/*--

Πέμπτη, 19 Δεκεμβρίου 2013

Ο Γάμος στην Παλαιά Διαθήκη ( Αγιογραφική - Πατερική προσέγγιση )

   
1. Θεσμοθέτης καί χρόνος καθιερώσεως τοῦ γάμου

Εἶναι γνωστό ὅτι ὁΘεός δημιούργησε πρωτίστως τόν ἀόρατο, νοητό κόσμο τῶν Ἀγγέλων, ἀκολούθως τό ὑλικό σύμπαν καί τελευταῖα τόν ἄνθρωπο. Μέ τόν τρόπο αὐτό ὑπογραμμίζει τό ρόλο πού καλεῖται νά διαδραματίσει ὡς λογικό ὄν, πλασμένο «κατ’ εἰκόνα ἡμετέραν καί καθ᾽ ὁμοίωσιν»1
 Παρουσιάζοντας τή δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου, ὁ συγγραφεύς τῆς Γενέσεως προτάσσει τή φράση «ἄρσεν καί θῆλυ ἐποίησεν αὐτούς»2, γιά νά τονίσει ὄχι μόνο ὅτι ἕνας εἶναι ὁ πλάστης, ἀλλά καί γιά νά παρουσιάσει ἐξαρχῆς τά δύο φύλα καί τή σχέση πού τά διέπει. Ἡ διαφορά πού ὑφίσταται ἀνάμεσα στόν ἄνδρα καί τή γυναίκα δέν εἶναι ὀντολογική, ἀλλά λειτουργική3. Ἀποβλέπει στήν ἀλληλοσυμπλήρωση, ἀλληκατανόηση, στή διαπροσωπική κοινωνία. Ταυτοχρόνως ὅμως τά πρόσωπά τους εἶναι ὁμότιμα καί ἰσότιμα4. Κύριο κίνητρο τῆς δημιουργίας εἶναι ἡ «ἔκρηξη» τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος θέλησε νά μοιρασθεῖ τόν ἄφατον πλοῦτον του μέ τόν ἄνθρωπο. Ἡ πλάση δηλαδή δέν γίνεται γιά νά ἱκανοποιήσει ὁ Θεός κάποια «ἀνάγκη» του, ἀλλά νά κάνει τό πλάσμα του κοινωνό τῆς ἀγαθοτητός του. Ὁ Γρηγόριος Νύσσης σημειώνει σχετικά: «Ὁ Θεός, ὁ Λόγος, ἡ σοφία, ἡ δύναμις, ἀπεδείχθη κατά τό ἀκόλουθον τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως ποιητής, οὐκ ἀνάγκῃ τινί πρός τήν τοῦ ἀνθρώπου κατασκευήν ἐναχθείς, ἀλλ’ ἀγάπης περιουσίᾳ τοῦ τοιούτου ζώου δημιουργήσας τήν γένεσιν»5. Ἡ εὐσπλαχνία τοῦ δημιουργοῦ φαίνεται ἀκόμα κατά τήν εὐλογία τῶν πρωτοπλάστων, ὅταν τούς λέγει: «αὐξάνεσθε καί πληθύνεσθε καί πληρώσατε τήν γῆν καί κατακυριεύσατε αὐτῆς»6, παρέχοντάς τους κάθε ἐξουσία ἐπί τῆς κτίσεως.


Στό δεύτερο κεφάλαιο τῆς Γενέσεως, ὅταν ὁ Θεός ἄγει εἰς τόν Ἀδάμ τήν Εὔα, τότε ἐκεῖνος ἀναφωνεῖ: «Τοῦτο νῦν ὀστοῦν ἐκ τῶν ὀστέων μου καί σάρξ ἐκ τῆς σαρκός μου αὕτη κληθήσεται γυνή, ὅτι ἐκ τοῦ ἀνδρός αὐτῆς ἐλήφθη αὕτη»7. Καί ὁ ἱερός συγγραφεύς προσθέτει: «Ἔνεκεν τούτου καταλείψει ἄνθρωπος τόν πατέρα αὐτοῦ καί τήν μητέρα καί προσκολληθήσεται πρός τήν γυναῖκα αὐτοῦ, καί ἔσονται οἱ δύο εἰς σάρκα μίαν»8.

Σ’ αὐτά τά θεόπνευστα λόγια ἀνάγει ὁ Ἱερός Χρυσόστομος τή θεσμοθέτηση τοῦ γάμου. Ὁ ἴδιος ὁ Θεός δηλαδή καθιερώνει εὐθύς ἐξ ἀρχῆς τήν ἕνωση τοῦ ἄνδρα καί τῆς γυναίκας. Σέ ἑρμηνευτική του ὁμιλία θεωρεῖ ὅτι ὁ Θεός ὄχι μόνο εἶναι ὁ δημιουργός τοῦἀνθρώπου ἀλλά καί ὁ θεσμοθέτης τοῦ γάμου. Διότι λέγει, δέν «ἐποίησεν ἕνα ἄνδρα καί μίαν γυναῖκα μόνον ἀλλ’ ὅτι καί τοῦτο ἐκέλευσεν, ὥστε τόν ἕνα τῇ μιᾷ συνάπτεσθαι»9. Προεκτείνοντας τό λόγο του σημειώνει ὅτι ὁ τρόπος δημιουργίας ὑπαγορεύει εἰς τόν ἄνδρα καί τή γυναίκα, νά καλλιεργοῦν τή συζυγική ἀγάπη, τήν ἑνότητα καί τή συμφωνία10. Κατ’ οὐσίαν δέν εἶναι δύο ἄνθρωποι ἀλλά ἕνας. «Ἐποίησεν ἐξ ἑνός ἕνα καί πάλιν τούς δύο τούτους ἕνα ποιήσας οὕτω ποιεῖ ἕνα, ὥστε καί νῦν ἐξ ἑνός τίκτεται ἄνθρωπος. Γυνή γάρ καί ἀνήρ οὐκ εἰσίν ἄνθρωποι δύο, ἀλλ’ ἄνθρωπος εἶς... καί ὥσπερ ἡμίτομα δύο εἰσί.»11. Πέραν τῶν ἀπόψεων αὐτῶν ὁ θεοφόρος Πατήρ σέ ἄλλη συνάφεια ἐπανέρχεται λέγοντας ὅτι «δεσμός ἐστιν ὁ γάμος, δεσμός ὡρισμένος παρά Θεοῦ»12. Ἐπίσης σέ ἄλλη ὁμιλία του ὀνομάζει τήν ἕνωση τοῦ ἀνδρός καί τῆς γυναικός «νόμον, (τόν ὁποῖον) τέθεικεν ὁΘεός»13 καί ὡς ἐκ τούτου ὁ ἄνδρας ὀφείλει νά ἀγαπᾶ τήν γυναίκα, διότι εἶναι μέλος του καί δημιουργήθηκε γι’ αὐτόν.

