/*--

Τρίτη, 12 Νοεμβρίου 2013

Δικαιοσύνη καί ἀδικία στήν Πατερική Γραμματεία

  
1.Προλεγόμενα 

H φράση πού προτάξαμε ὡς τίτλο τοῦ παρόντος ἄρθρου ἐρείδεται στόν προφήτη Ἡσαΐα (800 π.Χ.), ὁ ὁποῖος ἀπό τήν ἐποχή του προέτρεπε τό λαό τοῦ Ἰσραήλ νά γίνει ὑπερασπιστής τῆς δικαιοσύνης καί κατακριτής τῆς ἀδικίας1. Καί ὅμως ἐνῶ πέρασαν τόσοι αἰῶνες οἱ ἄνθρωποι δέν ἀπέκτησαν τή δικαιοσύνη ἀλλά παρασυρόμενοι ἀπό τά ἑκάστοτε πάθη, διολισθαίνουν στήν ἀδικία βλάπτοντας λίγο ἤ πολύ τούς συνανθρώπους τους.
Οἱ σκέψεις πού ἀκολουθοῦν καταγράφονται γιά νά μᾶς προβληματίσουν ἐπί τοῦ θέματος αὐτοῦ καί νά μᾶς ὁδηγήσουν στή φιλόθεο καί φιλάγιο ζωή, τήν ὁποία ὑπέδειξε ὁ ἐνανθρωπήσας, θεάνθρωπος Ἰησοῦς. Τά ἀποσπάσματα τῶν κειμένων ἀφοροῦν ἐλάχιστες πατερικές προσωπικότητες καί παρατίθενται μεταφρασμένα, γιά νά γίνουν κτῆμα ὅλων τῶν ἐνδιαφερομένων. 

2. Σύγχρονος τρόπος ζωῆς καί ἐν Χριστῷ βιοτή.

 Εἶναι ἀλήθεια ὅτι ὁ σύγχρονος τρόπος ζωῆς δημιουργεῖ πολλά προβλήματα ὅπως ἄγχος, ἀνία, δυστυχία, ἔπαρση καί ἄλλα. Ὁ ἄνθρωπος πιστεύει ὅτι θά βρεῖ λύτρωση μέσῳ τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν καί ἐπιδιώκοντας τήν ἀπόκτησή τους ὁρισμένες φορές ὑποφέρει, δυστυχεῖ, αὐτοτιμωρεῖται. Ὁ μακαριστός Φώτης Κόντογλου προσεγγίζοντας τό θέμα μας σημειώνει σχετικά:. «Πόσοι καί πόσοι, ὕστερα ἀπό μιά ζωή γεμάτη λογῆς-λογῆς σαρκικές ἀπολαύσεις, κοσμικές τυμπανοκρουσίες, πλούτη, ρεκλάμες, κ.λπ., ἔρχονται σ’ ἕναν λογαριασμό καί ξεζαλίζουνται ἀπ’ αὐτά τά σπιρτόζα πιοτά καί νιώθουνε τή γύμνια τους καί ζητᾶνε τόν ἑαυτό τους ποῦ βρίσκεται; Μά δέν ὑπάρχει πιά. Ἐρημιά, ξέρακας τῆς ἀπελπισίας ζώνει τούς ἐγωϊστές! Τρομάζουνε μέ τή μοναξιά τους μόλις τήν νιώσουνε.

