/*--

Σάββατο, 23 Νοεμβρίου 2013

“ Ἔρως ἀνώσεως ”

 
Ἡ ἀγάπη τοῦ Ἁγίου Θεοῦ ἀνεβάζει τὸν ἄνθρωπο σὲ ὕψη οὐράνια. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος θεωρῇ ἐσωτερικὰ τὸ αἰώνιο Φῶς, ὁ νοῦς του καθαρίζει ἀπὸ κάθε γήϊνη καὶ μάταιη φαντασία. Βυθισμένος στὴν θεωρία τοῦ ἀκτίστου Φωτός, λησμονεῖ ὅλα τὰ αἰσθητὰ καὶ δὲν θέλει νὰ βλέπῃ οὔτε τὸν ἑαυτό του. Προτιμᾷ νὰ κρυφτῇ στὰ ἔγκατα τῆς γῆς, ἀρκεῖ νὰ μὴ χάσῃ τὸ ἀληθινὸ ἀγαθό, τὴν Ἀγάπη του, τὸν Θεό.
Μὲ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ὁ ἐγωκεντρισμὸς μας ὑποχωρεῖ καὶ ὅλη ἡ φλόγα τῆς ψυχῆς μας, ἡ δύναμί μας ἀφιερώνεται σ’ Ἐκεῖνον. Ἔτσι χάνεται κάθε διάθεσι καὶ τάσι ἁμαρτίας. Ἡ ἁμαρτία ἐμποδίζει καὶ σκεπάζει τὴν ἀκτινοβολία τοῦ ἡλίου τῆς ἀγάπης Του. Εἶναι ὁ τρομερὸς κλέπτης τῆς Θείας ἀγάπης. Εἶναι ἡ σκουριά, ὅπως τὴν ἀναφέρει ὁ Θεόφιλος Ἀντιοχείας, ὁ Ἀπολογητὴς τοῦ Β ́ αἰῶνος, ποὺ καταστρέφει τὸν καθρέπτη καὶ ὁ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ ἰδῇ τὸ πρόσωπό του κι ἔτσι εἰσχωρεῖ ἐντός του καὶ χάνει τὴν θεωρία τοῦ Θεοῦ.

Ὅμως ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ θὰ μᾶς ἀνεβάσῃ, ἐὰν τὸ θέλουμε, ἐὰν τὸ ποθοῦμε. Ἐὰν τὸ ζητοῦμε θὰ ἀνεβοῦμε. Θὰ γίνουμε γιὰ πάντοτε ὀρειβάτες τῆς ἀγάπης Του. Ἐφ’ ὅσον: «τῆς εἰς Θεὸν ἀγάπης, οὐδὲν ἐστιν ἀνώτερον» καθ’ Ὅσιον Μάρκον τὸν Ἀσκητή. Τίποτε ὡραιότερο, ἀνώτερο καὶ τερπνότερο τοῦ Θεοῦ.

Ἡ ἁμαρτία εἶναι στὴν οὐσία της ἄρνησι ἀγάπης. Ἡ ἀγάπη δὲν εἶναι ὑπόθεσι ἁπλῶν λόγων καὶ συναισθημάτων. Πρωτίστως εἶναι ὑπόθεσι θελήσεως. Θέλουμε ὅ,τι θέλει τὸ πρόσωπο ποὺ ἀγαπᾶμε. Ἐπιθυμοῦμε ὅ,τι ἐκεῖνο ἐπιθυμεῖ καὶ προσπαθοῦμε, μὲ ὅλες μας τὶς δυνάμεις, νὰ κάνουμε ὅ,τι μᾶς ζητᾷ. Ἐὰν δὲν τὸ κάνουμε, σημαίνει πὼς δὲν ἀγαπᾶμε ἀληθινά. Ἡ ἁμαρτία, ὡς ἄρνησι τῆς μεγάλης Ἀγάπης, εἶναι ἄρνησι τοῦ Θεοῦ, ἄρνησι τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, ποὺ πέθανε γιά μᾶς. Εἶναι προσβολὴ τοῦ Ὀνόματός Του, παράβασι τοῦ Θελήματός Του, εἶναι ἐνοχή.

