/*--

Πέμπτη, 7 Νοεμβρίου 2013

Οἱ Χριστιανοί τοῦ «δῆθεν»

 
*Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία τοῦ π. Δοσιθέου, τήν ὁποία ἐκφώνησε στό κοινό στόν ἱερό Ναό Εὐαγγελισμοῦ Σητείας, κατά τόν Ἑσπερινό τοῦ Σαββάτου 10 Μαρτίου 201

O Σεβασμιώτατος ποιμενάρχης σας μὲ ἐκάλεσε νὰ μιλήσω αὔριο στὸν κατανυκτικὸ ἑσπερινὸ στὴν Ἱεράπετρα. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἀγαπᾷ ἐξ ἴσου καὶ τὴν Σητεία, μὲ παρεκάλεσε νὰ μιλήσω καὶ στὴν ἀγάπη σας.

Θὰ προσπαθήσω, λοιπόν, ἀφοῦ εὐχαριστήσω κατὰ πρῶτον τὸν Σεβασμιώτατο γιὰ τὴν ἀγάπη του καὶ τὴν ἐμπιστοσύνη ποὺ δείχνει πρὸς τὴν ἐλαχιστότητά μου, νὰ ψελλίσω κάποιες πνευματικὲς διδαχές. Μοῦ ἀρέσει νὰ βρίσκω ἐρεθίσματα ἀπὸ τὰ τροπάρια τῆς Ἐκκλησίας μας ἰδίως τώρα κατὰ τὴν περίοδο τοῦ Τριῳδίου. Χθές, στὰ ἀπόστιχα τῶν αἴνων βρῆκα ἕνα ἰδιόμελο ὑπέροχο -καὶ τί δὲν εἶναι ὑπέροχο στὴν ὑμνολογία τῆς Ἐκκλησίας μας- ποὺ νομίζω ὅτι εἶναι ὅ,τι πρέπει γιὰ τὴν σημερινὴ βραδυά. Δὲν θὰ σᾶς τὸ ἀναπτύξω ὅλο, διότι κάθε λέξις μπορεῖ νὰ γίνῃ καὶ ἕνα μακροσκελὲς κήρυγμα. Ἀπομονώνω μόνον μία φράσι.

Κατὰ τὴν διάρκεια, λέγει, αὐτῆς τῆς νηστείας «μὴ σκυθρωπάσωμεν ἰουδαϊκῶς, ἀλλ’ ἐκκλησιαστικῶς φαιδρυνθῶμεν· μὴ φαρισαϊκῶς ὑποκριθῶμεν, ἀλλ’ εὐαγγελικῶς καλλωπισθῶμεν». Δηλαδὴ νηστεύοντες νὰ μὴ κρεμᾶμε τὰ μοῦτρα ὅπως οἱ Ἑβραῖοι, ἀλλὰ σὰν τέκνα πιστὰ τῆς Ἐκκλησίας νὰ εἴμαστε γεμᾶτοι χαρά. Νὰ μὴ ὑποκρινώμαστε ὅπως οἱ Φαρισαῖοι, ἀλλὰ νὰ στολιζώμαστε ὅπως μᾶς διδάσκῃ τὸ Εὐαγγέλιον. «Ἄλειψαί σου τὴν κεφαλὴν καὶ τὸ πρόσωπόν σου νῖψαι». Θέλω λοιπόν, νὰ τονίσω ὅτι οἱ Χριστιανοί -καὶ ὅταν λέγω Χριστιανοὶ ἐννοῶ οἱ Ὀρθόδοξοι- ὅ,τι κάνουν στὴν ζωή τους πρέπει νὰ εἶναι γνήσιο, ἀληθινό, ἀτόφιο καὶ ὄχι ψεύτικο, δηλαδὴ φαρισαϊκό. Καὶ φαρισαϊκό (ὑποκριτικό) εἶναι τὸ νὰ παριστάνεις αὐτὸ ποὺ δὲν εἶσαι.

Αὐτὸ τὸ τονίζω καὶ πάλι, διότι ζοῦμε σὲ μιὰν ἐποχὴ τῶν ποικίλων μορφῶν τοῦ «δῆθεν», τοῦ ψεύτικου, τοῦ ἐπιφανειακοῦ. Παραδείγματος χάριν: -Ἡ μαργαρίνη λέγεται βούτυρο, ἀλλὰ εἶναι «δῆθεν» βούτυρο· δὲν εἶναι βούτυρο. -Ὁ καπλαμᾶς παρουσιάζεται σὰν γνήσιο, καθαρὸ ξύλο ἐνῷ εἶναι μιὰ λεπτὴ φλοῦδα καὶ ἀπὸ πίσω κρύβει πριονίδια καὶ νοβοπάν. -Τὸ σπορέλαιο παρουσιάζεται σὰν λάδι, ἀλλὰ εἶναι «δῆθεν» ἐλαιόλαδο. -Ἡ παραφίνη λέγεται κερί, ἀλλὰ εἶναι «δῆθεν» κερί. -Τὸ ἀκρυλικὸ ἢ τὸ συνθετικὸ παρουσιάζεται σὰν μάλλινο, ἀλλὰ εἶναι «δῆθεν» μάλλινο. -Ὁ πολυέλαιος ποὺ ἔχετε στὸν ναό σας λέγεται πολυέλαιος καταχρηστικῶς, δὲν εἶναι, ἀφοῦ δὲν ἔχει λάδι· εἶναι ἠλεκτρικὸ πολύφωτο. -Τὸ κανδῆλι τὸ ἠλεκτρικὸ λέγεται κανδῆλι, ἀλλὰ δὲν εἶναι στὴν πραγματικότητα, εἶναι «δῆθεν» κανδῆλι· μᾶλλον εἶναι φωτάκι νυκτὸς γιὰ νὰ μὴ φοβοῦνται τὰ μικρὰ παιδιὰ τὸ σκοτάδι. Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ στὴν ζωὴ τῶν Χριστιανῶν. Καὶ δὲν συμπεριλαμβάνω τοὺς ἄσχετους, αὐτοὺς ποὺ βλέπουν τὸ πρωὶ παπᾶ καὶ βγάζουν σπυριά, οὔτε αὐτοὺς ποὺ ἀκοῦν νὰ χτυπᾷ ἡ καμπάνα καὶ βρίζουν σὰν καραγωγεῖς, δαιμονίζονται καὶ οὐρλιάζουν καὶ φθάνουν μέχρι τὸν εἰσαγγελέα.

