/*--

Κυριακή, 29 Δεκεμβρίου 2013

Η Γέννηση του Χριστού, ο βασιλιάς Ηρώδης και η σφαγή των νηπίων

   
Τοῦ δέ Ἰησοῦ γεννηθέντος ἐν Βηθλέεμ τῆς Ἰουδαίας ἐν ἡμέραις Ἡρῴδου τοῦ βασιλέως, ἰδού μάγοι ἀπό ἀνατολῶν παρεγένοντο εἰς Ἱεροσόλυμα λέγοντες· Ποῦ ἐστιν ὁ τεχθείς βασιλεύς τῶν Ἰουδαίων; εἴδομεν γάρ αὐτοῦ τόν ἀστέρα ἐν τῇ ἀνατολῇ καί ἤλθομεν προσκυνῆσαι αὐτῷ· ἀκούσας δέ Ἡρῴδης ὁ βασιλεύς ἐταράχθη καί πᾶσα Ἱεροσόλυμα μετ᾽ αὐτοῦ, καί συναγαγῶν πάντας τούς ἀρχιερεῖς καί γραμματεῖς τοῦ λαοῦ ἐπυνθάνετο παρ᾽ αὐτῶν ποῦ ὁ Χριστός γεννᾶται· οἱ δέ εἶπον αὐτῷ· Ἐν Βηθλέεμ τῆς Ἰουδαίας· οὕτως γάρ γέγραπται διά τοῦ προφήτου· Καί σύ Βηθλέεμ, γῆ Ἰούδα, οὐδαμῶς ἐλαχίστη εἶ ἐν τοῖς ἡγεμόσιν Ἰούδα· ἐκ σοῦ γάρ ἐξελεύσεται ἡγούμενος, ὅστις ποιμανεῖ τόν λαόν μου

τόν Ἰσραήλ. Τότε Ἡρῴδης λάθρα καλέσας τούς μάγους ἠκρίβωσεν παρ᾽ αὐτῶν τόν χρόνον τοῦ φαινομένου ἀστέρος, καί πέμψας αὐτούς εἰς Βηθλέεμ εἶπε· Πορευθέντες ἐξετάσατε ἀκριβῶς περί τοῦ παιδίου· ἐπάν δέ εὕρητε ἀπαγγείλατέ μοι, ὅπως κἀγώ ἐλθών προσκυνήσω αὐτῷ· οἱ δέ ἀκούσαντες τοῦ βασιλέως ἐπορεύθησαν… καί ἐλθόντες εἰς τήν οἰκίαν εἶδον τό παιδίον μετά Μαρίας τῆς μητρός αὐτοῦ, καί πεσόντες προσεκύνησαν αὐτῷ, καί ἀνοίξαντες τούς θησαυρούς αὐτῶν προσήνεγκαν αὐτῷ δῶρα, χρυσόν καί λίβανον καί σμύρναν· καί χρηματισθέντες κατ᾽ ὄναρ μή ἀνακάμψαι πρός Ἡρώδην, δι᾽ ἄλλης ὁδοῦ ἀνεχώρησαν εἰς τήν χώραν αὐτῶν… Τότε Ἡρώδης ἰδών ὅτι ἐνεπαίχθη ὑπό τῶν μάγων, ἐθυμώθη λίαν, καί ἀποστείλας ἀνεῖλεν πάντας τούς παίδας τούς ἐν Βηθλέεμ καί ἐν πάσι τοῖς ὁρίοις αὐτῆς ἀπό διετοῦς καί κατωτέρω, κατά τόν χρόνον ὅν ἠκρίβωσεν παρά τῶν μάγων...» (Κατά Ματθαῖον, 2, 1-16).

Εισαγωγή 

Στίς 29 Δεκεμβρίου ἑορτάζει ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τή μνήμη τῶν ἁγίων Νηπίων τῆς Βηθλεέμ καί τῶν περιχώρων της, τά ὁποῖα σφαγιάστηκαν κατά τόν καιρό τῆς γέννησης τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἀπό τόν βασιλιά Ἡρώδη. Στό Συναξάριο τῆς ἑορτῆς ἀναφέρεται καί ὁ ἀριθμός τους: Χιλιάδες δεκατέσσερις. Σέ κήρυγμα πού ἔγινε πρόσφατα σέ κάποιο ναό, ὁ ἱερέας ἀνέφερε τόν ἀριθμό αὐτό, χωρίς κανένα ἄλλο σχόλιο, ὁπότε στό ἄκουσμά του, κάποιοι ἀπό τό ἐκκλησίασμα ἀπόρησαν καί σιγοψιθύρισαν: Μά πῶς εἶναι δυνατόν νά ἔσφαξε τόσα πολλά; Βέβαια σέ ἕνα ὀλιγόλεπτο κήρυγμα μέσα στή Θ. Λειτουργία δέν προσδοκᾶ κανείς νά δοθεῖ ἐξήγηση σέ ὅλα.

