/*--

Τρίτη, 12 Νοεμβρίου 2013

Οἱ πνευματικές ὑποθῆκες τῆς παράδοσής μας: ἡ ἱλαρή ἐλπίδα στή θλίψη τῆς καθημερινότητας

;Oταν πρίν ἀπό λίγες ἡμέρες ὁ καλός Σας Ποιμενάρχης εἶχε τήν εὐγενική, φερωνύμως, καλωσύνη νά μέ προσκαλέσει νά ὁμιλήσω σέ αὐτή τήν ἐκλεκτή σύναξη1, αὐθόρμητα ἀναρωτήθηκα: πῶς ἐγώ ὁ ἐμπλεγμένος στήν ψυχρή ἐπιστήμη τῶν χειρογράφων καί τῶν νομικῶν κειμένων θά μπορέσω νά ἀπευθυνθῶ σέ ἀνθρώπους πού ἔχουν τή δροσιά τῆς ἁπλότητας καί τήν ἐλευθερία ἀπό τή φυσίωση τῆς ἐπιστήμη. Σέ αὐτούς πού, κατά τό Γιῶργο Σεφέρη, ἔχουν τή γνησιότητα. Ταυτόχρονα μία δεύτερη σκέψη ἦλθε καί διόρθωσε τόν ἀμφίβολο λογισμό.

 Σήμερα στήν περιδίνηση τῶν πολλῶν καί θλιβερῶν εἰδήσεων, στίς ὁποῖες ἔχουμε ἐγκλωβισθεῖ, εἶναι ἡ ὥρα τοῦ πνευματικοῦ κόσμου νά καταθέσει αὐτός τόν δικό του δυναμικό λόγο, πού θά παράσχει τά ἰσχυρά ἀντισώματα ἐνάντια στήν παρακμή. Ἄν ὁ κόσμος τῶν γραμμάτων δέν ἀναλάβει πρωτοβουλία νά χαράξει τόν δρόμο πρός τήν ἀναδημιουργία, τότε ἡ κατάσταση θά χειροτερεύσει. Δόξα τῷ Θεῷ ὁ πνευματικός λειμώνας τῆς ὀρθόδοξης παράδοσης ἔχει πολλά καί εὐώδη ἄνθη. Ὡς ἐκ τούτου δέν θά δυσκολευθῶ ἰδιαίτερα στήν ἀνθολόγηση. Πολύ περισσότερο δέν θά καταβάλω κάποια συστηματική καί ἐπώδυνη προσπάθεια γιά τήν κατασκευή πειστικῶν ἐπιχειρημάτων, γιατί ἡ ἀνθοφορία οἴκοθεν ἐκπέμπει εὐχάριστο θέαμα καί κερδίζει τόν ὀφθαλμό. Ὅμως ἡ ἡδονή τοῦ ὀφθαλμοῦ δέν ἐξασφαλίζει αὐτόματα καί τήν ἡδονή τῆς ψυχῆς. Ἐπιβάλλεται σέ αὐτή τήν περίπτωση νά γίνει ἕνα ἀκόμα βῆμα: ὁ ἄνθρωπος νά λειτουργήσει ὡς φίλεργος μέλισσα πού θά περισυλλέξει τή γύρη γιά νά τή μεταλλάξει σέ γλυκύ μέλι. Αὐτό τό βῆμα εἶναι ἀναγκαῖο καί εἶναι ἐκεῖνο πού χαρακτηρίζεται ὡς τό γρηγορότερο ἀπό τή φθορά, καθώς λέει ὁ ποιητής.Ἡ ὀρθόδοξη παράδοση ἔχει πλοῦτο, τόν ὁποῖο ὀφείλουμε ὄχι μόνο νά γνωρίζουμε, ἀλλά καί νά μελετοῦμε σέ βάθος, σύμφωνα καί μέ τά παραπάνω. Ἀπό τά πολλά καί σημαντικά θά ἐπιλέξω κάποια, προσφέροντας στό μέτρο τοῦ δυνατοῦ, τόν ἱλαρό λόγο τῆς ἐλπίδας, πού ἀπορρέει ἀπό τήν παράδοσή μας.Ὅταν κάποιος ἐπισκεφθεῖ τήν Παναγία τῶν Παρισίων θά δεῖ στό ὑπέρθυρο τῆς εἰσόδου τοῦ ναοῦ τήν παράσταση τῆς κρίσεως, δηλαδή τήν παράσταση τῆς Δευτέρας Παρουσίας τοῦ Κυρίου. Στό μέσο ὁ δικαιοκρίτης Κύριος, ἔνθρονος, καί ἑκατέρωθεν αὐτοῦ, δεξιά οἱ χοροί τῶν δικαίων, πού θά λάβουν ὡς ἀντιμισθία τόν παράδεισο, καί ἀριστερά οἱ καταδικασμένοι «εἰς τό πῦρ τό αἰώνιον», πού θά ἀπολάβουν τούς καρπούς τῶν ἀδικιῶν τους, πρός ἱκανοποίηση τῆς θείας δικαιοσύνης. Ἡ ἴδια παράσταση ὑπάρχει καί σέ ἄλλους ναούς τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας καί ἐκφράζει τή σχετική διδασκαλία τῆς Σχολαστικῆς θεολογίας πού διατυπώθηκε εὐθύς μετά τό σχίσμα τοῦ 1054, ἀπό τόν Ἄνσελμο Καντερβουρίας. Ἄν τώρα ἀναζητήσουμε νά δοῦμε ποιά εἶναι ἡ εἰκόνα στήν ἀντίστοιχη θέση τῶν ναῶν τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, θά διαπιστώσουμε ὅτι αὐτή παριστάνει τόν Χριστό μέ ἀνοιχτά χέρια, κρατώντας τό Εὐαγγέλιο καί σημειωμένο ἐπ’ αὐτοῦ τό βιβλικό χωρίο: «Ἐγώ εἰμί ἡ ὁδός καί ἡ ἀλήθεια καί ἡ ζωή». Εἶναι ἕνα μήνυμα πατρικό γεμάτο ἐλπίδα καί αἰσιοδοξία, χωρίς τόν φόβο τῆς κρίσεως, πού ἐκ τῶν πραγμάτων διευρύνει τήν ἀπόσταση τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τόν Θεό. Ὁ Χριστός στή συγκεκριμένη παράσταση ἀγκαλιάζει τόν ἄνθρωπο καί τοῦ ὑποδεικνύει ὅτι ἐντός τοῦ ναοῦ, ἰδίως κατά τήν ὥρα τῆς εὐχαριστιακῆς συνάξεως, θά βρεῖ τόν δρόμο γιά τήν ἀλήθεια καί τή ζωή. Ἡ ἀλήθεια εἶναι ἡ προϋπόθεση καί ἡ συνισταμένη τῆς ἐλευθερίας, ὅπως καί πάλι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός μᾶς δίδαξε: «γνώσεσθε τήν ἀλήθεια καί ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς». Πρέπει νά ὑπογραμμισθεῖ ὅτι τό στοιχεῖο τῆς ἐλευθερίας εἶναι ἄρρηκτα συνδεδεμένο μέ τό πολίτευμα τῶν Ὀρθοδόξων, σέ ἀντίθεση μέ τή φεουδαρχία τῆς Δύσεως, πού οἰκοδομήθηκε λίγο - πολύ καί στήν ἔννοια τῆς κρίσεως. Ὁ δυνατός, ὁ φεουδάρχης, εἶναι κυρίαρχος καί τιμωρός. Σέ αὐτή τήν περίπτωση εἶναι πολύ ἔντονο τό δικανικό στοιχεῖο, καθόσον οἱ καλοί πρέπει νά ἀνταμειφθοῦν καί οἱ κακοί νά τιμωρηθοῦν. Αὐτή ἡ θεολογία ὑπάρχει στή Δύση μέχρι σήμερα ὡς κατάλοιπο, ἰδίως στόν νομικό πολιτισμό της, καί νομίζω ὅτι οἱ συνέπειες αὐτοῦ εἶναι ὁρατές σέ ὅλους, ἰδίως ἐσχάτως.
Ἄν ὁ εὔσπλαχνος Θεός-πατέρας ἀγκαλιάζει μέ στοργή τά πλάσματά του, τότε ποιά εἶναι ἡ σημασία, ποιό τό πραγματικό νόημα τῆς γνωστότατης περικοπῆς τῆς κρίσεως, τήν ὁποία ἡ Ἐκκλησία προβάλλει, μάλιστα μέ διακηρυκτικό τρόπο, κατά τήν Κυριακή τῆς Ἀπόκρεω, λίγο πρίν τό πνευματικό στάδιο τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς; Καί δέν εἶναι μόνο ἡ περικοπή αὐτή. Καί σέ πολλά ἄλλα χωρία τῆς Καινῆς Διαθήκης, κυρίως ὅμως τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ὑπογραμμίζεται ἡ δικαιοκρισία τοῦ Θεοῦ καί ἐφιστᾶται ἡ προσοχή στούς πιστούς νά τήν ἔχουν συνεχῶς στή σκέψη τους, ὑπολογίζοντας ὅτι αὐτή εἶναι μεγάλη καί φοβερά. Ἔτσι δέν ἀναγράφεται σέ πλῆθος λειτουργικῶν κειμένων; Ἀκόμα καί σέ αὐτές τίς εὐχές τῆς θείας Μεταλήψεως, τήν ὥρα πού προσερχόμεθα γιά νά λάβουμε τήν ὄντως Ζωή; Ὁπότε εὔλογα ἀναδύεται τό παράπονο, ἰδιαίτερα στά πρόσωπα πού ἔχουν λίγο πιό