Ὁ Σωτήρας ὅμως ἔγινε ἰλασμὸς καὶ ἐξιλέωσι, κατὰ τὸ Παύλειο: «Τὸν μὴ γνόντα ἁμαρτίαν ὑπὲρ ἡμῶν ἁμαρτίαν ἐποίησεν» (Β ́ Κορ. ε ́ 21). Κατακρίθηκε ὡς ἁμαρτωλὸς γιὰ νὰ μᾶς λυτρώσῃ, νὰ μᾶς ἀνεβάσῃ. Στὸν Κύριο συνδυάζονται ἡ ἐξιλέωσι καὶ ἡ συγχώρησι. Γιὰ ν ̓ ἀνεβοῦμε πρέπει νὰ «ῥίξουμε» ἐπάνω Του τὴν ἁμαρτία μας. Μᾶς καλεῖ. Σὰν νὰ μᾶς λέῃ: «Μετάθεσέ την στοὺς ὤμους μου κι Ἐγὼ θὰ κάνω τὶς ἐπανορθώσεις. Μόνο τὸ βλέμμα σου ἀναζητῶ, τὴν στροφή σου σὲ Μένα»! Ἐκεῖνος, Ἐνανθρωπήσας πληρώνει τὴν λύτρωσί μας μὲ τὸ πανάσπιλο Αἷμά Του, ἐμεῖς, ἀντὶ Αὐτοῦ, ὀφείλουμε δάκρυα, δάκρυα μετανοίας καὶ καθαρμοῦ.

Μᾶς ἀνεβάζει ὁ Χριστὸς διὰ τῆς Ἀγάπης Του, καθὼς ἐκπληρώνει μὲ τὸ ἀτίμητο Αἷμα Του τὴν «ὑποχρέωσι» τῆς ἀγάπης Του πρὸς ἡμᾶς, μένοντας «ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δὲ Σταυροῦ» στὸ Πατρικὸ Θέλημα. Πόση ἀγάπη κρύβει ἡ καρδιὰ τοῦ Ἰησοῦ, ἡ ἁγία καὶ ἱερή Του Καρδιά! Σαγηνεύει, γοητεύει, ἑλκύει κάθε ἄνθρωπο σὲ ἕνα Ἔρωτα, Ἔρωτα Ἀνώσεως! Μᾶς χωρᾷ ὅλους ἡ καρδιά Του κι ἀκόμη ἔχει «χῶρο»! Χωρᾷ ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα, ἀπὸ τὸν Ἀδάμ, τὸν Γενάρχη μας, ὡς τοὺς ἀνθρώπους τῆς τελικῆς Κρίσεως, τῶν ἐσχάτων.

« Ἔτι τόπος ἐστί» στὴν καρδιὰ ποὺ πόνεσε καὶ ῥάγισε καὶ στράγγισε στὸν Σταυρὸ τῆς ὀδύνης. Καρδιὰ ποὺ δόθηκε στοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ καὶ ζητᾷ νὰ τῆς προσφέρωνται. Καρδιὰ ποὺ πονᾷ σὲ κάθε ἁμαρτία μας καὶ μᾶς συμπονᾷ ταὐτόχρονα. Διὰ τῆς μετανοίας προσφέρεται σὲ κάθε ἁμαρτωλὸ Ὁλόκληρος. Ἀτενίζει τὸν ἄσωτο, τὸν κάθε ἁμαρτωλὸ καὶ σπεύδει ἀνοίγοντας τὴν Θεία Του ἀγκάλη. Ἀγκαλιάζει κι ἀγκαλιάζεται, δίνοντας καὶ παίρνοντας ἀγάπη. Ὁ ἄνθρωπος ἐξωτερικεύεται, ἐξομολογεῖται κι Ἐκεῖνος συγχωρεῖ. Κλαίει ὁ ἄνθρωπος κι ὁ Ἰησοῦς τὸν μακαρίζει: «Μακάριοι οἱ κλαίοντες νῦν ὅτι γελάσετε» λέγει. Ἀπαντᾷ στὴν δίψα τοῦ πεπτωκότος ἀνθρώπου, καὶ τὸν ἱκανοποιεῖ.

