/*--

Παρασκευή, 8 Νοεμβρίου 2013

ΤΟ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ ΤΩΝ «ΜΕΤΑΘΑΝΑΤΙΩΝ» ΕΜΠΕΙΡΙΩΝ

  
Το θέμα της μετά θάνατον ζωής έχει, εντελώς ξαφνικά, αποτελέσει αντικείμενο εκτεταμένου ενδιαφέροντος για το πλατύ κοινό στο δυτικό κόσμο. Ειδικότερα, τα τελευταία δύο χρόνια έχουν δημοσιευθεί αρκετά βιβλία που διατείνονται ότι περιγράφουν «μεταθανάτιες εμπειρίες» και φημισμένοι ιατροί και άλλοι επιστήμονες είτε έχουν γράψει οι ίδιοι αυτά τα βιβλία είτε τους έχουν προσφέρει την ολόθερμη υποστήριξή τους.
Μια τέτοια περίπτωση αποτελεί η παγκοσμίως γνωστή ιατρός και «ειδική» επί των προβλημάτων που σχετίζονται με το θάνατο και την επιθανάτια αγωνία, Ελίζαμπεθ Κιούμπλερ - Ρος. Η Ρος θεωρείς πως αυτές οι έρευνες για τις μεταθανάτιες εμπειρίες «θα διαφωτίσουν πολλούς ανθρώπους και θα επιβεβαιώσουν αυτό που έχουμε διδαχθεί εδώ και δύο χιλιάδες χρόνια - ότι δηλαδή υπάρχει ζωή μετά το θάνατo Όλα αυτά, φυσικά, συνιστούν μια απότομη αλλαγή στην έως τώρα επικρατούσα ατμόσφαιρα στους ιατρικούς και επιστημονικούς κύκλους, οι οποίοι γενικά θεωρούσαν το θέμα του θανάτου «ταμπού» και εξοστράκιζαν οποιαδήποτε ιδέα σχετικά με τη μετά θάνατον επιβίωση στη σφαίρα του φανταστικού ή της δεισιδαιμονίας ή, στην καλύτερη περίπτωση, την αντιμετώπιζαν ως προσωπική πεποίθηση η οποία στερείται αντικειμενικών αποδείξεων.

Η εξωτερική αιτία αυτής της ξαφνικής αλλαγής απόψεων είναι απλή: νέες τεχνικές επαναφοράς στη ζωή των «κλινικώς νεκρών» - συγκεκριμένα, με διέγερση της καρδιάς όταν αυτή έχει πάψει να χτυπά - χρησιμοποιούνται ευρέως τα τελευταία χρόνια. Έτσι πολλοί άνθρωποι κλινικώς «νεκροί», δηλαδή χωρίς σφυγμό ή καρδιακούς παλμούς, έχουν επανέλθει στη ζωή και ένα μεγάλο ποσοστό από αυτούς, εφόσον το σχετικό ταμπού καθώς και ο φόβος μήπως θεωρηθούν «τρελοί» έχουν σταδιακά εκλείψει, μιλούν τώρα ανοιχτά για την εμπειρία τους.

Όμως, μας ενδιαφέρει κυρίως η βαθύτερη αιτία της αλλαγής όπως και η «ιδεολογία» της: για ποιο λόγο αυτό το φαινόμενο έχει ξαφνικά τέτοια τεράστια απήχηση στον κόσμο και βάσει ποιάς θρησκευτικής ή φιλοσοφικής άποψης γίνεται γενικώς κατανοητό; Αποτελεί ήδη ένα από τα «σημεία των καιρών», σύμπτωμα του θρησκευτικού ενδιαφέροντος της εποχής μας, ποια είναι λοιπόν η σημασία του; Θα επανέλθουμε σε αυτά τα ερωτήματα, αφού πρώτα εξετάσουμε πιο προσεκτικά το ίδιο το φαινόμενο.

Πρώτα, όμως, πρέπει να διερωτηθούμε: σε ποια βάση θα εξετάσουμε το συγκεκριμένο φαινόμενο; Αυτοί οι ίδιοι που το περιγράφουν δε διαθέτουν κάποια σαφή ερμηνεία του αλλά συχνά την αναζητούν σε αποκρυφιστικά ή πνευματικά κείμενα. Μερικοί θρησκευόμενοι άνθρωποι, όπως και μερικοί επιστήμονες, διαισθανόμενοι μια απειλή για τις καθιερωμένες πεποιθήσεις τους, απλώς απορρίπτουν τις εμπειρίες, όπως αυτές περιγράφονται, και συνήθως τις υποβιβάζουν στον χώρο των «παραισθήσεων». Έτσι ενεργούν μερικοί Προτεστάντες οι οποίοι πιστεύουν είτε ότι η ψυχή βρίσκεται σε κατάσταση ασυνειδησίας μετά το θάνατο είτε ότι πηγαίνει αμέσως να βρεθεί «με το Χριστό», παρομοίως, οι θεωρητικοί άθεοι απορρίπτουν ακόμα και την ιδέα ότι η ψυχή επιζεί μετά το θάνατο, οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία κι αν τους παρουσιαστούν. Τέτοιες εμπειρίες όμως δεν μπορούν να εξηγηθούν απλώς και μόνον με το να τις απορρίπτουμε, πρέπει να γίνουν σωστά κατανοητές, τόσο όσον αφορά την ίδια τη φύση τους, όσο και μέσα στο συνολικό πλαίσιο γνώσης σχετικά με την πορεία της ψυχής μετά το θάνατο.

Δυστυχώς, μερικοί Ορθόδοξοι Χριστιανοί επίσης, κάτω από την επίδραση κάποιων σύγχρονων υλιστικών ιδεών, όπως αυτές έχουν εμφιλοχωρήσει μέσα στον Προτεσταντισμό και το Ρωμαιοκαθολικισμό, καταλήγουν να έχουν μάλλον ασαφείς και αόριστες απόψεις για τη μετά θάνατον ζωή. Ο συγγραφέας ενός από τα καινούρια βιβλία που πραγματεύονται τις μεταθανάτιες εμπειρίες, ζήτησε τη γνώμη διάφορων «εκπροσώπων θρησκευτικών δογμάτων» σχετικά με την κατάσταση της ψυχής μετά το θάνατο. Έτσι λοιπόν, απευθύνθηκε σε έναν ιερέα της ελληνορθόδοξης Αρχιεπισκοπής, ο οποίος εξέφρασε μια πολύ γενική γνώμη σχετικά με την ύπαρξη παραδείσου και κόλασης, του είπε, όμως, ότι η Ορθοδοξία δεν έχει «καμιά συγκεκριμένη άποψη για το πώς είναι η μετά θάνατον ζωή». Έτσι, το μόνο που μπορούσε να συμπεράνει ο συγγραφέας ήταν ότι «η άποψη της ελληνικής Ορθόδοξης Εκκλησίας για τη μετά θάνατον ζωή δεν είναι σαφής».

Φυσικά, ισχύει το αντίθετο: ο Ορθόδοξος Χριστιανισμός διαθέτει μια αρκετά συγκεκριμένη διδασκαλία και άποψη για τη μετά θάνατον ζωή, η οποία ξεκινά από αυτήν την ίδια τη στιγμή του θανάτου. Αυτή η διδασκαλία εμπεριέχεται στην Αγία Γραφή, ερμηνευμένη μέσα στο συνολικό πλαίσιο της Χριστιανικής διδασκαλίας, στα κείμενα των αγίων Πατέρων και, ειδικά όσον αφορά τις συγκεκριμένες εμπειρίες της ψυχής μετά το θάνατο, σε πολλούς Βίους Αγίων και ανθολογίες προσωπικών εμπειριών αυτού του είδους. Για παράδειγμα, ολόκληρο το τέταρτο βιβλίο των Διαλόγων του Αγ. Γρηγορίου του Μεγάλου, Πάπα Ρώμης (604), είναι αφιερωμένο στο θέμα αυτό. Στις μέρες μας, κυκλοφόρησε στα Αγγλικά μια ανθολογία τέτοιων εμπειριών οι οποίες συγκεντρώθηκαν τόσο από πολύ παλαιούς Βίους Αγίων όσο και από πιο πρόσφατες διηγήσεις. Πρόσφατα επίσης, επανεκδόθηκε σε αγγλική μετάφραση ένα αξιόλογο κείμενο που γράφτηκε στα τέλη του 19ου αιώνα από κάποιον που επανήλθε στη ζωή αφού παρέμεινε νεκρός επί 36 ώρες.

