/*--

Πέμπτη, 14 Νοεμβρίου 2013

Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΧΡΙΣΤΟΛΟΓΙΚΟ ΔΟΓΜΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Ἡ σιωπή τῆς Θεοτόκου στά κείμενα τῆς Καινῆς Διαθήκης εἶναι σύστοιχη καί ἀνάλογη μέ τήν διδάσκουσα ὡραιότητα τῆς θεομητορικῆς εἰκονογραφίας. Ἡ Παναγία εἶναι ἕνα πρόσωπο θεοειδές, τοῦ ὁποίου ὁλόκληρη ἡ ὕπαρξη συγκροτεῖται ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι. Αὐτό ἀκριβῶς φανερώνει καί τήν οὐσιαστική σχέση της μέ τό χριστολογικό μυστήριο.
Ἔτσι μέ τό χοντροκόκκινο καί τό μπλέ χρῶμα τῆς εἰκονογραφίας τῆς Θεοτόκου ὑποσημαίνεται τό Πάθος ἀλλά καί ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Ἐξωτερικά ἡ Παναγία ἐνδύεται τό Πάθος πού ταυτίζεται μέ τήν ἐνανθρώπηση καί ὑποδηλώνεται μέ τό μπλέ χρῶμα. Ἐσωτερικά, ὅμως, ἡ Θεοτόκος ζεῖ τήν Ἀνάσταση καί αὐτή εἶναι ἡ βαθύτερη ἀλήθεια τοῦ προσώπου της, ὁ ὄντως ἐκκλησιαστικός της χαρακτήρας, ἡ Παρθένος Μαρία εἶναι ἡ ὄντως Θεοτόκος, γεγονός πού σημαίνεται μέ τό χοντροκόκκινο χρῶμα. Ὁ χρωματικός συνδυασμός ἐκφράζει ἁρμονικά καί ὅλα ἐκεῖνα πού τήν καθιστοῦν ἀειπάρθενο καί Μητέρα τοῦ Θεοῦ. Τελικά αὐτό ἀκριβῶς εἶναι καί τό μαρτύριο καί ἡ μαρτυρία της μέσα στόν κόσμο. Ἡ διήγηση τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης στό σύνολό της περιστρέφεται οὐσιαστικά γύρω ἀπό τό γενεαλογικό δένδρο τῆς Θεοτόκου καί, συνεπῶς, τοῦ ἴδιου του Χριστοῦ. Ἡ ἐκλογή τῆς Παρθένου Μαρίας εἶναι τό τέρμα μιᾶς μακρᾶς σειρᾶς ἐκλογῶν καί υἱοθεσιῶν, πού δέν πραγματοποιοῦνται μέ αὐθαίρετη ἐπιβολή, ἀλλά μέ τήν ἐλεύθερη συμβολή καί συγκατάθεση τῶν δικαίων τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης.

Ὁ ρόλος τόν ὁποῖο διαδραμάτισε ἡ Παναγία στήν ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ ἔχει καίριες ἀνθρωπολογικές συνέπειες στήν οἰκονομία τῆς σωτηρίας. Ἡ Παναγία Θεοτόκος δέν ὑπῆρξε ἁπλῶς ἕνα φυσικό ὄργανο τῆς ἐνσάρκωσης. Ἡ προσωπικότητα καί ὁ ρόλος της εἶναι ἀχώριστος ἀπό τό σωτηριῶδες ἔργο τοῦ Υἱοῦ της. Ἡ συγκατάθεσή της στήν ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ ὑπῆρξε ἡ σύμπτωση τῆς ἀνθρώπινης μέ τή θεία θέληση ὡς ἕνα ὑπαρξιακό γεγονός ἀλληλοπεριχώρησης μεταξύ κτιστοῦ καί ἀκτίστου. Ὁ Θεός Λόγος ἔζησε ὡς ἄνθρωπος ὡς μέρος τοῦ σώματός της. Στήν ὀρθόδοξη «Θεοτοκολογία» δέν παρατηρεῖται καμία ἀποδέσμευση καί αὐτονόμηση ἀπό τή Χριστολογία ὅπως, ἀντίθετα, συμβαίνει μέ τή λεγόμενη Μαριολογία τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας.