Κατά τόν Ἰωάννη Καρμίρη ὁ Θεός εὐθύς ἐξ ἀρχῆς θεμελιώνει τόν γάμον, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ ἀναπόσπαστο στοιχεῖο τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως. «Κατά θείαν βουλήν ὁ γάμος ἀπ’ ἀρχῆς εἶναι δημιουργική διάταξις μετά τῆς φύσεως τοῦ ἀνθρώπου συνδεδεμένη»14. Ἐπίσης ὁ Νικόλαος Μπρατσιώτης ἀναφερόμενος στή δημιουργία τοῦἈδάμ καί τῆς Εὔας καί στήν κοινωνία τῶν προσώπων, ἀναγνωρίζει ὡς θεοσύστατο τό θέσμο τοῦ γάμου, μέ σωτηριολογική προοπτική. Κατ’ αὐτόν ὁΘεός μέ τίς φιλάδελφες ἐνεργειές του καθιστοῦσε τόν ἄνθρωπον «κοινωνόν ἑαυτοῦ τε καί τῶν θείων ἀποφάσεων καί δωρεῶν πρός αὐτόν, διαθέτων ἀποκλειστικῶς εἰς αὐτόν τήν σειράν τῶν θείων προνομίων»15.

2. Ἡ πτώση καί οἱ συνέπειές της στό θεσμό τοῦ γάμου

Εἶναι γεγονός ὅτι ἡ πτώση τῶν Πρωτοπλάστων ἐπέσυρε μεγάλες ἐπιπτώσεις. Ἡφθορά καί ὁ θάνατος16 ἐμφανίζονται, ὁ ἄνθρωπος ὀφείλει νά ἐργάζεται17 σωματικά γιά νά ἐπιβιώσει, τά πάθη18 θρονιάζονται στήν ψυχή ἡ ὁποία νοσεῖ πλέον ἀκόμα καί ἡ ἄλογη κτίση μεταβάλλει τή στάση της πρός τόν ἄνθρωπο. Κατόπιν τούτων ἐπηρεάστηκε σέ ἕνα βαθμό καί ὁ ἱερός θεσμός τοῦ γάμου, ἀφοῦ καταλύθηκε ἡ ἀγαπητική κοινωνία πού προϋπῆρχε καί διασπάστηκε κυριολεκτικά ἡ ἑνότητα τῶν προσώπων. Ἄν καί ἔχομε τόν ὅρο «γαμβρό»20 πού ἀποδίδεται στόν ἄνδρα πού νυμφεύεται μία γυναίκα, τή χρήση τοῦ δακτυλιδιοῦ μέ διάφορες σημασίες21, τή χρήση στεφάνων22, τήν προσφορά δώρων23 στούς συγγενεῖς τῆς νύφης καί ἄλλα στοιχεῖα, τά ὁποῖα συναντοῦμε καί στήν Καινή Διαθήκη, ἐντούτοις διαπιστώνουμε πτωτικές συμπεριφορές καί φαινόμενα, πού καταλογίζονται ὡς συνέπειες τῆς διακοπῆς τῆς θεοκοινωνίας.

Καταρχάς ἡ μονογαμία ἡ ὁποία ἐφαρμόστηκε στά πρόσωπα τοῦ Ἰσαάκ24, τοῦ Ἰωσήφ25, τοῦΝῶε26 καί τῶν υἱῶν του, πού ἦταν καί ἐντολή τοῦ Θεοῦ, σέ ὁρισμένες περιπτώσεις μετατρέπεται σέ πολυγαμία27, μέ σκοπό τήν τεκνογονία καί τή διαιώνιση τοῦ ἀνθρώπινου ὄντος. Κατά τόν Δημήτριον Καϊμάκην, καθηγητήν θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Α.Π.Θ. οἱ πατριάρχες τῆς γενεαλογίας τοῦ Σέθ παρουσιάζονται ὅτι ἀκολουθοῦν τή μονογαμία. Ἡ πολυγαμία ἐμφανίζεται στό γενεαλογικό δέντρο τοῦ Κάιν. ὉΛάμεχ εἶχε δύο γυναῖκες (Γεν. 4, 19). Ὁ Ἠσαῦ ἔχει τρεῖς γυναῖκες οἱ ὁποῖες βρίσκονται στήν ἴδια θέση (Γεν. 26, 34. 28, 9. 36, 1-5), ὁ Σαμουήλ ἐπίσης δύο (Α΄ Βασ. 1, 2). Τά ἔθιμα τῆς πατριαρχικῆς περιόδου φαίνεται ὅτι εἶναι λιγότερο αὐστηρά ἀπό τά ἔθιμα τῆς Μεσοποταμίας τήν ἴδια ἐποχή28.

Ἐν συνεχείᾳ στήν πατριαρχική ἐποχή στήν περίπτωση πού ἡ γυναίκα δέν τεκνοποιοῦσε, ὁ σύζυγος μποροῦσε νά συνέλθει μέ ἄλλη, ἀκόμα καί μέ δούλη μέ τή συγκατάθεση τῆς γυναικός του, γιά νά γεννήσει παιδί. Παραδείγματα ἡ Σάρρα29 καί ἡ Ραχήλ30, γυναῖκες τῶν Ἀβραάμ καί Ἰακώβ ἀντιστοίχως. Ἀκόμα ὅμως καί στήν περίπτωση αὐτή οἱ Πατέρες ἐξέλαβαν τήν κατάσταση αὐτή ὅτι εἶχε σκοπό τήν τεκνογονία καί ὄχι τήν ἡδονοθηρία. Ἐνδεικτικά ὁ Δίδυμος Ἀλεξανδρεύς σημειώνει: «Οἱ ἅγιοι οὕτως συνεβίουν ὡς μή ἡδονάς θηρᾶν, ἀλλά τέκνων χάριν»31. Πέρα ὅμως ἀπό τόν προαναφερθέντα λόγο ἡ διγαμία ἦταν ἀναγνωρισμένη ἀπό τό Δευτερονόμιο32 ὡς νομική, συζυγική σχέση. Βέβαια «ἡ παρουσία δύο συζύγων στήν οἰκογένεια δέν ἦταν φυσικά σημάδι πού εὐνοοῦσε τήν εἰρήνη καί τή γαλήνη μέσα στήν οἰκογένεια. Παρά ταῦτα φαίνεται πάντως πώς ἡ μονογαμία ἦταν ἡ πιό συνήθης κατάσταση στήν ἰσραηλιτική οἰκογένεια33. Κατά τόν Παναγιώτη Σκαλτσῆ, καθηγητή τῆς θεολογικῆς Σχολῆς τοῦΑ.Π.Θ., «χωρίς νά εἶναι γενικό φαινόμενο ἡ πολυγαμία καί χωρίς νά ἐπαινεῖται, ὅπου αὐτή συναντᾶται, αἰτιολογεῖται ἀπό τήν ἀναγκαιότητα τῆς ἀναπλήρωσης τῶν ἀρρένων μελῶν τῆς κοινότητας ἀπό τίς ἀπώλειες στούς πολέμους καί θεωρεῖται βασικό μέτρο γιά τήν αὔξηση τῶν ἀνθρώπων καί τήν ἐπέκταση τοῦ ἀνθρωπίνου γένους34».