Έτσι λοιπόν, ο Ορθόδοξος Χριστιανός έχει στη διάθεσή του μια πολύ πλούσια γραμματεία, η οποία του παρέχει τη δυνατότητα να κατανοήσεις τις νέες «μεταθανάτιες εμπειρίες» και να τις αξιολογήσει υπό το φως ολόκληρης της χριστιανικής διδασκαλίας για τη μετά θάνατον ζωή.

Στη σημερινή εποχή, το βιβλίο που έχει εξάψει το ενδιαφέρον για το θέμα αυτό γράφτηκε από το Ραίημοντ Μούντυ, ένα ψυχίατρο από τις Νότιες Ηνωμένες Πολιτείες, και κυκλοφόρησε το Νοέμβριο του 1975. Τότε ο Μούντυ δε γνώριζε εάν υπήρχαν οποιεσδήποτε άλλες μελέτες ή βιβλιογραφία σχετικά με τη μετά θάνατον ζωή, όμως ακόμα και την περίοδο που τυπωνόταν το βιβλίο έγινε φανερό ότι είχε ήδη εκδηλωθεί έντονο σχετικό ενδιαφέρον και είχαν ήδη γραφτεί πολλά για το θέμα. Η σαρωτική επιτυχία του βιβλίου, το οποίο πούλησε πάνω από δύο εκατομμύρια αντίτυπα, έφερε τις εμπειρίες των ανθρώπων που πέθαιναν στο φώς μιας εκτεταμένης δημοσιότητας και από τότε κυκλοφόρησαν αρκετά βιβλία και άρθρα σχετικά με «μεταθανάτιες» εμπειρίες. Ανάμεσα στα πιο σημαντικά είναι τα άρθρα και το βιβλίο της Δρος Ελίζαμπεθ Κιούμπλερ Ρος, τα ευρήματα της οποίας συμφωνούν απολύτως με του Δρος Μούντυ, καθώς και οι επιστημονικές μελέτες των ιατρών Όσις και Χάραλντσον. Ο ίδιος ο Δρ. Μούντυ έχει γράψει ένα δεύτερο βιβλίο, που αποτελεί συνέχεια του πρώτου, με συμπληρωματικό υλικό και περαιτέρω συλλογισμούς επί του θέματος. Τα ευρήματα αυτών και άλλων νέων βιβλίων, τα οποία όλα βασικά συμφωνούν μεταξύ τους όσον αφορά τα εξεταζόμενα φαινόμενα, θα συζητηθούν στη συνέχεια.Θα ξεκινήσουμε εξετάζοντας το πρώτο βιβλίο του Δρος Μούντυ, το οποίο αποτελεί μια αρκετή αντικειμενική και συστηματική προσέγγιση του όλου θέματος.

Ο Δρ. Μούντυ, μέσα σε μια δεκαετία, συγκέντρωσε τις προσωπικές μαρτυρίες περίπου 150 ατόμων οι οποίοι είτε είχαν οι ίδιοι πεθάνει ή φθάσει στο κατώφλι του θανάτου, είτε του διηγήθηκαν τις εμπειρίες που είχαν άλλοι τη στιγμή που πέθαιναν, από τα 150 άτομα, ο Δρ. Μούντυ επικεντρώθηκε σε περίπου πενήντα, με τα οποία διεξήγαγε λεπτομερείς συνεντεύξεις. Προσπαθεί να είναι αντικειμενικός στην παρουσίαση αυτών των αποδεικτικών στοιχείων, αν και παραδέχεται ότι το βιβλίο «αντανακλά, φυσικά, το βάθος των απόψεων και προκαταλήψεων του συγγραφέα του», ο οποίος στο θρήσκευμα είναι μεθοδιστής προτεστάντης με μάλλον φιλελεύθερες απόψεις. Και πράγματι, το βιβλίο, εάν υποτεθεί ότι αποτελεί μια αντικειμενική μελέτη των «μεταθανάτιων» φαινομένων, παρουσιάζει ορισμένα μειονεκτήματα.

Πρώτον, ο συγγραφέας δεν παρουσιάζει ούτε μια ολοκληρωμένη εμπειρία θανάτου από την αρχή μέχρι το τέλος, αλλά παραθέτει μόνον αποσπάσματα, συνήθως πολύ σύντομα, που αντιπροσωπεύουν καθένα από τα δεκαπέντε ξεχωριστά στοιχεία τα οποία σχηματίζουν το «μοντέλο» του για την «πλήρη» εμπειρία θανάτου. Όμως, στην πραγματικότητα, οι εμπειρίες των ανθρώπων που πεθαίνουν, όπως περιγράφονται σε αυτό και σε άλλα μεταγενέστερα βιβλία, συχνά διαφέρουν τόσο πολύ μεταξύ τους στις λεπτομέρειες, ώστε μοιάζει στην καλύτερη περίπτωση πρόωρη η απόπειρα να προσπαθήσει κανείς να τις συμπεριλάβει όλες σε ένα «μοντέλο». Το «μοντέλο» του Δρος Μούντυ φαίνεται σε κάποια σημεία τεχνητό και βεβιασμένο, παρότι αυτό, φυσικά, δεν υποβαθμίζει την αξία των καθαυτό μαρτυριών τις οποίες παραθέτει.

Δεύτερον, ο συγγραφέας έχει συνενώσει δύο αρκετά διαφορετικές κατηγορίες εμπειριών: καθαυτό εμπειρίες «κλινικού θανάτου» και εμπειρίες «στο κατώφλι του θανάτου». Ο συγγραφέας αναγνωρίζει τη διαφορά που υπάρχει μεταξύ τους, αλλά ισχυρίζεται ότι «οι περιπτώσεις της δεύτερης κατηγορίας μάλλον αποτελούν προέκταση εκείνων της πρώτης» και γι' αυτό θα πρέπει να μελετηθούν μαζί. Σε περιπτώσεις εμπειριών οι οποίες ξεκινούν πριν το θάνατο και καταλήγουν στην εμπειρία του ίδιου του θανάτου, ασχέτως του εάν ή όχι το πρόσωπο επανέρχεται στη ζωή, υπάρχει όντως ένα «συνεχές» εμπειρίας, όμως αρκετές από τις εμπειρίες που περιγράφει, όπως η ταχεία χρονολογική ανάκληση των γεγονότων της ζωής ενός ανθρώπου, όταν κινδυνεύει να πνιγεί, η εμπειρία της εισόδου σε ένα «τούνελ», όταν του χορηγηθεί αναισθητικό όπως ο αιθέρας, αποτελούν εμπειρίες αρκετά συνηθισμένες ανάμεσα σε ανθρώπους που δεν έχουν ποτέ βιώσει «κλινικό θάνατο», και επομένως, ίσως ανήκουν στο «μοντέλο» κάποιας γενικότερης εμπειρίας και συναντώνται μόνο συμπτωματικά στην εμπειρία του ανθρώπου που πεθαίνει. Μερικά από τα βιβλία που κυκλοφορούν σήμερα είναι ακόμα λιγότερο επιλεκτικά ως προς τις εμπειρίες που καταγράφουν, συμπεριλαμβάνοντας «εξωσωματικές» εμπειρίες, γενικώς, μαζί με τις καθαυτό εμπειρίες θανάτου και επιθανάτιας αγωνίας.
Τρίτον, το ίδιο το γεγονός ότι ο συγγραφέας προσεγγίζει τέτοια φαινόμενα «επιστημονικά», χωρίς να διαθέτει εκ των προτέρων σαφή αντίληψη για το τι πραγματικά συμβαίνει στην ψυχή μετά το θάνατο, τον εκθέτει σε πολλές συγχύσεις και παρανοήσεις σχετικά με τη «μεταθανάτια» εμπειρία, οι οποίες δεν μπορούν ποτέ να αποφευχθούν με μια απλή συλλογή κάποιων περιγραφών της, αυτοί οι ίδιοι που την περιγράφουν αναπόφευκτα προσθέτουν τις δικές τους ερμηνείες. Ακόμα και ο συγγραφέας παραδέχεται ότι στην πραγματικότητα είναι αδύνατο να μελετήσει κανείς το θέμα «επιστημονικά» και μάλιστα αναζητά μια εξήγηση σε παράλληλες εμπειρίες που περιγράφονται σε αποκρυφιστικά κείμενα όπως αυτά του Σβέντενμποργκ και της Θιβετιανής Βίβλου των Νεκρών, σημειώνοντας ότι προτίθεται τώρα να μελετήσει πιο προσεκτικά την «τεράστια βιβλιογραφία πάνω στα παραφυσικά και μυστηριώδη φαινόμενα» έτσι ώστε να κατανοήσει βαθύτερα τα γεγονότα που έχει μελετήσει.Εξαιτίας όλων αυτών των παραγόντων δεν θα πρέπει να προσδοκούμε πολλά από το συγκεκριμένο βιβλίο καθώς και από άλλα παρόμοια, αφού αδυνατούν να μας παράσχουν μια περιγραφή της μεταθανάτιας κατάστασης της ψυχής, που να χαρακτηρίζεται από πληρότητα και εσωτερική συνοχή. Υπολείπεται, ωστόσο, ένας ικανοποιητικός αριθμός πραγματικών εμπειριών κλινικού θανάτου τόσο σε αυτό όσο και σε άλλα καινούρια βιβλία, που τα καθιστά άξια ιδιαίτερης προσοχής, εάν μάλιστα λάβουμε υπόψιν ότι μερικοί άνθρωποι ήδη ερμηνεύουν αυτές τις εμπειρίες κατά τρόπο εχθρικό προς την παραδοσιακή χριστιανική άποψη για τη μετά θάνατον ζωή, θέλοντας να «διαψεύσουν» την ύπαρξη είτε του παραδείσου είτε - κυρίως- της κόλασης. Σε ποια βάση λοιπόν, πρέπει να ερμηνεύσουμε αυτές τις εμπειρίες;

