/*--

Τετάρτη, 11 Δεκεμβρίου 2013

Ὅταν τελειώνει ἡ ζωή

Χάσατε τόν ἄνθρωπό σας. Βαθύς ὁ πόνος, μεγάλη ἡ θλίψη σας. Βαριά ἡ ἀθυμία τῆς ψυχῆς σας. Ὁ Θάνατος εἶναι μεγάλο καί δυσβάστακτο χτύπημα γιά κάθε ἀνθρωπο. Διότι, ὁ θάνατος εἶναι ἀφύσικο, τραγικό καί ἀπαράδεκτο φαινόμενο γιά τήν ἀξιοπρέπεια τοῦ ἀνθρώπου, πού δημιουργήθηκε «κατ’ εἰκόνα» τοῦ ἀθάνατου καί αἰωνίου Θεοῦ.

Ἄς μιλήσουμε λοιπόν, γιά τά μεγάλα μυστικά τῆς ζωῆς καί τοῦ θανάτου, πού μᾶς ἐνδιαφέρουν πάρα πολύ. Ὁ Θεός δημιούργησε τόν ἄνθρωπο, ὡς τό τελειότερο καί ὡραιότερο δημιούργημά του, τό ὁποῖο μάλιστα προίκισε μέ μεγάλα καί ἔξοχα πνευματικά χαρίσματα. Ὁ διάβολος ὅμως ζήλεψε. Γι’ αὐτό ἔγινε καί ἐχθρός τοῦ Θεοῦ καί τοῦ ἀνθρώπου. Ἔβαλε σκοπό του νά ἐξοντώσει τόν ἄνθρωπο πράγμα πού πέτυχε χωρίζοντας τόν ἄνθρωπο ἀπό τόν Θεό, τήν πηγή τῆς ζωῆς. Ἔτσι, οἱ ἄνθρωποι ἔξω ἀπό τόν Παράδεισο ἄρχισαν νά πεθαίνουν.

Ὁ Θεός, ὡς Παντογνώστης, προγνώριζε ὅτι ὁ διάβολος θά θανάτωνε τόν ἄνθρωπο. Γι’ αὐτό ἔκανε τήν ψυχή του (τό ἄϋλο στοιχεῖο τῆς ὕπαρξής του) ἀθάνατο. Μέ τό σοφό αὐτό τρόπο ὁποιοσδήποτε (διάβολος ἤ ἄνθρωπος) θανάτωνε τό ὑλικό σῶμα τοῦ ἀνθρώπου, ἡ ἄυλη ψυχή του, θά παρέμενε ἀθάνατη. Ἔτσι, μέ τό θάνατο πεθαίνει μόνο τό σῶμα τοῦ ἀνθρώπου, ἡ ψυχή του ὅμως παραμένει ἀθάνατη!

Α’ ΟΙ ΑΙΤΙΕΣ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ

Ὁ βασικός αἴτιος καί ἠθικός αὐτουργός τοῦ θανάτου ὑπῆρξε ὁ διάβολος, ὅπως ἐξηγήσαμε προηγουμένως. Ὡστόσο, καί ὁ ἴδιος ὁ ἄνθρωπος γίνεται, πολλές φορές, φονιᾶς τοῦ ἑαυτοῦ του. Δέν πρόκειται μόνο, γιά τήν περίπτωση αὐτοκτονίας, πού ἀποτελεῖ τήν ἀκρότατη καί εἰδεχθέστερη μορφή φόνου. Πρόκειται καί γιά τίς ἀναρίθμητες περιπτώσεις, πού πολλοί ἄνθρωποι φθείρουν καί καταστρέφουν τήν ψυχική καί σωματική τους εὐεξία καί ὑγεία, μέ τήν κακή χρήση τῶν διαφόρων μηχανῶν (αὐτοκινήτων, μοτοσυκλετῶν, ἐργαλείων), τήν κατάχρηση φαγητῶν, ποτῶν καί καπνίσματος ἤ μέ τήν ἄκρατη στέρηση τῶν ἀπαραιτήτων τροφῶν (μέ τίς ὑπερβολικές δίαιτες) ἤ τήν χρήση ναρκωτικῶν οὐσιῶν κ.λπ.