Ὁμιλῶ γιὰ μᾶς. Γιὰ ὅσους ἔχουμε σχέσι μὲ τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ μας. Γιὰ ὅσους σταυροκοπιοῦνται στὸ ἄκουσμα τῆς καμπάνας. Γιὰ ὅσους δαπανοῦν ὧρες ἀπὸ τὴν ζωή τους γιὰ νὰ ἐκκλησιασθοῦν. Ὁμιλῶ γιὰ τὰ δικά μας «δῆθεν». Διότι ὅπως τονίζει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος: «οὐδὲν ἡμῖν ὄφελος ἐκ τοῦ ἀκούειν ἡμᾶς Χριστιανούς, ἐὰν μὴ καὶ τοῖς ἔργοις κατάλληλον ἔχομεν τὴν προσηγορίαν» (Λόγος Θ΄ περὶ Μετανοίας). Καὶ ἐπειδὴ μᾶς ἀρέσει πολὺ νὰ κατηγοροῦμε τοὺς λαϊκοὺς καὶ νὰ βγάζουμε ἔξω τὴν οὐρά μας (ἐμεῖς οἱ κληρικοί), ἂς ἀρχίσουμε ἀπὸ ἐμᾶς τοὺς μελανοιμονοῦντας, τοὺς ῥασοφόρους.

Ὅμως, δὲν θὰ πῶ δικές μου σκέψεις γιατὶ ἴσως παρεξηγηθῶ. Θὰ μιλήσῃ ἀντὶ γιὰ μένα ὁ Ἠλίας Μηνιάτης (†1714) ὁ «νέος Χρυσόστομος», ὁ ἐπίσκοπος Κερνίτσης καὶ Καλαβρύτων: «Μά, πατέρες ἅγιοι, ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, αὐτὸ τὸ ἀγγελικὸ σχῆμα ὁποὺ φοροῦμε, αὐτὰ τὰ μακρυὰ ῥοῦχα ποὺ μᾶς σκεπάζουν, τί εἶναι; Εἶναι ἐνδύματα φαρισαϊκά, ὑποκριτικὰ γιὰ νὰ παραπλανοῦμε τοὺς ἀνθρώπους; Αὐτὸς ὁ θεῖος χαρακτῆρας τῆς ἱερωσύνης ποὺ ἔχουμε, τί εἶναι; Ἐμπόριο γιὰ νὰ κερδίζουμε χρήματα; Μὰ αὐτὰ τὰ Ἄχραντα Μυστήρια ποὺ ἐπιτελοῦμε, τί εἶναι; Ἢ δὲν τὰ ξέρουμε, ἢ δὲν τὰ πιστεύουμε. Ὦ, τί μεγάλη ντροπὴ γιὰ τὴν πίστι μας! Ὦ, πόσο μεγάλη θὰ εἶναι ἡ καταδίκη μας!». Ἀποκαλυπτικοὶ τοῦτοι οἱ λόγοι, ἀδελφοί μου... Καὶ συνεχίζει, κατ’ ἄλλον τρόπο, ὁ ἄλλος διδάσκαλος τοῦ Γένους ὁ Νικηφόρος Θεοτόκης (†1800) λέγοντας κάποια πράγματα χαρακτηριστικὰ ποὺ μᾶς συμβαίνουν καθημερινῶς στὴν ζωή μας. Λέγει λοιπὸν ἀπευθυνόμενος στοὺς ἱερεῖς ἢ καὶ στοὺς ψάλτες: «Ὅταν ψάλλῃς ἢ ἀναγινώσκεις μόνος σου στὴν Ἐκκλησία, τότε νυστάζεις, μαραίνεται ἡ φωνή σου, φεύγουν τὰ λόγια ἀπὸ τὸ στόμα σου, καμμιὰ προθυμία δὲν ἔχει ἡ ψυχή σου... Ἐὰν ὅμως στρέψῃς τὰ μάτια σου καί δῇς ὅτι ἦλθαν καὶ συμπαρίστανται ἀκροαταί, ἀμέσως φεύγει ἡ νύστα, ἀνοίγει τὸ στόμα σου, λαμπρύνεται ἡ φωνή σου, προφέρεις τὰ λόγια καθαρά, σοῦ ἔρχεται προθυμία πολλὴ καὶ δύναμις μεγάλη, μὲ ἄλλα λόγια, γίνεσαι ἄλλος ἐξ ἄλλου». Καὶ τότε, προσθέτω ἐγώ, ἀρχίζουν τὰ ἀτελείωτα μινόρε καὶ μαντζόρε καὶ τὰ ἀτέρμονα μακάμια. Καὶ μεταξὺ ἡμῶν τῶν μοναχῶν ὑπάρχει πολὺ «δῆθεν». Μοναχὸς ποὺ ζῆ κατὰ τρόπο κοσμικὸ λέγει ὁ Μέγας Βασίλειος «ὅμοιός ἐστι δορᾷ παρδάλεως, ἧς οὔτε λευκὴ παντελῶς ἡ θρίξ, οὔτε μέλαινα διόλου» (Λόγος ἀσκητικὸς Β΄). Ὑπάρχει δὲ φόβος μήπως κάποιες κακίες ἢ ἁμαρτίες κρύβονται κάτω ἀπὸ ψευδεῖς ἀ ρ ε τ έ ς , ἀρετὲς κατὰ τὸ φαινόμενον. Δυὸ παραδείγματα  ἀρκοῦν, νὰ σᾶς ἀναφέρω.