Τα δεκαπέντε στοιχεία που μας περιγράφει ο Δρ. Μούντυ ως στοιχεία τα οποία συνιστούν μια «πλήρη» εμπειρία θανάτου μπορούν να περιορισθούν, για να διευκολύνουμε τη συζήτησή μας, σε μερικά κύρια χαρακτηριστικά της εμπειρίας, τα οποία θα παρουσιάσουμε αμέσως παρακάτω και θα τα συγκρίνουμε με τα χαρακτηριστικά αντίστοιχων εμπειριών που συναντούμε στην Ορθόδοξη γραμματεία.

Η «εξωσωματική» εμπειρία

Το πρώτο πράγμα που συμβαίνει σε έναν άνθρωπο που έχει πεθάνει, σύμφωνα με αυτές τις περιγραφές, είναι ότι αφήνει το σώμα του και υπάρχει τελείως χωριστά από αυτό, χωρίς ούτε μια στιγμή να χάνει τη συνείδησή του. Συχνά, μπορεί να παρατηρεί τα πάντα γύρω του, ακόμα και αυτό το ίδιο του το νεκρό σώμα και τις προσπάθειες άλλων ανθρώπων να το επαναφέρουν στη ζωή. Αισθάνεται μια ανώδυνη ζεστασιά και γαλήνη, σαν να «πλέει» ή να «αιωρείται», είναι τελείως ανίκανος να επιδράσει στο περιβάλλον του με την ομιλία ή την αφή και έτσι συχνά νιώθει μια έντονη «μοναξιά», οι λειτουργίες της σκέψης του συνήθως γίνονται πολύ πιο γρήγορες απ' ότι όταν ήταν μέσα στο σώμα. Παραθέτουμε πιο κάτω μερικά σύντομα αποσπάσματα από αυτές τις εμπειρίες:

«Η μέρα ήταν πολύ κρύα, ωστόσο εγώ όσο έπλεα στο απόλυτο εκείνο κενό, ένιωθα μια ζεστασιά και ένα αίσθημα τόσο ευχάριστο, που δεν το είχα ξαναδοκιμάσει ποτέ ως τότε ...; Θυμάμαι πώς σκεφτόμουν: θα πρέπει να έχω πεθάνει».

«Άρχισα να νιώθω τα πιο υπέροχα συναισθήματα. Ήταν γαλήνη, ηρεμία, χαλάρωση».

«Τους έβλεπα να αγωνίζονται να με ξαναζωντανέψουν. Ήταν κάτι παράξενο στ' αλήθεια. Δεν ήμουν πολύ ψηλά, αλλά ένιωθα σαν να βρίσκομαι πάνω σ' ένα βάθρο, μα όχι πολύ ψηλότερα απ' τους άλλους. Προσπαθούσα να τους μιλήσω, μα κανείς δε με άκουγε, κανείς δε μου έδινε προσοχή».

«Από παντού έβλεπα κόσμο να τρέχει στον τόπο του δυστυχήματος ...; καθώς με πλησίασαν, έκανα να παραμερίσω για να μη με τσαλαπατήσουν. Μα δε χρειάστηκε, γιατί με μεγάλη μου κατάπληξη είδα πως περνούσαν μέσα από το σώμα μου».

«Δεν μπορούσα ν' αγγίξω τίποτα, ούτε κι ήταν δυνατό να επικοινωνήσω με κανένα γύρω μου. Ένιωθα ένα αίσθημα μοναξιάς, ένα αίσθημα απόλυτης ερημιάς. Ήξερα πως ήμουν μόνος, ολομόναχος».

Μερικές φορές υπάρχει κάποια εντυπωσιακή «αντικειμενική απόδειξη» ότι ένας άνθρωπος πράγματι βρίσκεται έξω από το σώμα του εκείνη την ώρα, όπως στις περιπτώσεις στις οποίες είναι σε θέση να επαναλάβει συζητήσεις που έγιναν ή να δώσει ακριβείς λεπτομέρειες για γεγονότα που συνέβησαν, ακόμα και σε διπλανά δωμάτια ή και μακρύτερα, ενόσω αυτός ήταν «νεκρός». Ανάμεσα σε άλλα παρόμοια παραδείγματα, η Δρ. Κούμπλερ - Ρος αναφέρει την αξιοσημείωτη περίπτωση μιας τυφλής γυναίκας η οποία «είδε» και αργότερα περιέγραψε με ακρίβεια τα πάντα μέσα στο δωμάτιο όπου «πέθανε», παρότι όταν επανήλθε στη ζωή ήταν και πάλι τυφλή - μια εντυπωσιακή ένδειξη για το ότι δεν είναι το μάτι που βλέπει ούτε ο εγκέφαλος που σκέφτεται, αφού οι διανοητικές λειτουργίες επιταχύνονται μετά το θάνατο. Είναι η ψυχή που επιτελεί αυτές τις λειτουργίες μέσω των σωματικών οργάνων για όσο διάστημα το σώμα είναι ζωντανό, αλλά με τη δική της και μόνη δύναμη όταν το σώμα είναι νεκρό.

Τίποτα από τα παραπάνω δε θα πρέπει να φαίνεται παράξενο σε έναν Ορθόδοξο Χριστιανό, η εμπειρία που περιγράφηκε εδώ είναι αυτό που γνωρίζουν οι Χριστιανοί ως χωρισμό της ψυχής από το σώμα κατά τη στιγμή του θανάτου. Είναι χαρακτηριστικό δείγμα της απιστίας που επικρατεί στην εποχή μας το ότι αυτοί οι άνθρωποι σπανίως χρησιμοποιούν το Χριστιανικό λεξιλόγιο ή συνειδητοποιούν ότι είναι η ψυχή τους που έχει ελευθερωθεί από το σώμα και τώρα βιώνει τα πάντα, συνήθως είναι απλώς σαστισμένοι από τη νέα κατάσταση στην οποία βρέθηκαν.