Ἐπιπροσθέτως θά πρέπει νά σημειώσουμε τόν λεγόμενο λευϊρατικό γάμο ἤ γάμο ἀνδραδέλφων, ὁ ὁποῖος στηριζόταν σέ διάταξη τοῦ Δευτερονομίου35 καί ὅριζε νά ἀκόλουθα: Ἐάν πεθάνει ἕνας ἄνδρας ἄτεκνος εἶναι ὑποχρεωμένος ὁ ἀδελφός του νά συνάψει γάμο μέ τή χήρα γυναίκα τοῦ ἀποθανόντος καί νά γεννήσει τέκνο, τό ὁποῖο θά θεωρεῖται παιδί τοῦ τεθνεῶτος. Ἐάν διαφωνοῦσε, τό ἐδήλωνε ἐνώπιον τῶν γερόντων τῆς πόλης καί ἐδέχετο τίς συνέπειες τῆς ἀρνήσεώς του. Ἡ χήρα γυναίκα τοῦ βγάζει τά παπούτσια, τόν φτύνει στό πρόσωπο καταδείχνοντας τήν ἄρνησή του νά ἀναστήσει τόν οἶκo τοῦ ἀδελφοῦ του36. Τέτοια παραδείγματα διασώζονται στήν Παλαιά Διαθήκη δύο, τοῦἬρ μέ τή Θάμαρ37 καί τοῦ Γκοέλ μέ τή Ρούθ38. Μάλιστα ὁ Ἰωάννης Χρυσόστομος ἀποδέχεται τήν προχριστιανική αὐτή διάταξη λέγοντας: «Τοῦτο γάρ ὁ νόμος ἐκέλευεν, ἀτέκνου ἀποθανόντος ἀδελφοῦ, τόν ἀδελφόν λαβόντα τήν γυναῖκα, ἀνιστᾷν τῷ ἀδελφῷ σπέρμα»39.

Εἰς τά προαναφερθέντα θά πρέπει νά καταγράψουμε ἀκόμα καί τήν ἐξαγορά40 ἤ τήν ἁρπαγή41 τῆς γυναικός, γεγονός πού λειτουργεῖ σέ βάρος της καί φυσικά δέν ἀποτελεῖ πρότυπο χριστιανικοῦ γάμου. Στήν πατριαρχική ἐποχή ὁ ἄνδρας ἀποκτοῦσε τή γυναίκα καταβάλλοντας κάποιο τίμημα ἤ προσφέροντας ἐργασία στόν πατέρα της42. Ἡ νοοτροπία αὐτή ὁδήγησε μερικές φορές νά θεωρεῖται κατώτερη τοῦ ἄνδρα καί ὡς τμῆμα τῆς ἰδιοκτησίας43 του, ἀντί γιά πρόσωπο ὁμότιμο καί ἰσάξιό του.

Ἐντός τοῦ πλαισίου αὐτοῦ ἐντάσσεται καί ὁ λόγος διαζυγίου μέ τή διάταξη τοῦ Δευτερονομίου νά ἐπιτρέπει στόν ἄνδρα νά χωρίζει τή γυναίκα του «ἐάν εὗρεν ἐν αὐτῇ ἄσχημον πρᾶγμα»44 ῥήση πού δημιούργησε πολλές θεολογικές συζητήσεις. Κατά τόν Χρῆστο Οἰκονόμου, «ὁ Μωυσῆς ἦταν ἀναγκασμένος νά συμβιβαστεῖ μέ τήν κατάσταση τῆς ἐποχῆς του γι’ αὐτό θέσπισε ὅ,τι ἦταν δυνατό νά γίνει τότε. Ἀρκέστηκε νά προστατεύσει τή γυναίκα ἀπό τήν αὐθαιρεσία τοῦ ἄνδρα. Γι’ αὐτό ἐπέβαλε στόν ἄνδρα, ὅταν ἀπολύει τή γυναίκα του νά τῆς δίδει ἔγγραφο διαζυγίου, γιά νά ἔχει δικαίωμα αὐτή νά ἐπανέλθει στό πατρικό της σπίτι ἤ καί νά κάνει δεύτερο γάμο χωρίς νά θεωρηθεῖ ὡς διεφθαρμένη»45.

3. Ἀτεκνία, παρθενία καί πρότυπο ἔνθεου γάμου στήν Παλαιά Διαθήκη

Ἐάν ἡ τεκνογονία ἀποτελοῦσε ὕψιστη εὐλογία τοῦΘεοῦ πρός τόν ἄνθρωπο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἡ ἀτεκνία ἐχαρακτηρίζετο ὄνειδος. Αὐτό συνέβαινε, διότι ἡ γέννηση παιδιῶν καί δή ἀγοριῶν ἐσυνδέετο ἀφενός μέν μέ τήν ἐπιβίωση τοῦ Ἰσραήλ ἔναντι τῶν ἐχθρῶν του καί ἀφετέρου μέ τή γέννηση τοῦΜεσσία46. Ὡς ἐκ τούτων μιά στεῖρα γυναῖκα δέν συνέβαλε στήν ἐκπλήρωση τῶν ὡς ἄνω προσδοκιῶν. Ἔτσι ἐξηγεῖται ἡ κραυγή καί ἡ ὀδύνη τῆς Ραχήλ πρός τον Ἰακώβ: «Δός μοι τέκνα, εἰ δέ μή τελευτήσω ἐγώ»47. Ἡ ἴδια μετά τή λύση τῆς ἀτεκνίας της διακηρύσσει: «Ἀφεῖλεν ὁ Θεός μου τό ὄνειδος»48.

Τή λέξη «ὄνειδος» χρησιμοποιεῖ καί ἡ Ἐλισάβετ μετά τή σύλληψη τοῦ υἱοῦ της ἐκφράζουσα τήν εὐγνωμοσύνη της πρός τόν Κύριον λέγουσα: «οὕτω μοι πεποίηκεν ὁ Κύριος ἐν ἡμέραις αἷς ἐπεῖδεν ἀφελεῖν τό ὄνειδός μου ἐν ἀνθρώποις»49. Ὁ Εὐθύμιος Ζιγαβηνός σχολιάζοντας τά λόγια τῆς Ἐλισάβετ σημειώνει: «Παρ’ Ἑβραίοις μέν γάρ ὄνειδος ἦν ἡ ἀκαρπία τοῦ σώματος, οἷα σωματικοτέροις. παρά δέ Χριστιανοῖς ὄνειδος ἡ ἀκαρπία τῆς ψυχῆς, οἷα πνευματικοτέροις»50.