Ἀπό πάνω τους ὁ οὐρανός εἶναι ἔρημος, ἀδειανός, ἡ γῆ ἔρημη, οἱ ἀνθρώπινες καρδιές ἔρημες, γιατί ποτέ τους δέν γνοιαστήκανε γι’ αὐτές, κ’ ἔτσι κόπηκε κάθε τρυφερή ἀνταπόκριση μαζί τους. Στό τέλος καταλαβαίνουν οἱ τέτοιοι, πώς μέ τά λεφτά δέν ἀγοράζονται ὅλα τά πάντα. Καί πώς, ἴσια-ἴσια, ὅσα δέν ἀγοράζουνται μέ τά λεφτά, αὐτά εἶναι πού ἔχουνε τήν πιό μεγάλη ἀξία. Καί πώς ἀπ’ αὐτά ἔχουνε τήν πιό μεγάλη ἀνάγκη, ἀπ’ αὐτά πού δέν ἀγοράζονται. Σέ ποιό μέρος πουλᾶνε τήν ἡσυχία τῆς ψυχῆς, τήν ἀναγκαιότητα, τήν ἁπλότητα, τήν κρυφή χαρά πού νιώθει ὁ ἄνθρωπος κοντά στό Θεό σέ στιγμή πού ζεῖ κρυμμένος ἀπό τόν κόσμο, τήν πραότητα, τήν ἀγάπη;2». Ἀπό τήν ἄλλη πλευρά οἱ θεοφόροι Πατέρες κάνουν λόγο γιά τίς προϋποθέσεις καί τούς ὅρους τῆς κατά Θεόν ζωῆς καί γιά τά διάφορα εἴδη δικαιοσύνης πού ἀποκτᾶ κανείς μέ τόν πνευματικό ἀγώνα, στρεφόμενος στά οὐράνια ἀγαθά, τά ὁποῖα εἶναι μόνιμα καί αἰώνια. Ὁ Μάξιμος Ὁμολογητής λέγει σχετικά: «Οἱ σοφοί στά θεῖα λένε πώς ὑπάρχουν τρία εἴδη δικαιοσύνης, ἡ ἀνθρώπινη, ἡ ἀγγελική καί ἡ θεία. Ἀνθρώπινη ὀνομάζουν τό ἰσομοίρασμα καί τήν ἀγαθή διάθεση πού ἐκδηλώνεται στά αἰσθητά αὐτοῦ τοῦ κόσμου, ἀγγελική τήν πλουσιοπάροχη μετάδοση τῆς θείας γνώσης καί ὡς θεία δικαιοσύνη ὁρίζουν τό νά ὑποφέρει κανείς γιά χάρη ἐκείνων πού ἁμαρτάνουν3. Ὁ οὐρανοφάντωρ Μέγας Βασίλειος προσεγγίζοντας τό θέμα μας, θεωρεῖ ἀληθινή δικαιοσύνη τόν Ἰησοῦ Χριστό, ὁ ὁποῖος ἔγινε γιά μᾶς σοφία, δικαίωσις, ἁγιασμός, ἀπολύτρωσις καί προσθέτει ὅτι γιά νά κατανοηθεῖ ἀπό τούς ἀνθρώπους ἀπαιτεῖται μεγάλη διάνοια καί τελειότατος νοῦς4. Ὁ Διονύσιος Ἀρεοπαγίτης λέγει ὅτι, ‘‘ὁ Θεός ὑμνεῖται ὡς δικαιοσύνη, διότι ἀπονέμει σέ ὅλα τά ὄντα κατά τήν ἀξία τους ἁρμονία, κάλλος, εὐταξία καί εὐρυθμία, ὁρίζει ὅλες τίς δωρεές καί τίς θέσεις ὅπως ταιριάζει στό καθένα κατά τόν ἀπολύτως δίκαιο κανόνα κι εἶναι σέ ὅλα αἴτιος τῆς αὐτενεργείας των. Διότι ἡ θεία δικαιοσύνη εἶναι πού ταξινομεῖ καί ὁρίζει τά πάντα καί διατηρώντας τά πάντα ἄμικτα καί ἀσύμφυρτα ἀπό ὅλα, δωρίζει σέ ὅλα τά ὄντα ὅσα ταιριάζουν στό καθένα κατά τήν ἰδιαίτερη ἀξία του» 5. Ὁ ἄνθρωπος λοιπόν πού σέβεται τή χριστιανική ἰδιότητά του, ἐπιδιώκει τή δικαιοσύνη, ἀγωνίζεται διαρκῶς καί στοχεύει στό νά εὐχαριστεῖ τό δημιουργό του, προσπαθεῖ νά ὁμοιάσει σέ ἐκεῖνον, νά γίνει ἀνίκανος γιά τό κακό καί ὁλοπρόθυμος γιά τό καλό, νά ἀναδειχθεῖ τιμητής τῆς ἀρετῆς, ριζοτόμος τῆς κακίας καί ἐπικριτής τῆς ἁμαρτίας.


3. Ἡ εἰκόνα τοῦ δικαίου καί ἀδίκου ἀνδρός.

Ἡ εἰκόνα αὐτή ἐκφράζεται μέ δύο διαφορετικά πρόσωπα, δύο ξεχωριστές εἰκόνες, δύο κόσμους τελείως ἀλλοιώτικους μεταξύ τους καί γιά νά χρησιμοποιήσουμε μία γραφική ἔκφραση «χάσμα μέγα ἐστήρικται»6 μεταξύ τοῦ δικαίου καί ἀδίκου ἀνδρός. Κατά τόν Μέγα Ἀθανάσιο, «ὁ μέν δίκαιος κοπιάζει ὄχι γιά νά γεμίσει τήν κοιλίαν του, οὔτε γενικῶς φροντίζει διά τό σῶμα, οὔτε σκέπτεται ὅτι σάρκα φορεῖ, ἀλλά κοπιάζει νύκτα καί ἡμέραν ζητώντας τόν Θεό, ὕπνον ποτέ δέν χορταίνει, μέ ψωμί καί νερό δέν εὐχαριστεῖ τήν ζωήν, εἰς τάς ἐρήμους πλανᾶται, σκληραγωγεῖ τό σῶμα μέ πολλές ταλαιπωρίες, ἔως ὅτου λάβει τό ἀμάραντον στεφάνι πού τόν περιμένει. Ἐνῶ ὁ ἁμαρτωλός κοπιάζει καί μοχθεῖ, ὄχι πρός χάριν τῆς δικαιοσύνης, ἀλλά πρός χάριν τῆς ταλαιπώρου σαρκός, πρός χάριν τῆς αἰσχρᾶς γυναικός, μοχθεῖ τελείως διαφορετικά, δέν ἀρκεῖται εἰς τά ὑπάρχοντα, διέρχεται τήν ζωήν του μέ κακίαν καί φθόνον»7. Ὁ Ἅγιος Νεκτάριος, Ἐπίσκοπος Πενταπόλεως, περιγράφει πολύ παραστατικά στό συγγραφικό του ἔργο τήν εἰκόνα τοῦ δικαίου καί ἀντίστοιχα τήν εἰκόνα τοῦ ἀδίκου ἀνδρός, δίδοντας ὑπογραμμόν ζωῆς. Ἀπό τό μακροσκελές κείμενό του παραθέτουμε ἕνα ἀπόσπασμα.

