/*--

Σάββατο, 16 Νοεμβρίου 2013

ΕΥΑΡΕΣΤΟΙ ΣΤΟΝ ΚΥΡΙΟ

 
Προκειμένου να οδηγηθεί κανείς στην αγιότητα δεν είναι απαραίτητο να οδηγηθεί στο μοναστήρι αφήνοντας τον κόσμο. Και μέσα στον κόσμο είναι εύκολο κανείς να ευαρεστήσει το Θεό με τη ζωή του και να αγιάσει. Η τήρηση των εντολών του Θεού, η φιλοξενία η ελεημοσύνη, η αγιότητα, η ταπεινοφροσύνη, η μη κακολογία, η απομάκρυνση εκ του κοσμικού πνεύματος γίνονται αιτία σωτηρίας μα και αγιότατος.

Ο Ιερός συγγραφέας της Κλίμακος 'Ιωάννης ο Σιναΐτης στον πρώτο του λόγο "Περί αποταγής" και στο στίχο 38 λέγει τα εξής: - Μερικοί κοσμικοί που ζούσαν αμελώς με ερώτησαν: πως μπορούμε εμείς που ζούμε με συζύγους και είμαστε περικυκλωμένοι με τόσες κοινωνικές υποχρεώσεις ν' ακολουθήσουμε τη μοναχική ζωή;

Και τους απάντησα:

- Όσα καλά μπορείτε να κάνετε· κανένα να μην περιγελάσετε, κανένα να μην κλάψετε, σε κανένα να μην πείτε ψέματα, κανένα να μη περιφρονήσετε, κανένα να μη μισήσετε. Να μην παραλείπετε τον εκκλησιασμό, να δείχνετε συμπόνια στους φτωχούς, κανένα να μη σκανδαλίσετε. σε ξένο πράγμα και σε ξένη γυναίκα να μην πλησιάσετε. Αρκεσθήτε στη δική σας γυναίκα. Εάν ζείτε έτσι "ου μακράν έστε της Βασιλείας των ουρανών".

Βέβαια, ο άγιος θα πει και σε άλλους λόγους του παρακάτω πως οι κοσμικοί, ζώντας μέσα στον κόσμο, θα κερδίσουν τη Βασιλεία του Θεού. Στον τέταρτο λόγο του θα μιλήσει για την υπακοή, στον πέμπτο για τη μετάνοια και ούτω καθεξής. Δυο θέματα παρμένα από ασκητικά κείμενα είναι διδακτικότατα σ' όλους εκείνους που επιθυμούν την ένωσή τους με το Θεό.

Δύο μοναχοί παρακάλεσαν το Θεό να τους πληροφορήσει σε ποιο μέτρο πνευματικότητας έφθασαν. Και ήλθε σ' αυτούς φωνή εκ του Ουρανού που τους έλεγε: 

- Στην δείνα κώμη υπάρχει κάποιος κοσμικός, το όνομά του είναι Ευχάριστος και το όνομα της γυναίκας του Μαρία- δεν έχετε φθάσει στο ύψος της αγιότητες αυτών.

Σηκώθηκαν λοιπόν οι δύο γέροντες και ήλθαν στην κώμη. Ρώτησαν που είναι το σπίτι του και εύκολα τους βρήκαν. Και αφού συνάντησαν πρώτα τη γυναίκα τη ρώτησαν :

 "που είναι ο άνδρας σου;"

 και εκείνη απάντησε:

"Ποιμένας είναι και βόσκει τα πρόβατά μας".

Το βραδάκι ήλθε και ο Ευχάριστος με τα πρόβατά του.  Και μόλις είδε τους γέροντες έδωσε εντολή στη γυναίκα του να ετοιμάσει φαγητό. Έφερε κατόπιν νερό για να πλύνει τα πόδια τους.

Τότε οι γέροντες του είπαν. "Δε θα καθίσουμε στο τραπέζι σου, εάν πρώτα δε μας πεις πως εργάζεσαι πνευματικά".

Τότε ο Ευχάριστος με ταπείνωση τους είπε: "'Εγώ είμαι ένας απλός τσοπάνης και αυτή είναι η γυναίκα μου. Τι επί πλέον θέλετε να μάθετε;"

Εκείνοι επέμεναν και τον παρακαλούσαν αλλά ο Ευχάριστος δεν ήθελε να τους πει.

Τότε οι γέροντες του είπαν: "Ο Θεός μας έστειλε σε σένα".

Όταν άκουσε τα λόγια αυτά φοβήθηκε και τους είπε. "Να, αυτά τα πρόβατα έχουμε από τους γονείς μας. Τα εισοδήματά μας από το ποίμνιο μας τα χωρίζουμε στα τρία. Το ένα μέρος το δίνουμε στους φτωχούς, το δεύτερο μέρος το ξοδεύουμε στη φιλοξενία των αδελφών και το τρίτο μέρος το κρατούμε για τις ανάγκες μας. Επί πλέον με τη γυναίκα μου ζούμε αδελφικά. Το βράδυ προσευχόμαστε στο Θεό και τον παρακαλούμε να συγχωρήσει τις αμαρτίες μας. Αυτά που σας λέγω δεν τα ξέρει κανείς παρά μόνο εσείς".