Π ρ ῶ τ ο ν . Γράφει ὁ Ἰωάννης ὁ Μόσχος στὸ Λειμωνάριόν του, τὸν 5ο αἰῶνα: «Δύο ἀδελφοὶ ἦσαν κοσμικοὶ ἐν Κωνσταντινουπόλει, πάνυ εὐλαβεῖς καὶ νηστεύοντες πολλά. Ὁ οὖν εἷς ἐλθὼν ἐν Ῥαϊθώ, ἀπετάξατο καὶ γέγονε μοναχός. Μετὰ οὖν χρόνον ἦλθεν ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ ὁ κοσμικὸς ἐν Ῥαϊθώ, ἵνα ἴδῃ τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ μοναχόν. Ὡς οὖν ἔμεινε πρὸς αὐτόν, θεωρεῖ ὁ κοσμικὸς τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ τὸν μοναχὸν μεταλαμβάνοντα τὴν ἐνάτην ὥραν καὶ σκανδαλισθεὶς λέγει αὐτῷ: -Ἀδελφέ, ὅταν ἦς κοσμικὸς ἐν τῷ κόσμῳ οὐ μετελάμβανες τροφῆς πρὶν δῦναι τὸν ἥλιον. Τότε λέγει αὐτῷ ὁ μοναχός: -Ὄντως, ἀδελφέ, ὅτε εἰς τὸν κόσμον ἤμην, ἐκ τῶν ὠτίων μου ἐτρεφόμην· ἡ γὰρ κενοδοξία τῶν ἀνθρώπων καὶ ὁ ἔπαινος, οὐ μετρίως ἔτρεφον καὶ ἐπεκούφιζον τὸν πόνον τῆς ἀσκήσεως». Κάτι τέτοια εἶχε πρὸ ὀφθαλμῶν ὁ προφήτης Ἡσαΐας καὶ προεφήτευε: «Νηστείας καὶ ἀργίας καὶ ἑορτὰς ὑμῶν μισεῖ ἡ ψυχή μου» (Α΄,14).

Τὸ δεύτερον. Κάποιος ἐνάρετος ἁγιορείτης μοῦ εἶπε κάποτε ὅταν ἔμαθε ὅτι διωρίσθηκα ἱεροκῆρυξ στὴν Εὐρυτανία: «Πρόσεχε, πάτερ, τὴν στιγμὴ ποὺ κηρύττεις νὰ σκέπτεσαι αὐτὰ ποὺ λὲς καὶ ὄχι ἄλλα πράγματα· νὰ μὴ ξεστρατίζῃ τὸ μυαλό σου». Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι δὲν πολυκατάλαβα τί ἐννοοῦσε, γιατὶ τότε πετοῦσα στὰ σύννεφα. Ὅμως, ὅταν διάβασα τὸν λόγο τοῦ Μεγάλου Βασιλείου «Εἰς τὸ πρόσχες σεαυτῷ», τὸ κατάλαβα καὶ πολὺ καλὰ μάλιστα. Λέγει λοιπόν, (σᾶς τὸ μεταφέρω μεταγλωττισμένο): «Κάποτε κάποιος ἀπὸ τοὺς σπουδαίους καὶ ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ ὑπερηφανεύονται διὰ σεμνότητα, περιβαλλόμενος ἐξωτερικὰ ὁμοίωμα σωφροσύνης καὶ καθήμενος ἀνάμεσα εἰς αὐτοὺς ποὺ συχνὰ τὸν μακαρίζουν διὰ τὴν ἀρετήν του, τρέχει γρήγορα μὲ τὴν σκέψιν πρὸς τὸν τόπον τῆς ἁμαρτίας, μὲ τὴν ἀφανῆ ἐνέργειαν τῆς καρδίας. Εἶδε μὲ τὴν φαντασίαν τὰ μελετώμενα, ἐφαντάσθη κάποιαν ἀπρεπῆ συναναστροφὴν καὶ γενικῶς εἰς τὸ κρυφὸν ἐργαστήριον τῆς καρδίας μὲ τὸ νὰ ζωγραφήσῃ μέσα του καθαρὰν τὴν ἡδονήν, διέπραξε ἐσωτερικὰ τὴν ἁμαρτίαν ποὺ δὲν ἀποδεικνύεται καὶ ποὺ θὰ μείνῃ ἄγνωστος εἰς ὅλους ὣς τότε ποὺ θὰ ἔλθῃ Αὐτὸς ποὺ ἀποκαλύπτει τὰ κρυπτὰ τοῦ σκότους καὶ φανερώνει τὶς σκέψεις τῶν καρδιῶν. Φυλάξου λοιπὸν μὴ τυχὸν κάποτε σκέψις κρυφὴ εἰς τὴν καρδίαν σου γίνῃ ἁμαρτία». Πολὺ «δῆθεν». Καὶ γιὰ νὰ εἶμαι εἰλικρινής, τὸ ἔπαθα πολλὲς φορές. Ἄλλα ἔλεγα, ἄλλα σκεπτόμουν. Ἂς ἔλθουμε τώρα καὶ στὰ «δῆθεν» τῶν λαϊκῶν. Γράφει Νικηφόρος ὁ Θεοτόκης: «Πολλοὶ ἔρχονται στὴν Ἐκκλησία γιὰ νὰ προσευχηθοῦν. Ἀλλὰ φέρνουν μόνο τὸ σῶμα τους. Τὸν νοῦ τους τὸν ἐγκαταλείπουν στὸ σπίτι, στὴν ἀγορά, στὶς κοσμικές τους ὑποθέσεις. Ἄλλοι προσεύχονται, καὶ μὲ τὰ χείλη τους λένε «Ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν», καὶ ὁ νοῦς τους μελετᾷ τὸ πῶς θὰ ἐκβιάσῃ τὸν χρεωφειλέτη του, πῶς θὰ ἐκδικηθῇ τὸν ἐχθρό του... Τέτοια προσευχὴ δὲν εἶναι προσευχή, εἶναι καπνὸς δυσώδης καὶ ἀποτρόπαιος». Γι’ αὐτὴ τὴν προσευχὴ ὁμιλεῖ ὁ προφητάναξ Δαυΐδ: «καὶ ἡ προσευχὴ αὐτοῦ γενέσθω εἰς ἁμαρτίαν» (ΡΗ΄,7). Καταντᾶ ἡ προσευχή μας ἁμαρτία. Αὐτὰ εἶχεν ὑπ’ ὄψει του ὁ ἱερὸς ὑμνῳδός, ὅταν ἔψαλλε: «πολλάκις τὴν ὑμνῳδίαν ἐκτελῶν, εὑρέθην τὴν ἁμαρτίαν ἐκπληρῶν· τῷ μὲν στόματι ᾄσματα φθεγγόμενος, τῇ δὲ ψυχῇ ἄτοπα λογιζόμενος». Μὲ τὰ λόγια ὡραῖα πράγματα, μὰ μὲ τὸ μυαλὸ πράγματα ποὺ δὲν λέγονται...

