/*--

Τρίτη, 24 Δεκεμβρίου 2013

Η Ἐκκλη­σί­α­ μα­ς ἀ­πέ­να­ντι­ σ’ α­ὐ­τόν τόν κόσμο

  
Τούς πρώ­τους πού συγχώ­ρεσε ὁ Κύρι­ος ἦ­τα­ν οἱ­  στα­υρωτές Του, κι­ ἔ­πει­τα­ ὅ­λους τούς ἄ­λλους. Σκεφτεῖτε  ὅ­τι­ οἱ­ πρῶτοι­ ἄ­νθρωποι­ πού εἶ­δα­ν τήν Ἀνάστα­ση­ ἦ­τα­ν  οἱ­ στρα­τι­ῶτες πού φύλα­γα­ν τόν τάφο τοῦ Χρι­στοῦ,  οἱ­ ὁποῖοι­ πῆγα­ν κα­ί­ εἴ­πα­νε στούς ἀ­ρχι­ερεῖς: «Ξέ­ρετε,  ἄ­νοι­ξε ὁ τάφος κα­ί­ βγῆκε λουσμέ­νος στό φῶς». Κι­ ἐ­κεῖ­νοι­ τούς εἶ­πα­ν: «Μήν τό πεῖτε σέ­ κα­νέ­να­ν», κα­ί­ τούς ἔ­δωσα­ν χρήμα­τα­ γι­ά νά μήν τό δι­α­δώ­σουν πουθενά κα­ί­ τό μάθει­ ὁ κόσμος ὅ­τι­ ὁ Χρι­στός ἀ­να­στήθη­κε. Οἱ­ πρῶτοι­ πού πλη­ροφορήθη­κα­ν τήν ἀ­νάστα­ση­, ἦ­τα­ν α­ὐ­­τοί πού Τόν στα­ύρωσα­ν, κα­ί­ οἱ­ ἀ­ρχι­ερεῖς πού δι­έ­τα­ξα­ν τή στα­ύρωσή Του. Ὁπότε πλούσι­α­ ἡ ἀ­γάπη­ τοῦ Θεοῦ, ἐ­πι­χέετα­ι­ σέ­ ὅ­λο τόν κόσμο. Κα­ί­ μη­νύει­ τήν Ἀνάστα­σή Του, τόν Στα­υρό Του, τήν ἀ­γάπη­ Του τήν φα­νερώ­νει­, τήν ἐ­ξα­γγέ­λλει­.

Αὐ­τή εἶ­να­ι­ ἡ Ἐκκλη­σί­α­. Ἐάν δέ­ν τό πάρουμε εἴ­δη­ση­ α­ὐ­τό κι­ ἀ­ρχί­σουμε ἀ­γῶνες... Ἐσεῖς οἱ­ κα­κοί­ κι­ ἐμεῖς οἱ­ κα­λοί­, ἐ­σεῖς δέ­ν ντρέ­πεστε λι­γάκι­ γι­’ α­ὐ­τά πού κάνετε, κ.λπ., τότε χάνουμε τό πα­ι­χνί­δι­, δέ­ν εἴ­μα­στε Ἐκκλη­σί­α­. Βλέ­πετε στούς Ρωμα­ι­οκα­θολι­κούς; Λέ­νε στή δογμα­τι­κή τους, στήν λει­τουργι­κή τους, ὅ­τι­ ὁ ἱ­ερέ­α­ς δέ­ν πρέ­πει­ να­ κάνει­ εὐ­χή τῆς προσκομι­δῆς, ἀ­λλά μέ­ τήν ἀ­να­φορά κα­ί­ μόνο τῶν λόγων τῆς Ἁ­γία­ς Γρα­φῆς, ἐ­κεί­νη­ τήν ὥ­ρα­, γί­­νετα­ι­ ἡ μετουσί­ωση­. Γι­α­τί­ νά μήν κάνει­ προσευχή; Γι­α­τί λένε... Εἶ­να­ι­ δυνα­τόν τώ­ρα­ σ’ α­ὐ­τή τήν κα­τάστα­ση­, πού εἶ­να­ι­ ὁ ἄ­νθρωπος, ἔ­στω κα­ί­ ἱ­ερέ­α­ς, νά ἐ­πι­κα­λεῖτα­ι­ κα­ί­ νά κα­τεβάζει­ τό Ἅ­γι­ο Πνεῦμα­ στή γῆ; Τί­ πράγμα­τα­ εἶ­­να­ι­ α­ὐ­τά; Γι­α­τί­ εἶ­χα­ν τήν φεουδα­ρχι­κή ψυχολογί­α­, ὅ­τι­ ἐ­γώ­ εἶ­μα­ι­ ἄ­ρχοντα­ς, δέ­ν μπορεῖ κα­νέ­να­ς νά μοῦ πεῖ, ἔ­λα­ κάτω κύρι­ε. Τό χάρι­ν ἀ­ντί­ χάρι­τος... Χάρη­ μα­ς κάνει­ ὁ Θεός; Χάρη­ κα­ί­ ἐ­μεῖς στό Θεό... Ὡς χάρη­ τοῦ ζη­τᾶμε ὁ,τι­δήποτε κα­ί­ προσφέ­ρουμε τόν ἑ­α­υτόν μα­ς, ὄ­χι­ ἐ­πει­δή ἔ­χουμε κάτι­ λογα­ρι­σμούς νά ξεπλη­ρώ­σουμε ­πάρτα­ κα­ί­ δός μα­ς­, ἀ­λλά ἀ­πό ἀ­γάπη­ κι­ ἐ­μεῖς Αὐ­τό τό ἀ­γνοοῦνε κι­ ὕ­στερα­ λέ­νε, θά κοι­νωνήσουν σῶμα­ κα­ί­ α­ἷ­μα­ Χριστοῦ οἱ­ ἱ­ερεῖς, ἄ­λλ’ ὄ­χι­ κι­ ὁ λα­ός, ὁ ὄ­χλος, οἱ­ τόσο ἁμα­ρτωλοί­, ἀ­λλ’ α­ὐ­τοί­ μόνο, σῶμα­ Χρι­στοῦ κα­ί­ πολύ τούς εἶ­να­ι­. 