Και οι γέροντες, αφού άκουσαν όλα αυτά, έφυγαν έκπληκτοι δοξάζοντες το Θεό.Κάποτε, ενώ προσευχόταν ο μέγας Μακάριος στο κελί του, άκουσε φωνή απ' τον ουρανό που του έλεγε!

- "Μακάριε, δεν έφθασες στο μέτρο των δυο γυναικών της τάδε πόλεως".

Σηκώθηκε λοιπόν το πρωί ο γέροντας και, αφού κράτησε το ραβδί του από βαγιά, άρχισε να βαδίζει, προκειμένου να φθάσει στη συγκεκριμένη πόλη που του υπεδείχθη. Αφού έφθασε στην πόλη, πήγε στο σπίτι που ήταν οι δύο γυναίκες και χτύπησε την πόρτα. Ήλθε η μία εκ των γυναικών, άνοιξε τη θύρα και δέχθηκε με πολύ χαρά το γέροντα. Και, αφού κάθισε, ήλθε και η άλλη γυναίκα. Τις παρακάλεσε τότε ο γέροντας να καθίσουν. Και απευθύνει το ερώτημα προς τις γυναίκες λέγοντας:

- "Για σας έκανα τόσο δρόμο και κουράστηκα τόσο ερχόμενος από την έρημο· πείτε μου λοιπόν πως εργάζεσθε;"

Και εκείνες του απάντησαν.

- "Πίστεψε μας πατέρα ότι δεν κοιμόμαστε ξεχωριστά από τους άνδρες μας. Ποια λοιπόν εργασία πνευματική ζητάς από μας;"

Και ο γέροντας τις παρακάλεσε να του μιλήσουν για την πνευματική τους ζωή.

Και εκείνες του είπαν

- "Εμείς μεταξύ μας είμαστε ξένες, αλλά συζευχθήκαμε δύο σαρκικά αδέλφια. Ζούμε δεκαπέντε χρόνια μαζί και δεν λογομαχήσαμε ούτε μία φορά. Αισχρό λόγο δεν είπε ποτέ η μία την άλλη, αλλά ζούμε αγαπημένες με ειρήνη και ομόνοια όλα αυτά τα χρόνια. Σκεφθήκαμε να εγκαταλείψουμε τους άνδρες μας και να πάμε να ζήσουμε σε μοναστήρι. Παρακαλέσαμε τους άνδρες μας να μας επιτρέψουν να πραγματοποιήσουμε το σκοπό μας, αλλά στάθηκε αδύνατο. Αφού αποτύχαμε το σκοπό μας κάναμε συμφωνία μεταξύ μας και με το Θεό, ώστε, μέχρι το θάνατο μας να μη λαλήσουμε λόγο κοσμικό".

Αφού άκουσε αυτά ο μεγάλος και θειος άνδρας, είπε με θαυμασμό:

- "Στ' αλήθεια δεν υπάρχει παρθένος η νυμφευμένος η μοναχός η κοσμικός, αλλά ο Θεός ζητά μόνο προαίρεση καλή (δηλαδή θέληση) και το Άγιο Πνεύμα αγιάζει όλους".

Και αφού ωφελήθηκε από την επίσκεψη αυτή επέστρεψε στο κελί του δοξάζοντας το Θεό.

Αντιλαμβάνεται κανείς από τα δυο αυτά κείμενα, τα τόσο διδακτικά, ότι όλοι οι άνθρωποι δεν κάνουν για το μοναστήρι. Στο μοναστήρι και στη Σκήτη θα οδηγηθούν αποκλειστικά και μόνο οι, μερισματούχοι. Ο Απόστολος Παύλος θα μας πει ότι δεν είναι όλοι πλασμένοι για την αγαμία. Άλλοι έχουν το χάρισμα του έγγαμου και άλλοι το χάρισμα του άγαμου.

"Έκαστος ίδιον χάρισμα έχει εκ Θεού ως μεν ούτως, ως δε ούτως" (Αγκόρ. Ζ,7) Δυνατότητες σωτηρίας δίδονται και στους μεν και στους δε. Γι' αυτό ο άγιος Μακάριος είπε: "εν αληθείς ουκ έστι παρθένος, η ύπανδρος, η μοναχός, η κοσμικός, αλλ' ο Θεός προαίρεσιν ζητεί μόνην και το πνεύμα πάσι παρέχει".

απόσπασμα από το " Ασκητική λαικών "
                          πηγή :
 :                   

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...