Ἡ παρθενία τῆς γυναίκας στήν Παλαιά Διαθήκη θεωρεῖται τιμή για τήν κόρη καί ὅποια τήν διαφυλάσσει ἀπολαμβάνει τό σεβασμό ἀπό ὅλους. Στό βιβλίο τῆς Γενέσεως διαβάζομε γιά τή Ρεβέκκα: «Παρθένος ἦν, ἀνήρ οὐκ ἔγνω αὐτήν»51. Σέ ἄλλο ἁγιογραφικό κείμενο ἐκτίθεται ἡ ἀγωνία τοῦ πατέρα πού ἔχει γεννήσει κορίτσι, ἐξαιτίας τῶν κινδύνων πού ἀντιμετωπίζει· «θυγάτηρ πατρί ἀπόκρυφος ἀγρυπνία καί μέριμνα αὐτῆς ἀφιστᾶ ὕπνον· ἐν νεότητι αὐτῆς μήποτε παρακμάσῃ καί συνῳκηκυῖα, μήποτε μισηθῇ· ἐν παρθενίᾳ μήποτε βεβηλωθῇ καί ἐν τοῖς πατρικοῖς αὐτοῖς ἔγκυος γένηται»52. Μάλιστα σέ περίπτωση βιασμοῦ παρθένου κόρης τό Δευτερονόμιο προέβλεπε αὐστηρές συνέπειες53 γιά τόν βιαστή.

Ἡ ἀξία τῆς ἁγνῆς κόρης φαίνεται ἀκόμα ἀπό τό γεγονός ὅτι ὁ Ἀρχιερεύς δέν μποροῦσε νά λάβει ὡς σύζυγό του κάποια πού δέν ἦταν παρθένος. Τό Λευϊτικόν προέβλεπε: «Οὗτος γυναῖκα παρθένον ἐκ τοῦ γένους αὐτοῦ λήψεται· χῆραν δέ καί ἐκβεβλημένη και βεβηλωμένην καί πόρνην, ταύτας οὐ λήψεται, ἀλλ’ ἤ παρθένον ἐκ τοῦ λαοῦ αὐτοῦ λήψεται γυναῖκα»54. Ἐπίσης ὁ προφήτης Ἱεζεκιήλ τονίζει τήν ἀνάγκη ὅσοι ὑπηρετοῦν τό Θεό νά λαμβάνουν ὡς σύζυγό τους εἴτε παρθένο εἴτε χήρα γυναίκα ἱερέως: «Καί χήραν καί ἐκβεβλημένην οὐ λήψονται ἑαυτοῖς εἰς γυναῖκα ἀλλ’ ἤ παρθένον ἐκ τοῦ σπέρματοςἸσραήλ καί χήρα ἐάν γένηται ἐξ ἱερέως, λήψονται»55. Παράληλα μέ τήν προβολή τῆς παρθενίας καταδικάζεται ἀπερίφραστα ἡ πορνεία56, ἡ μοιχεία57, ὁ γάμος μεταξύ στενῶν συγγενῶν58, ὅμως ἐπίσης ὁ γάμος μέ μέλη ἄλλης φυλῆς59 ἤ μέ ἀνθρώπους ἄλλης πίστεως60.

Ἐπιπροσθέτως ἐξυμνοῦνται οἱ ἀρετές τῆς γυναίκας συζύγου καί ἰδιαιτέρως ἡ ἀνδρεία61 καί ἡ ἀγαθότητα62. Πρότυπο κορυφαῖο εὐλογημένου γάμου στήν Παλαιά Διαθήκη ἀνευρίσκομε ἕνα, στά πρόσωπα τοῦ Τωβία καί τῆς Σάρρας63, τῶν ὁποίων ὁ γάμος ἐκτίθεται στό βιβλίο Τωβίτ. Κατά τόν Σταῦρο Καλαντζάκη, καθηγητή τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Α.Π.Θ., «ἐνδιαφέρουσα εἶναι ἡ διδασκαλία τοῦ βιβλίου (Τωβίτ) γιά τόν ἰουδαϊκό γάμο. Αὐτός θεωρεῖται ὡς ἱερά ἕνωση, πού στηρίζεται στήν ἁγνή ἀγάπη καί ἀρχίζει μέ τήν προσευχή… Ὁ ἄνθρωπος πού ἔχει ὑψηλό προορισμό, πρέπει νά προσέρχεται στό γάμο μέ καθαρή συνείδηση. Διότι ὁ κύριος σκοπός του δέν εἶναι αἰσθησιακός ‘‘οὐ πορνείαν ἐγώ λαμβάνω τήν ἀδελφήν μου ταύτην, ἀλλ’ ἐπ’ ἀληθείας’’ εἶναι πρωτίστως ἡ τεκνογονία. Ἐκεῖνοι πού καταχρῶνται τήν ἱερότητα τοῦ γάμου, περιέρχονται στήν κυριότητα τοῦ πονηροῦ δαίμονα. Οἱ σύζυγοι ὀφείλουν νά διανύσουν μαζί τό δρόμο τῆς ζωῆς τους μέχρι τά βαθιά γηρατειά, ἐπικαλούμενοι διαρκῶς τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ»64.

Ἀξιοσημείωτο εἶναι ἐπίσης ὅτι στό γάμο τοῦ Τωβία καί τῆς Σάρρας συναντοῦμε τόν Πατέρα του νά τόν παρακινεῖ νά ἐπιλέξει65 ὁ ἴδιος τή γυναίκα τῆς ἀρεσκείας του, φυσικά μέσα ἀπό τή φυλή του, γεγονός πού τίς περισσότερες φορές καταστρατηγεῖται, διότι τό λόγο τῆς ἐκλογῆς συζύγου ἔχουν ἀποκλειστικά οἱ γονεῖς.

4. Τελετή καί ἔθιμα γάμου στήν Παλαιά Διαθήκη

Καταρχάς θά πρέπει νά προτάξουμε ὅτι προχριστιανικά ὁ γάμος δέν εὐλογεῖται ἀπό τό ἱερατεῖο, ἀλλά ἀπό τόν πατέρα66, μέ ἄλλα λόγια τό τυπικό του δέν περιελάμβανε ἱερολογία67, μιά καί χαρακτηριζόταν σάν ἕνα γεγονός τῆς οἰκογένειας. Τῆς εὐλογίας τοῦ Πατέρα προηγεῖτο ὁ ἀρραβῶνας, ὁ ὁποῖος ἔδιδε τό δικαίωμα στόν ἀρραβωνιασμένο ἤ τό νεόνυμφο νά μήν στρατευθεῖ γιά ἕνα χρόνο68. Γιά τά ἐπισφραγισθεῖ ἡ ἀποδοχή τοῦ γάμου καί ἀπό τίς δύο πλευρές, ἐδίδετο δακτυλίδι69, ὡς στοιχεῖο ἐγγύησης. Στό πλαίσιο τοῦ ἀρραβῶνος γινόταν ὁ ἀσπασμός τῆς νύφης ἀπό τό γαμπρό70, ἡ γνωριμία τῶν οἰκογενειῶν μεταξύ τους71, ἡ ἐπίδοση δώρων72 στή νύφη καί τούς συγγενεῖς της, ἡ χρηματική εἰσφορά73 ἀπό τό μνηστήρα στόν Πατέρα τῆς νύφης καί ἡ παράθεση κοινῆς βρα- δυνῆς τράπεζας74.