Χριστολογία καί θεομητορική θεολογία

Στό πλαίσιο τῆς ἀδιαίρετης σχέσης ἀνάμεσα στή Χριστολογία καί τή θεομητορική θεολογία, ἡ ὀρθόδοξη πίστη συνοψίζεται στή ρήση τοῦ ἄγ. Ἰωάννη Δαμασκηνοῦ, «δικαίως καί ἀληθῶς Θεοτόκον τήν ἁγίαν Μαρίαν ὀνομάζομεν. τοῦτο γάρ τό ὄνομα ἅπαν τό μυστήριον τῆς οἰκονομίας συνίστησι» (Ἔκδοσις ἀκριβῆς 12 (56), PG 94, 1029C). Ἀρκετοί ρωμαιοκαθολικοί θεολόγοι συνηθίζουν νά θεωροῦν παραλλήλως τή Μαριολογία καί τά κατ’ αὐτήν καινοφανῆ δόγματα τῆς ἄσπιλης σύλληψης καί ἐνσώματης μετάστασης τῆς Παρθένου μέ τήν περί ἁγιότητος τῆς Θεοτόκου διδασκαλία τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας. Ἡ Παναγία δέν ἀπαλλάχθηκε ἀπό τό προπατορικό ἁμάρτημα οὔτε βέβαια πέθανε ἁπλῶς κατά παραχώρηση. Ἡ μετάστασή της δέν σχετίζεται μέ τήν ὑποτιθέμενη ἄσπιλη σύλληψή της, ἀλλά ἀποτελεῖ συνέπεια τῆς θείας μητρότητας, δηλαδή, τοῦ χριστολογικοῦ γεγονότος. Ἡ ὀρθόδοξη θεολογία, ἔχοντας τελείως διαφορετική θεώρηση γιά τό προπατορικό ἁμάρτημα ἀπό τή δυτική ἀντίληψη τῆς νομικῆς ἐνοχῆς, μέ κανένα τρόπο δέν τάσσεται ὑπέρ τῆς ἄσπιλης σύλληψης τῆς Παρθένου. Ἡ Παναγία καί ὡς πρός τή σύλληψή της καί ὡς πρός τόν θάνατό της ἀνήκει στό γένος τοῦ Ἀδάμ. Ἐπειδή γεύθηκε τόν θάνατο εἶναι «βραύ τι παρ’ ἀγγέλους ἠλαττωμένη». Ἐντούτοις, ἄν καί μετεῖχε στό προπατορικό ἁμάρτημα, ἡ προσωπική της ἁγιότητα ὡς ἀποτέλεσμα τῆς ἀρωγῆς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί τῆς δικῆς της ἀσκήσεως, ξεπέρασε καί αὐτούς τούς ἀγγέλους, ἀφοῦ ἔγινε ἐν Χριστῷ «μεθόριον κτιστῆς καί ἀκτίστου φύσεως».

Συνεπῶς, θά πρέπει νά τονισθεῖ ὅτι, πέρα ἀπό τή διαφορετική ἔννοια τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος μεταξύ Ἀνατολῆς καί Δύσεως, καί ἡ περί συνεργίας ἀνθρωπολογική προϋπόθεση ὡς ὀργανικό συστατικό μιᾶς πλήρους Χριστολογίας καθιστᾶ τελείως ἀπαράδεκτο γιά τήν ὀρθόδοξη θεολογία τόν αὐτόνομο καί ἀνεξάρτητο κλάδο τῆς Μαριολογίας. Ἐξάλλου, λόγω ἀκριβῶς τῆς ὕπαρξης τοῦ παπικοῦ πρωτείου καί τῆς καθιδρυματικῆς ἀντίληψης τῆς Ἐκκλησίας, ἡ Μαριολογία τῆς Δυτικῆς Ἐκκλησίας ἀπέβη τελικά ἕνα εἶδος μυστικιστικοῦ ὑποκατάστατου, παρέχοντας ἕνα εἶδος χαρισματικῆς καί μυστικῆς εὐσέβειας λόγω τῆς καταλυτικῆς ὕπαρξης τοῦ παπικοῦ πρωτείου καί τῆς καθιδρυματικῆς ἀντίληψης τῆς Ἐκκλησίας.

