/*--

Κυριακή, 1 Δεκεμβρίου 2013

Ξεμαικραίνοντας άπό τήν ταραχή τής πολιτείας

Bλογημένος ο άνθρωπος  πού μπορεΐ, τώρα τό καλοκαίρι, νά ξεμακρύνει γιά λίγο άπό τήν ταραχή της πολιτείας.
Ά ν τοϋ άρέσει η θάλασσα, ας πάει σέ κανένα νησί, πού δέν είναι άκόμα χαλασμένοι οί νησιώτες, η σέ κανένα ψαραδοχώρι.

Νά μήν κουβαλήσει ομως μαζί του τήν πολιτεία, οπως κάνουνε πολλοί, πού άπό τήν μιά θέλουνε νά άφήσουνε τήν ταραχή πίσω τους, κι άπό τήν αλλη κουβαλανε μαζί τους ολα τά περίπλοκα καί κουραστικά καθέκαστα της πολιτείας.

Πάρε μαζί σου οσο λιγώτερα πράγματα μπορεΐς. Γιατί, τό πιό μεγάλο κέρδος πού θά εχεις πηγαίνοντας σ ’ ενα τέτοιο μέρος, θά ’ναι η φχαρίστηση πού νοιώθει ο ανθρωπος σάν τοϋ λείψουνε πολλά πράγματα πού τά εχει στήν πολιτεία τόσο εΰκολα, καί πού έκει-πέρα θά τοϋ φαίνεται σάν κάποια μεγάλη άπόλαυση καί χαρά τό πιό παραμικρό πραγμα. Δυστυχισμένοι οι ανθρωποι πού δέν τούς λείπει τίποτα, καί δέν εχουνε τήν έλπίδα νά λαχταρήσουνε κάποιο πραγμα, είτε φαγητό είναι, είτε ξεκούρασμα, είτε ομιλία, είτε ζεστασιά, είτε δροσιά. Καί καλότυχοι άληθινά οσοι δέν τά εχουνε ολα εΰκολα, καί γιά τοϋτο γίνουνται γιά δαύτους ολοένα νέα καί δροσερά ολα τά πράγματα.

Λοιπόν, μήν πάρεις πολλά πράγματα μαζί σου, γιά νά μήν πάρεις καί τήν ατονία καί τήν ανοστιά, πού δίνει στόν ανθρωπο ή εΰκολη απόλαυση.

Τότε θά καταλάβεις πόσα πολύτιμα είναι καί τά πιό τιποτένια πράγματα.

Ή μοναξιά θά δώσει αξία στήν άπλή παρέα, ή πείνα στό μαΰρο ψωμί, ή κούραση στό σκληρό στρωσίδι. Ή πύρα του ήλιου κ ή άρμύρα της θάλασσας θά ψήσει τό πετσί σου, θά στύψει τό κορμί σου καί τήν πληγιασμένη ψυχή σου καί θά νοιώσεις πώς ζεΐς αληθινά, οπως ζουνε τά αλλα τά πλάσματα πού απομείνανε στόν φυσικό τρόπο της ζωης τους. Θά καταλάβεις στό κορμί σου καί στήν ψυχή σου αληθινή ύγεία, καί κάποια ζωντάνια πού τήν είχες ξεχάσει· κι αύτό πού ελεγες ύγεία στήν πολιτεία, θά σου φανεΐ τότε σάν αρρώστεια. Θά ξεκουραστείς από τήν άπλοποίηση της ζωης σου, αν βέβαια δέν είσαι ολότελα χαλασμένος, ωστε νά χεις τήν ιδέα πώς ή εύτυχια είναι τό νά σαι μπερδεμένος μέσα σέ χίλια δυό σκοινιά, καί νά ’χεις στό μυαλό σου αλλες τόσες εγνοιες. Σάν αρχίσεις νά ξ ε χ ω ρ ί ζ ε ι ς σιγά-σιγά τόν εαυτό σου, πού είτανε πρωτύτερα πολύ μακρυά, σάν Ισκιος, καί νά κάνεις συντροφιά μαζί του, χωρίς νά στεναχωριέσαι. Δέν θέλω νά πω πώς θά πιάσεις νά μιλάς μέ τή θάλασσα, μέ τά δένδρα, μέ τά πουλιά, μέ τίς πέτρες, καί νά τά λές αδέλφια σου, οπως εκανε ο άγιος Φραντζέσκος, αλλά θά σου φαίνεται πώς δέν πέφτεις από τήν κουτή σου τήν αξιοπρέπεια σάν ξαπλώσεις στό χωμα καί κοιτάζεις ώρες τά μαμούνια, είτε, σάν κάθεσαι στήν θαλασσόπετρα καί σεριανίζεις τά ψαράκια, τά καβούρια καί τ ’ αλλα τά ζωντανά τ ’ άρμυρου νερου, δίχως νά κουράζεσαι καί νά βαρυέσαι.

τοϋ Φώτη Κόντογλου
Άπό τό βιβλίο, Εύλογημένο Καταφύγιο, Έκδ. ΑΚΡΙΤΑΣ


+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...