Κεντρική θέση κατεῖχε ὅπως ἤδη ἀναφέραμε ἡ «εὐλογία» τοῦ γάμου ἀπό τόν Πατέρα, ἡ ἀνταλλαγή εὐχῶν, συμβουλῶν ἐκ μέρους τῶν γονέων. Μερικές φορές συντασσόταν καί γαμήλιο συμβόλαιο75, ἐνῶ διδόταν μεγάλη ἔμφαση στά ἔθιμα τοῦ γάμου, τά ὁποῖα διαρκοῦσαν εἴτε ἑπτά76 εἴτε δεκατέσσερις77 ἡμέρες. Κατά τόν Παναγιώτη Σκαλτσῆ, «τελετάρχης τοῦ γάμου ἦταν ὁ παράνυμφος, νυμφαγωγός, ἀφοῦ αὐτός ἦταν ὁ προξενητής κι αὐτός πού συνόδευε τή νύφη κατά τή μετάβασή της στό σπίτι τοῦ συζύγου της. Ἦταν ὁ φίλος τοῦ νυμφίου. Οἱ γαμήλιες δέ γιορτές γίνονταν μέ πολλή μεγάλη τάξη. Τή μέρα τοῦ γάμου ἡ νύφη λουσμένη, στολισμένη μέ κοσμήματα καί σκεπασμένη μέ κάλυμμα, μέ τούς συγγενεῖς καί τό χορό τῶν παρθένων, ὑποδεχόταν τό μέλλοντα σύζυγό της πού μέ τή συνοδεία τῶν φίλων του καί ἀναμμένες λαμπάδες ἐρχόταν συνήθως βράδυ, λόγῳ κυρίως τῶν μεγάλων ἀποστάσεων. Μέ τήν εἴσοδο τοῦ νυμφίου καί τῶν καλεσμένων στό σπίτι τῆς νύφης ἔκλεινε ἡ πόρτα καί ἄρχιζε ἡ γαμήλια τελετή πού περιελάμβανε τήν ἐναπόθεση τῶν στεφάνων στό κεφάλι τῶν συζευγνυμένων, τραγούδια ἀγάπης, πού ἔψελναν οἱ φίλες τῆς νύφης καί ὑμνοῦσαν τά πρόσωπα τῶν δύο συζύγων, καί τό γαμήλιο γεῦμα, κατά τή διάρκεια τοῦ ὁποίου δίδονταν οἱ γαμήλιες εὐχές, οἱ ὁποῖες εἶχαν καί τό χαρακτήρα τῆς συμμαρτυρίας τοῦ λαοῦ, ὅπως φαίνεται στό γάμο τῆς Ρούθ»78. Ὁ ἴδιος καθηγητής διαχωρίζει τό γάμο τοῦ Τωβία ἀπό τούς λοιπούς, ἐκθέτοντας τό τυπικό του καί ὑπογραμμίζοντας τή σημασία του ὡς ἑξῆς:

«Σύμφωνα μέ τό βιβλικό κείμενο τό τυπικό τοῦγάμου τοῦ Τωβία μέ τή Σάρρα περιλαμβάνει 1) τήν παράδοση τῶν χειρῶν, 2) τούς λόγους τῆς εὐλογίας, ὅπου διαφαίνεται ἕνα εἶδος ἱερολογίας ἀπό τόν πατέρα ἀρχηγό τῆς οἰκογένειας, ἀλλά καί ‘‘λειτουργό’’ πολλῶν θρησκευτικῶν καί τελετουργικῶν πράξεων πού πραγματοποιοῦνταν στό σπίτι καί μακριά ἀπό τό ναό, 3) τή σύνταξη καί σφράγιση τοῦ συμβολαίου, 4) τό δεῖπνο, 5) τίς εὐχές τῶν γονέων, 6) τή μεταγαμήλιο προσευχή καί δοξολογία τῶν νεονύμφων καί 7) τή, μετά ἀπό δεκατέσσερις μέρες παραμονῆς στό σπίτι τοῦ πενθέρου, μεταφοράτῆς νύφης στό σπίτι τοῦ συζύγου της. Ἡ μεταφορά αὐτή εἶναι ἀπό τά σημαντικότερα στοιχεῖα τῆς γαμήλιας τελετῆς. Ἡ ἀναχώρηση τῆς νύφης συνοδεύεται μέ τήν παραλαβή τῶν ὑπαρχόντων της καί τίς εὐχές τῶν δικῶν της νά ἔχουν στή ζωή τους οἱ νεόνυμφοι τήν εὐλογία τοῦ Θεοῦ καί τήν εὐτυχία τῶν ἀπογόνων»78.

Συγκρίνοντας συνοπτικά τά προαναφερθέντα μέ τό πνεῦμα τοῦ γάμου πού βιώνουμε στήν Καινή Διαθήκη, παρατηροῦμε ὅτι στή νέα Διαθήκη ὁ γάμος ἐξυψώνεται σέ μυστήριον. Ὁ Ἰησοῦς Χριστός εὐλογεῖ ἐκ Κανᾷ τῆς Γαλιλαίας τήν ἕνωση δύο ἀνθρώπων καί συμμετέχει στό τραπέζι ὡς προσκεκλημένος μέ τή μητέρα του. Μεταβάλλει τό νερό σέ κρασί καί ἐκπλήσσει τούς γαμηλιῶτες.  Καί ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης σημειώνει: «Ταύτην ἐποίησε τήν ἀρχήν τῶν σημείων ὁ Ἰησοῦς ἐν Κανᾷ τῆς Γαλιλαίας καί ἐφανέρωσε τήν δόξαν αὐτοῦ, καί ἐπίστευσαν εἰς αὐτόν οἱ μαθηταί αὐτοῦ»80. Ὁ Ἀπόστολος τῶν ἐθνῶν Παῦλος τονίζει ὅτι «τό μυστήριον τοῦτο μέγα ἐστίν, ἐγώ δέ λέγω εἰς Χριστόν καί εἰς τήν ἐκκλησίαν»81.