Ὡστόσο ὁ ἀριθμός αὐτός, γνωστός σέ ὅλους μας εἴτε ἀπό τά Κάλαντα τῶν Χριστουγέννων, εἴτε ἀπό ἄλλες παραδόσεις ἔχει συμβολική σημασία. Γεννιοῦνται ὅμως κι ἄλλα ἐρωτήματα: Γιατί ἄραγε ὁ Θεός ἐπέτρεψε, ἤ μᾶλλον ἀνέχτηκε τήν πράξη αὐτή καί δέν ἔσωσε τά νήπια, ὅπως συνέβηκε μέ τό νεογέννητο Χριστό; Δέ νοιάστηκε ὁ Θεός γιά τά παιδιά αὐτά; Καί πιά ἦταν ἡ τύχη τοῦ Ἡρώδη; Τό ἄρθρο αὐτό δέ φιλοδοξεῖ νά δώσει ἀπαντήσεις. Ἐκθέτει μόνο ἱστορικά τά γεγονότα, ἑρμηνεύει καί προβληματίζει.

Η προσωπικότητα του Ηρώδη 

Ἀπό τά πολύ συζητημένα πρόσωπα, πού συναντοῦμε στά γεγονότα πού συνδέονται μέ τή γέννηση τοῦ Χριστοῦ, εἶναι ὁ βασιλιάς Ἡρώδης. Τόν ἀναφέρει ὁ Εὐαγγελιστής Ματθαῖος στό κείμενο πού παραθέσαμε στήν ἀρχή. Ἀναφέρεται ἐπίσης ἀπό τόν ἰουδαῖο ἱστορικό Φλάβιο Ἰώσηπο (37- 100 μ.Χ.). Καταγόταν ἀπό τήν Ἰδουμέα τῆς Ἀραβίας. Ἦταν εὐνοούμενος τοῦ Ἰουλίου Καίσαρα καί γι’ αὐτό ἦταν ἀντιπαθητικός στούς Ἰουδαίους. Προάχθηκε σέ τετράρχη τῆς Ἰουδαίας ἀπό τό Μάρκο Ἀντώνιο. Βασίλεψε στήν Ἰουδαία στά χρόνια πού γεννήθηκε ὁ Χριστός καί συγκεκριμένα ἀπό τό 37- 4 π.Χ. καί πέθανε στήν Ἱεριχώ ἀπό καρκίνο καί ὑδρωπικία μετά ἀπό μία ἀνεπιτυχῆ προσπάθεια αὐτοκτονίας. 

Ἀπό ὅ,τι ξέρουμε, ἦταν ὁ μόνος ἡγέτης τῆς Παλαιστίνης, πού κατάφερε νά διατηρήσει τήν εἰρήνη καί νά φέρει τάξη στή χαώδη κατάσταση πού ἐπικρατοῦσε. Ἔκανε σπουδαῖα ἔργα καί προίκισε τό βασίλειό του μέ ὀγκώδη φρούρια καί λαμπρές πόλεις. Ἀνακαίνισε ἐπίσης τό Ναό τῆς Ἱερουσαλήμ. Μερικές φορές φάνηκε μεγαλόψυχος. Σέ χαλεπούς καιρούς μετρίασε τούς φόρους γιά νά διευκολύνει τή ζωή τῶν ὑπηκόων του. Κατά τόν λιμό τοῦ 25 π.Χ. παρέδωσε ὁ ἴδιος στό χωνευτήριο τό χρυσό του δίσκο προκειμένου ν’ ἀγοράσει καλαμπόκι στούς πεινασμένους. Ὁ ἴδιος μάλιστα πίστευε γιά τόν ἑαυτό του ὅτι ἦταν ὁ ἀναμενόμενος Μεσσίας, οἱ δέ δικοί του ἄνθρωποι οἱ λεγόμενοι Ἡρωδιανοί, ἔχοντας συμπτύξει θρησκευτικοπολιτική παράταξη, δίδασκαν πώς δέν πρόκειται νά ἔρθει ἄλλος Μεσσίας. Γι’ αὐτό ἄλλωστε καί πρωτοστάτησαν στήν ἐξόντωση τοῦ Χριστοῦ (Ματθ. 22, 16, Λουκ. 23, 6-6, Πράξ. 4, 27).