Η περιγραφή μιας παρόμοιας μεταθανάτιας εμπειρίας γράφτηκε από έναν τέτοιο άνθρωπο: ένα βαπτισμένο Ορθόδοξο Χριστιανό ο οποίος, ακολουθώντας το πνεύμα του τέλους του 19ου αιώνα, παρέμεινε αδιάφορος προς τις αλήθειες της δικής του Πίστης και μάλιστα δεν πίστευε στην ύπαρξη της μετά θάνατον ζωής. Η εμπειρία του, πριν από εκατό περίπου χρόνια, έχει πολύ σημαντική αξία για εμάς σήμερα, και μοιάζει να είναι ακόμα και έργο της Θείας Πρόνοιας, λαμβανομένων υπόψη των καινούριων μεταθανάτιων εμπειριών της εποχής μας, αφού αποτελεί μια μοναδική πλήρη εμπειρία του τι συμβαίνει στην ψυχή μετά το θάνατο και προχωρά πολύ πιο πέρα από τις σύντομες και αποσπασματικές εμπειρίες που περιγράφονται στα νέα βιβλία. Η εμπειρία αυτή βιώθηκε από έναν ευαίσθητο άνθρωπο ο οποίος, ξεκινώντας ως άπιστος, σύμφωνα με το σύγχρονο πνεύμα, κατέληξε να αναγνωρίσει τις αλήθειες της Ορθοδοξίας σε τέτοιο βαθμό που τελείωσε τη ζωή του ως μοναχός. Το μικρό αυτό βιβλίο μπορεί πράγματι να χρησιμεύσει ως «πρότυπο» βάσει του οποίου να αξιολογήσουμε τις νέες εμπειρίες. Έχει εγκριθεί από έναν από τους κορυφαίους Ορθόδοξους εκδότες ιεραποστολικών έργων των αρχών του 20ου αιώνα, τον αρχιεπίσκοπο Νίκωνα της Βολογδά.
Αφού περιγράφει την τελική επιθανάτια αγωνία του και το φοβερό βάρος που τον πίεζε προς τα κάτω, ο συγγραφέας αυτού του περιστατικού διηγείται:

«Ξαφνικά κατάλαβα ότι δεν αισθάνομαι πια αυτήν την έλξη. Άνοιξα τα μάτια μου. Στη μνήμη μου αποτυπώθηκαν με όλες τις λεπτομέρειες όλα αυτά που είδα εκείνη τη στιγμή».

«Είδα ότι στέκομαι μόνος μου στη μέση του δωματίου. Στα δεξιά μου είδα το προσωπικό του νοσοκομείου που μαζεύτηκε γύρω από το κρεβάτι μου, σχηματίζοντας ημικύκλιο...; αυτό μου φάνηκε περίεργο. Εκεί που στεκόταν αυτή η ομάδα ανθρώπων ήταν το κρεβάτι μου. Ποιο πράγμα τώρα τραβούσε την προσοχή τους, τι κοίταζαν αυτοί, αν εγώ τώρα δεν ήμουν εκεί, αλλά στεκόμουν στη μέση του δωματίου;»

«Πλησίασα και κοίταξα εκεί όπου κοιτούσαν όλοι αυτοί οι άνθρωποι: εκεί πάνω στο κρεβάτι βρισκόμουν εγώ».

«Δεν φοβήθηκα όταν είδα τον εαυτό μου, απορούσα όμως, πως είναι δυνατό να γίνεται κάτι τέτοιο! Αισθανόμουν ότι είμαι εδώ, αλλά και εκεί συγχρόνως...;»

«Ήθελα με το δεξιό μου χέρι να πιάσω το αριστερό. Το ένα χέρι πέρασε μέσα από το άλλο. Προσπάθησα να πιάσω με τα χέρια τη μέση μου, και πάλι τα χέρια μου πέρασαν μέσα από το σώμα μου σαν να υπήρχε στη θέση του ένα κενό...; Φώναξα το γιατρό. Όμως η ατμόσφαιρα γύρω μου ήταν ήδη τελείως διαφορετική: δεν μπορούσε καν να μεταδώσει τη φωνή μου. Κατάλαβα τότε τον πλήρη αποχωρισμό μου από το περιβάλλον, την παράξενη μοναξιά μου και με έπιασε πανικός. Ήταν πραγματική φρικτή αυτή η παράξενη μοναξιά μου...;»«Τον κοίταξα και τότε για πρώτη φορά σκέφτηκα ότι αυτό που μου συνέβη, στη γλώσσα μας, στη γλώσσα των ζωντανών ανθρώπων, ονομάζεται θάνατος! Η σκέψη αυτή μου ήλθε στο μυαλό, επειδή το σώμα που ήταν ξαπλωμένο στο κρεβάτι φαινόταν σαν πτώμα...;»

«Στο νου μας η λέξη «θάνατος» συνδέεται αδιάρρηκτα με τον αφανισμό και με το τέλος της ζωής. Αλλά πως ήταν δυνατόν, εγώ να σκέφτομαι ότι πέθανα όταν, ούτε για ένα λεπτό, δεν έχασα την αυτοσυνειδησία μου, όταν αισθανόμουν τον εαυτό μου ζωντανό και είχα μάλιστα και την ικανότητα να ακούω, να βλέπω, να αισθάνομαι, να κινούμαι, να σκέφτομαι και να μιλάω;»

«Η αποξένωση από το περιβάλλον και ο διχασμός της προσωπικότητάς μου θα μπορούσε να με κάνει να ερμηνεύσω το συμβάν, αν πίστευα ότι υπάρχει η ψυχή και αν ήμουν άνθρωπος θρησκευόμενος. Όμως τέτοιες προϋποθέσεις δεν υπήρχαν. Με οδηγούσαν μόνο οι αισθήσεις μου. Αυτή η αίσθηση ότι είμαι ζωντανός ήταν τόσο καθαρή, που όλα τα παράξενα αυτή φαινόμενα μου προκαλούσαν έκπληξη και μόνο. Δεν ήμουν σε θέση να συνδέσω αυτό που αισθανόμουν με τη συνηθισμένη αντίληψη περί θανάτου, δεν ήταν δυνατόν έχοντας πλήρη αυτοσυνειδησία, να σκέφτομαι πως δεν υπάρχω...;»

«Όταν αργότερα ενθυμούμουν την κατάσταση στην οποία βρέθηκα, έβλεπα ότι ο νους μου λειτουργούσε τότε με τόση δύναμη και ταχύτητα...;»

Η κατάσταση της ψυχής κατά τα πρώτα λεπτά μετά το θάνατο δεν περιγράφεται με τόσες λεπτομέρειες στη Χριστιανική γραμματεία της αρχαιότητας, εκεί η όλη έμφαση δίνεται στις πολύ πιο εντυπωσιακές εμπειρίες που ακολουθούν. Ίσως μόνο στη σημερινή εποχή, στην οποία η ταύτιση της «ζωής» με τη «ζωή μέσα στο σώμα» έχει γίνει τόσο πλήρης και διάχυτη, θα περιμέναμε να εκδηλώνεται τέτοιο ενδιαφέρον για αυτά τα πρώτα λίγα λεπτά, όπου οι προσδοκίες των περισσότερων σύγχρονων ανθρώπων διαψεύδονται πλήρως, με τη συνειδητοποίηση ότι ο θάνατος δεν είναι το τέλος, η ζωή συνεχίζεται, και η ψυχή εισέρχεται σε μια τελείως νέα κατάσταση!

Ασφαλώς δεν υπάρχει τίποτε σε αυτήν την εμπειρία που να αντιδιαστέλλεται με την Ορθόδοξη διδασκαλία για την κατάσταση της ψυχής αμέσως μετά το θάνατο. Μερικοί, σχολιάζοντας αυτό το είδος εμπειρίας, εκφράζουν αμφιβολίες για το εάν ένα πρόσωπο είναι πράγματι νεκρός στην περίπτωση που επανέρχεται στη ζωή μέσα σε λίγα λεπτά, αυτό όμως αποτελεί ένα ερώτημα επιστημονικής φύσεως, με το οποίο θα ασχοληθούμε εν ευθέτω χρόνω. Γεγονός παραμένει ότι σε αυτή τα λίγα λεπτά, και μερικές φορές ακόμα και στα λεπτά που προηγούνται του θανάτου, οι άνθρωποι συχνά βιώνουν εμπειρίες που δεν μπορούν να ερμηνευτούν ως απλές «παραισθήσεις». Σκοπός μας στο παρόν βιβλίο είναι να ανακαλύψουμε σε ποια βάση θα πρέπει να ερμηνεύσουμε τις εμπειρίες αυτές.