Ἡ ἀγάπη Του μεθοδεύει τὴν ἄνωσί μας διὰ τῶν ἱερῶν διαύλων τῆς Χάριτος, τῶν σεπτῶν Μυστηρίων. Τὸ Μυστήριο τῆς Μετανοίας καὶ ἱερᾶς Ἐξομολογήσεως κρύπτει τὴν ἀσύλληπτη, ἀνέκφραστη καὶ ἀνεξιχνίαστη ἀνωσικὴ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιὰ ὅλους ἡμᾶς. Εἶναι, τὸ ἱερὸ Ἐξομολογητήριο, ἡ ἀνοικτὴ ἀγκάλη τοῦ Ἰησοῦ, τὸ φίλημα τοῦ Οὐρανοῦ, ὁ στοργικὸς ὦμος τοῦ Καλοῦ Ποιμένος, τὸ ἁπαλὸ χάϊδεμα τοῦ Οὐρανίου Πατρός, ἡ  ἐπαναζωοποίησι τοῦ νεκρωθέντος ἀπὸ τὸ δηλητήριο τῆς ἁμαρτίας, ὁ τόπος ἐπαναβιώσεως τοῦ Παραδείσου, ὁ τάφος τοῦ θανάτου, ἡ πηγὴ τῆς Ἀναστάσεως καὶ τῆς ἀτελευτήτου ζωῆς. Ἐκεῖ ὅπου πεθαίνουν οἱ ἁμαρτίες καὶ ἀναγεννᾶται ὁ καινὸς ἄνθρωπος, ὁ ἄνθρωπος τῆς Καινῆς Κτίσεως. Ὁ Θεῖος Ἔρως ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἄμεση λύτρωσι τοῦ ἁμαρτήσαντος ἀνθρώπου, διὰ τῆς Σταυρικῆς Θυσίας τοῦ Σωτῆρος, ἐντὸς ὀλίγων δευτερολέπτων. Σὲ δευτερόλεπτα ἀπελευθερώνεται καὶ ὁ μηδαμινὸς αὐτὸς χρόνος ἀποβαίνει τωρινὸς κι ἐπίκαιρος. Ὅ,τι ἔγινε στὸν Γολγοθᾶ, στὸν Κῆπο τῆς Ἀγωνίας στὴν Γεθσημανῆ συμβαίνει σὲ ἕνα κλάσμα τοῦ χρόνου, ὁπότε ἔρχεται ἡ ἄφεσι, ἡ συγχώρησι, ἡ ἐξιλέωσι, ὁ καθαρμός, ἡ σωτηρία, ἡ φώτισι!

«Πρόξενος Βασιλείας Οὐρανῶν καὶ εἴσοδος Παραδείσου» ἡ Ἐξομολόγησι, καθ’ Ἱερὸν Χρυσορρόα· «οὐκ ἔστιν ἕτερον φάρμακον τοιοῦτον πρὸς τὴν τῶν ἁμαρτημάτων ἀναίρεσιν» ἀμέσως ἐνδεικτική τῆς Θείας Ἀγάπης. Ὑπάρχει μεγαλειτέρα αὐτῆς τῆς ἀγάπης, τῆς ἀγάπης τοῦ Σταυροῦ, διὰ τῆς ὁποίας ἐνῷ ἁμαρτάνουμε συγχωρούμεθα; Πικραίνουμε τὸν γλυκύτατο Νυμφίο μας Χριστό, ἀλλὰ δὲν τὸ λογαριάζει. Τὸν πληγώνουμε, ἀλλὰ εἶναι τόσο ἀνεξίκακος, ποὺ ἐνῷ Τὸν προσβάλλουμε σιωπᾷ. Κι ὅταν μετανοήσουμε, μᾶς ἀγκαλιάζει καὶ μᾶς δέχεται, σὰν τὸν ἄσωτο στὸ Βασιλικό Του Δεῖπνο.

Μᾶς ὑψώνει μὲ τὴν Μετάνοιά μας ἀπὸ τὴν γῆ στὸν Οὐρανό, μᾶς Ἀγγελοποιεῖ, μᾶς δοξάζει, μᾶς θεώνει, μᾶς Χριστοποιεῖ, μᾶς Πνευματοποιεῖ, μᾶς ἀφθαρτίζει, κάνοντας τὴν λάσπη Οὐρανό, τὸ σκώληκα Ἄγγελο, τὸν δοῦλο Σύνθρονό Του, τὸ ῥάκος Στολὴ ἡλιοπερίχυτη, τὸν ἄσωτο Ἅγιο, τὸν παράνομο Φιλόνομο, τὸν ἀποστάτη Φίλο τῆς Βασιλείας, τὸν ἐξόριστο κάνει Κληρονόμο καὶ Οἰκήτορα τοῦ Παραδείσου. Κι αὐτὸ τὸ θαῦμα τὸ κάνει, ἐὰν τὸ ἐπιθυμῇ καὶ ὁ ἄνθρωπος, ὅταν τὸ θελήσῃ, τότε μπορεῖ ἀπὸ τὴν ἀνατολὴ ἕως τὴν δύσι τοῦ ἡλίου νὰ φθάσῃ, κατὰ τὸν Μεγάλο Ἀντώνιο, στὴν ἁγιότητα. Τὸ θαῦμα τῆς Μετανοίας εἶναι τὸ θαῦμα τῆς Θείας Ἀγάπης!