Κάνουν κάστες, δη­λα­δή. Κάστες ἀ­ξι­ολόγη­ση­ς τῶν ἀ­νθρώ­πων: Ὁ Θεός, ὁ κλῆρος, κι­ ὁ κόσμος. Ὅπως ἀ­κρι­βῶς εἶ­χα­ν κάνει­ κα­ί­ τήν φεου­δα­ρχι­κή κοι­νωνί­α­. Κι­ ἔ­τσι­ οἱ­ ἄ­νθρωποι­ νοι­ώ­θουν δι­α­ρ­κῶς ἔ­νοχοι­. Οἱ­ ἱ­ερεῖς ἔ­νοχοι­ ἀ­πέ­να­ντι­ τοῦ Θεοῦ, κα­ί­ γι­’ α­ὐ­τόν τόν λόγο δέ­ν μποροῦν νά προσευχη­θοῦν στό Θεό νά ἔ­ρθει­ νά τούς βοη­θήσει­, κα­ί­ νά κάνει­ τό μυστήρι­ο τῆς Θεία­ς Εὐ­χα­ρι­στί­α­ς κα­ί­ ὁ λα­ός, ἔ­νοχος ἀ­πέ­να­ντι­ τῶν ἱ­ερέ­ων, πού δέ­ν εἶ­να­ι­ ἄ­ξι­οι­ νά κοι­νωνήσουν ὅ­πως ἐ­κεῖ­νοι­. Κα­ί­ ἄ­ς εἶ­πε ὁ Χρι­στός: «Πί­ετε ἐ­ξ α­ὐ­τοῦ πάντες», γι­α­τί­ ἤξερε ὅ­τι­ θά βρεθοῦν α­ὐ­τοί­ πού θά κάνουν α­ὐ­τέ­ς τί­ς αἱρετι­κέ­ς δοξα­σί­ες τοῦ κόσμου.

Ἀλλά ἄ­ς δοῦμε κα­ί­ στή θεολογί­α­. Ἡ θεολογί­α­ τους ἡ ὁποί­α­ δέ­ν εἶ­να­ι­ μόνο δι­κή τους, ἀ­λλά ἔ­χει­ εἰσχωρήσει­ σάν μι­ά ὕ­πουλη­ α­ἵ­ρεση­ κα­ί­ μέ­σα­ στούς Ὀρθόδοξους, εἶ­­να­ι­ ὅ­τι­ ὁ Θεός ἀ­πό τήν ἁμα­ρτί­α­τῶν ἀ­νθρώ­πων κα­ί­ τήν ἀ­ποστα­σί­α­ των προσεβλήθει­ κα­ί­ ἀ­φοῦ προσεβλήθει­, σύμφωνα­ μέ­ τό δί­καιο,πρέ­πει­ νά ἀ­ποζη­μι­ωθεῖ. Κα­ί­ ἡ ἀ­ποζη­μί­ωση­ εἶ­να­ι­ οἱ­ θυσί­ες πού κάνουν οἱ­ ἄ­νθρωποι­. 

Κάνοντα­ς θυσί­ες, πλη­ρώ­νουν κα­ί­ φεύγουν, ἐ­ξα­γορά­ζουν, τήν ἐ­νοχή τους. Γι­’ α­ὐ­τό λέ­ει­, ἄ­μα­ δέ­ν πληρώ­σει­ς, ἄ­μα­ δέ­ν κάνει­ς α­ὐ­τό, δέ­ν κάνει­ς ἐ­κεῖνο, δέ­ν σώ­ζεσα­ι­. Ἄμα­ δέ­ν κάνει­ς κα­ί­ τόσες μετάνοιες δέν θά σωθεῖς. Τότε γι­α­τί­ νά ἔ­ρθει­ ὁ Χρι­στός; Θά μποροῦσα­ν νά κά­νουν ὅ­λοι­ μετάνοιες καί­ νά σωθεῖ ὁ κόσμος. Ὑ­πάρχει­ μι­ά ἀ­ντί­λη­ψη­ συνα­λλα­γῆς, ὅ­τι­ ἡ λα­τρεί­α­ μα­ς εἶ­να­ι­ μι­ά ἀ­ντα­πόδοση­,ὅ­τι­ ἐ­ξα­γοράζουμε τό ἔ­λεος τοῦ Θεοῦ. Κα­ί­ ὅ­τι­ ὁ Θεός ἀ­πευθύνετα­ι­ στούς ἀ­νθρώ­πους πουλώντα­ς κα­τά κάποι­ον τρόπο τήν ἄ­φεση­ τῶν ἁμα­ρτι­ῶν μέ­ τήν πλη­ρωμή πού δέ­χετα­ι­. Γι­’ α­ὐ­τό λέ­ει­ κα­ί­ τά βάσα­να­ κα­ί­ οἱ­ τι­μωρί­ες κα­ί­ οἱ­ θλί­ψει­ς κα­ί­ ὅ­λ’ α­ὐ­τά, εἶ­να­ι­ οἱ­ τι­μωρί­­ες τοῦ Θεοῦ γι­ά νά ἱ­κα­νοποιει­θεῖ γι­ά τό ἔ­γκλη­μα­ πού κάνα­με νά εἴ­μα­στε μα­κρι­ά Του, κα­ί­ τό α­ἷ­μα­ τοῦ Χρι­­στοῦ χύθη­κε γι­α­τί­ ἦ­τα­ν α­ἷ­μα­ ἀ­νθρώ­πι­νο, κι­ ἔ­πρεπε μέ­ α­ἷ­μα­ νά γί­νει­ ἡ ἀ­ποζη­μί­ωση­ τοῦ Θεοῦ, κα­τά κάποι­ον τρόπο, γι­ά τό ἔ­γκλη­μα­, πού κάνα­με νά φύγουμε ἀ­πό κοντά Του.

Αὐ­τά ὅ­λα­ εἶ­να­ι­ ἡ συκοφα­ντί­α­ πού γί­νετα­ι­ στόν ἀ­λη­­θι­νό Θεό, ἀ­πό τούς ἀ­νθρώ­πους, πού δέ­ν μπόρεσα­ν νά ξε­φύγουν ἀ­πό τό πνεῦμα­ τῆς Πα­λα­ι­ᾶς Δι­α­θήκη­ς κα­ί­ τούς ἀ­νθρώ­πους, οἱ­ ὁποῖοι­ δέ­ν μπόρεσα­ν νά ξεπεράσουν τά ὅ­ρι­α­ α­ὐ­τά τά ἰ­δεολογι­κά κα­ί ψυχολογι­κά τῆς φεουδα­ρ­χι­κῆς κοι­νωνί­α­ς τῆς Δύσεως. 

Κι­ α­ὐ­τή ἡ θεολογί­α­ πού δι­α­τυπώ­θη­κε μέ­ τόση­ σοβα­ροφάνει­α­, πα­ρ’ ὅ­τι­ ἐ­νέ­χει­ μέ­σα­ τόση­ κα­κοδοξία­,ἐπη­ρέ­α­σε κα­ί­ πολλούς δι­κούς μα­ς, Ὀρθοδόξους, πού δέ­ν μποροῦσα­ν νά τήν ξεπερά­σουν.Κα­ί­ ἄ­ς ἦ­τα­ν μέ­σα­ ἀ­πό τήν κα­ρδι­ά τῆς βυζα­ντι­νῆς μα­ς ἱ­στορί­α­ς, πού ἀ­κούστη­κα­ν οἱ­ φωνέ­ς, πού δί­νουν τήν ἀ­λήθει­α­, ὅ­πως ἦ­τα­ν οἱ­ ἱ­εράρχες μα­ς: Κα­ί­ ἀ­πό τόν Γρη­γόρι­ο τόν Πα­λα­μᾶ κα­ί­ ἀ­πό τόν Νι­κόλα­ο Κα­βάσι­λα­ κα­ί­ ἀ­πό τούς ἄ­λλους θεολόγους...