ἔντονες τίς ὑπαρξιακές ἀγωνίες: κρίση ἐδῶ στή γῆ, ποικίλη καί ἐνίοτε σκληρή: οἰκογενειακή, ἐπαγγελματική, οἰκονομική. Κρίση στήν ἄλλη ζωή. Ποῦ εἶναι ἡ ἐλπίδα; Ποῦ εἶναι ἡ ἀνάπαυση; Ποῦ τέλος πάντων θά βροῦμε χαρά, θά ἀπαλλαγοῦμε ἀπό τή χίμαιρα τῆς καταδίωξης ἑνός πάντοτε πιό ἰσχυροῦ ἀπό ἐμᾶς καί κυρίαρχου κριτῆ-αὐθέντη; Μήπως ἀκόμη καί σήμερα τά πλοκάμια καί ἡ νοοτροπία τοῦ ποικιλώνυμου φεουδαρχικοῦ συστήματος συνεχίζουν νά μᾶς καταδυναστεύουν, χωρίς νά τό ἔχουμε κατανοήσει; Πρέπει νά γνωρίζουμε ὅτι ἕνα ἐπικυριαρχικό σύστημα, ἄν μπολιασθεῖ καί μέ τή θρησκευτικότητα, γίνεται ἀφόρητο, ἀπόλυτα σκοτεινό. Αὐτά εἶναι πού διδάσκουν οἱ πατέρες τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας;
Ἀσφαλῶς ὄχι. Ἄς πάρουμε ἕνα παράδειγμα ἀπό μία ὄχι καί τόσο γνωστή ἐπιστολή τοῦ ἁγίου Θεοδώρου Στουδίτη, τήν ὁποία ἀπηύθυνε σέ κάποιο μαθητή του Γρηγόριο. Ὁ Ἅγιος στήν ἐπιστολή ἀντιμετωπίζει ἕνα σοβαρό δογματικό θέμα, ἀναλύοντας ἑρμηνευτικά ἕνα ἀρκετά δυσνόητο χωρίο ἀπό τήν Α´ Κορινθίους ἐπιστολή τοῦ Παύλου, τό ὁποῖο παρεξηγήθηκε ἰδιαίτερα ἀπό τούς Ρωμαιοκαθολικούς θεολόγους, πού οἰκοδόμησαν ἐπ’ αὐτοῦ τή διδασκαλία τους περί τοῦ καθαρτηρίου πυρός: «Ἑκάστου τό ἔργον φανερόν γενήσεται· ἡ γάρ ἡμέρα δηλώσει ὅτι ἐν πυρί ἀποκαλύπτεται· καί ἑκάστου τό ἔργον ὁποῖον ἐστί τό πῦρ δοκιμάσει. Εἴ τινος τό ἔργον μένει ὅ ἐπῳκοδόμησε, μισθόν λήψεται· εἰ τίνος τό ἔργον κατακαίεται, ζημιωθήσεται, αὐτός δέ σωθήσεται, οὕτως δέ ὡς διά πυρός». Γιά τή διευκόλυνση τῆς κατανόησης τοῦ χωρίου θά παραθέσω τήν ἑρμηνευτική παράφραση τοῦ κειμένου στή νεοελληνική ἀπό τόν μακαριστό Π. Τρεμπέλα (ὅπου εἶναι ἐμφανές τό δικανικό στοιχεῖο): «Τῶν πράξεών μας τό ἔργο θά γίνει φανερό. Διότι ἡ ἡμέρα τῆς κρίσεως θά τό ξεσκεπάσει καί θά τό φανερώσει. Καί θά τό ξεσκεπάσει, διότι ἡ ἡμέρα ἐκείνη θά ἀποκαλυφθεῖ μαζί μέ τή θεία ἐνέργεια, πού εἶναι δραστική σάν τή φωτιά. Καί ὁ Θεός θά ζυγίζει μέ ἀκρίβεια γιά νά ἀνακαλύψει τί εἶναι τό ἔργο τοῦ καθενός, καί θά φανερώσει τήν πραγματική ἀξία σάν τή φωτιά πού κατακαίει κάθε εὔφλεκτο ὑλικό. Ἐάν τό ἔργο πού ἔκανε κάποιος, κτίζοντας πάνω στό αἰώνιο θεμέλιο, δηλαδή τόν Χριστό, ἀντέξει καί δέν καεῖ ἀπό τή φωτιά τῆς θείας κρίσεως, αὐτός θά πάρει μισθό. Ἐάν τό ἔργο κάποιου ἄλλου κατακαεῖ καί δέν ἀντέξει στή φωτιά τῆς θείας κρίσεως, αὐτός θά ζημιωθεῖ, διότι οἱ κόποι του δέν θά ἀνταμειφθοῦν. Καί ὁ ἴδιος θά σωθεῖ μόλις μετά βίας. Θά σωθεῖ δηλ. σάν ἐκεῖνο πού περνᾶ μέσα ἀπό τίς φλόγες τῆς φωτιᾶς καί διατρέχει μεγάλο κίνδυνο. Ἔτσι καί αὐτός θά διασωθεῖ, ἄν τελικά ἀντέξει στή φωτιά τῆς θείας κρίσεως».