«Ὁ δίκαιος εἶναι ἄμεμπτος, αἱ δέ χεῖρες αὐτοῦ καθαραί ἀπό τοῦ ρύπου τῆς ἀδικίας καί ἡ καρδία αὐτοῦ καθαρά ἀπό ἀνομίας. Ἐμφανίζεται ὁ δίκαιος μετά παρρησίας πολλῆς ἐνώπιον συνεδρίου καί τό πρόσωπον αὐτοῦ φαιδρύνεται ἐν τῇ ἀπολογίᾳ αὐτοῦ. Ὁ δίκαιος κληρονομήσει τήν γῆν καί τό μνημόσυνον αὐτοῦ ἔσται αἰώνιον. Γενεαί γενεῶν εὐλογήσουσι τό ὄνομα αὐτοῦ καί τήν δικαιοσύνην αὐτοῦ διηγήσονται οἱ υἱοί τῶν ἀνθρώπων. Πηγήν ζωῆς ἐν χειρί δικαίου καί οὐ λιμοκτονήσουσιν οἱ υἱοί αὐτοῦ. Τόν πλοῦτον τῶν ἀσεβῶν θησαυρίζει ὁ δίκαιος. Αἱ ὁδοί δικαίου φωτί καταλιμπάνονται, αἱ δέ τρίβοι αὐτοῦ εὐθεῖαι ἐνώπιον Κυρίου. Δίκαιος ἐάν πέσῃ ἀναστήσεται, καί ἐάν ἑπτάκις πέσῃ, ἑπτάκις ἀναστήσεται. ὁ Κύριος ἐγερεῖ αὐτόν ἀπό τοῦ παραπτώματος αὐτοῦ. Τά χείλη ἀνδρός δικαίου ἀποστάζει χάριτας, τό δέ στόμα αὐτοῦ λαλεῖ σοφίαν. Ὁ δίκαιός ἐστι μακάριος καί μακάρια ἔσονται τά ἔκγονα τῆς κοιλίας αὐτοῦ. Δικαίων ψυχαί ἐν χειρί Θεοῦ καί οὐ μή ἅψεται αὐτῶν βάσανος. Ἡ ἐλπίς δικαίων ἀθανασίας πλήρης. Δίκαιοι εἰς τόν αἰῶνα ζῶσι καί ἐν Κυρίῳ ὁ μισθός αὐτῶν, καί ἡ φροντίς αὐτῶν παρά Ὑψίστῳ. διά τοῦτο λήψονται τό βασίλειον τῆς εὐπρεπείας καί τό διάδημα τοῦ κάλλους ἐκ χειρός Κυρίου, ὅτι ἡ δεξιά αὐτοῦ σκεπάσει αὐτούς, καί τῷ βραχίονι αὐτοῦ ὑπερασπιεῖ αὐτούς […]. Ὁ ἄδικος διαστρέφει τήν ἀλήθειαν, τό δέ ψεῦδος ἐπικάθηται τῶν χειλέων αὐτοῦ. Λέγει τό πονηρόν καλόν καί τό καλόν πονηρόν, τό σκότος φῶς καί τό φῶς σκότος πρός τό ἀδικῆσαι τόν πλησίον αὐτοῦ.