Ἐξίσου, πάντως, ἀπαράδεκτη εἶναι καί ἡ ἀντίληψη τῆς ρωσικῆς σοφιολογίας, πού θεωρεῖ τήν Παναγία ὡς «ὑποστατική εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος», ἀντίληψη ἡ ὁποία ὑποτιμᾶ τόν καίριο καί ἐνεργητικό ρόλο πού διεδραμάτισε ἡ Θεοτόκος στήν οἰκονομία τῆς σωτηρίας ἀλλά καί συγχέει ἀδιάκριτα τήν θεολογία μέ τήν ἀνθρωπολογία.Ἡ Παναγία, μόνη μέσα ἀπό ὅλη τήν δημιουργία, κατόρθωσε τόν σκοπό γιά τόν ὁποῖο ὑπάρχει ἡ κτίση: νά φθάσει στήν πληρέστερη ἐγγύτητα μέ τόν Θεό, νά χωρέσει τόν ἀχώρητο. Ὁλόκληρη ἡ δημιουργία καί αὐτοί ἀκόμη οἱ ἄυλοι καί νοεροί ἄγγελοι, διά τῆς Θεοτόκου ἔχουν, πλέον, πρόσβαση στό γεγονός τοῦ Χριστοῦ. 

Ἡ συνεργία Θεοῦ καί ἀνθρώπου στό ἔργο τῆς ἐνανθρώπησης 

Τό μυστήριό της ἐνανθρώπησης ὡς ἕνωση κτιστοῦ καί ἀκτίστου στήν ὑπόσταση τοῦ Λόγου συνιστᾶται ἀπό τήν ἐνέργεια καί χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στήν Παρθένο Μαρία. Θεῖος καί ἀνθρώπινος παράγοντας συμβάλλουν ἀποφασιστικά μέ τόν ἰδιαίτερο τρόπο τους στήν πραγματοποίησή του, ὥστε ἡ ἀλήθεια τῆς ἐνανθρώπησης ἐξαρτᾶται ἀπό τήν ἐν Χριστῷ ἀκεραιότητα καί πληρότητα καί τῆς θεότητας καί τῆς ἀνθρωπότητας. Ἡ πρωτοβουλία, βεβαίως, τῆς ἐνανθρώπησης ἀνῆκε στήν ἐλεύθερη εὐδοκία τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Ἄν, ὅμως, ἡ ἀνθρωπότητα δέν συμμετεῖχε καί αὐτή ἐλεύθερα στήν ἐνσάρκωση τοῦ Υἱοῦ, τότε ἡ ὅλη διαδικασία θά ἦταν ὁπωσδήποτε ἀναγκαστική. Ἐφόσον καμία σχέση οὐσίας δέν ὑφίσταται ἀνάμεσα στόν ἄκτιστο Θεό καί τόν κτιστό ἄνθρωπο, μία βίαιη πρόσληψη τοῦ κτιστοῦ, δίχως τήν ἐλεύθερη ἀποδοχή καί συγκατάβασή του, δέν θά ἀποτελοῦσε παρά συντριβή καί ὑπαρκτικό ἐκμηδενισμό τῆς ἀνθρώπινης φύσης.

Ἡ θεϊκή εὐδοκία καί πρωτοβουλία ἀναζητοῦσε ὡς ἀναγκαῖο ὅρο τήν ἐλεύθερη καί ἐνεργητική ἀνταπόκριση τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ ὅρος τῆς ἐλεύθερης αὐτῆς διαδικασίας ἐκπληρώνεται στό πρόσωπο τῆς Παρθένου Μαρίας καί σημαδεύει τό γεγονός τῆς θείας ἐνσάρκωσης, ἀναδεικνύοντας τόν ἐνανθρωπήσαντα ἐλεύθερη προσωπική ὕπαρξη, πού προέρχεται καί ἀπό τήν ἐλεύθερη συγκατάθεση τῆς ἀνθρωπότητας. Ἡ ἀρχή αὐτή τῆς συνεργίας Θεοῦ καί ἀνθρώπου ἐκπληρώνεται καί γιά τόν κάθε ἄνθρωπο ξεχωριστά στό μυστήριο τῆς ἐνσωμάτωσής του στό σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Ἡ μυστηριακή χάρη συνεργεῖ μέ τήν ἐλεύθερη ἀσκητική συγκατάθεση τοῦ πιστοῦ στό ἔργο τῆς σωτηρίας. Ἡ ἐνσάρκωση τοῦ Λόγου μολονότι εἶναι ἔργο τῆς Ἁγίας Τριάδος ἐπικυρώνεται ἀπό τήν θέληση καί πίστη τῆς Παναγίας. «Εἶπε δὲ Μαριάμ· ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου. Γένοιτό μοι κατὰ τὸ ρῆμά σου (Λουκ. 1,38). Τό «γένοιτο» αὐτό τῆς παρθένου Μαρίας εἶναι τό «ἀβραμιαῖον δικαίωμα», ἡ πολυπόθητη κατάληξη τῆς μακρᾶς προετοιμασίας τῶν δικαίων τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Ἡ παράδοση τῆς Ὀρθόδοξης Ἀνατολῆς θεωρεῖ ὅτι τό μυστήριό της Θεοτόκου, ἀχώριστο ἀπό ἐκεῖνο τοῦ Χριστοῦ, ὑπῆρξε σαφῶς προεγνωσμένο καί προορισμένο προαιωνίως ἀπό τόν Θεό καί συντελέσθηκε, ὅταν τά κατά καιρούς παράδοξα γεγονότα συνῆλθαν σέ ἕνα καί μοναδικό.