Παρ’ ὅλα αὐτά, ὁ Ἡρώδης εἶχε ἕνα φοβερό ἐλάττωμα στό χαραχτήρα του. Ἦταν σκοτεινός καί πάντα καχύποπτος, μέχρι πού ἔγινε αἰμοδιψής καί κτηνώδης. Γι’ αὐτό ἦταν πολύ σκληρός καί ἀδίστακτος. Κατά τούς ἱστορικούς ὅσο γήρασκε τόσο καχύποπτος φαινόταν μέχρι πού, ἀκόμη καί στά βαθειά γηρατειά του ἦταν δολοφόνος. Ἀπό τά πιό ἀποτρόπαια ἐγκλήματά του ἀναφέρεται ὅτι ἔσφαξε μέ τά ἴδια του τά χέρια τή γυναίκα τοῦ Μαριάμνη, πού εἶχε κατηγορηθεῖ γιά μοιχεία, καθώς καί τούς δυό γιούς της Ἀριστόβουλο καί Ἀλέξανδρο τό 7 π.Χ., -αὐτούς μέ τήν κατηγορία ὅτι εἶχαν συνωμοτήσει ἐναντίον τοῦ πατέρα τους. Ἕνας ἄλλος γιός του, ὁ Ἀντίπατρος, τόν ὁποῖο εἶχε ἀποκτήσει ἀπό τή Δωρίδα, τήν πρώτη σύζυγό του -αὐτήν πού εἶχε ἀποπέμψει γιά νά παντρευτεῖ τή Μαριάμνη- δολοφονήθηκε μέ διαταγή του λίγο πρίν πεθάνει. Δολοφόνησε ἀκόμη τόν ἀδερφό τῆς Μαριάμνης, τή μητέρα της Ἀλεξάνδρα καί τόν παππού της. Ὁ Ἰώσηπος ἀναφέρει ὅτι δέ δίστασε νά σκοτώσει πολλούς Φαρισαίους καί νομομαθεῖς, καθώς καί τά 45 ἀπό τά 75 μέλη τοῦ Μεγάλου Συνεδρίου. 

Κατά τό Ἀπόκρυφο Πρωτευαγγέλιο τοῦ Ἰακώβου φέρεται ἐπίσης νά ἔχει φονεύσει τόν Ζαχαρία, πατέρα τοῦ Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ, ἐπειδή δέν ἀποκάλυψε πού εἶναι ὁ Ἰωάννης, τόν ὁποῖο ὡς βρέφος ζητοῦσε ὁ Ἡρώδης, φοβούμενος μήπως αὐτός βασιλεύσει καί τόν ὁποῖο διέσωσε ἡ μητέρα του Ἐλισάβετ στό ὄρος: «Ἡ δέ Ἐλισάβετ, ἀκούσασα ὅτι Ἰωάννης ζητεῖται, λαβοῦσα αὐτόν ἀνέβη εἰς τήν ὀρεινήν, καί περιεβλέπετο ποῦ αὐτόν κρύψει. Καί οὐκ ἦν τόπος ἀποκρυφῆς. Καί στενάξασα ἡ Ἐλισάβετ φωνή μεγάλη λέγει Ὄρος Θεοῦ, δέξαι μητέρα μετά τέκνου. Καί παραχρῆμα ἐδιχάσθη τό ὄρος καί ἐδέξατο αὐτήν. Καί ἦν διαφαίνων αὐτοῖς φῶς. Ἄγγελος γάρ Κυρίου ἦν μετ’ αὐτῶν, διαφυλάσσων αὐτούς» (Πρωτευαγγέλιο Ἰακώβου ΧΧΙΙ, 3). Τά τροπάρια τῆς ἑορτῆς διασώζουν τήν παράδοση αὐτή: «Κλαίει ἡ Ραχήλ τά Νήπια, ἐν τῇ Ραμᾷ δέ φωνή, νῦν μεγάλη ἀκούεται, ὁ Ἡρώδης μαίνεται, καί ἀθέως φρυάττεται, ὁ Ἰωάννης φεύγει ἐν ὄρεσι, λίθος Μητέρα σύν τέκνῳ δέχεται, ὁ Ζαχαρίας δέ, ἐν Ναῷ φονεύεται, ὁ δέ Χριστός, φεύγει ἀφείς ἔρημον, Ἑβραίων οἴκημα» (τελευταῖο τροπάριο τῶν Αἴνων).