Ὁ ἅγιος Θεόδωρος προβαίνει σέ λεπτόλογη ἀνάλυση τοῦ χωρίου, ἐπικαλούμενος τήν προγενέστερη πατερική θεολογία, γιά νά ὑποστηρίξει ὅτι, κατ᾽ αὐτή, εἶναι τρεῖς οἱ ἀποκαταστάσεις πού ἐνεργοῦνται ἀπό τήν κρίση τοῦ Θεοῦ, σύμφωνα μέ τό χωρίο. Ἡ πρώτη εἶναι ἐκείνη πού συντελεῖται στόν ἄνθρωπο, ὅταν αὐτός ἐκπληρώνει τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι προσελκύει τή χάρη καί ἀποκαθίσταται σέ αὐτόν τό «ἀρχαῖον κάλλος» τῆς δημιουργίας του, ἐπανέρχεται δηλ. στήν προπτωτική κατάσταση. Ἡ δεύτερη ἔχει σχέση μέ τήν ἀποκατάσταση τῆς κτίσεως μετά τήν κρίση. Εἶναι οἱ «καινοί οὐρανοί καί ἡ καινή γῆ», πού ἀναφέρει ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης στήν Ἀποκάλυψιν. Καί ἡ τρίτη, ἡ πιό στασιαζόμενη θεολογικά, εἶναι ἐκείνη πού ὑποστήριξε ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης: ἡ μετά τόν θάνατο ἀποκατάσταση τῶν ψυχῶν πού ἔχουν συμπλακεῖ μέ τήν ἁμαρτία στήν κατάσταση πού πρωτοκτίσθηκαν. Ὅπως δηλ. ὁ κόσμος ὅλος καί τό ὑλικό σῶμα θά λάβουν τήν ἀφθαρσία, ἔτσι καί οἱ παρεκτραπεῖσες ψυχές στό διάβα τῶν αἰώνων, χωρίς νά βρίσκουν «στάσιν», δηλ. ἀνάπαυση στήν ἐμπαθή τους κατάσταση, θά ἐπανέλθουν στόν Θεό, πού δέν ἔχει «πέρας», οὔτε στήν ἀγαθωσύνη οὔτε στό ἔλεος οὔτε στήν πανσοφία του. Τότε θά ἀναγνωρίσουν ὅτι αὐτός δέν εἶναι ὁ αἴτιος τῆς ἁμαρτίας. Ὅμως ἐπειδή αὐτές διά βίου ἀρνήθηκαν τή σχέση μέ τόν Θεό, δέν θά μπορέσουν νά κοινωνήσουν μέ τή δόξα Του. Αὐτή θά εἶναι ἡ ἐπιλογή τους, αὐτή εἶναι ἡ θέλησή τους. Λίγο-πολύ, ἄν θέλουμε νά φέρουμε κάποια εἰκόνα ἀπό τά ὑλικά πράγματα, πού νά ἀποτυπώνει αὐτή τήν ἀδυναμία κοινωνίας, μποροῦμε νά ἐπικαλεσθοῦμε τό μίγμα νεροῦ καί λαδιοῦ σέ ἕνα δοχεῖο. Ἐσεῖς ἐδῶ περισσότερον γνωρίζετε ὅτι τά δύο αὐτά ὑλικά στοιχεῖα δέν ἀναμιγνύονται μεταξύ τους. Καί συνεχίζει ὁ ἅγιος Θεόδωρος: τό ἁμαρτητικό ἔργο θά κατακαεῖ, ὁ διαπράξας ὅμως αὐτό δέν θά καεῖ, θά διασωθεῖ, ὄχι ὅμως ὡς μέτοχος στά ἀγαθά. Ὁ Θεός σεβόμενος τήν ἐλευθερία του, δέν μπορεῖ νά παραβιάσει τήν ἐπιλογή τοῦ ἀνθρώπου καί νά τοῦ δώσει αὐτό τό ὁποῖο ἐκεῖνος πεισματικά ἀρνεῖται. Θά ἐπιγινώσκει ὅμως ὅτι δέν ἔχει κοινωνία μέ τόν Θεό, γιατί ἀκριβῶς ἡ ψυχή του θά στερεῖται τά συνεκτικά στοιχεῖα, ὅπως τό νερό μέ τό λάδι, πού θά ἀναγνωρίσουν τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καί θά τοῦ δώσουν τή δυνατότητα νά εἰσέλθει «εἰς τήν Χώρα τῶν ζώντων». Σέ αὐτή τήν κρίση, θά κατακαεῖ τό κακό, γιατί δέν ἔχει ὑπόσταση - εἶναι ἁπλῶς ἡ ἄρνηση τοῦ καλοῦ-, ἐνῶ ὁ ἄνθρωπος ἀκόμα καί ὁ διάβολος, ὡς