Ὁ προορισμός καί ἡ πρόγνωση αὐτῆς τῆς συναίνεσης τῆς Θεομήτορος στό θεῖο θέλημα δέν ἀντιμάχεται πάντως τόν ἀπολύτως ἐλεύθερο χαρακτήρα τῆς πράξεώς της, καθόσον ὁ Θεός προγνωρίζει μέν ὡς πάνσοφος τίς πράξεις τῶν ἐλεύθερων ὄντων, δέν τίς προκαταλαμβάνει, ὅμως, ὡς δυνάστης. Ὁ θεομητορικός προορισμός συμπίπτει πλήρως μέ τήν προαιώνια πρόγνωση τῆς ἐλεύθερης ἀποδοχῆς τῆς θείας εὐδοκίας. Κατά τόν π. Γεώργιο Φλωρόφσκυ, «πράγματι, δέν μποροῦμε νά θεωρήσουμε τήν ἐνανθρώπηση ἁπλῶς σάν ἕνα μεταφυσικό θαῦμα, πού δέν ἔχει σχέση μέ τήν προσωπική πορεία καί τήν ὕπαρξη τῶν προσώπων πού ἐμπλέκονται σέ αὐτήν. Ὁ Θεός δέν μεταχειρίζεται τόν ἄνθρωπο σάν ἐργαλεῖο στά χέρια τοῦ κυρίου του, γιατί ὁ ἄνθρωπος εἶναι ζωντανό πρόσωπο. Δέν εἶναι δυνατό νά ἦταν ἁπλῶς «μηχανικῆς ὑφῆς» ἡ χάρις στήν Παρθένο, ὅταν τήν «ἐπισκίασε» ἡ δύναμις τοῦ Ὑψίστου» (Θέματα Ὀρθοδόξου Θεολογίας, σ. 130). Ἐξάλλου, ἡ Θεοτόκος ἀνταποκρίνεται στή θεία κλήση ἐξ ὀνόματος ὁλοκλήρου τοῦ ἀνθρώπινου γένους.

Ἡ ἀρετή της εἶναι αὐτή πού δόθηκε ἀπό τόν Θεό Λόγο στήν ἀνθρώπινη φύση κατά τή δημιουργία. Τοῦτο καθόλου δέν σημαίνει ὅτι τό «ναί» της δέν εἶναι προσωπικό καί ἐλεύθερο, ἤ ὅτι, ὡς προερχόμενο ἐκ τῆς κοινῆς ἀνθρώπινης φύσεως, εἶναι ἀθέλητο καί ἀναγκαστικό. Στήν Παρθένο Μαρία φυσικό καί γνωμικό θέλημα συμπίπτουν, γι’ αὐτό καί ἡ ἀνταπόκρισή της στό θεῖο θέλημα, ἐνῶ ἀφορᾶ σέ ὅλο τό ἀνθρώπινο γένος, ἐνυποστασιάζεται πάντως προσωπικά ἀπό τήν ἴδια. Δέν πρόκειται, λοιπόν, γιά κάποιο τυχαῖο γεγονός πού ἐξαρτιόταν ἀπό τήν προαίρεση καί τό δίλημμα ἑνός μεμονωμένου καί ἀνεξάρτητου ἀτόμου, ἀλλά γιά τήν ἀπάντηση τῆς κατ’ εἰκόνα Θεοῦ πλασμένης ἐλευθερίας τῆς ἀνθρώπινης φύσεως. Ἡ κατάφαση τῆς Παναγίας ἀποτελεῖ πλήρη καί ἐγνωσμένη πράξη ἐλευθερίας στήν ἄκτιστη ἐλευθερία καί «αὐτοβουλία» τῆς κένωσης τοῦ Λόγου, τήν ἀπάντηση καί προσφορά τῆς ἀνθρωπότητας, τό μερίδιο τῆς ἀνθρώπινης συνεργίας, κατά τόν ἅγιο Νικόλαο Καβάσιλα.