Β’ Η ΣΥΝΕΧΙΣΗ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ

Ἡ σχέση ψυχῆς καί σώματος μετά τόν θάνατο. Βασικό χαρακτηριστικό στοιχεῖο τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ  α ὐ τ ο σ υ ν ε ι δ η σ ί α,  ἡ αἴσθηση δηλαδή πού ἔχει κάθε ἄνθρωπος, ὅτι ἀποτελεῖ ἕνα συγκεκριμένο  ὑ π ο κ ε ί μ ε ν ο  (πρόσωπο). Ἡ αἴσθηση τοῦ  «Ἐ γ ώ».  Οἱ Ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, διδάσκουν ὅτι ἡ σχέση ἀνάμεσα στό σῶμα καί τήν ψυχή του καί μετά τόν θάνατο, δέν διακόπτεται τελείως.

Μετά τόν θάνατο, λόγῳ τῆς «συμφυΐας» ψυχῆς καί σώματος, τό μέν σῶμα (τά λείψανα τοῦ σώματος) φέρουν ἐπάνω τους ἀνεξίτηλα τά ἴχνη τῆς ψυχῆς καί ἡ ψυχή φέρει ἐπάνω της ἀνεξίτηλα τά ἀποτυπώματα τοῦ σώματος.

Τήν ἄποψη αὐτή ἐπιβεβαιώνει καί ἡ ἐμπειρία τῆς ὀρθοδόξου παραδόσεως. Τά λείψανα τῶν Ἁγίων, σφραγισμένα καί ἐμποτισμένα ἀπό τό μύρο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος πού εἶχαν λάβει στή ζωή τους, εὐωδιάζουν καί θαυματουργοῦν. Ποιές συνέπειες ἔχει ὁ θάνατος στήν ψυχή καί τό σῶμα;

Ὁ διαχωρισμός τῆς «συμφυΐας» ψυχῆς καί τοῦ σώματος, κατά τόν θάνατο εἶναι κατ’ἀρχήν, ἀφύσικος καί ἔχει ἀρνητικές συνέπειες καί γιά τά δύο αὐτά συστατικά τῆς ἀνθρώπινης φύσης. Ἡ ψυχή, μετά τόν θάνατο, ὑπάρχει χωρίς τό σῶμα. Ὡς ἐκ τούτου, οἱ σωματικές λειτουργίες ἀδρανοῦν. Ἀλλά καί τό σῶμα, λόγῳ τῆς ἀποσύνδεσης του ἀπό τήν ἀθάνατη θεϊκή ἐνέργεια τῆς ψυχῆς, διαλύεται καί ἀποσυντίθεται.

Εὐεργετικές συνέπειες τοῦ θανάτου.

Ὡστόσο, ὁ διαχωρισμός τῶν δύο συστατικῶν τῆς ἀνθρώπινης φύσης, μέ τόν θάνατο, ἔχει καί εὐεργετικές συνέπειες τόσο γιά τήν ψυχή ὅσο καί τό σῶμα τοῦ ἀνθρώπου Μέ τόν θάνατο, νεκρώνονται οἱ διάφορες δυσλειτουργίες (ἀρρώστιες, ἀναπηρίες, γηρατειά) καί τά πάθη τοῦ σώματος.  Ἔτσι, τό σῶμα εἰσέρχεται σέ μιά κατάσταση ἀναπαύσεως καί ἀπελευθερώσεως ἀπό τήν κακοπάθεια τοῦ σωματικοῦ βίου. Ἡ δέ ψυχή, μέ τήν ἀπαλλαγή της ἀπό τό ἀπαλλοτριωμένο σῶμα, αἰσθάνεται κάποια ἀνακούφιση καί ἐλευθερία.