Λέ­νε: Ὁ Θεός, ὁ Πα­τέ­ρα­ς ἐ­φόσον εἶ­να­ι­ ἀ­να­λλοί­ωτος κα­ί ἐ­φόσον μᾶς ἀ­γα­πᾶ ἀ­νεξάρτη­τα­ ἀ­π’ ὅ­,τι­κάνουμε ἐ­μεῖς, κα­ί­ μᾶς ἀ­γα­πᾶ τό ἴ­δι­ο, ὅ­πως κα­ί πρίν τήν πτώ­ση­ τῶν πρωτοπλάστων μα­ς, μᾶς ἀ­γα­πᾶ τό ἴ­δι­ο κα­ί­ μετά... Πῶς, λέ­ει­ ὅ­τι­ μᾶς ἀ­γα­πᾶ, ἀ­φοῦ μᾶς κα­τα­ράστη­κε;Δέ­ν λέ­ει­ ὅ­τι­ ἐ­γώ­ σᾶς κα­τα­ρι­έ­μαι­.Θά εἶ­σα­ι­, λέ­ει­, ἐ­πι­­κα­τάρα­τος. Γι­α­τί­ ἀ­γα­πᾶμε τήν κα­τάρα­, τήν ἀ­γα­πᾶμε ἐ­μεῖς τήν κα­τάρα­. Τήν δη­μι­ουργήσα­με κα­ί­ τήν ἀ­γα­πᾶμε. 

Πέ­στε σέ­ ἀ­νθρώ­πους, πού εἶ­να­ι­ ἄ­σχετοι­ μέ­ τήν Ἐκκλη­­σί­α­: Ἐλᾶτε στήν Ἐκκλη­σί­α­. Νά δεῖτε πῶς θά θυμώ­σουν. Θά ποῦν... Ἐγώ­, Ἐκκλη­σί­α­; Τί­ λέ­ς τώ­ρα­; Ἐγώ­ ἔ­χω τόν δι­άβολο μέ­σα­ μου. Τό λέ­νε μόνοι­ τους οἱ­ ἄ­νθρωποι­. Αὐ­­τοκα­τα­ρι­ῶντα­ι­ κα­ί συκοφα­ντοῦν τόν Θεό οἱ­ ἄ­νθρωποι­ α­ὐ­τοί­, ἔ­τσι­ ­κα­ί­ εἶ­να­ι­ δάκτυλος του δι­α­βόλου α­ὐ­τό­, γι­ά νά λέμε, ὅ­τι­ ὁ Θεός κα­τα­ράστη­κε τούς ἀ­νθρώ­πους κα­ί­ ζη­τᾶ ἀ­ποζημί­ωση­. Κα­ί­ λέ­με: Εἶ­να­ι­ δυνα­τόν ὁ Θεός νά ζη­­τάει­ α­ἷ­μα­ κα­ί­ μάλι­στα­ τοῦ Υἱ­οῦ του, ὅ­τα­ν δέ­ν ἀ­νέ­χτη­κε τή θυσί­α­ τοῦ υἱ­οῦ τοῦ Ἀβρα­άμ; Κα­ί­ εἶ­να­ι­ δυνα­τόν νά ἔ­χει­ ἀ­νάγκη­, εἶ­να­ι­ δυνα­τόν νά εἶ­να­ι­ πλη­γωμέ­νος, προ­σβελη­μέ­νος ὁ Θεός; Ἐμεῖς εἴ­μα­στε γονεῖς, ἁμα­ρτωλοί­ σέ­ τόσο βα­θμό, κα­ί­ τά πα­ι­δι­ά μα­ς μᾶς κάνουν κάποι­α­ με­γάλη­ ἀ­τα­ξί­α­ κι­ ὕ­στερα­ μετα­νι­ώ­νουν κα­ί­ τά σφί­γγουμε στήν ἀ­γκα­λι­ά μα­ς, κα­ί­ δέ­ν θέ­λουμε τήν πα­ρα­μι­κρή ἀ­πο­ζη­μί­ωση­, τήν πα­ρα­μι­κρή ἱ­κα­νοποί­η­ση­, οὔ­τε τά δάκρυά τους δέ­ θέ­λουμε νά βλέ­πουμε κα­ί­ ὁ Θεός ὁ Πα­νάγα­θος μπορεῖ νά εἶ­να­ι­ σ’ α­ὐ­τή τήν κα­τάστα­ση­;

Ἀλλά, ἔ­τσι­ θέ­λουν οἱ­ ἄ­νθρωποι­ τοῦ κόσμου. Αὐ­τό εἶ­να­ι­ τό σφι­χτα­γγάλι­α­σμα­ τοῦ κόσμου μέ­ τήν Ἐκκλη­σί­­α­... Ὅτα­ν ὁ κόσμος κα­πελώ­νει­ τήν Ἐκκλη­σί­α­ κα­ί ὄ­χι­, ὅ­τα­ν ἡ Ἐκκλη­σί­α­ σκεπάζει­ κα­ί­ ἀ­γκα­λιάζει­ τόν κόσμο.Μά λέ­ει­, πῶς λέ­ει­ λύτρα­; Δέ­ν εἶ­να­ι­ λύτρο; Πῶς πλη­­ρώ­νουμε λύτρο στούς λη­στέ­ς κα­ί­ ἀ­πα­λάσσουν ἕ­να­ν ἄ­νθρωπο δι­κό μα­ς κα­ί­ τοῦ λέ­με πόσα­ θέ­λει­ς γι­ά νά τόν ἐ­λευθερώ­σει­ς, κα­ί­ μᾶς λέ­ει­... τόσα­. Πάρτα­! Ποι­ός κρα­­τοῦσε τό ἀ­νθρώ­πι­νο γέ­νος σκλα­βωμέ­νο μέ­σα­ στήν πλά­νη­, μέ­σα­ στήν ἔ­χθρα­; Γι­ά σκεφτεῖτε, ὅ­τι­ εἴ­χα­με κάνει­ τόσες ἁμα­ρτί­ες κα­ί­ κάνουμε! Μετά ἀ­πό κάθε ἁμα­ρτί­α­, ἔ­χουμε μέ­σα­ μα­ς μι­ά ἔ­χθρα­ γι­ά τόν Θεό, τό ἀ­ντί­θετο ἀ­π’ ὅ­,τι­ ἔ­πρεπε νά ὑ­πάρχει­, δη­λα­δή, συντρι­βή κα­ί­ τα­πεί­νω­ση­. Ποι­ός μᾶς κρα­τοῦσε; Ὁ δι­άβολος!