«Ἐὰν ἀγαπᾶτε Με τὰς Ἐντολάς τὰς Ἐμάς τηρήσατε» λέγει ὁ Κύριος (Ἰωάν. ιδ ́ 15). Ἡ τήρησι τῶν Ἐντολῶν εἶναι ἡ προῖκα μας, ἡ ἀπαραίτητη προϋπόθεσι τῆς συνδέσεώς μας, καὶ ἡ ἀγάπη Του τὸ μόνο ἐλατήριο. Ἡ ἀγάπη στὸν Ἰησοῦ εἶναι τὸ χωράφι, ὅπου καλλιεργεῖται τὸ δένδρο τῆς ἀρετῆς. Ὅ,τι δὲν ποτίζεται μὲ τὴν ἀγάπη αὐτὴ δὲν εἶναι ἀρετή. Δεῖγμα τῆς αὐθεντικῆς ἀγάπης μας στὸν Ἰησοῦ, τοῦ Ἔρωτός μας πρὸς Αὐτόν, εἶναι μιά ζωὴ σύμφωνη μὲ τὰ παραγγέλματά Του. Μιὰ ζωὴ ἀπολύτου ὑποταγῆς καὶ ὑπακοῆς, ποὺ ἀπελευθερώνει, ἀποδεσμεύει καὶ ἀνεξαρτητοποιεῖ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, τὴν φθορὰ καὶ τὴν θνητότητα.  Αὐθεντικὴ ἀγάπη, Ἔρως σημαίνει, «ὅ,τι θέλει Ἐκεῖνος νὰ τὸ θέλω κι ἐγώ», κι ὅ,τι θέλω ἐγὼ νὰ τὸ θέλῃ κι Ἐκεῖνος, συνταίριασμα Θείου καὶ ἀνθρωπίνου θελήματος. Κι αὐτὸ γιὰ τὴν Ἀγάπη Του. «Δεῖ γὰρ πάντα διὰ τὸν Χριστὸν ποιεῖν, οὐ διὰ τὸν μισθόν», κατὰ Ἰωάννην Ἅγιο τὸν Χρυσόστομο. «Φιλήσωμεν οὖν τὸν Χριστὸν πρῶτον», μὲ ἔργα καὶ ὄχι μὲ λόγια. Ὅποιος ἀνήκει στὸν Σωτῆρα Χριστὸ εἶναι αἰχμάλωτος τῆς ἀγάπης Του, εἶναι δοῦλος Του καὶ γι’ αὐτὸ ἐ λ ε ύ θ ε ρ ο ς , ἀφοῦ ἡ δουλεία στὸν Ἰησοῦ εἶναι ἡ μόνη καὶ ἀπόλυτη ἐλευθερία.

Αὐτὸς εἶναι ὁ Θεῖος Ἔρως, ὁ Ἔρως Ἀνώσεως, ἡ Θεανθρώπινη συνάντησι, τὸ Μυστήριο, ἡ Ἀγάπη, ἡ ἐρωτικὴ ἔκστασι, ὁ διάλογος τοῦ Θείου πόθου, ἡ ὀντολογική μας μεταμόρφωσι, ἡ Κλίμακα πρὸς τὸν Οὐρανό, ἡ γεῦσι τοῦ Οὐρανοῦ, ἡ πρόγευσι τῶν μελλόντων, ἡ εἰκόνα τοῦ Παραδείσου, ἡ κιβωτὸς τῆς σωτηρίας, τὸ λιμάνι τῆς γαλήνης, ὁ Χερουβικὸς Θρόνος, ἡ Θέα τοῦ ἀθεάτου Θεοῦ, ἡ ἐνόρασι τοῦ ἀοράτου Παντοκράτορος, ἡ ψηλάφησι τοῦ Ἀπροσίτου, ἡ Λ α τ ρ ε ί α τοῦ Θεοῦ, ἡ Θεία Λατρεία, ὁ ἐρωτικὸς διάλογος τοῦ «ταμιείου», τοῦ ἰδιαιτέρου προσωπικοῦ μας χώρου, ποὺ συνεχίζεται μὲ τὰ ᾄσματα, τοὺς ἐπινίκιους καὶ Τρισάγιους ὕμνους, τὶς Ἀγγελικὲς μελῳδίες τοῦ πιστοῦ λαοῦ στὸν ἱερὸ χῶρο τοῦ Ναοῦ.