Κανένας λοιπόν δέν γλίτωσε. Ἡ δολοφονική αὐτή μανία του ἔκανε τό Ρωμαῖο αὐτοκράτορα Αὔγουστο νά πεῖ τή χαρακτηριστική φράση ὅτι «ἦταν ἀσφαλέστερο νά ἦταν κανείς γουρούνι τοῦ Ἡρώδη (ὡς στά ἀρχαῖα ἑλληνικά) παρά υἱός». Πολλά ἐπίσημα πρόσωπα τά ἔκλεισε στό ἀμφιθέατρο καί ἔδωσε ἐντολή στήν ἀδερφή του Σαλώμη, (ἡ ὁποία δέν πρέπει νά συγχέεται μέ τήν ὁμώνυμη ἀνιψιά της, τήν κόρη τῆς Ἡρωδιάδας) ὅταν πεθάνει, νά σφάξει ὅλους ὅσους ἦταν φυλακισμένοι, ὥστε ὁ κόσμος νά κλάψει κατά τήν ἡμέρα τοῦ θανάτου του. Ἡ διαταγή αὐτή ὅμως δέν ἐκτελέστηκε. Βρισκόμενος σέ βαρύ πόνο, διανοητική σύγχυση καί σωματική κατάπτωση, διέταξε καί τή σφαγή τῶν νηπίων στή Βηθλεέμ. Ἐπί τῶν ἡμερῶν του λοιπόν γεννήθηκε στή Βηθλεέμ τῆς Ἰουδαίας ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Ὅταν ὁ Ἡρώδης πληροφορήθηκε τό γεγονός τῆς γέννησης τοῦ Ἰησοῦ, παρακάλεσε τούς μάγους, πού πήγαιναν νά τόν προσκυνήσουν νά τόν εἰδοποιήσουν γιά νά πάει καί αὐτός, προφανῶς γιά νά τό σκοτώσει. Ἐπειδή ὅμως τό σχέδιό του ἀπέτυχε, διέταξε τή σφαγή ὅλων τῶν νηπίων τῆς Βηθλεέμ ἡλικίας κάτω τῶν δυό ἐτῶν, γιά νά θανατωθεῖ καί ὁ Ἰησοῦς, καθώς ὑποπτεύθηκε ὅτι θά ἦταν ὁ μελλοντικός βασιλιάς τῶν Ἰουδαίων μέ ἀξίωση ἐπί τοῦ θρόνου του. Ὁ Ἰησοῦς ὅμως σώθηκε μέ τή φυγή τῆς οἰκογένειάς του στήν Αἴγυπτο μετά ἀπό θεία ὁδηγία, πού ἦταν στό σχέδιο τοῦ Θεοῦ γιά τή σωτηρία τῶν ἀνθρώπων (Ματθαῖος 2:1-22).

Η σφαγή των νηπίων και η ερμηνεία της 

Στά τροπάρια τῆς ἑορτῆς ὁ Ἡρώδης ἀναφέρεται ὡς «βασιλεύς παράνομος», «παράφρων», μεστός «κακίας καί ὠμοτάτης παράνοιας». Μπροστά λοιπόν στά τόσα ἀποτρόπαια ἐγκλήματά του ἡ σφαγή τῶν νηπίων ὅσο εἰδεχθής καί ἀποκρουστική καί νά φαίνεται καί ὅσα ἐρωτηματικά καί ἄν προκαλεῖ, μπορεῖ καί νά θεωρηθεῖ ὡς ἕνα ἁπλό καί τιποτένιο γεγονός. Καί τό θέμα μας θά ἦταν δυνατό νά κλείσει ἐδῶ μέ τήν σοφή παρατήρηση τοῦ μεγάλου Πατέρα καί διδασκάλου τῆς Ἐκκλησίας Ἰωάννη Χρυσοστόμου, ὅτι «αἴτιος αὐτῆς τῆς σφαγῆς δέν πρέπει νά θεωρηθεῖ ὁ Χριστός (δηλ. ἡ γέννησή Του), ἀλλά ἡ ὠμότητα τοῦ βασιλιά».