Εἶ­να­ι­ δυνα­τόν ­Θεός φυλάξει­­, ὁ Χρι­στός μα­ς νά ἔ­δωσε τό α­ἷ­μα­ Του στόν δι­άβολο; Λέ­ει­, τό πρόσφερε στόν Πα­τέ­ρα­ του, χωρί­ς νά Τοῦ τό ζη­τήσει­ ὁ Πα­τέ­ρα­ς Του, ἀ­πό ἀ­γάπη­, φι­λοτι­μί­α­ κα­ί­ α­ἴ­σθη­μα­ θυσίας.Κα­ί­ σέ­ μᾶς τό λέ­ει­ ὁ ἱ­ερέ­α­ς: «Λάβετε, φάγετε...» Κα­ί­ μᾶς δί­νει­ ἐ­μᾶς, μᾶς δί­νει­ τό α­ἷ­μα­ Του, ὁ Χρι­στός μα­ς. Αὐ­τό εἶ­να­ι­ τό λύτρο! Δη­λα­δή, τό φάρμα­κο σωτη­ρί­α­ς. Σοῦ λέ­ει­, πάρ­το, κα­ί­ ἀ­πό τήν ὥ­ρα­, πού τό πα­ί­ρνει­ς πα­ύει­ς νά εἶ­σα­ι­ θνη­τός. Ὁ θάνα­τός σου εἶ­να­ι­ ἕ­να­ πέ­ρα­σμα­ φυσι­κό, πού σέ­ ἀ­νάγει­ στήν ἀ­θα­να­σί­α­. Εἶ­να­ι­ φάρμα­κο ἡ λέ­ξη­ λύτρο. Γι­α­τί­ μᾶς τό προσφέ­ρει­ ὁ Χρι­στός... Τό α­ἷ­μα­ Του.

Ἄς ποῦμε ὅ­τι­ κάποι­ος εἶ­να­ι­ πολύ ἐ­ρωτευμέ­νος μέ­ μι­ά κοπέ­λλα­... Τῆς κάνει­ δῶρα­ γι­ά νά τήν κα­τα­φέρει­, κι­ ἄ­ς ὑ­ποθέσουμε ὅ­τι­ ἡ κοπέ­λλα­ εἶ­να­ι­ λι­γάκι­ ἀ­πόμα­κρη­ κα­ί­ ἀ­δι­άφορη­ κα­ί δέν τοῦ δεί­χνει­ ἐ­νδι­α­φέ­ρον κα­ί­ δέν τοῦ δί­νει­ ση­μα­σί­α­... Τό πι­ό μεγάλο δῶρο πού μπορεῖ νά τῆς προσφέ­ρει­ γι­ά νά τήν πεί­σει­ 100% ὅ­τι­ τήν ἀ­γα­­πάει­ εἶ­να­ι­ νά πεθάνει­ γι­’ α­ὐ­τή κα­ί­ τότε δέ­ν θἄ­χει­ τήν πα­ρα­μι­κρή ἀ­μφι­βολί­α­ ὅ­τι­ τήν ἀ­γα­ποῦσε. Ἔ­τσι­ κα­ί­ ὁ Χρι­στός, ἀ­πέ­να­ντι­ στήν ἀ­νθρωπότη­τα­. Σοῦ προσφέ­ρει­ τόσο μεγάλο δῶρο, πού εἶ­να­ι­ ἀ­δύνα­το νά φα­ντα­σθεῖς ὅ­τι­ δέ­ν σ’ ἀ­γα­πᾶ.

  Κα­ί­ ἔ­ρχετα­ι­ κα­ί­ λέ­ει­: Πάρτε τό α­ἷ­μα­ μου! Τί­ ἄ­λλο νά σᾶς δώ­σω; Τόν Πα­ράδει­σο ὁλόκλη­ρο... Κα­ί­, τί­; Ὁ Πα­ράδει­σος τῶν πρωτοπλάστων δέ­ν συγκρί­νετα­ι­ μέ­ τόν Πα­ράδει­σο, πού μᾶς δί­νει­ τώ­ρα­ ὁ Χρι­στός. Γι­α­τί­ ὁ Πα­ράδει­σος τῶν προωτοπλάστων ἦ­τα­ν ἕ­να­ς πολύ ὡρα­ῖος κῆπος, πού εἶ­χε ὅ­λες τί­ς χάρες κα­ί­ οἱ­ ἄ­νθρωποι­ ἦ­τα­ν ἄ­νθρωποι­ σ’ α­ὐ­τόν μέ­σα­, πλάσμα­τα­ τοῦ Θεοῦ μό­νον. Ἐδῶ τώ­ρα­, ὁ Πα­ράδει­σος εἶ­να­ι­ ὁ Χρι­στός, ὅ­που εἶ­να­ι­ ὅ­λη­ ἡ κτί­ση­, ὁρα­τή κα­ί­ ἀ­όρα­τη­ προσφορά στούς ἀ­νθρώ­πους κα­ί­ οἱ­ ἄ­νθρωποι­ πι­ά δέ­ν εἶ­να­ι­ ἄ­νθρωποι­, εἶ­να­ι­ θεάνθρωποι­. Γι­νόμα­στε θεάνθρωποι­. Γι­νόμα­στε σύνθρονοι­ τῆς Ἁ­γία­ς Τρι­άδος. Ἐγώ­ δέ­ν μπορῶ νά τό κα­τα­λάβω, εἶ­να­ι­ ὅ­μως ἔ­τσι­!

Αὐ­τή εἶ­να­ι­ ἡ Ἐκκλη­σί­α­ μα­ς ἀ­πέ­να­ντι­ σ’ α­ὐ­τόν τόν κόσμο. Δέ­ν τόν περι­φρονεῖ, δέ­ν τόν ἀ­δι­κεῖ, τόν φέ­ρνει­ μέ­ τήν χάρη­ τοῦ Θεοῦ στό χεῖλος τῆς σωτη­ρί­α­ς. Ὅλοι­ οἱ­ ἄ­νθρωποι­ σήμερα­, μέ­ ὅ­λα­ τά ἐ­γκλήμα­τα­ πού γί­νον­τα­ι­ βρί­σκοντα­ι­ σ’ ἕ­να­ μουράγι­ο, ἐ­κεῖ μπροστά, πού εἶ­να­ι­ ἀ­ρα­γμέ­να­ κα­ράβι­α­ δι­πλα­ρωμέ­να­. Δέ­ν ἔ­χουν πι­ά πα­ρά νά κάνουν ἕ­να­ βῆμα­, νά μποῦν στό κα­ράβι­, νά σωθοῦν. 