Στὴν λατρεία μας, στὴν Θεία Λειτουργία ἐντονώτερα, ἁπλώνεται ἡ ἐρωτική μας ἀγάπη πρὸς τὸν Σωτῆρα Κύριο καὶ Θεό, Ἰησοῦ Χριστό, τὸν Διδάσκαλο καὶ Λυτρωτή μας, τὸ Ἀρχέτυπό μας, τὸν Γενάρχη τῆς νέας ἀνθρωπότητος, τὸν νέο-δεύτερο Ἀδὰμ τῆς αἰωνίου προοπτικῆς μας, δι’ ἥν ἐπλάσθημεν. Εἶναι αὐτὴ ἡ ψυχὴ τοῦ Χριστιανισμοῦ, ἡ διαχρονικὴ ἑνότητα Ἀποστολικῆς, συγχρόνου καὶ αἰωνίου Ἐκκλησίας, στρατευομένης καὶ θριαμβευούσης, ἡ αὐθεντικὴ σφραγίδα τῆς Ἀποστολικῆς καὶ Ὀρθοδόξου Παραδόσεώς μας.

Πλήρεις Θείου ἐνθουσιασμοῦ καὶ ἐξάρσεως ἐναγκαλιζόμαστε τὸν Ἠγαπημένο μας, ἀφήνουμε νὰ ἐκχυθῇ  τὸ περίσσευμα τῆς νέας ζωῆς, τὴν ὁποία ζοῦμε στὸ ὑπερφυὲς Μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας, καὶ νὰ καταλάβῃ τὸν σύμπαντα κόσμο, νὰ τὸν λυτρώσῃ, διὰ τοῦ Λυτρωτοῦ μας, μὲ τὸν ἄσβεστο πόθο, τὸν ἀνωσικὸ ἔρωτα καὶ νὰ τὸν θρέψῃ μὲ τὶς ἀφθάστου κάλλους Εὐχὲς καὶ Ἱκεσίες τῆς Θείας Λειτουργίας, ποὺ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο καθοδηγεῖ καὶ συνέχει.

Ζοῦμε καὶ κινούμεθα ἐ ρ ω τ ι κ ά , μεταρσιώνονται οἱ ψυχές μας, μᾶς ἐγγίζει, μᾶς φλογίζει, μᾶς μεταμορφώνει, μᾶς ἀνεβάζει στὰ Οὐράνια, μᾶς φέρει στὴν ἀτμόσφαιρα τῆς Πεντηκοστῆς ὁ Θεῖος Ἔρως, ὅταν κοινωνήσουμε Σώματος καὶ Αἵματος Χριστοῦ, φῶς πλημμυρίζει τὶς καρδιές μας καὶ μ’ αὐτὸ φωτίζουμε τὰ σκότη τῆς Πτώσεώς μας ἀπὸ Θεοῦ, σκιρτᾶμε καὶ ἀναγαλλιάζουμε, καὶ μόνο στὴν σκέψι καὶ τὴν βεβαία προοπτική, τῆς συναντήσεώς μας μὲ τὸν Κύριό μας, τὸν Νυμφίο Χριστό, Τὸ «Ἀρνίον Τὸ ἐσφαγμένον» καὶ Ζῶν, Τὸ διὰ τῆς Ἀναστάσεως θριαμβεύσαν, Τὸ θανατώσαν τὸν θάνατον διὰ τοῦ θανάτου Του καὶ διαρκῶς προσκαλοῦν τοὺς ἐραστὲς τοῦ Θεοῦ στὸ πανίερο Πανηγύρι τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου, διαλαλοῦν ὡς τὰ πέρατα τῶν Συμπάντων καὶ τῆς αἰωνιότητος τὴν Λειτουργία τῆς Θεανθρωπίνης ἀγάπης καὶ τὴν μυσταγωγία τοῦ Θεϊκοῦ ἐρωτικοῦ διαλόγου, ποὺ μᾶς ἀποκαθιστᾷ Συγκληρονόμους Χριστοῦ, υἱοὺς τῆς εὐδοκίας τοῦ Πατρός, ὅπως μόνον Ἐκεῖνος εἶναι καὶ κατὰ μίμησίν Του. Ἐκείνου πού μᾶς ἀγαπᾷ ὅσο τίποτε, ὥστε διὰ τῆς ἀγάπης Του νὰ ὁρίσωμε: «Τί εἶναι ὁ ἄνθρωπος; Τὸ δημιούργημα ποὺ ἀγαπᾷ τόσο ὁ Θεῖος Δομήτωρ, ὥστε Ἐνανθρωπήσας ἀπέθανε δι’ αὐτὸ ἐν Σταυρῷ καὶ τὸ ἀθανάτισε.»

πηγή : IEPA MHTPOΠOΛIΣ NEAΣ IΩNIAΣ - ΦIΛA¢EΛΦEIAΣ

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...