δημιουργήματα τοῦ Θεοῦ, δηλ. ὡς ἔχοντα ὑπόσταση, θά διατηρηθοῦν στήν ὕπαρξη. Καί τοῦτο ἀπό τό ἄπειρο ἔλεος τοῦ Θεοῦ, τό ὁποῖο ἐπίσης σέβεται τή βούληση τῶν ὄντων νά συνεχίζουν νά ζοῦν. Στήν προσέγγιση αὐτή τοῦ Ἁγίου οἱ κύριες συνιστῶσες εἶναι δύο: α) Γιά νά σωθεῖ ὁ ἄνθρωπος προϋποτίθεται ἡ ἐλεύθερη βούλησή του. Θά πρέπει δηλ. στοιχειωδῶς νά τό θέλει. Ἄν συντρέξει αὐτή ἡ πρόθεση, ἡ ἐλάχιστη, ὁ Θεός θά βρεῖ τόν σοφότερο τρόπο, χωρίς νά καταπιέσει τό πλάσμα του, γιά νά τοῦ ἀνοίξει τή θύρα τοῦ παραδείσου. Αὐτό ἐξάλλου μαρτυρεῖ ἡ πολύ παραστατική εἰκόνα πού ἀποτυπώνεται τό πολύ γνωστό βιβλικό χωρίο: «Ἰδού ἔστηκα ἐπί τήν θύραν καί κρούω». β) Ὑπάρχει ἕνα πάνσοφο σχέδιο σωτηρίας, τό ὁποῖο ἀφορμᾶται ἀπό τό ἄπειρο ἔλεος καί τήν ἀνεξιχνίαστη ἀγάπη τοῦ δημιουργοῦ Θεοῦ. Δέν κτίσθηκε ὁ κόσμος γιά νά τιμωρηθεῖ στήν κόλαση ἤ τό χειρότερο στήν ἀνυπαρξία, ἀλλά γιά νά μετάσχει στήν ἀνεκλάλητη χαρά τῆς ἀέναης δοξολογίας, μαζί μέ τούς ἀγγέλους, γύρω ἀπό τόν ἔνδοξο θρόνο τοῦ βασιλέως Χριστοῦ. Αὐτή εἶναι ἡ αἰώνια χαρά τοῦ παραδείσου, νά γνωρίζουμε ἀτέρμονα τὰ μυστήρια τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Πόσες φορές στήν Ἁγία Γραφή δέν προβάλλεται ἡ θέληση τοῦ Θεοῦ νά σώσει τόν ἄνθρωπο; «Ὁ Θεός πάντας ἀνθρώπους θέλει σωθῆναι καί εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν», γι’ αὐτό καί ἐάν «ἑβδομηκοντάκις ἑπτά», δηλ. πολλοστές φορές, ἁμαρτάνουμε, Αὐτός μᾶς συγχωρεῖ. Πρός τόν σκοπό αὐτό μᾶς ἔδωσε ὅλες τίς δωρεές τῶν μυστηρίων.

Ἐνώπιον τῆς τελειότητας τοῦ Θεοῦ ὅλοι αἰσθανόμεθα ἁμαρτωλοί, «γῆ καί σποδός». Ὅμως ὑπάρχει ἡ ἱλαρή ἐλπίδα στό ἄπειρο ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Ὁ γέροντας Αἰμιλιανός Σιμωνοπετρίτης γράφει σέ ἕνα πολύ σημαντικό κείμενο του Περί τῆς ἐλπίδος καί τῆς μετανοίας: «Ὅλοι, ἀκόμη καί ὅταν εἴμαστε ἅγιοι, νοιώθουμε ὅτι πταίομε σέ ὅλα καί ὄχι μόνον σέ πολλά... Ἀλλά ὁ ἅγιος Πέτρος ὁ Δαμασκηνός λέγει: “ Ἕνα πράγμα σᾶς τονίζω ἐνώπιον τῆς οὐρανίου δόξης τοῦ Θεοῦ καί τῶν θρόνων πού θά στηθοῦν ἐκεῖ, κατά τήν ἡμέρα τῆς κρίσεως: Μὴν ἀπελπίζεσθε, μή ὄντας ὡς δεῖ εἶναι”. Ἐδῶ ὁ ἅγιος φιλοσοφεῖ. Δέν λέγει, ἐσεῖς πού εἶσθε κακοί, ἁμαρτωλοί, ἀλλά λέγει “μή ὄντας ὡς δεῖ εἶναι”, διότι ἡ ἁμαρτία καί ἡ ἀπομάκρυνσις ἀπό τόν Θεόν δέν εἶναι στατική. Ὁ καθένας μας βρισκόμαστε σέ ἕνα σημεῖο, χωρίς νά εἴμαστε ὅπως πρέπει. Ὁ ὅσιος θέλει νά πῆ: δίκαιοι καί ἄδικοι, καλοί καί κακοί, ἅγιοι καί ἁμαρτωλοί, κανένας σας δέν εἶναι τέλειος. Διότι, ὅπως λέγει καί ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, φερόμεθα