Ἡ ἐνανθρώπηση τοῦ Λόγου εἶναι ἡ κατ’ ἐξοχήν Θεοφάνεια, πού θέτει τέρμα στόν γνόφο καί στήν σκιά τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Ἡ Παναγία Παρθένος, ὡς ἡ πλέον ἐκλεκτή καί ἁγία ἀνάμεσα σέ πολλούς, δέν δέχεται ἁπλῶς τούς τύπους τῶν θείων λόγων ἀλλά τόν ἴδιο τόν Μονογενῆ Λόγο τοῦ προανάρχου Πατρός. Τούτη τή φορά δέν μεσολαβεῖ οὔτε αἰσθητός τύπος οὔτε νοερός ἄγγελος, ἀλλά ὁ ἐνυπόστατος Υἱός αὐτοπροσώπως ἐπισκιάζει διά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί προξενεῖ στήν κεχαριτωμένη Μαρία τήν ἐν Χριστῷ ἕνωση τῆς θεότητας καί τῆς ἀνθρωπότητας. Μέσα στά ὅρια τοῦ κτιστοῦ ἡ προσωπική ἐγκατοίκηση τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου εἶναι ἔργο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος κατ’ ἐξοχήν.

Ἡ συνεργία τῆς Παναγίας φθάνει ὡς τόν προσωπικό της ἁγιασμό, τήν καθαρότητα καί συγκατάνευσή της, πού ὁδηγεῖ καί ταυτίζει τήν ἀνθρώπινη μέ τή θεία θέληση. Ὁ ἀπόλυτος λόγος τοῦ μυστηρίου, ἡ ἄνοιξη τῆς κτιστῆς ὑπάρξεως καί ἡ ἕνωση μέ τή θεότητα ἀνήκει στήν «ἀσύμμετρη» πρός τήν ἀνθρώπινη συνέργια τοῦ τρίτου προσώπου τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ἡ κατ’ ἄνθρωπον γέννηση τοῦ ἔνσαρκου Λόγου ὡς ἀποτέλεσμα ἐλευθερίας ἔπρεπε, ἐξάπαντος, νά μήν ἐμπλακεῖ στίς βιολογικές συνθῆκες τῆς γέννησης τῶν κτιστῶν ὄντων, τά ὁποία μετά τήν ὑπαρκτική ἀστοχία τῶν πρωτοπλάστων ἀνθρώπων φέρουν ἐξαρχῆς τή σφραγίδα τῆς ἀναγκαιότητας καί τῆς φθορᾶς τοῦ θανάτου. Στό καίριο αὐτό σημεῖο καταφαίνεται ἀκριβῶς ὁ ρόλος τοῦ συνεργοῦντος Πνεύματος στήν ἔνσαρκη ἐπιδημία τοῦ Λόγου. Ἐνῶ ἡ ἐνανθρώπηση ἔπρεπε νά ἦταν πραγματική καί ὄχι φαινομενική ἕνωση κτιστοῦ καί ἀκτίστου, παράλληλα ὅμως, γιά νά εἶναι δυνατή μία τέτοια ἕνωση, χρειαζόταν ἡ ὑπέρβαση καί στάση τῶν φυσικῶν νόμων, πού προκαθορίζουν καί κινοῦν τόν βιολογικό κύκλο τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς. Τοῦτο κατορθώνεται μέ τήν παρθενική σύλληψη τοῦ Χριστοῦ, πού ἐνήργησε τό αἰωνίως συμπαρομαρτοῦν καί ἐν Υἱῷ ἀναπαυόμενο Πνεῦμα. 