Η συνάντηση με τους άλλους

Μετά το θάνατο η ψυχή παραμένει για πολύ μικρό χρονικό διάστημα στην αρχική της κατάσταση μοναξιάς. Ο Δρ. Μούντυ παραθέτει αρκετές περιπτώσεις ανθρώπων οι οποίοι, ακόμα και πριν πεθάνουν, είδαν ξαφνικά πεθαμένους συγγενείς και φίλους τους.
«Ο γιατρός μου αποφάσισε και είπε στους δικούς μου πως ήμουν στα τελευταία μου...; Διαπίστωσα πως ήταν όλοι τους γνωστοί μου που όμως είχαν πεθάνει πριν από μένα όλοι τους. Αναγνώρισα τη γιαγιά μου, μια συμμαθήτριά μου απ’ το σχολείο και πολλούς άλλους συγγενείς και φίλους...; Φαίνονταν όλοι τους ευχαριστημένοι και σκέφτηκα πως είχαν έρθει να με προστατέψουν ή να με οδηγήσουν».

Η εμπειρία της συνάντησης με αποβιώσαντες φίλους και συγγενείς κατά την ώρα του θανάτου δεν αποτελεί καθόλου νέα αποκάλυψη, ακόμα και μεταξύ των σύγχρονων επιστημόνων. Περισσότερο από εβδομήντα χρόνια πριν, αποτέλεσε το θέμα ενός μικρού βιβλίου που γράφτηκε από έναν πρωτοπόρο της σύγχρονης «παραψυχολογίας» ή αλλιώς, της σύγχρονης «ψυχικής έρευνας», τον σερ Ουίλιαμ Μπάρετ. Μετά την εμφάνιση του πρώτου βιβλίου του Δρος Μούντυ, ένα νέο βιβλίο δημοσιεύτηκε, εμπνευσμένο από το βιβλίου του Σερ Ουίλιαμ, το οποίο πραγματευόταν το θέμα της «συνάντησης με άλλους» με πολύ περισσότερες λεπτομέρειες. Όπως αποδείχθηκε, οι δύο συγγραφείς του διεξήγαν για πολλά χρόνια συστηματική έρευνα πάνω στις εμπειρίες των ετοιμοθάνατων. Θα πρέπει εδώ να πούμε λίγα λόγια για τα ευρήματα αυτού του βιβλίου.

Πρόκειται για το πρώτο καθαρά «επιστημονικό» βιβλίο που κυκλοφόρησε σχετικά με τις εμπειρίες των ανθρώπων τη στιγμή που πεθαίνουν. Βασίζεται στα αποτελέσματα λεπτομερών ερωτηματολογίων και συνεντεύξεων με μια τυχαία επιλεγμένη ομάδα γιατρών και νοσοκόμων στις ανατολικές Ηνωμένες Πολιτείες και τη Βόρεια Ινδία, η οποία επελέγη για να επιτευχθεί η μέγιστη αντικειμενικότητα, έτσι ώστε να ελεγχθούν οι πιθανές διαφορές στις εμπειρίες ανθρώπων λόγω της διαφοράς εθνικότητας, ψυχολογίας και θρησκεύματος. Έτσι, το υλικό που συγκεντρώθηκε περιλαμβάνει πάνω από χίλιες περιπτώσεις οπτασιών και οραμάτων που εμφανίστηκαν σε ετοιμοθάνατους, καθώς και σε μερικούς οι οποίοι επανήλθαν στη ζωή αφού είχαν θεωρηθεί κλινικών νεκροί. Οι συγγραφείς του βιβλίου θεωρούν ότι σε γενικές γραμμές τα ευρήματα του Δρος Μούντυ συμφωνούν με τα δικά τους. Διαπιστώνουν ότι οπτασίες νεκρών συγγενών και φίλων και, στην Ινδία, πολλές οπτασίες Ινδουιστικών «θεοτήτων» εμφανίζονται στους ανθρώπους αρκετές φορές μέσα στην τελευταία ώρα και συνήθως μέσα στο τελευταίο εικοσιτετράωρο πριν το θάνατο. Στις μισές περίπου περιπτώσεις εμφανίζεται ένα όραμα κάποιου μεταφυσικού περιβάλλοντος, που θυμίζει «παράδεισο», και προκαλεί τα ίδια συναισθήματα, αυτή η εμπειρία «παραδείσου» θα συζητηθεί παρακάτω. Η ιδιαίτερη αξία της μελέτης των Όσις και Χάραλντσον έγκειται στο ότι διαχωρίζει επιμελώς τις ασύνδετες, φυσικές παραισθήσεις από τις εναργείς, «υπερκόσμιες» εμφανίσεις οπτασιών και οραμάτων, και αναλύει στατιστικά την παρουσία παραγόντων, όπως η χρήση παραισθησιογόνων φαρμάκων, ο υψηλός πυρετός, καθώς και ασθένειες και βλάβες του εγκεφάλου, τα οποία θα μπορούσαν να δημιουργήσουν απλές παραισθήσεις μάλλον, παρά πραγματικές εμπειρίες κάποιας κατάστασης που λαμβάνει χώρα έξω από το ίδιο το μυαλό του ασθενούς. Οι συγγραφείς καταλήγουν στην αξιοσημείωτη διαπίστωση ότι οι καθαρά «υπερκόσμιες» και με τη μεγαλύτερη εσωτερική συνοχή εμπειρίες συμβαίνουν στους ασθενείς εκείνους που έχουν τη μεγαλύτερη επαφή με τη «φυσική» πραγματικότητα και τις λιγότερες πιθανότητες να εκδηλώσουν παραισθήσεις, ειδικότερα, όσοι βλέπουν οπτασίες νεκρών ή πνευματικών όντων συνήθως διατηρούν πλήρως τις διανοητικές τους λειτουργίες και βλέπουν αυτά τα όντα έχοντας ταυτόχρονα πλήρη αντίληψη του νοσοκομειακού περιβάλλοντος. Επιπλέον, οι Όσις και Χάραλντσον διαπιστώνουν ότι αυτοί που έχουν παραισθήσεις συνήθως βλέπουν πρόσωπα που βρίσκονται εν ζωή, ενώ οι γνήσιες εμπειρίες των ετοιμοθάνατων αφορούν κυρίως πρόσωπα που έχουν πεθάνει. Οι συγγραφείς, παρότι επιφυλακτικοί όσον αφορά τα συμπεράσματά τους, καταλήγουν ότι τείνουν προς την «αποδοχή της υπόθεσης περί μετά θάνατον ζωής ως της πιο αξιόπιστης ερμηνείας των δεδομένων μας». Έτσι λοιπόν, το βιβλίο συμπληρώνει τα ευρήματα του Δρος Μούντυ και επιβεβαιώνει με εντυπωσιακό τρόπο την εμπειρία της συνάντησης με τους νεκρούς, καθώς και με πνευματικά όντα κατά τη στιγμή του θανάτου. Εάν τα εν λόγω όντα, είναι πράγματι αυτά που πιστεύουν ότι είναι οι ετοιμοθάνατοι, είναι ένα θέμα που θα συζητηθεί παρακάτω.
Τέτοια ευρήματα προκαλούν, φυσικά μια κάποια έκπληξη αφού προέρχονται από το υπόβαθρο του αγνωστικισμού και της απιστίας που εδώ και τόσον καιρό χαρακτηρίζουν τις θεωρίες της σύγχρονης επιστήμης. Εν τούτοις, για έναν Ορθόδοξο Χριστιανό, δεν υπάρχει τίποτε σε αυτές που να προκαλεί έκπληξη. Γνωρίζουμε ότι ο θάνατος αποτελεί μόνο μια μετάβαση προς μια άλλη μορφή ύπαρξης, και μας είναι οικείες πολλές περιπτώσεις εμφάνισης οπτασιών και οραμάτων στους ετοιμοθάνατους, τόσο στους αγίους όσο και στους κοινούς αμαρτωλούς. Ο Αγ. Γρηγόριος Ο Μέγας, περιγράφοντας πολλές τέτοιες εμπειρίες στους Διαλόγους του, εξηγεί το φαινόμενο της συνάντησης με άλλα πρόσωπα ή πνευματικά όντα: «Συμβαίνει αρκετά συχνά η ψυχή που πρόκειται να εξέλθει να αναγνωρίζει ακόμη και αυτούς, με τους οποίους πρόκειται να της ορισθεί η ίδια ουράνια μονή, λόγω ισότητας πταισμάτων ή και βραβείων». Και ειδικά όσον αφορά εκείνους που έχουν ζήσει έναν ενάρετο βίο, ο Αγ. Γρηγόριος παρατηρεί ότι «πράγματι συμβαίνει πολλές φορές στους δικαίους, κατά το θάνατό τους να δέχονται οπτασίες των προηγηθέντων αγίων για να μη φοβηθούν την καταδικαστική απόφαση του θανάτου τους, αλλά, καθώς δεικνύεται στο νου τους ο όμιλος των εντός της Βασιλείας πολιτών, να λυθούν από το δεσμό της σάρκας τους χωρίς λύπη ή φόβο». Παραθέτει χαρακτηριστικές περιπτώσεις όπου άγγελοι, μάρτυρες, ο απόστολος Πέτρος, η Παναγία, ακόμα και ο ίδιος ο Χριστός, έχουν εμφανιστεί σε ετοιμοθάνατους.