Στήν ἱστορία ὅμως τῶν Ἰουδαίων –καθώς καί σέ ἄλλους λαούς– ὑπάρχουν κάποια ἱστορικά προηγούμενα διώξεων καί σφαγῶν. Ἀναφέρουμε δυό-τρία ἀπ’ αὐτά: Τήν ἀδελφοκτονία (Κάιν καί δίκαιου Ἄβελ), ἡ ὁποία σηματοδοτεῖ ἐξ ἀρχῆς τό μεταπτωτικό ἄνθρωπο, «τούς ἀπογόνους του Ἀδάμ». Ἀκόμη στό βιβλίο τῆς Ἐξόδου βλέπουμε τόν Φαραώ τῆς Αἰγύπτου νά διατάσσει τή θανάτωση μέ πνιγμό στό Νεῖλο ποταμό τῶν ἀγοριῶν τῶν Ἰουδαίων, μιά πραγματική γενοκτονία, στοχεύοντας νά μειώσει τόν ἀριθμό τους στή χώρα του. Στά 586 ἐπίσης ὁ Ναβουχοδονόσωρ ἀπό τήν Περσία κατέλαβε τήν Ἰουδαία, κατάστρεψε τό Ναό τοῦ Σολομώντα στά Ἱεροσόλυμα, αἰχμαλώτισε καί ὁδήγησε τούς κατοίκους της σκλάβους στή Βαβυλώνα μέχρι τό 538 π.Χ. Σχολιάζοντας τό γεγονός τῆς Ἐξόδου, ὁ καθηγητής τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν Γ. Πατρῶνος, σέ μιά μοναδική ἑρμηνεία του, ἀναφέρει τά ἑξῆς: Τό στοιχεῖο αὐτό ἀξιοποιεῖται ἀπό τούς ἱερούς συγγραφεῖς τῆς Καινῆς Διαθήκης ὡς θεολογικό προηγούμενο στή γλώσσα τῆς ἑρμηνευτικῆς προτύπωσης γιά τήν παράλληλη θεολογική προσέγγιση καί ἑρμηνεία τοῦ ἀντίστοιχου γεγονότος τῆς σφαγῆς τῶν νηπίων ἀπό ἕνα νέο «Φαραώ». Ὅπως ὁ παλιός Φαραώ ἐξέφραζε τίς ἀντίπαλες δυνάμεις τοῦ σκότους καί τίς καταπίεσης ἀντιδρώντας στά «σημεῖα» ἐφαρμογῆς τοῦ σχεδίου τοῦ Θεοῦ γιά τή σωτηρία τοῦ Ἰσραήλ καί φόνευσε τά παιδιά γιά νά μή γεννηθεῖ ὁ Μωυσῆς, ἔτσι καί ὁ Ἡρώδης ἐνσαρκώνει μέ τίς πράξεις του τίς ἴδιες δαιμονικές δυνάμεις: Παρεμποδίζει τήν ἔλευση τοῦ Σωτήρα τοῦ κόσμου.

Ὑπό τό ἱστορικό αὐτό πρίσμα ἡ σφαγή τῶν νηπίων ἀπό τόν Ἡρώδη ἔχει ἰδιαίτερο θεολογικό νόημα. Στό κατά Ματθαῖον Εὐαγγέλιο, ὁ Ἰησοῦς ἀποκαλύπτεται ἀπό τή βρεφική του κιόλας ἡλικία ὡς ὁ Μεσσίας, δηλαδή ὁ ἀπεσταλμένος τοῦ Θεοῦ γιά τή σωτηρία τοῦ κόσμου. Καί ὁ Ἡρώδης, πού κατά ἕνα μανιακό καί παράφρονα τρόπο ζητεῖ τήν ψυχή τοῦ παιδιοῦ, φανερώνεται μέ τίς ἐνέργειές του ὡς ἐκπρόσωπος τῶν δυνάμεων τοῦ κακοῦ καί παρουσιάζεται μέ τή μορφή τοῦ Ἀντιχρίστου. Ὁ «ἰσχυρός» ὅμως εἶναι ὁ οὐσιαστικά ἀδύναμος καί γιαυτό τό εὐάλωτο βρέφος θά ἀναδειχθεῖ ὁ τελικός νικητής. Κάτω ἀπ’ αὐτήν τήν προοπτική καί ἰδιαίτερα μέ ὅσα ἀναφέρθηκαν πιό πάνω γιά τήν σκοτεινή καί ταραγμένη προσωπικότητα τοῦ Ἡρώδη, πρέπει νά δοῦμε τά γεγονότα τῆς γέννησης τοῦ Χριστοῦ. Γι’ αὐτό καί τά δυό πρῶτα κεφάλαια τοῦ εὐαγγελίου αὐτοῦ περί διωγμοῦ τοῦ Ἰησοῦ, περί σχεδίου θανάτωσής του ἀπό τόν Ἡρώδη, βρίσκονται σέ πλήρη ἀντιστοιχία μέ τά τελευταῖα κεφάλαια τοῦ ἴδιου κειμένου, πού περιγράφεται ἡ θανάτωση τοῦ Ἰησοῦ ὡς ψευδομεσσία ἐπί τοῦ σταυροῦ ἀπό τήν Ἰουδαϊκή ἱερατική τάξη, τόν Ἡρώδη Ἀντίπα (γιό τοῦ Ἡρώδη) καί τό Ρωμαῖο ἐπίτροπο Πόντιο Πιλάτο. 