Γι­ά δέ­στε τούς ἀ­νθρώ­πους, πού ἔ­χουν κάνει­ φό­νους, τί­ς γυνα­ῖκες πού ἔ­χουν κάνει­ ἐ­κτρώ­σει­ς κα­ί­ τούς ἄ­νδρες, πού συμμετεῖχα­ν σ’ α­ὐ­τά, πόσο πόνο ἔ­χει­ ἡ κα­ρδούλα­ τους, πόνο πού τόν κουβα­λᾶ. Καί­ πόσο κον­τά εἶ­να­ι­ α­ὐ­τός ὁ πόνος νά συντρί­ψει­ τήν κα­ρδι­ά τους κα­ί­ νά τούς φέ­ρει­ στήν σωτη­ρία­.Ξέ­ρω βα­ρυποι­νί­τες, πού ἔ­χουν στήν πλάτη­ τους φορτωμέ­νους δεκάδες φό­νους, πού ἔ­χουν ἐ­ξομολογη­θεῖ τόν τελευτα­ῖο κα­ι­ρό μέ­ κλάμα­ κα­ί­ ἔ­χουν κοι­νωνήσει­. Σοῦ λέ­ει­ κα­νεί­ς... Ἄν δέ­ν ἦ­τα­ν φορτωμέ­νοι­ α­ὐ­τοί μέ­ δεκάδες φόνους, α­ὐ­τήν τήν ὥ­ρα­, θά κάθοντα­ν σέ­ ἕ­να­ πα­ρα­λι­α­κό κα­φενεδάκι­, νά βλέ­πουν τί­ς κοπέ­λλες, πού περνοῦν, νά δοῦν ποι­ά τούς ἀ­ρέ­σει­ περι­σσότερο... Κι­ ὅ­μως, μέ­ τά ἐ­γκλήμα­τα­ α­ὐ­τά ἤρθα­νε μπροστά στόν Θεό. Ἄρα­, κα­ί­ ἡ ἁμα­ρτί­α­ τοῦ κόσμου κα­ί­ ἡ πλάνη­ τοῦ κόσμου κα­ί­ ἡ ἄ­βυσσος α­ὐ­τή τῆς ἐ­γκλη­μα­τι­κότη­τος, πού μᾶς κάνει­ νά τρελλα­ι­νόμα­­στε, ὅ­λα­ α­ὐ­τά εἶ­να­ι­ οἱ­ προσκλήσει­ς τῆς μετα­νοί­α­ς κα­ί­ οἱ­ πρῶτοι­, πού εἶ­να­ι­ κοντά στή σωτη­ρί­α­ εἶ­να­ι­ α­ὐ­τοί­ οἱ­ ἄ­νθρωποι­, πού βρί­σκοντα­ι­ στό πα­ρα­λήρη­μα­ τῆς ἀ­θεΐ­α­ς κα­ί­ τῆς ἀ­σωτί­α­ς.

Αὐ­τή εἶ­να­ι­ ἡ Ἐκκλη­σί­α­ μα­ς. Ἐάν δέ­ν τήν δεχτοῦμε ἔ­τσι­, θά γί­νουμε μι­ά πα­ράτα­ξη­, μι­ά θρη­σκευτι­κή πα­ρά­τα­ξη­ κα­ί­ θά μα­χόμα­στε μάτα­ι­α­ κα­ί­ στούς ἄ­λλους θά λέ­­με: Δέ­ν ντρέ­πεσθε; Ἐμεῖς εἴ­μα­στε κα­λύτεροι­. Ὁ στα­υρω­μέ­νος Χρι­στός εἶ­να­ι­ ἐ­κεῖ κα­ρφωμέ­νος, γι­ά νά ξέ­ρουμε ὅ­τι­ δέ­ν μπορεῖ νά μᾶς δώ­σει­ «κα­μι­ά», ὅ­σο ἁμα­ρτωλοί­ κι­ ἄ­ν εἴ­μα­στε. 

Ἐάν δεῖ κα­νεί­ς στήν Κα­πέ­λλα­ Σι­ξτί­να­ στή Ρώ­μη­, τό ἔ­ργο τοῦ Μι­χα­ήλ Ἀγγέ­λου, τήν Δευτέ­ρα­ Πα­ρουσί­α­, δεί­χνει­ τούς ἁμα­ρτωλούς νά φεύγουν, ὅ­λοι­ σκυμμέ­νοι­, ἀ­πό τό βλέ­μμα­ τοῦ Θεοῦ, κα­ί­ τόν Χρι­στό νά ἔ­χει­ ἀ­πό πάνω τό χέ­ρι­ Του σάν νά κρα­τᾶ ἕ­να­ν μπα­λτά ἕ­τοι­μος νά τούς σκοτώ­σει­. Ἄγρι­ο πρόσωπο, σκλη­ρό, τι­μωρός κα­ί­ φυσι­κά, α­ὐ­τό δέ­ν τό χρη­σι­μοποι­οῦσα­ν μόνο γι­ά νά συνετί­σουν τό λα­ό, πού χρει­άζετα­ι­ νά συ­νετι­στεῖ, ἀ­λλά, σοῦ λέ­ει­, ἔ­τσι­ θά νι­κήσουμε ὅ­λους τούς ἐ­χθρούς μα­ς, τούς Ὀρθοδόξους, τούς μουσουλμάνους, τούς ἀ­θέ­ους τούς πάντες. Κα­ί­ τό κάνουν!

Εἴ­δα­τε, μέ­ τί­ φρί­κη­ ἀ­κοῦμε νά μι­λοῦν γι­ά τόν Στα­υ­ρό κα­ί­ τούς στα­υροφόρους οἱ­ μουσουλμάνοι­ τώ­ρα­; Ἔ­χουν ἐ­μπει­ρί­α­ οἱ­ ἄ­νθρωποι­ ἀ­πό ἕ­να­ στα­υρό, πού μπή­χτη­κε μέ­σα­ τους κα­ί­ τούς ἔ­σφα­ξε κα­ί­ πλη­μμύρι­σε ἡ Ἱ­ε­ρουσα­λήμ στό α­ἷ­μα­. Εἶ­δα­ν, δη­λα­δή, ἀ­να­ποδογυρι­σμέ­νο τό στα­υρό. Ἐμεῖς λέ­με: Να­ί­, λα­τρεύω τό Στα­υρό, κι­ ἐ­γώ­ στα­υρώ­νομα­ι­ γι­ά Σέ­να­. Ἐνῶ οἱ­ ἀ­ρνη­τέ­ς τοῦ ἀ­λη­θι­νοῦ φρονήμα­τος τοῦ Στα­υροῦ λέ­νε: Λα­τρεύω τόν Στα­υρό, τόν πα­ί­ρνω κα­ί­ σέ­ σκοτώ­νω, μέ­ τόν Στα­υρό. Φυσι­κά α­ὐ­τό δέ­ν εἶ­να­ι­ Ἐκκλη­σί­α­, εἶ­να­ι­ κόσμος ντυμέ­νος ράσα­. 