Προσέθετο ἀδικεῖν, καί ἠθέτησε τόν νόμον τοῦ Θεοῦ. Ἐν τῷ μαρσίπῳ αὐτοῦ δύο φέρει στάθμια, μικρόν καί μέγα, καί ἐν τῇ οἰκίᾳ αὐτοῦ δύο ἔχει μέτρα, μέγα καί μικρόν. Μετατίθησι τά ὅρια τῶν κτημάτων τῶν ὀρφανῶν καί τήν οὐσίαν τῶν χηρῶν ὑποκλέπτει. Συνάγει ἐξ ἀδικίας καί θησαυρίζει ἐξ ἁρπαγῆς. Θερίζει ὅπου οὐκ ἔσπειρε, καί συνάγει ὅθεν οὐ διεσκόρπισεν. Ἐν τῷ οἴκῳ αὐτοῦ αὐλίζεται ἀδικία, καί ἐν τοῖς ταμείοις αὐτοῦ εἰσπορεύεται δόλος. Ἡ καρδία τοῦ ἀδίκου ὡς θάλασσα ἀναβραζόμενη οὕτω κλυδωνίζεται. Ἀνάπαυσις ἐν αὐτῇ οὐκ ἔστιν. Ὁ φόβος πληροῖ αὐτήν καί ὁ τρόμος κατέχει αὐτήν. Ἡ ψυχή αὐτοῦ πάσχει καί πάθη σφοδρά συνταράττουσιν αὐτήν. Ἐδουλώθη τῇ ἀδικίᾳ καί τό κράτος τῆς τυραννίας αὐτῆς ἐπεβλήθη αὐτῷ. Ὁ νοῦς διανοεῖται δόλον ἡ δέ διάνοια αὐτοῦ ἔγκειται ἐπί τά πονηρά πάσας τάς ἡμέρας τῆς ζωῆς αὐτοῦ. Αἱ χεῖρες αὐτοῦ ρυπαραί ἀπό ἀδικιῶν καί οἱ πόδες αὐτοῦ ἀκάθαρτοι ἀπό τῶν ἀνομημάτων αὐτοῦ. Θησαυρίζει καί οὐκ οἶδε τίνι συνάγει. Ἡ ὀργή τοῦ Θεοῦ διασκορπίσει τόν πλοῦτον αὐτοῦ. Τό σπέρμα αὐτοῦ ἐξολοθρευθήσεται, καί ὁ οἶκος αὐτοῦ θέλει ἀπολειφθῇ ἔρημος. Ἐν τῷ οἴκῳ αὐτοῦ οὐκ ἔσται πρεσβύτης, λέγει Κύριος, ὅτι αὐτός ἐκδικεῖ τόν οἶκον αὐτοῦ ἕως τοῦ αἰῶνος. Ὁ ἄδικος εἶναι ὁ δυστυχέστατος τῶν ἀνθρώπων»8.

Ὁ θεοφόρος Πατήρ Μέγας Βασίλειος παρομοιάζει τόν ἀδικοῦντα μέ τόν ἄρρωστο. Ἐπισημαίνει ὅτι ὅσα συγκέντρωσε μέ ἀδικίες, δέν θά τόν ὠφελήσουν σέ καμιά περίπτωση. Γι’ αὐτό ὁ ἴδιος συνιστᾶ: «Μή στηρίζετε τίς ἐλπίδες σας σέ ὅσα ἀποκτᾶτε μέ ἀδικίες. Ἡ ἀδικία ἀποτελεῖ ἐμπόδιο σέ κάθε ἐνέργεια καί ἐργασία σας»9. Ὅπως ἀντιλαμβανόμεθα βάσει τῶν ὡς ἄνω ἀποσπασμάτων, ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ οὐδείς μπορεῖ νά κρυφθεῖ, διότι τά χαρακτηριστικά γνωρίσματα καί τοῦ δικαίου καί τοῦ ἀδίκου εἶναι τέτοια ὥστε δέν διαστρέφονται, δέν ἀλλοιώνονται. Ὁ μέν δίκαιος αἰσθάνεται ἐνδεδυμένος τόν Χριστόν, ὁ δέ ἄδικος γυμνός καί τετραχηλισμένος ἐνώπιον τοῦ πλάστου.

4. Καρποί τῆς ἀδικίας.