Ἡ Ἐκκλησία μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου ἀπεδέχθη τόν «ὁρισμόν τοῦ Ρωμαίου νομοδιδασκάλου Μοδεστίνου: «Γάμος ἐστίν ἀνδρός καί γυναικός συνάφεια, συγκλήρωσις τοῦ βίου διά παντός, θείου τε καί ἀνθρωπίνου δικαίου κοινωνία». Εἰς τόν ὁρισμόν αὐτόν διακρίνονται τρία στοιχεῖα τῆς ἐννοίας τοῦ γάμου:
1. Τό φυσικόν στοιχεῖον, δηλαδή ἡ συζυγική ἕνωσις ἀνδρός καί γυναικός.
2. Τό ἠθικόν στοιχεῖον, δηλαδή ἡ πλήρης καί ἀδιάλειπτος συμβίωσις ἀνδρός καί γυναικός δι’ ὅλου τοῦ βίου.
3. Τό θρησκευτικόν στοιχεῖον, ἐν τῷὁποίῳ ἡ πλήρης κοινωνία παντός ὅ,τι ἀφορᾶ εἰς τήν θρησκείαν καί τό δίκαιον»82. Ἔτσι τό πνεῦμα τοῦ νόμου ὑποχωρεῖ καί παίρνει τή θέση του ἡ χάρις τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἐντός τοῦ νέου πλαισίου, τά πρόσωπα τῶν νυμφευομένων βιώνουν τήν ἐλευθερία τῶν προσώπων, ζοῦν τήν ἐν Θεῷ συζυγία τους ἀληθινά, πέρα καί πάνωἀπό σκιές, σύμβολα, τύπους.

Χαρακτηριστική εἶναι ἡἄποψη τοῦ Διδύμου Τυφλοῦ: «Πρό τῆς τοῦ Σωτῆρος ἐπιδημίας, τοῦ ἄραντος τήν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου, ἅπαντες οἱ ἄνθρωποι, ὥσπερ τά ἄλλα μετά κακίας ἔπραττον, οὕτω καί τόν γάμον ἁμαρτητικῶς εἶχον… Ἀλλ’ ἐπιδημήσαντος τοῦ Σωτῆρος, ὡς ἀπό τῶν ἄλλων πραγμάτων ἀφαίρεσις ἁμαρτίας γέγονεν, οὕτω καί ἀπό τοῦ γάμου»83.

5. Ἐπιλεγόμενα

Μετά τή σύντομη αὐτή παρουσίαση, θεωροῦμε δόκιμο νά καταθέσουμε καταρχάς εὐχαριστία ἔνθερμη στό θεσμοθέτη τοῦ γάμου, πού κατά τόν Ἀστέριο Ἀμασείας εἶναι ὁΘεός. «Πρῶτος νυμφοστόλος ἐστίν ὁ δημιουργός, τούς πρωτοπλάστους ἀνθρώπους γαμικῷ συζεύξας δεσμῷ»84. Ἐν συνεχείᾳ νά δοξάσουμε τόν μονογενῆ Υἱό τοῦ Πατρός, ὁ ὁποῖος εὐλόγησε ἐν Κανᾷ τῆς Γαλιλαίας τόν γάμον καί τόν ἀνέδειξε σέ μέγα μυστήριον. Μάλιστα ὁ Γρηγόριος Θεολόγος ὡς Ἱεράρχης ἔνθεος, θεωρεῖ τόν ἑαυτό του «συναρμοστή καί νυμφόστολο» τοῦ Κυρίου, ὁ ὁποῖος ἐτίμησε τήν ἀνθρώπινη συζυγία. «Ἐμός ὁ κίνδυνος, ἐγώ τούτου συναρμοστής, ἐγώ νυμφοστόλος… Μιμήσομαι Χριστόν τόν καθαρόν νυμφαγωγόν καί νυμφίον, ὅς καί θαυματουργεῖ γάμῳ καί τιμᾷ συζυγίαν τῇ παρουσίᾳ»85.

Κατανοοῦμε λοιπόν πόσο εὐεργετημένοι εἴμεθα ἀπό τό δημιουργό καί πόσο ὀφείλομε νά βιώνουμε σέ βάθος τό μυστήριο τοῦ γάμου, τό ὁποῖο ὡς ἔσχατο καρπό δίδει τήν ἐν Χριστῷ τελείωση, τήν κοινωνία τοῦ Παναγίου Πνεύματος καί θέτει τίς προϋποθέσεις γιά διαρκῆ μετοχή στόν ἐπουράνιο νυμφῶνα.