Ο Δρ. Μούντυ αναφέρει ένα παράδειγμα συνάντησης που είχε ένας ετοιμοθάνατος, όχι με κάποιο συγγενή ή πνευματικό όν, αλλά με έναν τελείως άγνωστο άνθρωπο: «Μια γυναίκα μου διηγήθηκε πως σαν «πέθανε», είδε, εκτός απ' το δικό της «εξαϋλωμένο σώμα», και το «σώμα» κάποιου που είχε πεθάνει πρόσφατα και που ωστόσο η ίδια δεν τον γνώριζε».

Ο Αγ. Γρηγόριος περιγράφει ένα παρόμοιο φαινόμενο στους Διαλόγους του: αναφέρει διάφορα περιστατικά, κατά τα οποία ένας ετοιμοθάνατος φωνάζει δυνατά το όνομα κάποιου άλλου, ο οποίος πεθαίνει την ίδια ώρα σε κάποιο άλλο μέρος. Και δεν πρόκειται καθόλου για φαινόμενο διόρασης, η οποία είναι δυνατή μόνο στους αγίους, αφού ο Αγ. Γρηγόριος περιγράφει το πώς ένας κοινός αμαρτωλός, προοριζόμενος προφανώς για την κόλαση, καλεί κάποιον με το όνομα Στέφανος, ο οποίος του είναι άγνωστος και πεθαίνει την ίδια με εκείνον στιγμή, θέλοντας να του πει ότι «έτοιμο είναι το καράβι για να μας μεταφέρει στη Σικελία». Σημειώνεται ότι η Σικελία είναι τόπος έντονης ηφαιστειακής δραστηριότητας, που θυμίζει την Κόλαση. Είναι φανερό ότι πρόκειται για την ονομαζόμενη σήμερα «υπέρ - αισθητική αντίληψη» ή ESP, η οποία γίνεται ιδιαιτέρως έντονη σε πολλούς ανθρώπους ακριβώς πριν πεθάνουν, και φυσικά συνεχίζει να υπάρχει μετά το θάνατο, όταν η ψυχή βρίσκεται τελείως έξω από τον κόσμο των φυσικών αισθήσεων.

Επομένως, αυτή η συγκεκριμένη «ανακάλυψη» της σύγχρονης ψυχικής έρευνας απλώς επιβεβαιώνει αυτό που ο αναγνώστης της αρχαίας χριστιανικής γραμματείας ήδη γνωρίζει σχετικά με τις συναντήσεις με άλλα πνευματικά όντα ή πρόσωπα κατά τη στιγμή του θανάτου. Οι συναντήσεις αυτές, ενώ κατά κανέναν τρόπο δε φαίνεται να συμβαίνουν σε κάθε ετοιμοθάνατο, μπορούν, εντούτοις, να ονομαστούν καθολικές εμπειρίες, με την έννοια ότι συμβαίνουν ανεξαρτήτως εθνικότητας, θρησκεύματος ή αγιότητας βίου του ετοιμοθάνατου.

Από την άλλη πλευρά, η εμπειρία ενός χριστιανικού αγίου, ενώ έχει τα γενικά κοινά χαρακτηριστικά τα οποία φαινομενικά ο καθένας μπορεί να βιώσει, διαθέτει μια τελείως άλλη διάσταση - μια διάσταση η οποία δεν επιδέχεται ορισμό από τους ερευνητές των ψυχικών φαινομένων. Κατά την εμπειρία αυτή, συχνά εκδηλώνονται έκτακτα σημεία της χάριτος του Θεού και όλοι ή πολλοί από αυτούς που βρίσκονται κοντά στον ετοιμοθάνατο έχουν τη δυνατότητα να δουν το όραμα από τον άλλο κόσμο. Ας παραθέσουμε, όμως, ένα και μόνο τέτοιο παράδειγμα από τους Διαλόγους του Αγ. Γρηγορίου.

«Τα μεσάνυκτα, ενώ βρισκόντουσαν δίπλα στο κρεβάτι της κατάκοιτης, ξαφνικά φως σταλμένο από τον ουρανό γέμισε κάθε χώρο του μικρού οικίσκου και αστραποβόλησε μια λάμψη τέτοιας φωτεινότητας, που ανείπωτος φόβος διαπέρασε τις καρδιές των παρευρισκομένων...; άρχισε να ακούγεται ήχος σαν να έμπαινε μέσα πλήθος πολύ και η είσοδος του οικίσκου σειόταν σαν να συνθλιβόταν από τις μάζες των εισερχομένων. Όπως έλεγαν, αισθανόντουσαν πλήθος να εισέρχεται, αλλά από την υπερβολή του φόβου και του φωτός δεν μπορούσαν να δουν, γιατί τα μάτια τους τα είχε πλακώσει ο φόβος και τα είχε θαμπώσει η ακτινοβολία τόσου φωτός. Το φως αυτό αμέσως το ακολούθησε οσμή θαυμαστής ευωδίας, έτσι ώστε κι αν την τρόμαξε την ψυχή τους το εκπεμπόμενο φως, την ανέθαλπε όμως η γλυκύτητα της ευωδίας...; άρχισε η Ρωμύλα να παρηγορεί με φιλόφρονα τόνο φωνής την δικιά της διδασκάλισσα της χρηστοήθειας Ρεδέμπτα, που στεκόταν δίπλα και έτρεμε, λέγοντας: «Μη φοβάσαι, μητέρα. Δεν πεθαίνω αμέσως». Κι ενώ το επαναλάμβανε αυτό συνέχεια, λίγο - λίγο το εκπεμπόμενο φως αποτραβήχτηκε, αλλά η ευωδία που το ακολούθησε παρέμεινε. Έτσι πέρασε δεύτερη και Τρίτη ημέρα και η σκορπισμένη οσμή ευωδίας παρέμενε. Την τέταρτη νύκτα φώναξε ξανά την διδασκάλισσά της. Σαν ήρθε, ζήτησε τη Θεία Κοινωνία την οποία και πήρε. Δεν είχαν ακόμη απομακρυνθεί από το κρεβάτι της κατάκοιτης η Ρεδέμπτα και η άλλη μαθήτριά της, όταν ξαφνικά στην πλατεία μπροστά στην είσοδο αυτού του οικίσκου στάθηκαν δυο χοροί ψαλλόντων...; η αγία εκείνη ψυχή λύθηκε από τη σάρκα. Καθώς οδηγείτο αυτή στον ουρανό, όσο ψηλότερα ανέβαιναν οι χοροί των ψαλλόντων, τόσο σιγανότερα άρχισε να ακούγεται η ψαλμωδία, έως ότου ξεμακρυσμένος πια ο ήχος της ψαλμωδίας και η γλυκύτητα της ευωδίας έσβησαν». Οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί θα θυμούνται παρόμοια περιστατικά από την ανάγνωση πολλών Βίων Αγίων, όπως του Αγ. Σισώη, της Αγ. Ταϊσίας, του οσίου Θεοφίλου του Κιέβου, κ.λπ.

Καθώς προχωρούμε όλο και βαθύτερα στη μελέτη των εμπειριών θανάτου και επιθανάτιων εμπειριών θα πρέπει να έχουμε πάντοτε υπόψη τις σημαντικές διαφορές που υπάρχουν ανάμεσα στη γενική επιθανάτια εμπειρία, η οποία προκαλεί σήμερα τόσο έντονο ενδιαφέρον και στην εμπειρία θανάτου που παρέχει η Θεία Χάρη στους δίκαιους Ορθόδοξους Χριστιανούς. Αυτό θα μας βοηθήσει να κατανοήσουμε πληρέστερα μερικές από τις δυσεξήγητες πλευρές των σύγχρονων εμπειριών θανάτου.