Ἡ διαπίστωση αὐτή ἐνισχύει τήν ἄποψη ὅτι τά κεφ. 1-2 περιγράφουν ἐξαρχῆς τή σύγκρουση τοῦ Μεσσία Ἰησοῦ μέ τήν ἴδια τήν εἴσοδό του στόν κόσμο, τόν ὁποῖο ἐκπροσωπεῖ ὁ Ἡρώδης καί ἡ δυναστεία του. Τό γεγονός τῆς σφαγῆς τῶν νηπίων ἀποκτᾶ ἔτσι καί μία σωτηριολογική καί ἐσχατολογική προοπτική, ἐφόσον ἐντάσσεται παράλληλα μεταξύ τῶν «σημείων τῶν ἐσχάτων», πού προϊδεάζουν καί προετοιμάζουν γιά τήν τελική συντριβή τοῦ κακοῦ καί τήν ἐπικράτηση τοῦ καλοῦ. Τό ἀθῶο αἷμα τους γίνεται «ἡ στολή τῆς ἐξ ἐθνῶν Ἐκκλησίας», ἡ ὁποία «ἁγνίζεται μυστικῶς», ὅπως ἀναφέρει τό Δοξαστικό τοῦ ὄρθρου τῆς ἑορτῆς.

Ο αριθμός των θανατωθέντων νηπίων 

Κατά τήν παράδοση θανατώθηκαν 14.000 παιδιά. Ἀπό ποῦ προέκυψε ὅμως ὁ ἀριθμός αὐτός; Σύμφωνα μέ τά ἱστορικά δεδομένα, ὁ ἀριθμός αὐτός δέ φαίνεται φυσικός. Ἀπό τίς πληροφορίες πού ἀντλοῦμε ἀπό τίς πηγές, ἡ Βηθλεέμ καί τά περίχωρά της θά πρέπει τότε νά εἶχαν πληθυσμό ἴσως λίγο μεγαλύτερο ἀπό χιλίους κατοίκους. Ἡ σφαγή τῶν ἀγοριῶν νηπίων «ἀπό διετοῦς καί κατωτέρω» δέν θά ἦταν ἑπομένως στήν πραγματικότητα δυνατό νά ἀφορᾶ περισσότερα ἀπό 30 ἤ τό πολύ 40 παιδιά, μέ βάση τά στατιστικά δεδομένα πού προκύπτουν ἀπό τήν πληθυσμιακή κατανομή τῆς συγκεκριμένης περιοχῆς. Ὁ Σκοτσέζος Βιβλικός θεολόγος William Barclay κάνει λόγο γιά ἀκόμη λιγότερο ἀριθμό, 20-30 παιδιά. Ἕνας τέτοιος ἀριθμός, ἀναφέρει ὁ Γ. Πατρῶνος, θά καθιστοῦσε πολύ πιό πιθανό, ὁ Ἡρώδης νά ἀποτόλμησε ὄντως ἀκόμη ἕνα τραγικό ἐγχείρημα προκειμένου νά διασφαλίσει τήν ἐξουσία του ἀπό τήν ἐσωτερική καί ὑποθετική ἀπειλῆ τῆς ἐμφανίσεως ἑνός διεκδικητή τοῦ θρόνου. 