Πολλοί εἶναι ἐκεῖνοι πού ὑποφέρουν στίς μέρες μας, διότι ἀδικήθηκαν ἀπό γνωστούς, φίλους, συγγενεῖς, οἰκείους, συνεργάτες. Ἡ θλίψη τούς συνθλίβει. Δέν μποροῦν νά δεχθοῦν ὅτι, ἐνῶ συμπεριφέρθηκαν ὀρθόδοξα, ἐδέχθησαν τό φαρμάκι τῆς ἀδικίας. Κι ὅμως σ’ αὐτή τή ζυγαριά κρίνεται ἡ πνευματικότητα τοῦ χριστιανοῦ, ἡ ἀρετή του ἤ ἡ ἐπιφανειακή του θρησκευτικότητα. Ὁ Ἀββᾶς Ἰσαάκ λέγει σχετικά: «Ὅποιος μπορεῖ νά ὑποφέρει τήν ἀδικία μέ τήν χαρά, ἄν εἶναι στό χέρι του νά τήν ἀποκρούσει, αὐτός ἐδέχθηκε ἀπό τό Θεό τήν παρηγοριά διά τῆς πίστεως σ’ αὐτόν. Ὅποιος ὑπομένει μέ ταπείνωση τίς ἐναντίον του κατηγορίες, ἔφθασε στήν τελείωση καί θαυμάζεται ἀπό τούς ἁγίους Ἀγγέλους. Διότι καμιά ἄλλη ἀρετή δέν εἶναι τόσο μεγάλη καί δυσκατόρθωτη, ὅσο αὐτή. Καί δέν πρέπει μόνο νά ὑπομένει κανείς μέ χαρά τήν ἀδικία σέ περιουσιακά στοιχεῖα καί στά ἄλλα ἐξωτερικά πράγματα, ἀλλά καί νά προσφέρει τήν ψυχή του χάριν τοῦ ἀδελφοῦ του»10. Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἰσχυρίζεται ὅτι κάθε ἄδικο πού μᾶς προξενοῦν οἱ ἀδικοῦντες ἔχει τίς παρακάτω θετικές συνέπειες: α) Μᾶς ὠφελεῖ πνευματικά, διότι ὅποιο ἄδικο ἄν πάθουμε ἀπό ὁποιονδήποτε, ὁ Θεός ὑπολογίζει αὐτή τήν ἀδικία ἤ γιά νά διαγράψει τά ἁμαρτήματά μας ἤ γιά νά μᾶς ἀνταποδώσει μισθό11. β) Τό ἄδικο βλάπτει τόν ἀδικοῦντα, γιατί, ἐκεῖνος πού ἀδικεῖ τόν ἄλλον ἤ τόν χτυπάει ἤ τόν ὑβρίζει, ἀφοῦ πρῶτα ὑποδουλώθηκε στό πάθος κι ἀφοῦ αἰχμαλωτίσθηκε, τότε νομίζει ὅτι ἀδικεῖ τόν πλησίον του. Ἐνῶ ὁ ἴδιος ἔπαθε χειρότερα, ἀφοῦ ἔγινε δοῦλος τῆς ἔσχατης δουλείας12. 

Καί σέ ἄλλο σημεῖο ὁ θεηγόρος Πατήρ τονίζει ὅτι ὄχι ἐκεῖνος πού ἀδικεῖται, ἀλλ’ ἐκεῖνος πού ἀδικεῖ, αὐτός εἶναι ἄξιος δακρύων καί θρήνων, γιατί αὐτός βλάπτει πάρα πολύ τόν ἑαυτό του13. γ) Κάθε ἀδικία πού ἀντιμετωπίζεται μέ νηφαλιότητα, ἀποτελεῖ ἔλεγχο γιά τή συνείδηση τοῦ ἀδικοῦντος καί γίνεται αἰτία αὐτοκαταδίκης του. Τέτοια εἶναι ἡ ἀδικία. Κάθε μέρα καταξεσχίζει τή συνείδηση καί ὅταν ὁ ἀδικούμενος σιωπᾶ, αὐτοί πού ἔκαναν τήν ἀδικία, νομίζοντες ὅτι ἐπίκειται ἡ θεία τιμωρία, ἀγωνιοῦν κάθε μέρα καί σχεδόν ὑπογράφουν γιά τούς ἑαυτούς τους τήν ἐκδίκηση γιά τίς ἀδικίες πού διέπραξαν14δ) Ὁ ὑπομένων τήν ἀδικία μιμεῖται τό Χριστό πού πενθοῦσε καί παρακαλοῦσε γιά τούς σταυρωτές του. Σκέψου πώς ὅταν ἐπρόκειτο ὁ Χριστός νά σταυρωθεῖ, γιά τόν ἑαυτό Του μέν ἔχαιρε, γιά τούς σταυρωτές Του ὅμως ἐδάκρυζε. Ἔτσι πρέπει νά συμπεριφερόμαστε κι ἐμεῖς. Καί ὅσο περισσότερο θά ἀδικούμαστε, τόσο περισσότερο θά θρηνοῦμε γιά κείνους πού μᾶς ἀδικοῦν15Ὁ θεόσοφος Γρηγόριος Θεολόγος ἀναφερόμενος στόν τρόπο ἀντιμετωπίσεως τῶν ἀδικούντων εἰσηγεῖται: «Ἄς μήν ἐπιβουλεύουμε λοιπόν τόν ἴδιο τόν ἑαυτό μας καί ἄς μή χάσουμε τήν παρρησία μας στόν Θεό δείχνοντας ἐχθρότητα σέ ὅσους μᾶς ἀδίκησαν καί ἀγανακτώντας ὑπέρμετρα. Ἄς ἀφήσουμε τόν ἄνθρωπο στόν Θεό καί στίς ἐκεῖ τιμωρίες. Ἐμεῖς ἄς βροῦμε φιλάνθρωπο τόν Κριτή, ἀφοῦ καί ἐμεῖς θά ἔχουμε ἀποδειχθεῖ φιλάνθρωποι καί ἄς συγχωρήσουμε, γιά νά συγχωρηθοῦμε»16. Κατόπιν τῶν προαναφερθέντων πατερικῶν ἀπόψεων, κατανοοῦμε ὅτι ὅσοι ἀδικοῦνται, ἐάν ὑποφέρουν μέ γενναιότητα ὅσα οἱ ἄλλοι ἐκούσια ἤ ἀκούσια τούς προξενοῦν, τότε ἀσκοῦνται στήν ὑπομονή, στήν ἀγάπη, στή φιλαδελφία, στήν πραότητα, στήν πειθαρχία καί ὁ Θεός εἶναι ἐκεῖνος πού θά τούς ἀμείψει γιά τήν ἐνάρετη συμπεριφορά πού ἐπέδειξαν.