Πλεονεκτήματα τῆς ψυχῆς μετά τόν θάνατο. Τό ἀλλοτριωμένο σῶμα, ἐξάλλου, λειτουργεῖ ὡς κάλυμμα πού κρύβει ἀπό τήν ψυχή τίς οὐράνιες πραγματικότητες, τόν Θεό, τό πρόσωπο τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ καί τίς ἐνέργειες τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὅταν, ὅμως, ὁ θάνατος σχίζει «τό καταπέτασμα» τοῦ σώματος, ἡ ψυχή ἀρχίζει νά θεᾶται καθαρά τίς ἄγνωστες πραγματικότητες τοῦ οὐράνιου κόσμου.Μπορεῖ, μάλιστα, κανείς νά φανταστεῖ τόν συγκλονισμό τῆς ψυχῆς τῶν ἀπίστων καί ἀθέων ἀνθρώπων, ὅταν γιά μιά στιγμή βρεθοῦν «πρόσωπον πρός πρόσωπον» μέ τόν ἴδιο τόν Θεό μέ τήν πραγματικότητα, δηλαδή τήν ὁποία πεισματικά ἠρνοῦντο!

Ἰσχυρό ἐπίσης συγκλονισμό νιώθουν οἱ ψυχές τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων πού ἠρνοῦντο τήν ὕπαρξη τῶν δαιμόνων. Οἱ λειτουργίες τῆς ψυχῆς μετά τόν θάνατο. Ἡ ψυχή, ὡς κέντρο τῆς πνευματικῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου ὄχι μόνο συγκεντρώνει ὅλες τίς πνευματικές λειτουργίες του (νοῦ, μνήμη, σκέψη, λόγο, συνομιλία, αἴσθηση, παρατήρηση, κρίση κ.λπ.) ἀλλά καί  δ ι α σ ώ ζ ε ι  τίς λειτουργίες αὐτές καί μετά τόν διαχωρισμό της ἀπό τό σῶμα. Αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου, μετά τό θάνατο, δέν διαλύεται καί δέν ἀπορροφᾶται ἀπό κάποιο δῆθεν «παγκόσμιο πνεῦμα», ὅπως πρεσβεύουν οἱ Ἰνδουϊστές καί οἱ Βουδιστές, ἀλλά ἐξακολουθεῖ νά ἔχει πλήρη συναίσθηση (συνείδηση) τοῦ ἑαυτοῦ της, νά διατητηρεῖ τήν αὐτοτέλεια τῆς προσωπικῆς της ὕπαρξης (αὐτοσυνειδησία, τό Ἐγώ), νά φέρει τό ἴδιο ὄνομα καί νά διασώζει (θυμᾶται) τήν προσωπική του ἱστορική πορεία.

Γ’ Η ΣΧΕΣΗ ΤΩΝ ΖΩΝΤΩΝ ΜΕ ΤΟΥΣ ΝΕΚΡΟΥΣ

Ἡ ἰδιότητα τοῦ μέλους τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἀνεξίτηλη. Οἱ βαπτισμένοι Χριστιανοί ἀποτελοῦν μέλη τῆς Μιᾶς καί ἑνιαίας Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Ὅταν ὁ Χριστιανός πεθαίνει, δέν χάνει τήν ἰδιότητά του αὐτή, ἀλλά ἐξακολουθεῖ νά ἀποτελεῖ μέλος τῆς Ἐκκλησίας.

Ὁ Χριστιανός, ὡς μέλος τῆς Ἐκκλησίας, ἔχει πολλά καί ξεχωριστά προνόμια καί μετά τό θάνατό του. Τό βασικό καί οὐσιαστικό προνόμιο εἶναι ἡ μνημόνευση τοῦ ὀνόματός του ἀπό τήν Ἐκκλησία στό διηνεκές. Αὐτό σημαίνει, ὅτι ὁ Χριστιανός ἐγγράφεται στή μνήμη τῆς Ἐκκλησίας καί ἡ ἐγγραφή αὐτή εἶναι ἀνεξίτηλη, δηλαδή αἰώνια.