πρός τήν τελειότητα, ἀλλά πάντοτε εἴμαστε ἐλλιπεῖς. Γι’ αὐτό μήν ἀπελπίζεσθε». Καί συνεχίζει ὁ γέροντας Αἰμιλιανός νά σχολιάζει τόν ἅγιο Πέτρο Δαμασκηνό:“ Ὁ γάρ ἀμετανοήτως ἁμαρτάνων καί μή ἀπογινώσκων, ἐξ ἀνάγκης ὑπό κάτω πάσης κτίσεως ἑαυτόν ἔχει καί οὐ τολμᾶ κατακρίναι ἤ μέμψασθαι τίνα ἄνθρωπον”. Βλέπετε τήν ἄβυσσο τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ; Ὁ Θεός μᾶς κυνηγάει ἀκόμη καί τήν ὥρα τοῦ πνευματικοῦ μας θανάτου, ἐνῶ οἱ ἄνθρωποι νομίζουν ὅτι ὁ Θεός εἶναι ἐκδικητής, καί ἔτσι ταλαιπωροῦνται, φοβοῦνται, μελαγχολοῦν, νομίζουν ὅτι δέν θά βγεῖ τίποτε, ὅτι δέν κάνουν τίποτε. Ἀντίθετα, οἱ ἀσκητικοί Πατέρες μιλοῦσαν ἀπό τό βίωμά τους. Ἐπειδή ἦταν ἅγιοι, νόμιζαν ὅτι αὐτοί εἶναι οἱ μεγαλύτεροι ἁμαρτωλοί. Γι’ αὐτό ἔλεγαν: Ἀφοῦ ἐμένα, πού εἶμαι τόσο ἁμαρτωλός, ὁ Θεός μέ δέχεται, δέν θά δεχθεῖ αὐτούς πού ἔχουν μόνο αὐτά τά πάθη καί δέν μποροῦν νά τά κόψουν;».

Τά πατερικά χωρία πού προβάλλουν τήν παραπάνω θεολογία εἶναι ἄφθονα. Δέν θέλω νά σᾶς κουράσω μέ τήν ἀνθολόγηση, ἄν καί στήν ἀρχή εἴπαμε ὅτι τά μυριόπνοα πνευματικά ἄνθη προσφέρουν εὐωχία στήν ψυχή καί τήν κάνουν νά θάλλει, ὅπως καί αὐτά. Θά ἀρκεσθῶ ὅμως στήν παράθεση ἑνός μόνο χωρίου ἀπό τήν ἐπιστολή τοῦ ἀββᾶ Νείλου πρός Χαρικλῆ πρεσβύτερο, ὅπου ὁ συγγραφέας παρακινεῖ τόν συγκεκριμένο πρεσβύτερο νά θυμᾶται πιό πολύ, κατά τήν ποιμαντική διακονία, τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ καί ὄχι τόσο τήν κρίση Του. Λέει σχετικά τά ἑξῆς: «Ποίοις γάρ κόποις καί μόχθοις ὁ τελώνης σέσωσται; οὐχί ψιλοῖς ρήμασι ταπεινώσεως; Ποίοις δέ ἱδρῶσι καί πόνοις ὁ ληστής ἀπό σταυροῦ εἰς παράδεισον καί ζωήν μετετέθη; οὐχί ῥήμασι μικροῖς, καί ὁμολογίᾳ τῆς Χριστοῦ βασιλείας; Σκόπει τοίνυν, πρεσβύτερε, μή μόνον ἀποτομίαν καί ὀργήν ἐν ταῖς ἱεραῖς βίβλοις κηρυσσομένην Θεοῦ, ἀλλά καί φιλανθρωπίαν ἀναρίθμητον, καί ἀνεξιχνίαστον, καθάπερ φησίν ἡ Γραφή πρός τόν Κύριον ἐξ ἡμετέρου προσώπου, ὅτι “Τό ἔλεός σου μέγα ἐπ᾽ ἐμέ”. Μεγάλα γάρ ἁμαρτανόντων ἡμῶν, μεγάλην ἐπιχέει μετανοοῦσιν ἡμῖν τήν θάλασσαν τῆς οἰκείας πολυευσπλαγχνίας σβεννύουσαν τό πῦρ τῶν ἡμετέρων κακῶν. Λογίζεσθαι οὖν ὀφείλεις μή τήν κρίσιν μόνον, ἀλλά καί τήν φιλανθρωπίαν τοῦ Χριστοῦ, τοῦ συμφερόντως παιδεύοντος τό ἀνθρώπινον γένος καί συγκαταβαίνοντος, καί συμπάσχοντος ἡμῖν, ἵνα μή ἀπολώμεθα». Ὅταν ὁ ἄνθρωπος συναντηθεῖ μέ τή θάλασσα τῆς πολυευσπλαχνίας τοῦ Θεοῦ, τότε ἀρχίζει νά αἰσθάνεται μέ εὐγνωμοσύνη τήν πατρική του ἀγάπη. Κατανοεῖ ὅτι ἔδωσε στόν Θεό, μέ τόν