Η επίγνωση αυτής της διάκρισης, για παράδειγμα, μπορεί να μας βοηθήσει να προσδιορίσουμε την ταυτότητα των οπτασιών που βλέπουν οι ετοιμοθάνατοι. Συμβαίνει πράγματι να έρχονται συγγενείς και φίλοι από τον κόσμο των νεκρών για να εμφανιστούν στους ετοιμοθάνατους; Και διαφέρουν άραγε αυτές οι ίδιες οι οπτασίες από τις εμφανίσεις αγίων σε δίκαιους Χριστιανούς κατά το θάνατό τους;

Για να απαντήσουμε στο πρώτο ερώτημα, θα ανατρέξουμε στο βιβλίο των Δρων Όσις και Χάραλντσον, οι οποίοι αναφέρουν ότι πολλοί Ινδουιστές βλέπουν τους «θεούς» και τις «θεές» του Ινδουιστικού Πανθέου, π.χ. τον Κρίσνα, το Σίβα, την Κάλι κλπ, και όχι εκείνους τους στενούς συγγενείς και φίλους που συχνά αναφέρονται στην Αμερική. Ωστόσο, όπως ο Απόστολος Παύλος τόσο κατηγορηματικά διδάσκει, αυτοί οι «θεοί» δεν υπάρχουν στην πραγματικότητα: «περί της βρώσεως ούν των ειδολοθύτων, οίδαμεν ότι ουδέν είδωλον εν κόσμω και ότι ουδείς Θεός έτερος ει μη είς» (Προς Κορινθίους Α΄).

Σε οποιαδήποτε αληθινή εμπειρία «θεών» εμπλέκονται δαίμονες «αλλ' ότι α θύει τα έθνη, δαιμονίοις θύει και ου Θεώ» (Προς Κορινθίους Α΄). Ποιους λοιπόν πραγματικά βλέπουν αυτοί οι ετοιμοθάνατοι Ινδουιστές; Οι Δρες Όσις και Χάραλντσον πιστεύουν ότι ο προσδιορισμός της ταυτότητας των όντων με τα οποία συναντάται ο ετοιμοθάνατος είναι σε μεγάλο βαθμό προϊόν υποκειμενικής ερμηνείας που αποδίδεται ανάλογα με το θρησκευτικό, πολιτισμικό και προσωπικό υπόβαθρο του καθενός. Και αυτή φαίνεται πράγματι να είναι μια λογική άποψη που αρμόζει στις περισσότερες περιπτώσεις. Επίσης, στις περιπτώσεις ατόμων από τις Ηνωμένες Πολιτείες, το πιθανότερο είναι ότι οι νεκροί συγγενείς τους οποίους βλέπουν οι ετοιμοθάνατοι δεν είναι στην πραγματικότητα «παρόντες», όπως εκείνοι πιστεύουν ότι είναι. Ο Αγ. Γρηγόριος ο Μέγας λέει μόνον ότι ο ετοιμοθάνατος «αναγνωρίζει» άτομα, ενώ στους δικαίους «οι άγιοι της Βασιλείας των Ουρανών εμφανίζονται» - μια διάκριση η οποία δεν υποδεικνύει απλώς τη διαφορετική επιθανάτια εμπειρία μεταξύ δικαίων και κοινών αμαρτωλών, αλλά είναι και άμεσα συνδεδεμένη με τη διαφορετική μεταθανάτια κατάσταση αγίων και κοινών αμαρτωλών. Οι άγιοι έχουν μεγάλη ελευθερία να πρεσβεύουν υπέρ των ζώντων και να σπεύδουν προς βοήθειά τους, ενώ οι αποθανόντες αμαρτωλοί, εκτός από πολύ ειδικές περιπτώσεις, δεν έχουν καμία επαφή με τους ζώντες.

Αυτή η διάκριση εκφράζεται με αρκετή σαφήνεια από τον ιερό Αυγουστίνο, Λατίνο Πατέρα της Εκκλησίας του 5ου αιώνα, στην πραγματεία που έγραψε κατ' αίτησιν του αγίου Παυλίνου Επισκόπου Νώλης περί της «φροντίδος των νεκρών». Στο έργο αυτό, ο Αυγουστίνος προσπαθεί να συμβιβάσει το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι άγιοι, όπως ο Μάρτυρας Φήλιξ της Νώλης, έχουν σαφώς εμφανιστεί σε πιστούς, με το εξίσου αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι οι νεκροί κατά γενικό κανόνα δεν εμφανίζονται στους ζώντες.

Αφού παραθέσει τη βασισμένη στην Αγία Γραφή Ορθόδοξη διδασκαλία, σύμφωνα με την οποία «οι ψυχές των νεκρών βρίσκονται σε ένα μέρος όπου δεν βλέπουν τα διαδραματιζόμενα σε αυτήν τη θνητή ζωή», καθώς και την άποψη του ότι οι περιπτώσεις φαινομενικών εμφανίσεων νεκρών στους ζώντες είναι συνήθως είτε το αποτέλεσμα «έργου των αγγέλων» είτε «ψευδή οράματα» κατ' ενέργειαν των δαιμόνων, που αποσκοπούν στο να οδηγήσουν τους ανθρώπους στη διαμόρφωση μιας εσφαλμένης διδασκαλίας περί της μετά θάνατον ζωής, ο ιερός Αυγουστίνος προχωρά κατόπιν στη διάκριση ανάμεσα στις φαινομενικές εμφανίσεις νεκρών και τις αληθινές εμφανίσεις των αγίων:
«Πως γίνεται οι μάρτυρες με τις ευεργεσίες τους, που παρέχουν σε εκείνους που τις ζητούν, να δείχνουν ότι ενδιαφέρονται για τις ανθρώπινες υποθέσεις, εάν οι νεκροί δε γνωρίζουν τι κάνουν οι ζώντες; Αφού, ο Φήλιξ ο Ομολογητής όχι μόνο έγινε αντιληπτός από τις ευεργεσίες που παρείχε στους ανθρώπους, αλλά και εμφανίστηκε μπροστά στα ίδια τους τα μάτια, όταν η Νώλα επολιορκείτο από τους βαρβάρους. Σείς (σημ: εννοεί τον Επίσκοπο Παυλίνο) διακατέχεστε από ευσεβή αγαλλίαση λόγω αυτής της εμφανίσεώς του. Πληροφορηθήκαμε αυτό το γεγονός όχι από αμφίβολες φήμες, αλλά από αξιόπιστους μάρτυρες. Είναι αλήθεια ότι παρουσιάζονται κατά θείο τρόπο πράγματα τα οποία διαφέρουν από τη συνήθη τάξη που η φύση έχει δώσει στα διαφορετικά είδη των δημιουργημάτων. Το ότι ο Κύριός μας μετέτρεψε ξαφνικά το νερό σε κρασί, όταν Εκείνος το θέλησε, δεν αποτελεί δικαιολογία για εμάς για να μην κατανοήσουμε την καθαυτό αξία του νερού ως νερού. Πρόκειται για ένα σπάνιο, και μάλιστα μοναδικό περιστατικό θεϊκής παρέμβασης. Επίσης, το γεγονός ότι ο Λάζαρος αναστήθηκε από τους νεκρούς, δεν σημαίνει ότι κάθε νεκρός ανασταίνεται όταν το επιθυμεί, ή ότι ένας ζωντανός μπορεί να επαναφέρει στη ζωή κάποιον που έχει πεθάνει, όπως μπορεί να ξυπνήσει κάποιον που κοιμάται. Μερικά γεγονότα οφείλονται χαρακτηριστικά σε ανθρώπινη ενέργεια, ενώ άλλα εμφανίζουν α σημεία θείας δύναμης. Κάποια πράγματα συμβαίνουν φυσικά, ενώ άλλα γίνονται θαυματουργικά, μολονότι ο Θεός είναι παρών στις φυσικές διαδικασίες, και η φύση συνοδεύει το θαύμα. Δεν πρέπει λοιπόν να πιστεύουμε ότι ένας νεκρός μπορεί να παρέμβει στις υποθέσεις των ζώντων απλώς και μόνον επειδή οι μάρτυρες είναι παρόντες όταν θεραπεύουν, ή όταν βοηθούν ορισμένους ανθρώπους. Αντίθετα, θα πρέπει να πιστεύουμε το εξής: «Οι μάρτυρες διά μέσου της θείας δύναμης συμμετέχουν στις υποθέσεις των ζώντων, αλλά οι νεκροί από μόνοι τους δεν έχουν τη δύναμη να παρέμβουν σε αυτές».