Ἡ «ἀναίρεση» μερικῶν δεκάδων παιδιῶν, ἄσημων ἀγροτικῶν οἰκογενειῶν μιᾶς ἀπομακρυσμένης καί ἀγνοημένης περιοχῆς, δέν θά ἀποτελοῦσε «παρά μόνο ἕνα μικρό καί ἀσήμαντο ἐπεισόδιο» στό βίο καί τήν πολιτεία του, ἕνα πταῖσμα σέ σύγκριση μέ τά ἄλλα του ἐγκλήματα, πού δέν ἐπιβάρυνε αἰσθητά τόν ἤδη μακρύ κατάλογο τῶν θυμάτων τῆς καχυποψίας του καί δέν διαφοροποιοῦσε ἰδιαίτερα τήν οὕτως ἤ ἄλλως ἔκρυθμη τοπική κατάσταση, ὥστε νά προκαλέσει τήν παρέμβαση τῆς Ρώμης στό συγκεκριμένο ζήτημα. Ἡ ἀναφορά στή σφαγή «χιλιάδων ὄντων δεκατεσσάρων» ἀρένων τέκνων προέρχεται ἀντίθετα ἀπό τήν ἱερή παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας -ἀπό τό ἑορτολογικό Συναξάρι τῆς συγκεκριμένης ἡμέρας- καί μάλιστα μέ τήν ἐπισήμανση ὅτι τά νήπια αὐτά ἐντάσσονται στό χῶρο τῶν Μαρτύρων τῆς Ἐκκλησίας καί θεωροῦνται ὡς οἱ πρῶτοι ἀνώνυμοι καί ἀναρίθμητοι μάρτυρες τῆς Χριστιανικῆς πίστεως. Αὐτό ἀκριβῶς τό στοιχεῖο προσδίδει στό ὅλο ζήτημα παράλληλα πρός τήν ἱστορική, καί μία ἰδιαίτερη συμβολική παράμετρο, πού καθιστᾶ ἀπαραίτητη τή θεολογική ἑρμηνευτική προσέγγιση.

Ο οδυρμός της Ραχήλ

Ἀναφερόμενος στή σφαγή τῶν νηπίων ὁ Εὐαγγελιστής Ματθαῖος παραθέτει τήν προφητεία τοῦ Ἱερεμία, ὁ ὁποῖος ἑπτά αἰῶνες πρίν εἶχε προαναγγείλει προφητικά καί περιγράψει ποιητικά τήν ἀκόλουθη ἀποκαλυπτική σκηνή: «Φωνή ἐν Ραμᾷ ἠκούσθη θρῆνος καί κλαυθμός καί ὀδυρμός πολύς. Ραχήλ κλαίουσα τά τέκνα αὐτῆς καί οὐκ ἤθελε παρακληθῆναι, ὅτι οὐκ εἰσίν» (Ἱερεμίας 31, 15). Καί πραγματικά ἡ προφητεία αὐτή ἐκπληρώθηκε ἐδῶ. Ἡ Ραχήλ εἶναι ἡ μητέρα τοῦ Ἰωσήφ καί τοῦ Βενιαμίν ἀπό τήν Π. Διαθήκη. Ἡ Ραμά ἦταν ἕνα χωριό δυό ὧρες βόρεια τῆς Ἱερουσαλήμ, ἡ σημερινή Ἔλ Ράμ. Ὅταν πέθανε ἡ Ραχήλ τήν ἔθαψαν κοντά στό χωριό αὐτό πού ἀνῆκε στό γιό της Βενιαμίν. 

Γιατί ὅμως ἡ Ραχήλ κλαίει τά παιδιά της; Ὅταν οἱ Ἰουδαῖοι ὁδηγοῦνταν στή Βαβυλώνια αἰχμαλωσία (586 π.Χ.), ὁ προφήτης Ἱερεμίας βάζει συμβολικά τή Ραχήλ νά σηκώνεται ἀπό τόν τάφο καί νά κλαίει τά παιδιά της πού σύρονται αἰχμάλωτα στή Βαβυλώνα. Ὁ Ματθαῖος κάνει χρήση τῆς προφητικῆς αὐτῆς ρήσης καί θεολογεῖ ἑρμηνευτικά πάνω στό σύγχρονό του γεγονός τοῦ «θρήνου, τοῦ κλαυθμοῦ καί τοῦ ὀδυρμοῦ» τῆς Βηθλεέμ.