Πῶς λειτουργεῖ ἡ μνήμη τῆς Ἐκκλησίας.

Οἱ λειτουργικές προσευχές τῆς Ἐκκλησίας, γιά τούς «κεκοιμημένους» (Νεκρώσιμη Ἀκολουθία, Ἀκολουθία τοῦ Τρισαγίου καί Ἀκολουθία τοῦ Μνημοσύνου), καθώς καί ἡ ἀκατάπαυστη μνημόνευση τοῦ ὀνόματός τους, σ’αὐτές, ἔχουν ἰδιαίτερη βαρύτητα καί σημασία γιά τίς ψυχές τῶν χριστιανῶν, γιά τούς ἑξῆς λόγους: Πρῶτον, διότι γίνονται ἀπό τό σύνολο τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινότητος. Δεύτερον, διότι, σύμφωνα μέ τήν ὀρθόδοξη διδαχή, ὁ πιστός δέν σώζεται ὡς ἀνεξάρτητο  ἄ τ ο μ ο,  ἀλλά ὡς μέλος τῆς Ἐκκλησίας. Καί, τρίτον διότι, οἱ προσευχές τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας ἔχουν αὐξημένη δύναμη καί ἰσχύ, γιά τή συγχώρεση τῶν ἁμαρτιῶν τοῦ κοιμηθέντος χριστιανοῦ, καθόσον ὁ χριστιανός ὡς ἄνθρωπος δέν φεύγει ἀπό τόν κόσμο αὐτό ὡς  ἀ ν α μ ά ρ τ η τ ο ς  («οὐδείς ἀναμάρτητος»), ἀλλά ὡς ἁμαρτωλός!

Ἡ ἐπικοινωνία τῶν ζώντων χριστιανῶν μέ τούς νεκρούς.

Ἡ ἀνεξίτηλη ἰδιότητα τοῦ μέλους τῆς Ἐκκλησίας ἐξασφαλίζει καί τήν ἀδιάκοπη ἐπικοινωνία τῶν μελῶν μεταξύ τους. Οἱ ζῶντες πιστοί ἐπικοινωνοῦν μέ τά πρόσωπα τῶν ἀγαπημένων τους πού ἔφυγαν ἀπό τόν κόσμο αὐτό, διά μέσου τῶν λειτουργικῶν προσευχῶν τῆς Στρατευομένης Ἐκκλησίας. Καί οἱ ἀπελθόντες πιστοί ἐπικοινωνοῦν μέ τούς ζῶντες, διά μέσου τῶν προσευχῶν τῆς θριαμβεύουσας Ἐκκλησίας. Ὡς ἐκ τούτου, ἡ Ἐκκλησία ἀποτελεῖ τό μοναδικό Πρακτορεῖο, διά μέσου τοῦ ὁποίου οἱ κεκοιμημένοι μποροῦν νά ἐπικοινωνοῦν μεταξύ τους, καθώς καί οἱ ζῶντες μέ τούς κεκοιμημένους.Ταφή ἤ καύση τῶν νεκρῶν;

Σύμφωνα μέ τή Χριστιανική θεώρηση, τό σῶμα τοῦ ἀνθρώπου εἶναι «λίαν καλό» δημιούργημα τοῦ Θεοῦ, τό σῶμα δέ τοῦ βαπτισμένου χριστιανοῦ εἶναι «Ναός τοῦ Ἁγίου Πνεύματος». Μεταξύ ψυχῆς καί σώματος ὑπάρχει «φυσικώτατος δεσμός», ὁ ὁποῖος ὑπάρχει καί μετά τόν Θάνατο, δέν καταλύεται ἀπόλυτα, ὅπως εἴπαμε. Οἱ Χριστιανοί, ἐξάλλου, ζοῦν καί πεθαίνουν μέ τήν προοπτική καί τήν προσδοκία τῆς Ἀναστάσεως τῶν νεκρῶν.