Ἂς ἀναφερθοῦμε, ὅμως, στὸ ἐξ ὅλων σπουδαιότερον· στὴν θεία Κοινωνία. Αὐστηρὸς ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος, ἀλλὰ διαχρονικός. Ὅ,τι συνέβαινε τότε, συμβαίνει καὶ τώρα. Διδάσκει καὶ λέγει: «Γνωρίζω ὅτι πολλοὶ ἀπὸ μᾶς πλησιάζουν στὴν ἱερὴ αὐτὴ Τράπεζα ἐξ αἰτίας τῆς συνήθειας αὐτῆς τῆς ἑορτῆς. Θὰ ἔπρεπε βέβαια, ὅπως πολλὲς φορὲς ἔχω πεῖ στὸ παρελθόν, νὰ μὴ ξεχωρίζουμε τὶς ἑορτές, ὅταν χρειάζεται νὰ κοινωνήσουμε, ἀλλὰ νὰ καθαρίζουμε τὴν συνείδηση, καὶ μετὰ νὰ πλησιάζουμε στὴν ἱερὴ Θυσία. Διότι ὁ μολυσμένος καὶ ἀκάθαρτος οὔτε κατὰ τὴν ἑορτὴ ἐπιτρέπεται νὰ συμμετέχει στὴν ἅγια ἐκείνη καὶ γεμάτη ἀπὸ φρίκη Σάρκα, ἐνῷ ὁ καθαρός, ποὺ μὲ εἰλικρινὴ μετάνοια καθάρισε τὰ ἁμαρτήματά του, μπορεῖ καὶ κατὰ τὴν ἑορτὴ καὶ πάντοτε νὰ παίρνει μέρος στὴν θεία Εὐχαριστία καὶ ν’ ἀπολαμβάνει ἐπαξίως τὶς δωρεὲς τοῦ Θεοῦ. Ἀλλ’ ἐπειδὴ αὐτὸ δὲν γνωρίζω πῶς παραμελεῖται ἀπὸ μερικούς, καὶ ἐνῷ εἶναι γεμᾶτοι ἀπὸ ἀμέτρητα κακά, ὅταν δοῦν ὅτι ἔφθασε ἡ ἑορτή, σὰν νὰ σπρώχνονται ἀπὸ τὴν ἡμέρα αὐτή, πλησιάζουν τὴν θεία Εὐχαριστία, τὴν ὁποία δὲν ἐπιτρέπεται οὔτε καὶ νὰ δοῦν ἐκεῖνοι ποὺ ζοῦν κατ’ αὐτὸ τὸν τρόπο».