5. Τρόπος ἀποκαταστάσεως τῆς ἀδικίας.

Ἀπό τήν ὥρα πού θά σημειωθεῖ μία πνευματική πτώση ἀπαιτεῖται ἀναγνώριση ἐκ μέρους τοῦ ἀδικοῦντος τοῦ σφάλματος ἤ τῆς ζημίας πού ἔπραξε στό συνάνθρωπο. Συντριβή καί μετάνοια, πορεία πρός κατάλληλο πνευματικό γιά ἐξαγόρευση τῆς ἀδικίας, ἀποκατάσταση τῶν ἀδικηθέντων καί σταθερή ἀπόφαση νά μήν ἐπαναληφθεῖ ποτέ τό ἴδιο λάθος. Ἕνα δηλαδή ψευτοαίσθημα αὐτοκριτικῆς δέν φθάνει γιά νά ξερριζωθοῦν οἱ αἰτίες τοῦ κακοῦ. Ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, ὁ μέγας διδάχος τοῦ ὑπόδουλου γένους ἐπί τοῦ θέματος αὐτοῦ συνιστᾶ. «Ἀδελφοί μου, ἡ συγχώρησις ἔχει δύο ἰδιώματα, ἕνα νά φωτίζει καί ἄλλο νά κατακαίει. Ἐγώ σᾶς εἶπα νά συγχωρᾶτε, χριστιανοί μου, τούς ἐχθρούς σας διά ἐδικόν σας καλόν. Ἐσύ πάλιν ὁπού εἶπα νά σέ συγχωρέσουν, μή χαίρεσαι, ἀλλά μάλιστα νά κλαῖς καί νά θρηνῆς, διατί αὐτή ἡ συγχώρησις σοῦ ἔγινε φωτιά εἰς τό κεφάλι σου, ἀνίσως καί δέν ἐπιστρέψεις τό ἄδικον ὀπίσω, νά κλαύσης, νά παρακαλέσης νά σέ συγχωρήσουν ἐκεῖνοι ὁπού τούς ἀδίκησες. Ὅλοι οἱ πνευματικοί, πατριάρχαι, ἀρχιερεῖς, ἱερεῖς, ὅλος ὁ κόσμος νά σέ συγχωρέσει, ἀσυγχώρητος εἶσαι. Ἀμή ποῖος ἔχει τήν ἐξουσίαν νά σέ συγχωρέσει; Ἐκεῖνος ὁπού τόν ἀδίκησες.