Ο αριθμός 14.000

Ὅσον ἀφορᾶ, τέλος, τόν ἀριθμό 14.000 πού ἡ ἱερή παράδοση ἀναφέρει γιά τά σφαγιασθέντα νήπια, αὐτός δέν ὀφείλεται σέ λογιστικό σφάλμα, ἀλλά προέρχεται ἀπό τήν ἐπίδραση τῆς Ἰουδαϊκῆς ἀποκαλυπτικῆς ἀριθμολογίας. Πρόκειται στήν οὐσία γιά πολλαπλάσιο τοῦ ἱεροῦ ἀριθμοῦ ἑπτά (7) τῶν Ἑβραίων, ὁ ὁποῖος συμβολίζει τήν πληρότητα καί τήν καθολικότητα. Ὁμοίως στήν Ἀποκάλυψη τοῦ Ἰωάννη συναντᾶται σημειολογική ἀναφορά στόν ἄλλο ἱερό ἀριθμό δώδεκα (12) καί στά πολλαπλάσιά του, μέ τήν ἐπισήμανση ὅτι κατά τούς ἔσχατους χρόνους ὁ Ἰησοῦς Χριστός θά συνοδεύεται καί πάλι ἀπό τούς μάρτυρές του, πού στήν ὁλότητα καί τελειότητά τους ἀνέρχονται συμβολικά σέ 144.000 (Ἀποκ. 14, 1 καί 7, 4) (Τόν ἀριθμό αὐτό παρερμηνεύουν οἱ λεγόμενοι «Μάρτυρες τοῦ Ἰεχωβᾶ»). Καί σέ αὐτήν ἀσφαλῶς τήν περίπτωση, δέν πρόκειται γιά πραγματικό ἀριθμό, ἀλλά γιά θεολογικό συμβολισμό τῆς καθολικότητας τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία συγκροτεῖται καί ἐκπροσωπεῖται στήν ἱστορία ἀπό τούς Μάρτυρες, ὅπως στήν προκειμένη περίπτωση μέ τά νήπια. Ὅσοι προσεταιρίζονται τήν ἐξουσία καί τή δύναμη, συντάσσονται μέ τούς ἑκάστοτε «Φαραώ» καί «Ἡρώδεις» τῆς ἱστορίας. Ἡ ἀναφορά τοῦ εὐαγγελιστῆ στό γεγονός τῆς σφαγῆς καί τῆς θυσίας ἐκφράζει κατά τόν πλέον ἐναργῆ τρόπο, ὅτι ὁ Ἰησοῦς καί οἱ πιστοί του δέν πραγματοποιοῦν τήν ἱστορική τους πορεία μέσα σέ ἕναν κόσμο ρομαντικό καί εἰδυλλιακό, ἀλλά κυριαρχούμενο ἀπό τό ρεαλισμό τῆς βίας, τῆς ἀνελευθερίας, τῶν καταπιέσεων καί τῶν διωγμῶν. Οἱ ἰσχυροί «Φαραώ» καί «Ἡρώδεις» πού διαφεντεύουν συνήθως τίς τύχες τῶν λαῶν, ἐκπροσωποῦν τίς ἀντίθετες καί δαιμονικές δυνάμεις, διαιωνίζοντας καί ἐπαυξάνοντας τό κακό καί τήν ἀδικία σέ βάρος τῶν ἀδυνάτων. Τό Θεῖο Βρέφος, πού ἀπό τήν πρώτη στιγμή δοκίμασε τήν ἀπειλή καί τή βία, τήν ἀμφισβήτηση καί τήν ἀπόρριψη, καθόρισε τό πρότυπo τῆς μαρτυρικῆς ζωῆς ἐκείνων πού θά ἀκολουθήσουν πιστά τά ἴχνη Του, μέχρις ἐσχάτων του ἱστορικοῦ χρόνου, τήν ἡμέρα τῆς ἐνδόξου Δευτέρας πάλιν παρουσίας Του.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1. Constantinus Tischendorf, Evangelia Apocrypha, Lipsiae, Avenarius et Mendelssohn, MDCCCLIII, ἑλλ. ἔκδ. C. Tischendorf, Εὐαγγέλια Ἀπόκρυφα, Ἀθῆναι ἄ. χ., Οἶκος Κων. Χ. Σπανοῦ.
2. Π.Ν. Τρεμπέλλα, Ὑπόμνημα εἰς τό κατά Ματθαῖον Εὐαγγέλιο, Ἀθῆναι 1958.
3. Γεωργίου Π. Πατρώνου, Ἡ ἱστορική πορεία τοῦ Ἰησοῦ (ἀπό τή φάτνη ὥς τόν κενό τάφο), Ἀθήνα 1991.
4. Σωκράτης Μ. Νίκας, Λεξικό Ὀρθόδοξης Θεολογίας, Ἀθήνα 1997.
5. Λεξικό Βιβλικῆς Θεολογίας, Ἀθήνα 1980.
6. William Barclay, The Gospel of Matthew, Vol. 1, Philadelphia 1975.

Ἐμμανουήλ Ἀθ. Λουκάκη,
Θεολόγου - Καθηγητῆ

πηγή : Ἄγκυρα Ἐλπίδος
Διμηνιαῖο Ὀρθόδοξο Περιοδικό τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ἱεραπύτνης καί Σητείας

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...