Γνωρίζουν οἱ σεβάσμιοι πρεσβύτεροι τῶν μεγάλων ἐνοριῶν τὸ τί γίνεται κάθε Μεγάλη Πέμπτη ἢ κάθε Μεγάλο Σάββατο. Βροντοφωνάζει ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος: «Ποιό λοιπὸν εἶναι τὸ ἁμάρτημα; Τὸ ὅτι δὲν πλησιάζετε στὴν θεία Κοινωνία μὲ φρίκη, ἀλλὰ κλωτσώντας, χτυπώντας, γεμάτοι ἀπὸ θυμό, φωνάζοντας, κατηγορώντας, σπρώχνοντας τοὺς πλησίον σας καὶ γεμᾶτοι ἀπὸ ταραχή· αὐτὰ καὶ πολλὲς φορὲς σᾶς τὰ εἶπα καὶ δὲν θὰ παύσω νὰ σᾶς τὰ λέγω. Δὲν βλέπετε αὐτὸ ποὺ γίνεται στοὺς Ὀλυμπιακοὺς ἀγῶνες, ὅταν περνᾷ μέσα ἀπὸ τὴν ἀγορὰ κάποιος ἀγωνοθέτης, φέροντας στεφάνι στὸ κεφάλι του, φορώντας τὴν στολή του, καὶ κρατώντας τὸ ῥαβδὶ στὸ χέρι του, πόση εἶναι ἡ εὐταξία, τὴν ὥρα ἐκείνη ποὺ φωνάζει ὁ κήρυκας νὰ κάνουν ἡσυχία καὶ νὰ συμπεριφέρονται μὲ εὐκοσμία; Πῶς λοιπὸν δὲν εἶναι παράλογο, ἐκεῖ ποὺ περνάει ἡ πομπὴ τοῦ διαβόλου νὰ ἐπικρατεῖ τόση ἡσυχία, ὅπου ὅμως ὁ Χριστὸς μᾶς καλεῖ κοντά Του, νὰ ἐπικρατεῖ πολὺς θόρυβος; Μέσα στὴν ἀγορὰ νὰ ἐπικρατεῖ ἡσυχία καὶ μέσα στὴν ἐκκλησία κραυγή; Μέσα στὸ πέλαγος γαλήνη καὶ μέσα στὸ λιμάνι κύματα; Πές μου, ἄνθρωπε, γιατί κάνῃς θόρυβο; Γιατί βιάζεσαι; Μήπως σὲ καλοῦν οἱ ἀνάγκες τῶν κοσμικῶν φροντίδων; Γνωρίζεις πραγματικὰ ὅτι ἔχεις κατὰ τὴν ὥρα ἐκείνη κοσμικὲς φροντίδες; Σκέπτεσαι πραγματικὰ ὅτι βρίσκεσαι πάνω στὴν γῆ; Νομίζεις ὅτι βρίσκεσαι μαζὶ μὲ ἀνθρώπους; Καὶ πῶς αὐτὰ δὲν εἶναι δείγματα πέτρινης καρδιᾶς, τὸ νὰ νομίζῃς δηλαδὴ κατὰ τὴν ὥρα ἐκείνη ὅτι στέκεσαι ἐπάνω στὴν γῆ, καὶ ὄχι ὅτι συγχορεύεις μὲ τοὺς ἀγγέλους;».

Εἶναι αὐτὴ συμπεριφορὰ ἀληθινῶν Χριστιανῶν, διαχρονικῶς, ἢ «δῆθεν» Χριστιανῶν; Καὶ πόσοι «δῆθεν» Χριστιανοὶ ἀποφεύγουν τὴν θεία Κοινωνία διότι φοβοῦνται μετάδοσιν ἀσθενειῶν, ἢ ἀκόμη - ἥμαρτον Κύριε!- σιχαίνονται; Οἱ ἱερεῖς εἶναι οἱ μακροβιώτεροι τῶν ἀνθρώπων. Ἂν κολλοῦσαν ἀσθένειες ἀπὸ τὴν θεία Κοινωνία θὰ πέθαιναν ἀπὸ τὶς πρῶτες ἡμέρες τῆς χειροτονίας τους. Ὅμως ἡ ΖΩΗ, ἀδελφοί μου, δὲν φέρνει ποτὲ θάνατο. Καὶ ὁ Χριστός μας εἶναι ἡ ΖΩΗ πάντων ἡμῶν. Ἂς ποῦμε καὶ μερικὰ ἀκόμη. Θέλης νὰ ἀποκτήσῃς ἐχθρούς; Εὔκολο εἶναι. Εὐχήσου σὲ γέρο ἢ σὲ γρηὰ «καλὴ ψυχὴ» ἢ «καλὸν Παράδεισο» καὶ σὲ ἔπιασε ἐχθρό· σοῦ ’κοψε τὴν καλημέρα· δὲν θὰ θέλῃ νὰ σὲ βλέπῃ.

Κι αὐτὸ διότι πολλοὶ ἀπὸ ἐμᾶς ἀνήκουμε, χωρὶς νὰ τὸ πολυσκεπτόμαστε, στὴν αἵρεσι τῶν θνητοψυχιτῶν. Πολλοὶ πιστεύουν ὅτι ἡ ψυχὴ εἶναι ἁπλῶς ζωή, ὅπως τοῦ σκύλου ἢ τῆς γάτας, ποὺ σβύνῃ μὲ τὸν θάνατο. Γι’ αὐτὸ ἀκούγεται συχνὰ τὸ «ἐδῶ εἶναι ἡ κόλασις, ἐδῶ καὶ ὁ παράδεισος», ποὺ εἶναι πολὺ βλάσφημο «ἀπόφθεγμα».

Ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, τὸ «ἀπελεύσονται οἱ δίκαιοι εἰς ζωὴν αἰώνιον, οἱ δὲ ἁμαρτωλοὶ εἰς κόλασιν αἰώνιον» θεωροῦνται παραμύθια, ἐφευρέσεις παπάδων καὶ καλογήρων γιὰ νὰ φοβερίζουν τὸν κόσμο, κατάλληλα γιὰ νὰ τρῶνε τὰ μικρὰ παιδιὰ τὸ φαΐ τους. Κι ἐνῷ αὐτοὶ οἱ ἴδιοι καὶ στὴν ἐκκλησία πηγαίνουν, καὶ λαμπάδες σὰν τὸ μπόϊ τους ἀνάβουν, καὶ κοινωνοῦν, ὅμως ἠθελημένως ἀγνοοῦν αὐτὸ ποὺ τονίζῃ ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος: «ἐκεῖ ἡμῶν τὸ πολίτευμα καὶ ἡ ζωή· ἕτερον φῶς ἀληθινὸν ἔχομεν, ἑτέραν πατρίδα καὶ πολίτας ἄλλους» (Εἰς τὸν ΡΜΔ΄ Ψαλμόν). Ἂν αὐτὰ τὰ πιστεύουμε τότε εἴμαστε Χριστιανοί, ἐὰν ὄχι τότε εἴμαστε χριστιανοὶ «δῆθεν». Καὶ ἂς μὴ πολυφωνάζουμε γιὰ τὸ ἂν γράφῃ ἡ ἀστυνομική μας ταυτότητα «Ὀρθόδοξος Χριστιανός», διότι ἄν δὲν εἶναι γραμμένο στὴν καρδιά μας τότε τίποτε δὲν κάνουμε. Ἡ ταυτότητα δὲν μᾶς κάνει Χριστιανούς. Γνωρίζω ὅτι σὲ μιὰ μικρὴ ὁμιλία δὲν χωροῦν ὅλα. «Ὠκεανὸς εἰς κοτύλην οὐ χωρεῖ»· ὁ ὠ κ ε α ν ὸ ς δὲν χωράει σὲ φλυτζανάκι μικρό. Δ ὲ ν  μ π ο ρ ῶ  ὅμως νὰ παραλείψω  κ ά π ο ι α  «δῆθεν» πού, παραδόξως, εἶναι ἐπαινετά. Εἶναι πολὺ δύσκολα. Ἀπαιτεῖται μεγάλη ἀντοχὴ καὶ ταπείνωσις. Εἶναι οἱ διὰ Χριστὸν σαλοί, αὐτοὶ δηλαδὴ ποὺ παριστάνουν τὸν παλαβό, τὸν ζουρλό, τὸν κουζουλὸ ποὺ λέτε ἐσεῖς ἐδῶ, γιὰ νὰ μὴ τιμῶνται ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους. Ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνοι ποὺ παριστάνουν τοὺς φανερὰ ἁμαρτωλοὺς γιὰ τὸν ἴδιο σκοπό· χάριν ταπεινώσεως. Νὰ περιφρονοῦνται καὶ νὰ φτύνωνται ἀπὸ τοὺς «τιμίους».

Στοὺς πρώτους, ἐπὶ παραδείγματι, ἀνήκει ὅ ἅγιος Ἀνδρέας ὁ διὰ Χριστὸν σαλός. Προσπάθησε ὥστε ὅλοι νὰ τὸν θεωροῦν σαλεμένο. Ἔτρωγε ἐνώπιον πολλῶν, καλόγηρος αὐτός, λίγο κρέας καὶ κατόπιν ἔμενεν ἄσιτος γιὰ πολλὲς ἡμέρες. Κατώρθωσε νὰ τὸν θεωροῦν ἀνήθικο καὶ νὰ τὸν ἐξευτελίζουν οἱ πάντες. Ἐκοιμήθη κάποτε. Βρέθηκαν μόνον δύο ἄνδρες γιὰ νὰ τὸν σηκώσουν καὶ νὰ τὸν μεταφέρουν μὲ πρόχειρο φορεῖο καὶ νὰ τὸν πετάξουν σὲ κάποιο κοινοτάφιο, χωρὶς κηδεία, χωρὶς ψάλτη, χωρὶς παπᾶ. Ὅμως κατὰ τὴν μεταφορά του ἀκούονταν ἀγγελικὲς ψαλμῳδίες. Τὶς ἄκουσε κάποιος Ἑβραῖος μέσα στὴν νύχτα καὶ βγῆκε στὸ μπαλκόνι τοῦ σπιτιοῦ του γιὰ νὰ δῇ ποιοί ἔψελναν τόσον ὑπέροχα. Ἐκείνη τὴν στιγμὴ περνοῦσαν ἀπὸ κάτω τὸ λείψανο. Δὲν εἶδε κανένα ψαλμῳδὸ καὶ τότε ἔκπληκτος ἀνεφώνησε: «Μακάριος εἶ, σαλέ, ὅτι μὴ ἔχων ἀνθρώπους ψάλλοντάς σε, ἔσχες ἐπουρανίους δυνάμεις ἐν ὕμνοις τιμώσας σε».