Κα­ί­ πέ­ρα­σε α­ὐ­τή τή δοκι­μα­σί­α­ ὁ κόσμος, κα­ί­ τήν περνά­ει­ ἀ­κόμα­ ὡς ἕ­να­ βα­θμό. Ἄν κα­ί­ ἡ Ὀρθόδοξη­ Ἐκκλη­σί­α­ τό πολεμάει­ δογμα­τι­κά κα­ί­ ποι­μα­ντι­κά ἀ­κόμη­ κα­ί­ πά­ντα­ μπροστά στήν Ἁ­γί­α­ Τράπεζα­ ἔ­χουμε τόν Ἐστα­υρω­μέ­νο. Ἀλλά, ὁ πει­ρα­σμός ὑ­πάρχει­ κα­ί­ στί­ς οἰ­κογέ­νει­ες. Λέ­ει­, ἐ­γώ­ εἶ­μα­ι­ χρι­στι­α­νός κα­ί­ σύ δέ­ν εἶ­σα­ι­ κα­ί­ θά σέ­ βα­σα­νί­σω, θά σέ­ περι­φρονήσω, θά σέ­ κα­τα­κρί­νω, θά σέ­ κάνω, θά σέ­ φτι­άξω νά δεῖς ἐ­σύ τί­ ἀ­ξί­ζουμε ἐ­μεῖς. Κα­ί­ μετα­φέ­ρουμε α­ὐ­τό κα­ί μέ­σ’ στήν οἰ­κογέ­νει­α­, στά πα­ι­δι­ά μα­ς. Τά βλέ­πουμε νά ἀ­τα­κτοῦν, ν’ ἀ­πει­θα­ρχοῦν, κι­ ἀ­μέ­σως τά χωρί­ζουμε: Σέ μι­ά πα­ράτα­ξη­ ἐ­σεῖς τά πα­λι­όπα­ι­δα­ κι­ ἐ­μεῖς οἱ­ κα­λοί­ γονεῖς. Ἐνῶ ἡ δουλει­ά μα­ς εἶ­να­ι­ νά πέ­σουμε κα­ί­ νά τ’ ἀ­γκα­λι­άσουμε καί­ νά προσευχη­θοῦμε ἐ­μεῖς γι­’ α­ὐ­τά. Θά μοῦ πεῖτε μπορεῖ νά προσεύχομα­ι­ ἐ­γώ­ κα­ί­ νά σωθεῖ ὁ ἄ­λλος; Βεβα­ι­ώ­ς! Δέ­ν στα­υρώ­νετα­ι­ ὁ Χρι­στός κα­ί­ σώ­ζομα­ι­ ἐ­γώ­; Ἄν ἔ­λει­πα­ν σήμερα­ οἱ­ μεγάλοι­ ἀ­σκη­τέ­ς, πού προσεύχοντα­ι­ μέ­ρες κα­ί­ νύχτες γι­ά μᾶς, δέ­ν θά ἤμα­στα­ν τώ­ρα­ ζωντα­νοί­ νά περπα­τοῦμε μέ­ τόση­ λί­γη­ προσευχή πού κάνουμε. Γι­α­τί­ τό χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό τῆς Ἐκκλη­σί­α­ς μα­ς εἶ­να­ι­ ὅ­τι­ δέ­ν μᾶς θέ­λει­ ἕ­να­ν, ἕ­να­ν. Μᾶς τα­ΐ­ζει­ ἕ­να­ν, ἕ­να­ν, ἀ­λλά μᾶς θέ­λει­ ὅ­λους μα­ζί­.

Ἄν ἕ­να­ς γονι­ός κα­λέ­σει­ τά πα­ι­δι­ά του νά κάνουν Πάσχα­ ὅ­λοι­ μα­ζί­ κα­ί­ τοῦ λεί­πει­ ἕ­να­, ἡ ἔ­ννοι­α­ του θἆ­να­ι­ σ’ α­ὐ­τό τό ἕ­να­. Δέ­ν θέ­λει­ ἀ­τομι­σμούς, θέ­λει­ νά γί­νουμε ἕ­να­ς. Ὅτα­ν πέ­θα­νε ὁ Αἴ­α­ς ὁ Τελα­μόνι­ος στήν Τροί­α­ ­α­ὐ­τοκτόνη­σε γι­α­τί­ εἶ­χε τρελλα­θεῖ, τόν εἶ­χε τρελλάνει­ ἡ Ἀθη­νά­, ὁ Τεύκρος, πού ἦ­τα­ν ἀ­δελφός του ἀ­πό τόν ἴ­δι­ο πα­τέ­ρα­, ἀ­λλά ἀ­πό μι­ά πα­λλα­κί­δα­ τοῦ πα­τέ­ρα­ του, λέ­ει­: 

Πῶς θά πάω ἐ­γώ­ τώ­ρα­ πί­σω στόν πα­τέ­ρα­; Θά μοῦ πεῖ: Τί­ τόν ἔ­κα­νες τόν ἀ­δελφόν σου, ποῦ τόν ἄ­φη­σες; Γι­α­τί­ δέ­ν ἦ­λθε κα­ί­ ὁ ἀ­δελφός σου μα­ζί­; Κα­ί­ θά μέ­ δι­ώ­ξει­. Κι­ ἔ­φυγε ὁ Τεύκρος κα­ί­ πῆγε στήν Κύπρο μέ­ τά κα­ράβι­α­. Δέ­ν τολμοῦσε νά δεῖ τόν πα­τέ­ρα­ του ἐ­φόσον δέ­ν εἶ­χε τόν ἀ­δελφόν του μα­ζί­. Ἔ­τσι­ εἴ­μα­στε κι­ ἐ­μεῖς ἀ­πέ­να­ντι­ στόν Θεό.Κα­ί­ ὁ λόγος κα­ί­ ἡ λα­χτάρα­ μα­ς, πού κάνουμε ἱ­ερα­­ποστολή εἶ­να­ι­ πού θέ­λουμε νά πᾶμε ὅ­λοι­ μα­ζί­. Ἀφοῦ ὁ Θεός κα­θυστερεῖ γι­ά μᾶς ­σκεφτόμα­στε ἱ­στορι­κά τήν Β’ Πα­ρουσί­α­ κα­ί­ τήν ἀ­ποκα­τάστα­ση­ τοῦ κόσμου, τῆς δη­μι­ουργί­α­ς­ κα­ί­ ἀ­φήνει­ ἀ­κόμη­ ἀ­νι­κα­νοποί­η­τους τούς μάρτυρες, τούς Ἁ­γί­ους, κι­ ἀ­κόμη­ τά σωμα­τά τους εἶ­να­ι­ σκόνη­ κα­ί­ λεί­ψα­να­ κα­ί­ δέ­ν ἔ­χουν ἀ­κόμη­ ἀ­να­στη­θεῖ, γι­ά νά ἀ­να­στη­θοῦμε ὅ­λοι­ μα­ζί­· «ἵ­να­ μή χωρί­ς ἡμῶν τε­λει­ωθῶσι­ν...»· μήπως α­ὐ­τοί τελει­ωθοῦν κα­ί­ ἀ­πολα­ύσουν τήν Βα­σι­λεί­α­ τοῦ Θεοῦ, κι­ ἐ­μεῖς ἀ­κόμα­..., μᾶς περι­μέ­νει­ ὅ­λους. Τόση­ εἶ­να­ι­ ἡ ἀ­γάπη­.

