεχῶς ἀποκαλύπτει τόν ἑαυτό του, τήν ὕπαρξη καί δράση του στήν Ἐκκλησία, στό σῶμα Του. Ὁ Χριστός εἶναι παρών στή μυστηριακή ζωή τῆς Ἐκκλησίας, στήν εὐχαριστιακή σύναξη, ἑνώνει καί σώζει τόν ἄνθρωπο, ζεῖ μέ τό νέο λαό τοῦ Θεοῦ, ἀλλά καί μέσα στόν κάθε ἕνα ἀπό ἐμᾶς. Εἶναι αὐτό πού ὀνομάζει ὁ Ρῶσος συγγραφέας Ἀρσένιεφ στό βιβλίο του γιά τή ρωσική εὐσέβεια, ὡς τό «μυστικό συναπάντημα» στήν Ἐκκλησία καί μέσα στά βάθη τῆς ὕπαρξής μας28. Ὁ Χριστός, ὡς Ἀρχιερεύς, κηρύσσει ἡ Ὀρθοδοξία, πρόσφερε τή μοναδική θυσία του πάνω στό Σταυρό, γιά ὅλες τίς ἐποχές καί γιά ὅλους τούς ἀνθρώπους. Ἔτσι κατάστρεψε τό τεῖχος τοῦ χωρισμοῦ ἀνάμεσα στόν Θεόν Πατέρα καί τή δημιουργία, τοποθετώντας τήν Ἐκκλησία - Εὐχαριστία μέσα στόν κόσμο. Στή θεία Εὐχαριστία, τό Πνεῦμα τῆς Πεντηκοστῆς συνεχίζει τήν παρουσία τοῦ Χριστοῦ καί τό ἔργο τῆς σωτηρίας, γιά νά μᾶς ἀνυψώσει στούς οὐρανούς29. Ἔτσι ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἐκεῖ, ὅπου τελεῖται ἡ θεία Εὐχαριστία, γιατί παρατείνεται ὁ Χριστός στούς αἰῶνες καί παραδίνεται σέ κάθε ἄνθρωπο ὡς ἀπόλυτη ἀλήθεια καί ζωή. Αὐτή τήν πραγματικότητα διατυπώνει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος μέ τά ἑξῆς λόγια: «Ὁ Χριστός λέγεται θύρα, διότι αὐτός μᾶς εἰσάγει. Ποιμήν δέ, διότι μᾶς κατασκηνώνει εἰς τόπον χλόης…Πρόβατον λέγεται ἐπειδή εἶναι σφάγιον θυσίας. Ἀμνός δέ, ἐπειδή εἶναι τετελειωμένον. Ἀρχιερεύς λέγεται ὡς προσαγωγεύς…» καί καταλήγει: «Ἰησοῦς Χριστός χθές καί σήμερον σωματικῶς (βλεπόμενος), ὁ αὐτός πνευματικῶς καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων»30.

Σημειώσεις:

4. Ἀρεοπαγιτικές συγγραφές, Περί θείων ὀνομάτων II, Migne P.G. 3, 648 B.
5. Γεωργίου Μαρνέλλου, Ὁ Ἱερεύς ὡς μάρτυρας τῆς παρουσίας τοῦ Χριστοῦ στήν Ἐκκλησία καί τόν κόσμο, Ἔκδ. Κ.Μ.Ο.Π., Ἅγιος Νικόλαος, 1999, σ. 173.
6. Ματθ. 28,20.
7. Εὐαγγελική περικοπή Κυριακῆς Α΄ τῶν Νηστειῶν: Ἰω. 1,43-51.
8. Ψαλμ. 77. Πρβλ. σχόλια Μεγάλου Ἀθανασίου καί Διδύμου του Τυφλοῦ στό ἔργο: Νικοδήμου Ἁγιορείτου Ἑρμηνεία εἰς τούς (150) Ψαλμούς τοῦ Προφητάνακτος Δαβίδ, τ. Β΄, Ἔκδ. Ὀρθόδοξος Κυψέλη, Θεσ/κη 1981, σ. 347.
9. Ἰω. 21,24.
10. Ἰω. 5,13.
11. Πράξ. 22, στίχ. 14-15.
12. Β΄ Θεσ. 1,10, Α΄ Κορ. 1,6
13. Θέματα Ὀρθοδόξου Θεολογίας, Ἔκδ. «Ἄρτος τῆς ζωῆς», Ἀθῆναι 1973, σ. 200.
14. Πράξ. 2,1.
15. Ματθ. 6,22.
16. Ἰω. 4,23 καί 14,28.
17. Φλωρόβσκυ, ὅπ. π.
18. Ἐνόραση-διαίσθηση-γνώση. Ἡ γνώση πού προέρχεται ἀπό τό ἐνορᾶν, τό «νά βλέπεις μέσα σου», δηλ. ἡ ἄμεση γνώση, ἡ βιωματική, ἡ ὑποκειμενική, εἶναι ἡ ἐνόραση. Ἡ ἐνόραση ἀποκαλεῖται καί διαίσθηση, (δι-αἰσθάνομαι). Στήν ὑποκειμενική, προσωπική, μέσα ἀπό ξαφνική, μή λογικά ἐπεξεργασμένη σύλληψη, πού εἶναι ἡ ἐνόραση/διαίσθηση, ἀντιτίθεται ἡ ἀντικειμενική διά-μεση (καί ὄχι ἄ-μεση) γνώση, αὐτή πού βασίζεται σέ ἐμπειρικά δεδομένα, τά ὁποῖα ἔχουν τύχει προσεκτικῆς, λογικῆς ἐπεξεργασίας. Ὅ,τι γνωρίζουμε ἀπό διαίσθηση / ἐνόραση, συχνά εἶναι προϊόν «ἐσωτερικοῦ φωτισμοῦ», στιγμιαίας ἔμπνευσης ἤ σύλληψης τῶν αἰσθήσεων μᾶλλον παρά τῆς λογικῆς. Ἔτσι ἡ ἐνορατική ἤ διαισθητική γνώση ἔχει, κατά κανόνα, ἀρνητική σημασία στήν ἐπιστήμη, ἀντιτιθέμενη στήν ἀποδεικτική καί αὐστηρά λογική γνώση, Γ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό τῆς Νέας Ἑλληνικῆς Γλώσσας, Β΄ ἔκδοση, Ἀθήνα 2006.
19. Γεωργίου Μαρνέλλου, Ἡ μυστική γνώση κατά τόν Μπεργκσόν ὑπό τό φῶς τῆς μυστικῆς θεολογίας τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας, στά γαλλικά, Ἔκδ. Κ.Μ.Ο.Π., Ἅγιος Νικόλαος Κρήτης, σ. 96.
20. Ὅπ. π. σ. 97.
21. Ἰω. 4,23 καί 14,28.
22. Ἐφ. 1,23.
23. Τρεμπέλα Παναγ., Δογματική, τόμ. 3, Ἔκδ. Σωτήρ, Ἀθῆναι 1961, σ. 225.
24. Εἰρήνης Γκοραϊνωφ, Ὁ Ἅγιος Σεραφείμ τοῦ Σαρώφ, Ἔκδ. Τῆνος σ. 78.
25. Πατρολογία Α´, ἔκδ. Δ´, Ἀθῆναι 2000, σ. 223- 225.
26. Ἀπό τή συνομιλία τοῦ Ἁγιορείτη Γέροντα Παϊσιου μέ τό συγγραφέα, Ἅγιον Ὄρος, Ἰούλιος 1993.
27. Γ. Μαρνέλλου, Ὁ Ἱερεύς ὡς μάρτυρας…,ὅπ. π., σ. 227, 232.
28. Ψάλμ. 139,5, 138,5, 139,7-16).
29. Γ. Μαρνέλλου, Ὁ Ἱερεύς ὡς μάρτυρας, ὅπ. π., σ. 53.
30. Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, Ε.Π.Ε., Θεσ/κη 1976, τ. 4, σ. 195.

Πρωτ. Γεωργίου Ἐμμ. Μαρνέλλου,
Ἀν. Καθηγητῆ τῆς Α.Ε.Α.Η.Κ. καί τ. Διευθυντοῦ τῆς Ἀνωτέρας Ἐκκλ/κῆς Σχολῆς Κρήτης

πηγή : 􀀀Ἄγκυρα Ἐλπίδος Διμηνιαῖο Ὀρθόδοξο Περιοδικό τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ἱεραπύτνης καί Σητείας.

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...