Στοὺς δευτέρους ἀνήκει ὁ ἅγιος Βιτάλιος στὴν Ἀλεξάνδρεια. Σὰν μοναχὸς δούλευε τὸ ἐργόχειρό του καὶ κέρδιζε δέκα ὀβολοὺς τὴν ἡμέρα. Ἀπ’ αὐτοὺς ἔδιδε ἕνα ὀβολὸ καὶ ἀγόραζε λούπινα γιὰ φαγητό. Τὸ βράδυ ἐπισκεπτόταν τὰ πορνεῖα τῆς Ἀλεξανδρείας, πλήρωνε μιὰ πόρνη καὶ τῆς ἔλεγε: «Γιὰ τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου μου, μὴ ἁμαρτήσῃς ἀπόψε». Καὶ ὅλη τὴν νύχτα προσευχόταν γιὰ τὴν σωτηρία αὐτῆς τῆς ψυχῆς. Πολλὲς μετενόησαν καὶ ἀνένηψαν. Τὸ τί ἄκουσε ὅμως ἀπὸ τοὺς «πουριτανοὺς» ἐκείνης τῆς ἐποχῆς δὲν περιγράφεται. Τὰ περὶ αὐτοῦ ὑπόλοιπα ὁ βουλόμενος θὰ βρῇ εἰς τὸν βίον τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Ἐλεήμονος.

Αὐτὰ εἶναι τὰ δύσκολα «δῆθεν». Μὴ κρίνουμε, λοιπόν, ἀδελφοί μου, διότι δὲν γνωρίζουμε πῶς ζῆ ὁ ἄλλος, ὁ διπλανός μας. Καὶ θὰ σᾶς πῶ, ἐν συγκινήσει ὁμολογῶ, μιὰ δική μου ἱστορία. Μιὰ φορὰ ἦρθε στὸ Μοναστῆρι ποὺ παροικῶ μιὰ κυρία, καὶ ἀφοῦ συζητήσαμε στὸ τέλος μοῦ εἶπε: -Πάτερ, ἔχω μιὰ ἐπιθυμία στὴν ζωή μου· θέλω νὰ κοινωνήσω τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων! Τῆς λέγω: -Αὔριο θὰ λειτουργήσουμε, γιατί δὲν κοινωνᾶς; -Δὲν μοῦ τὸ ἐπιτρέπουν οἱ πνευματικοὶ στὸ Ἀγρίνιο νὰ μεταλάβω. -Γιατί; Μήπως ἔχῃς κάνει κάτι σοβαρό; -Ἐπειδή, πάτερ, δούλευα δεκαεπτὰ χρόνια σὲ καμπαρέ... -Μὰ τότε κάτι θά ’χῃς κάνει. -Δεκαεπτὰ ὁλόκληρα χρόνια, πάτερ, ποὺ δούλευα ἐκεῖ, δὲν ἐπέτρεψα σὲ κανένα ἄνδρα νὰ ἀγγίξει ἔστω καὶ τὸ δαχτυλάκι του ἐπάνω μου...

Ὁπότε τῆς λέω: -Παιδί μου, μπορεῖς ἐλεύθερα νὰ κοινωνήσεις. Διότι κι ἐμεῖς οἱ πνευματικοὶ τὸ παίζουμε ἐνίοτε πολὺ «αὐστηροί», πολὺ «ἀνώτεροι». Γι’ αὐτό, θυμᾶμαι, παλαιότερα κάποιες μι- κρασιάτισσες γυναῖκες ἔλεγαν «τοῦ γιατροῦ καὶ τοῦ πνευματικοῦ, τὰ μισά». Ἂς μὴ κρίνουμε, ἐπαναλαμβάνω, τοὺς ἀνθρώπους ἐπιπολαίως.

Ἂς μείνουμε ὅμως στὰ δικά μας κατακριτέα «δῆθεν» καὶ ἂς ἀναλογισθοῦμε αὐτὰ ποὺ λέγει ὁ Μέγας Βασίλειος. Εἴμεθα ὅπως «ὁ ἐν θεάτρῳ ἀλλότριον πρόσωπον ὑπελθών· δοῦλος ὢν πολλάκις, τὸ τοῦ δεσπότου, καὶ ἰδιώτης τὸ τοῦ βασιλέως. Οὕτω καὶ ἐν τῷ βίῳ τούτῳ, ὥσπερ ἐπὶ ὀρχήστρας τῆς ἑαυτῶν ζωῆς, οἱ πολλοὶ θεατρίζουσιν, ἄλλα μὲν ἐν τῇ καρδίᾳ φέροντες, ἄλλα δὲ ἐν τῇ ἐπιφανείᾳ τοῖς ἀνθρώποις δεικνύντες» (Περὶ Νηστείας Α΄). Σκέτος δηλαδὴ καπλαμᾶς... Ὑπάρχουν καὶ ἄλλα καὶ ἄλλοι πολλοὶ «δῆθεν». Οἱ «δῆθεν» καλόγηροι, οἱ «δῆθεν» παπάδες ποὺ σὰν γιαλαντζῆ δερβίσηδες σᾶς πλησιάζουν γιὰ νὰ σᾶς πλανέψουν, νὰ ἀργυρολογήσουν, νὰ σᾶς ἐκστασιάσουν μὲ δῆθεν θαύματα. Προσέξτε! Κυκλοφοροῦν πάρα πολλοὶ τέτοιοι. Νὰ ῥωτᾶτε τοὺς ἱερεῖς σας, τὸν παπᾶ τῆς ἐνορίας σας, τὸν Δεσπότη σας! Παραγγέλει ὁ Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης ὁ Θεολόγος: «Ἀγαπητοί μου, μὴ παντὶ πνεύματι πιστεύετε, ἀλλὰ δοκιμάζετε τὰ πνεύματα εἰ ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐστι, ὅτι πολλοὶ ψευδοπροφῆται ἐξεληλύθασιν εἰς τὸν κόσμον» (Α΄ Ἰωάννου Δ΄,1). Καὶ τέτοιοι ψευδοπροφῆται, λύκοι μὲ ἔνδυμα προβάτου εἶναι καὶ οἱ διάφοροι «δῆθεν» χριστιανοὶ αἱρετικοί, οἱ ὁποῖοι κινοῦν γῆν καὶ οὐρανὸν ἵνα ποιήσωσιν προσήλυτον ἕνα. Φυλαχθῆτε πάσῃ δυνάμει ἀπ’ αὐτούς, ἀδελφοί μου, γιατὶ εἶναι ὄργανα τοῦ διαβόλου, μὲ ἕνα σκοπό· τὴν ἀπώλεια τῆς ψυχῆς σας, τῆς σωτηρίας σας. Διότι ἐκτὸς Ἐκκλησίας, λέγει ὁ ἅγιος Κυπριανός, σωτηρία δὲν ὑπάρχει. Καὶ δὲν μπορεῖς νὰ ἔχῃς τὸν Θεὸ πατέρα, ἂν δὲν ἔχῃς τὴν Ἐκκλησία μητέρα!