πνευματικό του ἀγώνα, λίγες μόνο ρόγες σταφύλι καί ὁ Θεός τοῦ ἀνταπέδωσε ὁλόκληρα ἀμπέλια, ὅπως ἔλεγε μέ τή χαρακτηριστική σοφία του ὁ μακαριστός γέροντας Παΐσιος. Στό θετικό δίκαιο, ἡ ποινική δικονομία, ἀποβλέπει δι᾽ ὅλων τῶν ἐνδίκων μέσων νά ἀποδοθεῖ ἀντικειμενικά ἡ δικαιοσύνη, στό πλαίσιο καί τῶν διεθνῶν συμβάσεων γιά τή δίκαια δίκη. Ἡ στόχευση εἶναι νά ὀχυρωθεῖ ἡ συγκρότηση μιᾶς κοινωνίας μέ ἀρχές, πού δέν θά προκαλοῦν τό δημόσιο αἴσθημα. Ὅμως στή θεολογία οἱ ἀρχές αὐτές ὑπερβαίνονται. Θά ἀναφέρω δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα πού δηλώνουν ὅτι ὁ Θεός δέν σκέφτεται οὔτε ἐνεργεῖ σάν τόν ἐπίγειο δικαστή. Τό πρῶτο ἀπαντᾶται σέ μία ἁγιολογική πηγή. Ἦταν ἕνας μεγάλος ἀσκητής στήν ἔρημο, πού γιά πενήντα ὁλόκληρα χρόνια, χωρίς νά ἔχει ὁποιαδήποτε ἐπαφή μέ τόν κόσμο, προσεύχονταν ἀδιάλειπτα καί ἀναλυόταν σέ πολλές μορφές ἄσκησης. Κάποια στιγμή ζήτησε ἀπό τόν Θεό νά τοῦ φανερώσει ἐνάρετο ἀσκητή, πιό ἐνάρετο ἀπό αὐτόν, προφανῶς γιά νά δεχθεῖ τίς συμβουλές του. Ὁ Θεός τότε τόν παρέπεμψε σέ ἕνα κοσμικό μέ τό ὄνομα Σέργιο στήν Ἀλεξάνδρεια. Ἡ ἀρχική ἀντίδραση τοῦ ἀσκητῆ εἶχε ἔντονα τό στοιχεῖο τῆς ἐπιφυλακτικότητος, θεωρώντας ὅτι στόν κόσμο δέν θά μποροῦσε νά ὑπάρχει τό πρόσωπο πού ἀναζητοῦσε. Ὅμως, ὅταν ὁ Θεός ἐπανέλαβε τήν ἴδια ὑπόδειξη, ὁ ἀσκητής ὑπακούοντας στή θεία προτροπή, ἐξῆλθε γιά πρώτη φορά στόν κόσμο γιά νά συναντήσει τόν ἐνάρετο ἄνδρα. Ἡ συνάντηση προκάλεσε ἀρχικά τήν ἀπόλυτη ἔκπληξη, θά ἔλεγα, τήν ἀπογοήτευση. Ὁ συγκεκριμένος Σέργιος ἦταν ἕνας προαγωγός σέ κάποιο μεγάλο πορνεῖο τῆς Ἀλεξάνδρειας. Μετά τό ἀρχικό σόκ, ὁ ἐρημίτης ἄρχισε νά κατανοεῖ ὅτι ἡ κρίση τοῦ Θεοῦ δέν θά μποροῦσε νά ἦταν παραπλανητική, καί γι’ αὐτό ζήτησε νά μάθει ἀπό τόν Σέργιο τά ἀπόκρυφα τῆς καρδιᾶς του. Τότε διαπίστωσε ὅτι ὁ συγκεκριμένος Ἀλεξανδρινός προαγωγός, πού καί τότε καί σήμερα κρινόμενος «κατ’ ὄψιν» θά χαρακτηριζόταν ὡς ὁ πιό κακόφημος ἄνθρωπος, εἶχε κάνει δύο πολύ μεγάλα καλά στή ζωή του. Πρῶτο, πλήρωσε χρήματα γιά νά ἀπελευθερωθοῦν ὁ πατέρας καί τά δυό παιδιά του ἀπό τή δουλεία, καί δεύτερο, προστάτευσε ἑβδομήντα μοναχές ἀπό τόν βιασμό, ἐνῶ ἄφησε ἐλεύθερες ἰσάριθμες πόρνες γιά νά γίνουν μοναχές. Αὐτά τά δύο καλά λογίσθηκαν ἀπό τόν Θεό, ὁ ὁποῖος βλέπει καλύτερα ἀπό ἐμᾶς τά κρύφια τῶν καρδιῶν μας, ὡς ἀρετές πού ἰσολογίζονταν μέ τήν πολυετῆ ἄσκηση τοῦ ἐνάρετου ἐρημίτη. Βλέπετε ὅτι ὁ Θεός δέν κρίνει ἐπιφανειακά, ὅπως ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι, πού ἀρεσκόμεθα στήν κατάκριση.