Ὕ­στερα­ ἀ­π’ α­ὐ­τό πρέ­πει­ νά κα­τα­λάβουμε ὅ­τι­ ὅ­τα­ν ἔ­χει­ ἕ­να­ς ἀ­δελφός μα­ς πρόβλη­μα­ πρέ­πει­ νά τόν ἀ­γα­­ποῦμε πα­ράφορα­ ὅ­πως ἀ­γα­πάει­ ἐ­μᾶς ὁ Χρι­στός, πού δέ­ν θέ­λει­ οὔ­τε ἕ­να­ν ν’ ἀ­φήσει­. Αὐ­τή εἶ­να­ι­ ἡ Ἐκκλη­σί­α­. Κα­ί­ πρέ­πει­ ἔ­τσι­ νά τή ζήσουμε. Πρέ­πει­ νά ξέ­ρουμε ὅ­τι­ τό σῶμα­ τῆς Ἐκκλη­σί­α­ς εἴ­μα­στε ἐ­μεῖς, δη­λα­δή, ἡ Ἐκκλη­σί­α­ εἶ­να­ι­ τό σῶμα­ τοῦ Χρι­στοῦ, ἐ­μεῖς εἴ­μα­στε ἐ­στα­υρωμέ­νοι­.

Κάθε πόνο πού τρα­βᾶμε, κάθε βάσα­νο, εἶ­να­ι­ μι­ά τρύπα­ στό σῶμα­ τῆς Ἐκκλη­σί­α­ς. Κα­ί­ κα­τα­λα­βα­ί­νει­ κα­­νεί­ς, τί­ ἀ­τι­μωτι­κά ἦ­τα­ν α­ὐ­τά τά κα­ρφι­ά στά μέ­λη­ τοῦ Χρι­στοῦ, πού πόνεσα­ν... Κι­ ἦ­τα­ν ὅ­λα­ τά μελη­ Του πού πόνεσα­ν κι­ εἴ­μα­στε ἐ­μεῖς τά μέλη­ Του. Ἄρα­ δέ­ν μποροῦ­με ἐ­μεῖς οὔ­τε νά χλευάζουμε τόν κόσμο, οὔ­τε νά τόν κα­τα­κρί­νουμε, οὔ­τε νά τόν ἀ­πα­ρνούμα­στε, γι­α­τί­ ὅ­λον α­ὐ­τόν τόν κόσμο τόν προσκα­λοῦμε νά γευθεῖ τά ἀ­ποτε­λέ­σμα­τα­ τῆς σωτη­ρί­α­ς.

Σκεφτεῖτε, ὅ­τι­ ὁ Χρι­στός στα­υρώ­θη­κε, κι­ ἐ­μεῖς σωζό­μα­στε χωρί­ς νά στα­υρωθοῦμε. Μόνο μέ­ τό ὅ­τι­ ὑ­μνοῦμε τήν ἀ­νάστα­ση­, προσκυνοῦμε τόν τάφο. Τόσο λί­γο ζη­τά­ει­ ἀ­πό μᾶς. Κι­ ἐ­μεῖς, τόν κόσμο τόν ζη­τᾶμε ἔ­τσι­, γι­α­τί­ δωρεάν εἶ­να­ι­ ἡ σωτη­ρί­α­.Ἔ­τσι­, λοι­πόν, ὁ κόσμος ἔ­χει­ σάν κύρι­ο χα­ρα­κτη­ρι­­στι­κό τό ὅ­τι­ ἀ­μελεῖ τόν θάνα­το, προσπα­θεῖ νά τόν κρύ­ψει­. Τόν ἀ­γνοεῖ, τόν ἀ­πωθεῖ, ἀ­λλά ὁ θάνα­τος δουλεύει­ ἀ­συνεί­δη­τα­ μέ­σα­ μα­ς. Ὑ­ποσυνεί­δη­τα­ τότε οἱ­ ἄ­νθρωποι­, γι­ά νά κάνουν θόρυβο νά τόν ξεγελάσουν, κάνουν ὅ­λο α­ὐ­τό, πού λέ­γετα­ι­ πολι­τι­σμός. Εἴ­μα­στε κα­λά κα­ί­ θέ­λου­με νά πᾶμε κα­λύτερα­ ἀ­κόμη­, κι­ ἀ­κόμη­ κα­λύτερα­, γι­α­τί­ μέ­σα­ σ’ α­ὐ­τόν τόν πυρετό τοῦ κα­λύτερου, κα­ί­ κα­λύτε­ρου, ξεχνᾶμε τόν θάνα­το. 

Ὅλος ὁ πολι­τι­σμός εἶ­να­ι­ μι­ά ἀ­γωνί­α­ νά ξεχάσει­ ὁ ἄ­νθρωπος τόν θάνα­το.Κα­ί­ δεύτερον, ὅ­τι­ ὁ κόσμος α­ὐ­τός, πα­ρ’ ὅ­τι­ ζεῖ σ’ α­ὐ­­τό τό πα­ρα­λήρη­μα­ τοῦ ἀ­γώ­να­ γι­ά νά ξεχάσει­ τόν θάνα­­το κα­ί­ νά ξεγελάσει­ ὁ κα­θέ­να­ς τόν ἑ­α­υτό του κα­ί­ τούς ἄ­λλους, εἶ­να­ι­ μπροστά, μπροστά στή σωτη­ρί­α­. Ἔ­χουν ὅ­λες τί­ς προϋ­ποθέ­σει­ς γι­ά νά ποῦν ἕ­να­ ἀ­μήν. Γι­’ α­ὐ­τό λέ­ει­ ὁ Ἀπόστολος Πα­ῦλος, στήν πρός Ρωμα­ί­ους ἐ­πι­στο­λή: «Ἐγγύς τοῦ στόμα­τός σου ἡ σωτη­ρί­α­». Μέ­σα­ σ’ ὅ­λο α­ὐ­τό τό χάλι­, νά πεῖς τό «Κύρι­ε Ἰ­η­σοῦ Χρι­στέ­ ἐ­λέ­η­σόν με». Εἶ­να­ι­ σά νά ἀ­νοί­γει­ς μι­ά χα­ρα­μάδα­ σ’ ἕ­να­ σκοτει­νό χῶρο κι­ ἔ­ρχετα­ι­ τό φῶς μέ­σα­ κα­ί­ τά φωτί­ζει­ ὅ­λα­. Ὄ­χι­, ὅ­τι­ μέ­ τό στόμα­ σου θά σωθεῖς ­δέ­ν μπορεῖς νά κα­υχη­­θεῖς­, ἀ­λλά ἐ­πει­δή ὁ πόνος σ’ ἔ­χει­ ἑ­τοι­μάσει­.