Ἐσεῖς οἱ Κρητικοὶ περάσατε τὶς τρικυμίες τῶν ἀραβικῶν ἐπιδρομῶν, τῶν ἐλεεινῶν σταυροφόρων, τῶν βενετσιάνων καὶ τῶν τυράννων τῆς ἡμισελήνου, τῶν τούρκων, καὶ μὲ αἷμα, δάκρυα, κατατρεγμούς, σφαγές, δῃώσεις, ἐξανδραποδισμούς, αἰχμαλωσίες, διετηρήσατε τὴν πίστι σας εἰς Χριστὸν Ἰησοῦν καὶ τὴν ἀφοσίωσίν σας στὴν Ἁγίαν Του Ἐκκλησία, καὶ θὰ δεχθῆτε τώρα μύγα στὸ σπαθί σας; Ποτέ! Δὲν πρέπει, λοιπόν, νὰ εἴμαστε οὔτε καλοὶ οὔτε κακοὶ ἠθοποιοί, οὔτε νὰ παίζουμε καλὰ ἢ κακὰ ἔργα. «Γένοιο οἷος ἔσσει» ἔλεγαν οἱ ἀρχαῖοι. Νὰ εἴμαστε αὐτὸ ποὺ εἴμαστε. Ὄχι «δῆθεν». Νὰ εἴμαστε αὐτὸ ποὺ θέλει ἡ Ἐκκλησία νὰ εἴμαστε!

Ἡ ζωή μας πρέπει νὰ εἶναι εἰλικρινής. Ἄλλως γινόμαστε θεομπαῖκτες. Καὶ ὁ Θεὸς οὐ μυκτηρίζεται, δὲν ἐξαπατᾶται. Ἀντιθέτως, μυκτηρίζει. «Ὁ Θεὸς ἐκγελάσεται ἡμᾶς καὶ ἐκμυκτηριεῖ ἡμᾶς» λέγει ὁ Δαυῒδ στὸν Β΄ Ψαλμό. Αὐτὸ ποὺ πιστεύουμε νὰ πράττουμε, καὶ αὐτὸ ποὺ πράττουμε νὰ τὸ πιστεύουμε. Καὶ ἂς εἶναι οἱ πράξεις μας λίγες, δὲν χρειάζεται πολλές, ὅσες μποροῦμε. Δὲν εἶναι κακοῦργος ὁ Θεός, ὁ Θεὸς εἶναι φιλάνθρωπος! Ὅ,τι μποροῦμε νὰ Τοῦ προσφέρουμε στὴν ζωή μας, ἀλλὰ νὰ εἶναι εἰλικρινές, ἀτόφιο, καθαρό. Ὁ Κύριος δὲν μᾶς ζητεῖ τὸ ὑπὲρ δύναμιν, ἀλλὰ τὸ κατὰ δύναμιν. Ὅσες εἶναι οἱ δυνάμεις μας.

Ἡ προτροπὴ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου «ἦτε εἰλικρινεῖς» ποὺ ἀπευθύνῃ στοὺς Φιλιππησίους, πρέπει νὰ εἶναι σύνθημα ζωῆς! Ἄλλως ἂν συνεχίσουν τὰ «δῆθεν», τὰ ὑποκριτικά μας, θὰ ἐπαληθευθῇ ὁ σύγχρονος ποιητής (Νικ. Καροῦζος): «Θὰ βλέπουμε τὸν οὐρανὸ μολυβένιο, τὶς ἐκκλησίες κτίρια ἄχαρα, τὶς εἰκόνες ζωγραφιὲς ποὺ δὲν μιλᾶνε πιά, τὰ βιβλία τῆς πίστης μας παράξενα καὶ ἀκατανόητα, τὴν πίστι καὶ τὰ ἤθη ποὺ ὑπαγορεύει ἀπάνθρωπα».
Ὅπερ, Σεβασμιώτατε δέσποτα, ἀγαπητοὶ ἀδελφοὶ συλλειτουργοί, λαὲ τοῦ Θεοῦ ἠγαπημένε, μὴ γένοιτο!
Καλὴ ὑπόλοιπη Σαρακοστή, καλὸ καὶ εὐλογημένο Ἅγιο Πάσχα!

Ἀρχιμ. Δοσιθέου Κανέλλου,
Καθηγουμένου Ἱερᾶς Μονῆς Παναγίας Τατάρνης

πηγή : Ἄγκυρα Ἐλπίδος
Διμηνιαῖο Ὀρθόδοξο Περιοδικό τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ἱεραπύτνης καί Σητείας.

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...