Μάλιστα, για να δώσουμε ένα παράδειγμα, οι άγιοι Πατέρες που έζησαν πρόσφατα, όπως ο όσιος Αμβρόσιος της Όπτινα, διδάσκουν ότι τα όντα με τα οποία έρχονται σε επικοινωνία οι παρευρισκόμενοι σε πνευματιστικές συγκεντρώσεις δεν είναι τα πνεύματα των νεκρών αλλά δαίμονες, αλλά και όσοι έχουν ενδελεχώς ερευνήσει τα πνευματιστικά φαινόμενα, ακόμα και αν διαθέτουν στο ελάχιστο κάποια Χριστιανικά κριτήρια, έχουν καταλήξει στο ίδιο συμπέρασμα. Δε χρειάζεται, λοιπόν, να αμφιβάλλουμε για το ότι οι άγιοι πράγματι εμφανίζονται στους δικαίους κατά τη στιγμή του θανάτου τους, όπως περιγράφεται σε πολλούς Βίους Αγίων.

Από την άλλη, στους κοινούς αμαρτωλούς εμφανίζονται συχνά οπτασίες συγγενώς, φίλων, ή «θεών» που αντιστοιχούν σε ότι οι ετοιμοθάνατοι είτε προσδοκούν είτε είναι προετοιμασμένοι να δουν. Η ακριβής φύση αυτών των τελευταίων εμφανίσεων είναι ίσως αδύνατο να προσδιορισθεί, σίγουρα δεν είναι απλές παραισθήσεις, αλλά φαίνεται ότι αποτελούν μέρος της φυσικής εμπειρίας του θανάτου, μια ένδειξη για το αποθνήσκον πρόσωπο ότι πρόκειται να εισέλθει σε ένα νέο κόσμο όπου οι νόμοι της συνηθισμένης υλικής πραγματικότητας δεν ισχύουν πια. Δεν υπάρχει τίποτα το ιδιαίτερα ασυνήθιστο όσον αφορά την εμπειρία αυτή, η οποία φαίνεται ότι επαναλαμβάνεται σταθερά, ανεξαρτήτως χρόνου, τόπου και θρησκεύματος. Η εμπειρία της «συνάντησης με άλλους» συνήθως συμβαίνει ακριβώς πριν το θάνατο, και δεν πρέπει να συγχέεται με τη μάλλον διαφορετική συνάντηση την οποία θα περιγράψουμε αμέσως: τη συνάντηση με τη «φωτεινή ύπαρξη».

Η «φωτεινή ύπαρξη»

Αυτή η εμπειρία περιγράφεται από τον Δρα Μούντυ ως «το πιο εκπληκτικό από τα κοινά σε όλες τις διηγήσεις στοιχεία, που άλλωστε άσκησε και τη μεγαλύτερη επίδραση στα άτομα με εμπειρίες θανάτου». Οι περισσότεροι άνθρωποι που βιώνουν αυτήν την εμπειρία περιγράφουν ότι εμφανίζεται ένα φως του οποίου η λαμπρότητα αυξάνεται πολύ γρήγορα, και όλοι αναγνωρίζουν το φως αυτό ως κάποια προσωπική ύπαρξη, γεμάτη θέρμη και αγάπη, η οποία ασκεί μαγνητική έλξη στον άνθρωπο που μόλις έχει πεθάνει. Ο προσδιορισμός της ταυτότητας της φωτεινής ύπαρξης φαίνεται ότι εξαρτάται από το θρησκευτικό υπόβαθρο του προσώπου στο οποίο εμφανίζεται, η ύπαρξη καθαυτή δεν έχει αναγνωρίσιμη μορφή. Μερικοί την αποκαλούν «Χριστό», άλλοι «άγγελο», όλοι όμως φαίνεται να καταλαβαίνουν ότι είναι μια ύπαρξη που έχει από κάπου σταλεί με σκοπό κάπου να τους οδηγήσει. Παραθέτουμε στη συνέχεια κάποιες χαρακτηριστικές περιγραφές:

«Άκουσα τους γιατρούς να λένε πως ήμουν νεκρός και την ίδια στιγμή ένιωσα να κλυδωνίζομαι σαν να έπλεα στη θάλασσα και να πέφτω μέσα σε μια σκοτεινή γαλαρία. Θαρρώ πως δεν υπάρχουν λέξεις για να περιγράψω ακριβώς εκείνο που μου συνέβαινε. Γύρω μου επικρατούσε απόλυτο σκοτάδι, όταν ξαφνικά είδα εκείνο το φως. Ήταν ένα φως πολύ δυνατό, μα στην αρχή δεν έπιανε πολύ χώρο. Όσο όμως το ζύγωνα όλα και μεγάλωνε».

Ένας άλλος άνθρωπος που πέθανε ένιωσε να αιωρείται και κατευθύνθηκε «προς εκείνο το καθάριο φως, εκείνο το κάτασπρο, δυνατό φως...; Νομίζω πως τέτοιο φως δεν υπάρχει πάνω στη γη, γι' αυτό και δε μου είναι δυνατό να το περιγράψω. Και μόλο που δεν είδα κανέναν μέσα σε αυτό το φως, όμως είχε μια συγκεκριμένη οντότητα, μια δική του προσωπικότητα. Από μέσα του πήγαζε απέραντη κατανόηση και αγάπη».

«Είχα βγει απ' το σώμα μου το δίχως άλλο, γιατί το έβλεπα σωριασμένο εκεί μπροστά μου, πάνω στο χειρουργικό τραπέζι. Η ψυχή μου λοιπόν ήταν λεύτερη. Στην αρχή ένιωθα δύσκολα, τ' ομολογώ, μα γαλήνεψα μεμιάς μόλις είδα εκείνο το λαμπρό φως, που ενώ όταν πρωτοφάνηκε ήταν αμυδρό, λίγο - λίγο δυνάμωσε για να γίνει τελικά μια εκθαμβωτική δέσμη από ακτίνες...! Σαν πρωτοεμφανίστηκε το φως, δεν είχα καταλάβει τι μου συνέβαινε, μα το συνειδητοποίησα μόλις το φως με ρώτησε αν ήμουν έτοιμος να πεθάνω».

Σχεδόν πάντα, αυτή η ύπαρξη αρχίζει να επικοινωνεί με τον άνθρωπο που μόλις έχει πεθάνει, περισσότερο με ένα είδος «μεταβίβασης της σκέψης» παρά με προφορικό λόγο, τους «λέει» πάντα το ίδιο πράγμα, που όσοι βιώνουν αυτήν την εμπειρία το μεταφράζουν με τις ακόλουθες ερωτήσεις:

«Είσαι προετοιμασμένος να πεθάνεις;» ή « τι μπορείς να μου δείξεις απ' όσα έκανες στη ζωή σου;».

Μερικές φορές επίσης, την παρουσία της φωτεινής ύπαρξης τη συνοδεύει ένα είδος αναδρομής στα περασμένα γεγονότα της ζωής του ατόμου που πεθαίνει. Ωστόσο, όλοι τονίζουν ότι η ύπαρξη αυτή δεν εκφέρει απολύτως καμιά «κρίση» σχετικά με τις ζωές ή τις πράξεις τους, απλώς τους προτρέπει σε έναν απολογισμό της ζωής τους.

Αλλά και οι Δρες Όσις και Χάρολντσον κατέγραψαν στις μελέτες τους κάποιες εμπειρίες σχετικά με την εμφάνιση μιας τέτοιας ύπαρξης. Οι δύο επιστήμονες παρατηρούν ότι η εμπειρία του φωτός αποτελεί «χαρακτηριστική ιδιότητα των υπερκόσμιων επισκεπτών» και προτιμούν να υιοθετήσουν την άποψη του Δρος Μούντυ σχετικά με την ονομασία των όντων τα οποία γίνονται ορατά ή αισθητά μέσα σε αυτό το φως, αποκαλώντας τα απλώς «φωτεινές μορφές» και όχι πνευματικά όντα και θεότητες, ταυτίσεις τις οποίες συχνά προσδίδουν οι άνθρωποι που πεθαίνουν.

από το βιβλίο Η ΖΩΗ ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ
(Βιβλίο Πρωτοπρ. Βασιλείου Κων. Ακριβόπουλου)

πηγή :  Slinkywizard.com -

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...