Τό δεύτερο ἀνθολόγημα προέρχεται ἀπό τόν ἀββᾶ Δωρόθεο. Δύο κοριτσάκια ἀδελφές, συλλαμβάνονται ἀπό βαρβάρους, ἀφοῦ ἔσφαξαν τούς γονεῖς τους, καί πωλοῦνται ὡς δοῦλες στό παζάρι. Τήν πρώτη ἀγοράζει μία ἐκκλησιαστική οἰκογένεια καί τήν παιδαγωγεῖ κατά τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Τήν δεύτερη τήν ἀγοράζει ἕνας μαστροπός καί τήν προωθεῖ σέ πορνεῖο. Ἄν ἡ ἐπιλογή ἦταν διαφορετική, δηλ. ἡ πρώτη στή θέση τῆς δεύτερης, ἦταν πιθανόν, ὅτι ἡ κατάσταση θά ἦταν ἡ ἀντίθετη. Ἡ τυχαία ἐπιλογή ἦταν αὐτή πού καθόρισε τό ἠθικό ποιόν τῆς κάθε μιᾶς. Ὁπότε προκύπτει εὔλογα ἡ σκέψη: μπορεῖ ἡ συγκυρία νά καθορίσει τήν κρίση τοῦ Θεοῦ; Ἀσφαλῶς, κατά τόν ἀββᾶ Δωρόθεο, ὄχι, γιατί ὁ Θεός βλέπει πίσω ἀπό τά ὁρώμενα, κρίνει πολύ πιό βαθειά τά γεγονότα καί ἀπο- δίδει τή δικαιοσύνη του ἔτσι ὅπως γνωρίζει ἡ πανσοφία του. Καί τά δύο παραδείγματα ὀφείλουμε νά τά ἔχουμε πάντοτε στό νοῦ μας, γιά νά μή συμπεριφερόμεθα ὡσάν τούς ἐπίγειους δικαστές. Ὕστερα ἀπό ὅσα ἀποσπασματικά ἐκτέθησαν πιθανόν κάποιος θά ἀναλογισθεῖ: ἐφόσον ὑπερισχύει τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ, ποιά ἤ χρεία τοῦ πνευματικοῦ ἀγώνα; Γιατί κάποιοι νά στεροῦνται τῶν ἐπίγειων χαρῶν, γιά νά ἀπολαύσουν τά ἐπουράνια ἀγαθά, καί ἄλλοι χωρίς κόπο νά γίνον- ται ἀποδεχτοί μέ τόν ἴδιο τρόπο; Δέν ὑπάρχει στήν περίπτωση αὐτή κάποια ἀδικία; Ἀσφαλῶς ναί, ἄν κρίνουμε τά πράγματα μέ βάση τή λογική τοῦ πρεσβυτέρου υἱοῦ τῆς παραβολῆς τοῦ Ἀσώτου. Ὅμως τό ζήτημα δέν εἶναι μόνο ποιός θά δικαιωθεῖ. Ὑπάρχει καί ἡ ἄλλη παράμετρος, τήν ὁποία θά πρέπει νά λαμβάνουμε σοβαρότατα ὑπόψη. Στό κόσμο αὐτό δέν ζοῦμε γιά τόν ἑαυτό μας. Συγκροτοῦμε μία κοινωνία, τήν ὁποία θά πρέπει νά τή διαμορφώσουμε πρός τό καλύτερο. Κατά τόν ἅγιο Δωρόθεο, ὁ κόσμος ὅλος παρομοιάζεται μέ κύκλο.

Στήν περιφέρεια εὑρίσκονται οἱ ἄνθρωποι πού ἀντιστοιχοῦν μέ μία ἀκτίνα τοῦ κύκλου. Στό κέντρο εὑρίσκεται ὁ Θεός. Ὅσο συγκλίνουν οἱ ἄνθρωποι πρός τό κέντρο, δηλ. ὅσο πλησιάζουν πρός τόν Θεό, τόσο προσεγγίζονται μεταξύ τους. Καί τότε στόν κύκλο ἀρχίζει νά κυριαρχεῖ ἡ ἁρμονία. Αὐτή εἶναι ἡ «εὐλογημένη βασιλεία τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος». Ἔτσι γεννιέται πιό ἱλαρόν φῶς καί πλημμυρίζει μέ τήν ἀπόλυτη ἐλπίδα τόν κόσμο. Ἡ εὐθύνη μας εἶναι τεράστια καί ἐνυλώνεται μέ τήν ἔμπρακτη ἀποδοχή, στήν κάθε στιγμή τῆς ἐπίγειας ζωῆς μας, τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ.

Ὁμιλία τοῦ κ. Θ. Γιάγκου στόν Ἱ. Καθεδρικό Ναό Ἁγίας Φωτεινῆς Ἱεράπετρας μετά τό πέρας τοῦ Ἀρχιερατικοῦ Ἑσπερινοῦ τῆς Κυριακῆς 2 Δεκεμβρίου 2012.

πηγή : 􀀀Ἄγκυρα Ἐλπίδος

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...