Ἡ βιβλική καί πατερική Χριστολογία θεωρεῖ τήν κύηση τῆς Θεομήτορος καί τήν κατ’ ἄνθρωπον γέννηση τοῦ Χριστοῦ ὡς «Πνευματική». Ὄχι μόνο ἡ πρόσληψη καί ἕνωση τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως μέ τή θεία, ἀλλά καί ἡ ἀνθρωπότητα τοῦ Χριστοῦ καθ’ αὐτήν, τήν ὁποία προσέφερε ἡ Παρθένος, συνιστᾶται ἀπό τίς ἐνυπόστατες ἐνέργειες τοῦ Παναγίου Πνεύματος. Τό Ἅγιο Πνεῦμα ἀπεγκλωβίζει ἐν Χριστῷ τήν ἀνθρωπότητα καί δι’ αὐτῆς ὁλόκληρη τήν κτίση ἀπό τόν θανάσιμο ἐγκεντρισμό της στή νεκρούμενη ζωή. Ὁ Υἱός συγκαταβαίνει ὡς Θεός νά γεννηθεῖ μέ τούς νόμους τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως καί γεννᾶται Θεός καί ἄνθρωπος καί γίνεται ἀληθῶς ἄνθρωπος. Συνάμα, ὅμως, ὑπερβαίνει θραύοντας τά δεσμά τῆς πεπτωκυίας φύσεως κατά τήν ἐκ Παρθένου γέννησή του. Ἡ κίνηση τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως μετά τήν πτώση μέ σκοπό τήν ἀναπαραγωγή, μολονότι ὁ γάμος παραχωρεῖται ὡς εὐλογία ἀπό τόν Θεό, εἶναι ἐμπαθής καί «ἀκούσιος» ροπή, πού φέρει ἐξαρχῆς τά σύμβολα τῆς καταδίκης του θανάτου, ἀφοῦ ἀναπαράγει τή φθορά τοῦ γένους τῶν ἀνθρώπων. Πέρα ἀπό τούς βιολογικούς νόμους, πού περιορίζουν τά κτιστά καί προσανατολίζουν τόν ἄνθρωπο στήν ὑπαρκτική ἀλλοίωση καί τήν ἔσχατη φθορά, ὁ ἐνανθρωπήσας Υἱός τοῦ Θεοῦ ἀναδεικνύεται καινός ἄνθρωπος ὡς νέος Ἀδάμ, διότι ἀκριβῶς γεννήθηκε ἐν Πνεύματι ἐλεύθερος ἀπό τήν ἀναγκαιότητα τοῦ «παλαιοῦ κόμματος» τοῦ Ἀδάμ.

Ἡ διαδικασία τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Θεοῦ κατέστησε δυνατή τήν ἀνάκτηση καί τελείωση τῆς ἀδαμικῆς οἰκονομίας. Ἡ μετάγγιση τοῦ ἀρχαίου ἀξιώματος τῆς ἐλευθερίας, ἀλλά καί τῆς ἀδιάπτωτης πλέον ζωῆς, στήν ἔκπτωτη φύση τῶν ἀνθρώπων ἔπρεπε νά γίνει ἀπό μία ὕπαρξη πού θά μποροῦσε νά δεχθεῖ τό πλήρωμα τῆς θεότητας, ὥστε νά καταστεῖ ρίζα καί πηγή ἀνεξάντλητη ἁγιασμοῦ γιά ὁλόκληρη τήν κτίση καί τήν ἀνθρωπότητα. Ὁ Θεάνθρωπος Χριστός συνιστᾶ τή μοναδική ὕπαρξη πού θέτει τέρμα στή φθορά τοῦ γένους τῶν ἀνθρώπων, ὄντας ἡ ἀπαρχή τῆς ἀνανέωσης καί τῆς ἐλευθερίας. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, συνεπῶς, μεγαλύνει τήν Θεοτόκο καί Μητέρα τοῦ Θεοῦ, γιατί μέ τήν συμβολή τῆς στό χριστολογικό μυστήριο «οὐράνωσε» τά ἐπίγεια καί «θέωσε» τήν ἀνθρωπό- τητα.

Σταύρου Γιαγκάζογλου (Διδάκτωρ Θεολογίας, Σύμβουλος τοῦ Παιδαγωγικοῦ Ἰνστιτούτου καί Διευ-
θυντής τοῦ περιοδικοῦ Θεολογία.)

πηή :  «Πνευματική Διακονία»
Περιοδική Ἔκδοση τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Κωνσταντίας - Ἀμμοχώστου

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...