Καί, ἄν ἐξετάσωμεν καλά, πρέπει νά δώσεις εἰς τό ἕνα τέσσαρα, καθώς λέγει τό ἅγιον καί ἱερόν Εὐαγγέλιον, καί τότε νά λάβεις συγχώρησιν… Διά τοῦτο, ἀδελφοί μου, ὅσοι ἀδικήσατε ἤ χριστιανούς ἤ Τούρκους ἤ Ἑβραίους ἤ Φράγκους νά δώσετε τό ἄδικον ὀπίσω, διατί εἶναι κατηραμένο καί δέν βλέπετε καμμίαν προκοπήν. Ἐκεῖνα τά ἄδικα τά τρῶτε διά νά ζῆτε καί διά ἐκεῖνα τά ἄδικα σᾶς θανατώνει ὁ Θεός καί σᾶς βάνει εἰς τήν κόλασιν. Ὅποιος θέλει νά δώσει τό ἄδικο ὀπίσω ἄς σηκωθεῖ νά μοῦ το εἰπεῖ, νά βάλω ὅλους τούς χριστιανούς νά τόν συγχωρέσουνε. Ἕνα ἄσπρο ἄδικο νά βάλεις μέσα εἰς ἑκατό πουγγιά, ὅλα τά μαγαρίζει. Ὁμοίως πάλιν νά πάρεις ἕνα πρόβατο κλεμμένο νά τό βάλεις μέσα εἰς ἑκατό ἤ χίλια πρόβατα, ὅλα τά τρώγει ἐκεῖνο τό κλεμμένο, διατί εἶναι ἀφορεσμένο, κατηραμένο ἐκεῖνο τό κλεμμένο. Σᾶς παρακαλῶ, χριστιανοί μου, νά εἰπῆτε καί διά ἐκείνους ὁπού ἦλθαν νά δώσουν τό ἄδικον ὀπίσω τρεῖς φορές: Ὁ Θεός συγχωρήσοι καί ἐλεήσοι αὐτούς»17. Ὁ φωστήρ τῆς Καισαρείας Βασίλειος γράφοντας γιά τήν ἀνάγκη ἐπανορθώσεως τῶν ἀδικιῶν ἐπισημαίνει: «Ἐάν κάποιος παλιά δελεάστηκε καί ἐπισσώρευσε στόν ἑαυτό του σκόνη ἄδικου πλούτου καί μέ τίς φροντίδες γι’ αὐτόν ἐφυλάκισε τόν νοῦ του ἤ κατέληξε στή βρωμερή συνήθεια τῆς ἀσελγείας, πού δύσκολα ξεπλύνεται, ἤ διέπραξε πλῆθος ἀπό ἐγκλήματα, αὐτός, ὅσο ἀκόμη ὑπάρχει καιρός, προτοῦ φθάσει στήν ὁλοκληρωτική καταστροφή, ἄς ἀπορρίψει τά περισσότερα ἀπό τά φορτία. Καί προτοῦ τό σκάφος καταποντιστεῖ, ἄς ἀποβάλλει τά ἐμπορεύματα, πού δέν τά συγκέντρωσε μέ νόμιμο τρόπο, καί ἄς μοιάσει μέ τούς ναυτικούς πού σέ ὥρα τρικυμίας ρίχνουν ὅλα τά φορτία στή θάλασσα»18. Ἀπό τά παραπάνω γίνεται φανερό ὅτι ὁ Θεός ὡς φιλεύσπλαχνος καί πανοικτίρμων Πατέρας περιμένει πάντα τήν μετάνοια καί ἐπιστροφή τῶν ἀδικούντων, προκειμένου νά ἐξαλείψει τά λάθη τους καί νά ἐξαγιάσει τήν ὕπαρξή τους.

6. Ἐπιλεγόμενα.

Ἡ μεγαλομανία τοῦ σημερινοῦ ἀνθρώπου, ἡ ὑπερκατανάλωση ὑλικῶν ἀγαθῶν, ἡ ἔλλειψη πνευματικῶν στόχων, τρέφουν σίγουρα τήν ἐπιθυμία ὁρισμένων νά ἀδικοῦν τούς συνανθρώπους τους. Ἡ ἀδικία μπορεῖ νά ὀνομασθεῖ ἀνθρωποκτόνα, χωρίστρα, διότι καί σκοτώνει ὅ,τι ὡραῖο κυοφορεῖται στήν ψυχή καί χωρίζει τούς ἀνθρώπους. Ἡ λύση εἶναι στροφή πρός τό Χριστό σ’ ἐκεῖνον πού μᾶς παρέλαβε, μᾶς αὔξησε, μᾶς ἐφρόντισε. Σύμφωνα μέ τήν ἄποψη τοῦ Ἀρχιμ. Βασιλείου Γοντικάκη, «ὁ Χριστός μᾶς ἀνοίγει τόν δρόμο. Μᾶς φωτίζει τήν πορεία. Καί ὁ ἴδιος εἶναι ἡ ὁδός καί ἡ πορεία, ὄντας ἀμετακινήτως ὡς ἡ ἀρχή καί τό τέλος, τό ἀτελεύτητο. Αὐτό τό νῆμα κρατᾶς. Σ’ αὐτήν τή βάση στηρίζεσαι. Αὐτό εἶναι ἀλήθεια ψηλαφητή. Ἄν αὐτό παλαιότερα ὑπῆρχε ἀμυδρῶς, ὅδευες ἐπ’ ἐλπίδι πρός αὐτό. Σήμερα ὑπάρχει. Σέ στηρίζει. Σέ φροντίζει. Σέ ποδηγετεῖ. Κράτησέ το ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ. Σεβάσου το ὡς δυναμικό προζύμι, πού ζυμοῖ τό φύραμα. Ἐάν αὐτό χάσεις, τά ἔχασες ὅλα, γιατί ἐξαρθρώθηκαν. Ἐάν αὐτό ἔχεις, τά ἄνευ νοήματος ἀποκτοῦν συνοχή. Τά μελλοντικά τά ζεῖς ὡς παρόντα. Ἀπό τό σκότος ἔρχεται φῶς καί ἀπό τήν ἀποτυχία ἀνατέλλει φέγγος ἄδυτης χαρᾶς. Καί ἐκπλήττεσαι. Καί δοξολογεῖς ἐν σιγῇ. Καί προχέεις ἀκουσίως εὐωδία εὐγνωμοσύνης, πού γίνεται δεκτή ἀπό τήν κτίση. Καί ἀντανακλᾶται πρός σέ χάρις ἀντί χάριτος»19. Ἄς μή ζημιώσομε τούς ἑαυτούς μας διττά. Καί ἐν τῇ παρούσῃ ζωῇ στερούμενοι τῆς ἐσωτερικῆς χαρᾶς καί εἰρήνης, τῆς φιλαδελφίας καί φιλαλληλίας πού εὑρίσκομε στό πρόσωπο τοῦ συνανθρώπου καί ἐν τῇ μελλούσῃ ζωῇ μή καρπούμενοι τῆς ἀπερίγραπτης ἐκείνης δόξης τῆς Παναγίας Τριάδος. Δικαιοσύνην μάθομεν, τό καλό ἄς πράττομεν, τό ὠφέλιμο ἄς ἐπιδιώκομεν, τό ἄριστο ἄς ἐπιλέγομεν.