Ὡς ἐκ τούτου, θεωροῦμε καί ὀνομάζουμε τούς νεκρούς «κεκοιμημένους» (κοιμισμένους). Γι’ αὐτό καί δέν τούς καῖμε, ἀλλά τούς ἐνταφιάζουμε, ἐν ἀναμονῇ τῆς κοινῆς ἀναστάσεως, μέχρις ὅτου ἡ σάλπιγγα τοῦ Ἀρχαγγέλου τούς ξυπνήσει ὅλους στή ζωή τοῦ μέλλοντος αἰῶνος.

Ἡ ταφή εἶναι ὠφέλιμη γιά τούς ζῶντες. Πρῶτα, γιά τούς συγγενεῖς, οἱ ὁποῖοι ἔτσι ἔχουν τή δυνατότητα τῆς παρηγοριᾶς,ὅτι ὁ ἄνθρωπός τους δέν χάθηκε τελείως. Οἱ ἐπισκέψεις στό Κοιμητήριο (καί ὄχι «Νεκροταφεῖο»), ἡ περιποίηση τοῦ τάφου (πανάρχαιο ἑλληνικό ἔθιμο), ἡ προσευχή κοντά στόν τάφο διατηροῦν ζωντανή τήν ἀνάμνηση τοῦ προσφιλοῦς προσώπου, ἀλλά καί τήν ἐπικοινωνία καί σχέση μαζί του.

Ἔπειτα, τόσο ἡ διαδικασία τῆς ταφῆς ὅσο καί ἡ ὕπαρξη τῶν Κοιμητηρίων, διδάσκουν τούς ζῶντες τήν προσωρινότητα τοῦ ἐπιγείου βίου καί τούς ὑπενθυμίζουν καί τή δική τους ἔξοδο ἀπό τόν παρόντα κόσμο.

Δ’ Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ Η ΑΙΩΝΙΑ ΖΩΗ

Τό τέλος τῆς λαθεμένης μεταπτωτικῆς ἱστορίας.

Ὅπως ἡ ζωή τῆς φθαρτῆς ὕπαρξης τοῦ κάθε ἀνθρώπου ἐπισφραγίζεται μέ τόν θάνατο, ἔτσι καί ὁλόκληρη ἡ περίοδος τῆς λαθεμένης μεταπτωτικῆς ἱστορίας κάποτε θά τελειώσει. Ὁ Θεός, «ὁ καιρούς καί χρόνους ὑπό τήν ἰδίαν ἐξουσίαν ἔχων», θά θέσει κάποτε ὁριστικό τέρμα στήν παροῦσα κατάσταση τῆς ζωῆς τοῦ κόσμου καί τοῦ ἀνθρώπου.

Αὐτό δέν σημαίνει, ὅτι ὁ Θεός θά καταστρέψει τόν κόσμο καί τόν ἄνθρωπο, ἀλλά ὅτι ὁ Θεός μέ νέα δημιουργική του ἐνέργεια, θά ἀνακαινίσει καί θά μεταμορφώσει τόσο τόν φυσικό κόσμο ὅσο καί τόν ἄνθρωπο.

Ἡ κοινή ἀνάσταση τῶν νεκρῶν.

Ἡ ἀνάσταση τῶν νεκρῶν θά εἶναι  κ ο ι ν ή,  θά ἀφορᾶ δηλαδή σέ ὅλους τούς ἀνθρώπους πού γεννήθηκαν καί ἔζησαν (ὑπῆρξαν) στή γῆ, ἀπό τήν ἀρχή τῆς ἱστορίας. Ἡ ἀνάσταση τῶν νεκρῶν θά εἶναι, ἐπίσης, «ὑποχρεωτική» γιά ὅλους. Δέν ὑπάρχει περίπτωση νά ἀρνηθεῖ κάποιος νά ἀναστηθεῖ