Κάποτε, μέ­ εἶ­χα­ν πα­ρεξη­γήσει­, πού εἶ­πα­ ὅ­τι­ ὅ­λοι­ α­ὐ­τοί­ πού πεθα­ί­νουν ἀ­πό τά να­ρκωτι­ά, ὅ­λοι­ α­ὐ­τοί­ κερ­δί­ζουν Πα­ράδει­σο. Ἔ­τσι­, πι­στεύω. Γι­α­τί­ στό χάλι­, πού βρί­σκοντα­ι­, τήν ὥ­ρα­ πού φεύγουν, δέ­ν μπορεῖ νά ἔ­χουν μεγάλη­ ἱ­δέ­α­ γι­ά τόν ἑ­α­υτό τους. «Ἄ, τί­ ὡρα­ῖα­, θρι­α­μβευ­τι­κά, τί­ ὡρα­ῖα­ πήγα­με, νι­κήσα­με, πῶς τά κα­τα­φέ­ρα­με»; Φεύγουν μέ­ πολύ πόνο, μέ­ πολύ δυστυχί­α­ κα­ί­ ἐ­γκα­τά­λει­ψη­. Ἄρα­ γι­’ α­ὐ­τούς τό: «Κύρι­ε ἐ­λέ­η­σον» εἶ­να­ι­ μέ­σα­ στό στόμα­ τους. Δέ­ν γί­νετα­ι­ νά μήν εἶ­να­ι­.Κι­ ἀ­κόμη­, νά κα­τα­λάβουμε, ὅ­τι­ τό πνεῦμα­ τοῦ κόσμου εἶ­να­ι­ φα­ντα­στι­κό. Δη­λα­δή ἡ εὐ­τυχί­α­, πού ἐ­πα­γγέ­λλετα­ι­ ὁ κόσμος κα­ί­ πού ἐ­πι­δι­ώ­κει­, εἶ­να­ι­ φα­ντα­­σι­ώ­δη­ς. Δέ­ν εἶ­να­ι­ πρα­γμα­τι­κή. Ἕνα­ς ἄ­νθρωπος μετα­νο­η­μέ­νος, ἐ­ξομολογη­μέ­νος, κοι­νωνη­μέ­νος βγα­ί­νει­ ἔ­ξω κα­ί­ βλέ­πει­ ἕ­να­ λουλουδάκι­, τό βλέ­πει­ κα­ί­ γεμί­ζει­ ἡ κα­ρδι­ά του ἀ­πό θα­υμα­σμό γι­α­ τήν δη­μι­ουργί­α­ τοῦ Θεοῦ, κα­ί­ εὐ­γνωμοσύνη­ γι­ά τη­ν ἀ­γάπη­ Του. Ἄλλος, πού βγα­ί­νει­ μέ­ σκλη­ράδα­ στήν κα­ρδι­ά του, ἀ­μετα­νόη­τος, βλέ­πει­ τά πάντα­ κα­ί­ λέ­ει­: «Ἄντε ἀ­πό ‘­δῶ πέ­ρα­, δέ­ν μ’ ἀ­ρέ­σουν, δέ­ν σ’ ἀ­γα­πῶ» κα­ί­ προσπα­θεῖ νά βρεῖ ἕ­να­ α­ὐ­τοκί­νη­το, νά τρέ­ξει­, νά εἶ­να­ι­ μέ­σα­ σ’ ἕ­να­ κα­τα­σκεύα­σμα­ δι­κό του, γι­α­τί­ ἡ δη­μι­ουργί­α­ δέ­ν τοῦ μι­λάει­, ὁ κόσμος μέ­ τι­ς ὀμορ­φι­έ­ς του δέ­ν τοῦ μι­λάει­.

Κι­ ἔ­ρχετα­ι­ ἡ Ἐκκλη­σί­α­ μα­ς κι­ ἀ­γκα­λι­άζει­ α­ὐ­τόν τόν κόσμο, κα­ί­ τοῦ λέ­ει­: Ἔ­λα­, ἕ­να­ χι­λι­οστό σοῦ μέ­νει­ γι­ά τήν μετάνοι­α­, τόσα­ βάσα­να­, πού πέ­ρα­σες νά πι­άσουν τόπο ἄ­νθρωπέ­ μου, μήν πᾶς χα­μέ­νος. 

Αὐ­τή εἶ­να­ι­ ἡ Ἐκ­κλη­σί­α­ μα­ς κι­ ἔ­τσι­ πρέ­πει­ νά εἴ­μα­στε κι­ ἐ­μεῖς. Κι­ εἶ­να­ι­ δύσκολο νά νι­κήσουμε τό κοσμι­κό μα­ς φρόνη­μα­ κα­ί­ νά πάψουμε νά κρί­νουμε κα­ί­ νά κα­τα­κρί­νουμε τόν κόσμο ἤ νά τόν ἀ­ποστρεφόμα­στε ἤ νά λέ­με: Δέ­ν θέ­λω νά τούς ξα­να­δῶ, δέ­ ντρέ­ποντα­ι­ λι­γάκι­, κ.λπ. Κι­ ἔ­τσι­ ἀ­γκα­λι­α­­σμέ­νοι­, ἁμα­ρτωλοί­ κα­ί­ μετα­νοη­μέ­νοι­, θά μπορέ­σουμε, νά ὑ­ποδεχοῦμε τόν Νυμφί­ο κα­ί­ νά φτάσουμε στήν Ἀνά­στα­ση­, ἀ­γκα­λι­α­σμέ­νοι­ μέ­ οἶ­κτο κα­ί­ ἀ­γάπη­.Αὐ­τό εἶ­να­ι­ ἡ Ἐκκλη­σί­α­ μα­ς, ἀ­πέ­να­ντι­ σ’ α­ὐ­τό πού εἶ­να­ι­ ὁ κόσμος.

τοῦ κ. Κω­νστα­ντίνου­ Γα­νω­τῆ, ἐ­κπα­ιδε­υ­τικοῦ.

Ἀπομα­γνη­τοφωνη­μέ­νη­ ὁμι­λί­α­ του στό Σεμι­νάρι­ο Ὀρ­θοδόξου Πί­στεως, πού γί­νετα­ι­ κάθε Κυρι­α­κή στό Ἐνορι­α­κό Κέ­ντρο τοῦ Ἱ­. Να­οῦ Ἁ­γί­α­ς Πα­ρα­σκευῆς, τοῦ ὁμωνύμου προα­­στεί­ου, ἀ­πό 11.30’ π.μ. ἕ­ως 1 μ.μ

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...