Παραπομπές

1. Ἡσαΐας ΚΣΤ΄, 9.
2. Κόντογλου Φ., Εὐλογημένο Καταφύγιο, ἔκδ. Ἀκρίτας, Ἀθήνα 1987, σσ. 307-308.
3. Μαξίμου Ὁμολογητοῦ, Ἐρωταποκρίσεις Α, 11, Ε.Π.Ε.14α, 289-293.
4. Μεγάλου Βασιλείου, Εἰς τήν ἀρχήν τῶν Παροιμιῶν Ε.Π.Ε. 7, 387, 391.
5. Διον. Ἀρεοπαγίτου, Περί θείων ὀνομάτων, ΕΠΕ 3, 187.
6. Λουκ. ΙΘ΄, 26.
7. Μεγάλου Ἀθανασίου, Περί Παρθενίας, ΕΠΕ 11, 205.
8. Νεκταρίου Πενταπόλεως, Τό γνῶθι σ᾽ αὐτόν, ἔκδ. Ν. Παναγόπουλος, Ἀθήνα 2003, σσ. 163-167. Βλ. καί Ἰσαάκ Σύρου, Περί τοῦ μή δεῖν χωρίς ἀνάγκης ἐπιθυμεῖν, Λόγ. ΛΣΤ΄, ΕΠΕ 8β, 136.
9. Μεγάλου Βασιλείου, Εἰς Ψαλμόν ΞΑ΄, 5 ΕΠΕ 5, 392 – 394.
10. Ἰσαάκ Σύρου, Περί τοῦ μακρύνεσθαι τοῦ κόσμου, Λόγ. Ε΄, ΕΠΕ 8α, 149.
11. Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Εἰς Ματθαῖον Ὁμιλ. Θ΄, 2 ΕΠΕ 9, 286, 290. Τοῦ αὐτοῦ, Εἰς Ματθαῖον Ὁμιλ. ΞΑ΄, 5 ΕΠΕ 11, 444.
12. Τοῦ αὐτοῦ, Εἰς Ψαλμόν Ζ΄, ΕΠΕ5, 368.
13. Τοῦ αὐτοῦ, Εἰς Δαυΐδ καί Σαούλ Ὁμιλ. Γ΄,8 ΕΠΕ 7, 644.
14. Τοῦ αὐτοῦ, Εἰς Γένεσιν Ὁμιλ. ΝΒ΄, 4 ΕΠΕ4,312.
15. Τοῦ αὐτοῦ, Εἰς Ματθαῖον Ὁμιλ. ΞΑ΄, 5ΕΠΕ11, 446.
16. Γρηγορίου Θεολόγου, Θεοτέκνῳ ἐπιστολήΟΗ΄, PG 37, 148Β.
17. Ἁγίου Κοσμᾶ Αἰτωλοῦ, Διδαχές Γ΄, ἔκδ.Τῆνος, Ἀθήνα 1977, σσ. 162 – 163.
18. Μεγάλου Βασιλείου, Περί τοῦ μή προσηλῶσθαι τοῖς βιοτικοῖς 7, ΕΠΕ 7, 180.
19. Γοντικάκη Β., «Γνώσεσθε τήν ἀλήθειαν καί ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς» 2.000 χρόνια μετά, ἔκδ. Ἀκρίτας, Ἀθήνα 2001, σ. 106.

Ἀποστόλου Ν. Μπουρνέλη, Καθηγητῆ Α.Ε.Α.Η. Κρήτης

πηγή : Ἄγκυρα Ἐλπίδος ΔΙΜΗΝΙΑΙΑ ΕΚΔΟΣΗ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΙΕΡΑΠΥΤΝΗΣ ΚΑΙ ΣΗΤΕΙΑΣ

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...