Καί τοῦτο, διότι ἡ ὕπαρξη πού χάρισε ὁ Θεός στούς ἀνθρώπους, εἶναι χάρισμα ἀναφαίρετο καί ἀμετάκλητο. Ἐπειδή, λοιπόν, ἡ στέρηση τοῦ χαρίσματος τῆς ὑπάρξεως ἦταν  κ α τ ά φ ο ρ η  ἀ δ ι κ ί α  γιά τούς ἀνθρώπους, ὁ Θεός θά ἀναστήσει ὅλους τούς ἀνθρώπους. Ὁ Θεός θά ἀναστήσει ὅλους τούς νεκρούς, ἀποκαθιστώνταςτό χάρισμα τῆς ὕπαρξης, ἀποδίδοντας ἔτσι δικαιοσύνη.

Τό σῶμα τῶν ἀναστημένων ἀνθρώπων θά εἶναι τό ἴδιο στό σχῆμα μέ τό σημερινό καί διαφορετικό στή δομική του σύνθεση. Τό σῶμα τῆς ἀναστάσεως θά ἀποτελεῖται ἀπό τά καινούργια στοιχεῖα τοῦ ἀνακαινισμένου καί μεταμορφωμένου φυσικοῦ κόσμου, ὅπως τό σῶμα τοῦ ἀναστημένου Χριστοῦ.Ἡ αἰώνια ζωή θά εἶναι διαφοροποιημένη. Ἐνῶ ἡ  ὕ π α ρ ξ η  εἶναι χάρισμα πού δίδεται σέ ὅλους τούς ἀνθρώπους, ἀντίθετα, ἡ ζ ω ή, ὡς τρόπος μεταχείρισης τῆς ὕπαρξης, διαφέρει ἀπό ἄνθρωπο σέ ἄνθρωπο. Καί τοῦτο, διότι ἡ ζωή πού κάνει κάθε ἄνθρωπος ἐξαρτᾶται ἀπό τίς ἐλεύθερες ἐπιλογές του.

Ἔτσι, βλέπουμε, ὅτι οἱ ἄνθρωποι διαφοροποιοῦνται ὡς πρός τόν «τρόπο ζωῆς»: ἄλλοι γίνονται «καλοί» καί ἄλλοι «κακοί». «Καλοί», γίνονται ὅσοι ρυθμίζουν τή ζωή τους σύμφωνα μέ τίς προδιαγραφές («ἐντολές») τοῦ Θεοῦ καί τούς ἀνθρώπινους νόμους καί «κακοί» γίνονται ὅσοι ζοῦν ἀνεξάρτητα ἤ καί ἀντίθετα πρός τίς θεϊκές ἐντολές καί τούς νόμους τῆς κοινωνίας. Τό ἴδιο θά ἰσχύσει καί στήν ἄχρονη (αἰώνια) φάση τῆς ζωῆς: Οἱ ἀναστημένοι ἄνθρωποι θά ὀριστικοποιηθοῦν στόν τρόπο ζωῆς πού ἤδη ἐπέλεξαν ἐλεύθερα, ἀπό τήν παροῦσα φάση τῆς ζωῆς. Ὁ τρόπος ζωῆς τῶν ἀνθρώπων πού θά ἔχουν ἐπιλέξει τίς προδιαγραφές τοῦ Θεοῦ θά εἶναι κατάσταση αἰώνιας κοινωνίας ζωῆς καί χαρᾶς («ἀεί εὐ ζεῖν» - Ἅγ. Μά- ξιμος). Καί ὁ τρόπος ζωῆς τῶν ἀνθρώπων πού θά ἔχουν ἀρνηθεῖ ὁριστικά τίς θεϊκές προδιαγραφές θά εἶναι μιά κατάσταση ὑπαρξιακῆς μοναξιᾶς καί δυστυχίας «ἀεί φεῦ ζεῖν»

ΚΕ.Δ.Π.Ε.: Ἐλ. Βενιζέλου 59Α, Χολαργός
Τηλ.-Fax: 210-6536114

πηγή  Ιερός Ναός Αγίας Μαρίνης Ηλιουπόλεως | Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...