Ἀποστόλου Ν. Μπουρνέλη,
Ἀν. Καθηγητοῦ Α.Ε.Α.Η. Κρήτης

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

1. Γεν. Α΄, 26 Βλ. καί Μεγάλου Ἀθανασίου, Κατά Ἑλλήνων 2, PG 25, 5. Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Εἰς Γένεσιν Ὁμιλ. Η΄, 2 PG 53, 71. Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, Περί τῆς τοῦΚυρίου ἐνανθρωπήσεως Α΄, PG75, 1420. Πρβλ. καί Σακελάρη Κ., «Πατερική ἐξύψωσις τοῦ ἀνθρώπου ὡς κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωσιν Θεοῦ», ἐν «Ἀπόψεις Χριστιανικῆς Ἀνθρωπολογίας» Θεσσαλονίκη 1970, σσ. 116-124. Πατρώνου Γ., Θεολογία καί ἐμπειρία τοῦ γάμου, Στοιχεῖα γιά μιά ὀρθόδοξη βιβλική ἀνθρωπολογία, ἔκδ. Δόμος, Ἀθήνα 1992, σ. 233.
2. Γέν. Α΄, 27 Βλ. καί Ματθ. ΙΘ΄, 4. Πρβλ. καί Α΄ Κορ. ΙΑ΄, 11. Περισσότερα Βλ. Μπουρνέλη Ἀ., «Ἡ σχέση ἀνάμεσα στά δύο φῦλα κατά τούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας», Κοι- νωνία 42 (1999) 391-398.
3. Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Ὁμιλία λεχθεῖσα ἐν τῷΝαῷ τῆς Ἁγίας Εἰρήνης 3, PG63, 488 «Γυνή γάρ καί ἀνήρ ἐν μέν τοῖς σωματικοῖς εἰσι διηρημένοι, ἐπί δέ τῶν παλαισμάτων τῆς εὐσεβείας κοινόν τό στάδιον, κοινά τά παλαίσματα» Θεοδωρήτου Κύρρου, Εἰς τήν Γένεσιν 20, PG80, 108C «Καί τό ἄρρεν ἐν ἀνθρώποις, καί τό θῆλυ, κατά τε τό σῶμα καί τήν ψυχήν, τῆς αὐτῆς εἴληχε φύσεως».
4. Μεγάλου Βασιλείου, Εἰς τόν Α΄ ψαλμόν 3, PG29, 216 «Μία γάρ ἀρετή ἀνδρός καί γυναικός, ἐπειδή καί ἡ κτίσις ἀμφοτέροις ὁμότιμος, ὥστε καί ὁ μισθός ὁ αὐτός ἀμφοτέροις». Γρηγορίου Νύσσης, Περί τῶν προγεγονότων τῆς τοῦ ἀνθρώπου γενέσεως, PG44, 185Α «ἡ γυνή ἔχει τό κατ’εἰκόνα Θεοῦ γεγενῆσθαι ὡς καί ὁ ἀνήρ ὁμοίως. Ὁμότιμοι αἱ φύσεις, ἴσαι αἱ ἀρεταί, ἆθλα ἴσα, ἡ καταδίκη ὁμοία». Γρηγορίου Θεολόγου, Λόγ. ΛΖ΄, 6 PG36, 289BC, «Εἷς ποιητής ἀνδρός καί γυναικός, εἷς χοῦς ἀμφότεροι, εἰκών μία, νόμος εἷς, θάνατος εἷς, ἀνάστασις μία» Βασιλείου Σελευκείας, Εἰς τόν Ἀδάμ Β΄, 4 PG85, 44Α. «Ἰσότιμον διαπλάσωμεν ἄνθρωπον, ἴσην αὐτῷ κατά τήν δόξαν συζεύξωμεν, μή λειπέσθω κατά τήν ὁμοτιμίαν τό γύναιον, ἵνα μή νόθῳ γένῃ καθυβρίζει τά γινόμενα. ἴσος γάρ ἀληθῶς ἀνδράσι καί γυναιξί τῆς εὐσεβείας ὁ λογισμός καί ἴσον ἐν ἀλλήλοις τῆς ἀρετῆς τό στάδιον ἥπλωται».
5. Γρηγορίου Νύσσης, Λόγος Κατηχητικός ὁ μέγας 5, PG45, 21. Βλ. καί Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Λόγος παραινετικός πρός Σταγείριον ἀσκητήν δαιμονῶντα, 1, PG47, 427. «Καί μυρίων αὐτόν ἐμπλήσας ἀγαθῶν τόν μικρόν ἐκεῖνον καί εὐτελῆ τοσούτοις ἔργοις ἐπέστησε τοῦτο αὐτόν ἀποφήνας ἐπί τῆς γῆς, ὅπερ ἐστιν οὗτος ἐν τοῖς οὐρανοῖς».
6. Γέν. Α΄, 28.
7. Γέν Β΄, 23. Βλ. καί Βάντσου Χ., Ὁ γάμος καί ἡ προετοιμασία αὐτοῦ ἐξ ἐπόψεως ὀρθοδόξου Ποιμαντικῆς, Ἀθῆναι 1977, σσ. 19-20.
8. Γέν. Β΄, 24. Βλ. καί Μπουρνέλη Ἀ., «Γάμος καί Μοναχισμός στόν Ἱερό Χρυσόστομο», Γρηγόριος Παλαμᾶς 91 (2008) 1-12.
9. Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Εἰς Ματθαῖον Ὁμιλ. ΞΒ΄, 1, PG58, 597.
10. Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Εἰς Γένεσιν Ὁμιλ. ΜΕ΄, 3 PG
54, 416 «Τοῦτο γάρ ἀληθές συνοικέσιον, ὅταν τοσαύτη ἐν
αὐτοῖς πολιτεύεται συμφωνία, ὅταν τοσοῦτος ᾖ ὁ σύνδε-
σμος, ὅταν οὕτως ὦσι τῇ ἀγάπῃ συνεσφιγμένοι».
11. Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Εἰς Κολοσσαεῖς Ὁμιλ. ΙΒ΄,
5 PG62, 387.
12. Αὐτόθι, σ. 386.
13. Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Περί τοῦ ποίας δεῖ ἄγεσθαι γυναῖκας 3, PG51, 229. Βλ. καί Θεοδωρήτου Κύρρου, Εἰς Ἐφεσίους Ὁμιλ. Ε΄, PG82, 548. Προκοπίου Γαζαίου, Εἰς Γένεσιν ἑρμηνεία, PG87, 177Α. Θεοφίλου Ἀντιοχείας, Πρός Αὐτόλυκον Β΄, 28, ΒΕΠΕΣ 5, 40. Μεθοδίου Ὀλύμπου, 11, ΒΕΠΕΣ 18, 22. Σεραπίωνος Θμούεως, Εὐχολόγιον 48, ΒΕΠΕΣ 43, 61. Πρβλ. καί Bainton R., Sex, Love and Marriage, A Critical Survey, London 1964, p.24.
14. Καρμίρη Ἰ., «Γάμος», ΘΗΕ4, 206. Βλ. καί Τρεμπέλα Π., Δογματική Τόμ. Γ΄, Ἀθῆναι 1961, σ. 320.
15. Μπρατσιώτου Ν., Ἀνθρωπολογία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης Ι, Ὁἄνθρωπος ὡς θεῖον δημιούργημα, ἐν Ἀθήναις 1983, σσ. 38, 269-270.
16. Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Εἰς τόν Η΄ Ψαλμόν 8, PG55, 113.
17. Γέν. 3, 17-19. Ἰωάννου Χρυσοστόμου. Εἰς Γένεσιν Ὁμιλ. ΙΖ΄, 9, PG53, 146. Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Πνευματικά Γυμνάσματα, ἔκδ. Β. Ρηγόπουλος, Θεσσαλονίκη 1971, σ. 251.
18. Μαξίμου Ὁμολογητοῦ, Πρός Θαλάσσιον, PG90, 269.
19. Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Εἰς Γένεσιν Ὁμιλ. ΙΣΤ΄, 6, PG53, 134 καί Ὁμιλ. ΙΗ΄, 3, PG53, 151. Εἰς Α΄ Κορινθίους Ὁμιλ. Θ΄, 1, PG60, 76. Περί Παρθενίας 14, PG48, 544. Θεοφίλου Ἀντιοχείας, Πρός Αὐτόλυκον Β΄, 27, PG6, 1093 – 1094. Τατιανοῦ, Πρός Ἕλληνας 7, PG6, 820. Βλ. καί Lossky V., Ἡ μυστική θεολογία τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας, Θεσ/νίκη 1973, σ.142. Σιώτου Μ. «Γάμος», ΘΗΕ4, 198.
20. Γέν. ΙΘ΄, 14.
21. α) ἐξιλασμός Ἀριθμ. ΛΑ΄, 50. «Καί προσενηνόχαμεν τῷ δῶρον κυρίῳ, ἀνήρ ὅ εὗρεν σκεῦος χρυσοῦν, χλιδῶνα καί ψέλιον καί δακτύλιον…ἐξιλάσασθαι περί ἡμῶν ἔναντι κυρίου». β) σύμβολο δύναμης καί ἰσχύος. Γέν. ΜΑ΄, 42 –43. «Καί περιελόμενος Φαραώ τόν δακτύλιον ἀπό τῆς χειρός αὐτοῦ περιέθηκεν αὐτόν ἐπί τήν χεῖρα Ἰωσήφ. καί κατέστησεν αὐτόν ἐφ’ ὅλης τῆς γῆς Αἰγύπτου». Βλ. καί Ἐσθήρ Γ΄,1.Η΄,2 Α΄Μακ. ΣΤ΄, 15. γ) σύμβολο δόξας Δανιήλ ΣΤ΄, 17, 26 «Καί ἤνεγκεν λίθον καί ἐπέθηκαν ἐπί τό στόμα τοῦ λάκκου, καί ἐσφραγίσατο ὁβασιλεύς ἐν τῷ δακτυλίῳ αὐτοῦ καί ἐν τῷ δακτυλίῳ τῶν μεγιστάνων αὐτοῦ, ὅπως μή ἀλλοιωθῇ πρᾶγμα ἐν τῷΔανιήλ…ἐκ προσώπου μου ἐτέθη δόγμα τοῦτο ἐν πάσῃ ἀρχῇ τῆς βασιλείας μου εἶναι τρέμοντας καί φοβουμένους ἀπό προσώπου τοῦΘεοῦ Δανιήλ, ὅτι αὐτός ἐστι Θεός ζῶν καί μένων εἰς τούς αἰῶνας, καί ἡ βασιλεία αὐτοῦ οὐ διαφθαρήσεται, καί ἡ κυριεία αὐτοῦ ἕως τέλους». δ) σύμβολο ἀναγνώρισης, Γέν. ΛΗ΄, 17-18 «Ὁ δέ εἶπεν. ἐγώ σοι ἀποστελῶ ἔριφον αἰγῶν ἐκ τῶν προβάτων μου, ἡ δέ εἷπεν. ἐάν δῷς μοι ἀρραβῶνα ἕως τοῦ ἀποστεῖλαι σε. Ὁ δέ εἶπε· τίνα τόν ἀρραβῶνα σοι δώσω; ἡ δέ εἶπε τόν δακτύλιόν σου καί τόν ὁρμίσκον, καί τήν ράβδον τήν ἐν τῇ χειρί σου. καί ἔδωκεν αὐτῇ, καί εἰσῆλθε πρός αὐτήν, καί ἐν γαστρί ἔλαβεν ἐξ αὐτοῦ». ε) ἐπιβεβαίωση γαμηλίου δεσμοῦ, Τερτυλλιανοῦ, Apologia, 6, PL 1, 30A. «Digito quem sponsum oppignerasset pronubo annulo». Βλ. καί Σκαλτσῆ Π., Λειτουργικές Μελέτες (Ι), ἔκδ. Π. Πουρναρᾶ ,Θεσ/νίκη 1999, σσ. 102 – 107. Μπουρνέλη Ἀ., «Τό δακτυλοθέσιον τοῦ ἀρραβῶνος», Ὀρθόδοξο Μήνυμα 1(1999) 18-19 καί 2 (2000) 14-15.
22. Ἆσμα Ἀσμάτων Γ΄, 11. «Ἐν τῷ βασιλεῖ Σολομών ἐν τῷ στεφάνῳᾧἐστεφάνωσεν αὐτόν ἡ μήτηρ αὐτοῦ ἐν ἡμέρᾳ νυμφεύσεως αὐτοῦ». Βλ. καί Σοφία Σολομῶντος Δ΄, 2. Ἰου- δίθ Γ΄, 7. Mπουρνέλη Ἀ., «Οἱ Στέφανοι τοῦ γάμου» Ὀρθόδοξο Μήνυμα 10 (2000) 23-24 καί 15 (2001) 10-11.
23. Βλ. περίπτωση τοῦ Ἰσαάκ, ὅταν ἔλαβε ὡς γυναῖκα του τή Ρεββέκα καί ὁ δοῦλος τοῦ Ἀβραάμ προσέφερε τά σχετικά δῶρα. Γέν. ΚΔ΄, 53. «Καί ἐξενέγκας ὁ παῖς σκεύη ἀργυρᾶ καί χρυσᾶ καί ἱματισμόν ἔδωκεν Ρεβέκκᾳ καί δῶρα ἔδωκεν τῷ ἀδελφῷ αὐτῆς καί τῇ μητρί αὐτῆς».
24. Γέν. ΚΔ΄, 20. «Ἦν δέ Ἰσαάκ ἐτῶν τεσσαράκοντα, ὅτε ἔλαβε τήν Ρεββέκαν…ἑαυτῷ εἰς γυναῖκα».
25. Γέν. ΜΑ΄, 45. «Καί ἐκάλεσε Φαραώ τό ὄνομα Ἰωσήφ… καί ἔδωκεν αὐτῷ τήν Ἀσεννέθ… αὐτῷ εἰς γυναῖκα».
26. Γέν. ΣΤ΄, 18. «Οὐ καί οἱ υἱοί σου καί ἡ ζωή σου καί αἱ γυναῖκες τῶν υἱῶν αὐτοῦ». Βλ. καί Γέν. Ζ΄, 7. «Εἰσῆλθε Νῶε καί οἱ υἱοί αὐτοῦ καί ἡ γυνή αὐτοῦ καί αἱ γυναῖκες τῶν υἱῶν αὐτοῦ». Γέν. 8, 18. «Ἐξῆλθε Νῶε καί ἡ γυνή αὐτοῦ καί οἱ υἱοί αὐτοῦ καί αἱ γυναῖκες τῶν υἱῶν αὐτοῦ».
27. Βαγιανοῦ Γ., «Ἡ πολυγαμική νοοτροπία (θεολογική καί κοινωνο-παιδαγωγική προσέγγιση ὡς συμβολή στήν ἀγωγή τῆς οἰκογένειας», Γρηγόριος ὁΠαλαμᾶς 75(1992) 730.
28. Καϊμάκη Δ., Οἱ θεσμοί τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἔκδ. Simbo, Θεσ/νίκη 2000, σσ. 39, 40, 41.
29. Γέν. ΙΣΤ΄, 1 – 4. Βλ. καί Τρεμπέλα Π., Οἱ τρεῖς Πατριάρχαι, ἔκδ. Σωτήρ, Ἀθῆναι 1964, σ. 96. Τσουλκανάκη Ν. Ἡἀσκητική τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, Θεσ/νίκη 1996, σσ. 92- 94.
30. Γέν. Λ΄, 3-5. Βλ. καί Μπουρνέλη Ἀ., Ἡ θέση τῆς γυναίκας στήν Ἐκκλησία κατά τόν Ἱερόν Χρυσόστομον, Ἡράκλειο Κρήτης 2004, σσ. 51-54.
31. Διδύμου Ἀλεξανδρέως, Εἰς τήν Γένεσιν, ΒΕΠΕΣ 50, 164. Βλ. καί Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Εἰς Γένεσιν Ὁμιλ. ΛΗ΄, 1 PG53, 351.
32. Δευτ. ΚΑ΄, 15-17.
33. Καϊμάκη Δ., Οἱ θεσμοί…, ἔνθ. ἀνωτ. σσ. 41-42.
34. Σκαλτσῆ Π., Γάμος καί θεία λειτουργία, ἔνθ. ἀνωτ., Π. Πουρναρᾶ, Θεσ/νίκη 1998, σ. 85. Βλ. καί Βασιλείου Ἄγκυρας, Περί τῆς ἐν παρθενίᾳ ἀληθοῦς ἀφθορίας ΝΕ΄, PG30, 780ΑΒ. Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Εἰς τήν Γένεσιν ΝΣΤ΄, 3, PG54, 489.
35. Δευτ. ΚΕ΄, 5-10.
36. Καϊμάκη Δ., Οἱ θεσμοί…ἔνθ. ἀνωτ. σ. 62. Βλ. καί Σιμωτᾶ Π., Ἀπό τόν κόσμον τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, Θεσ/νίκη 1973, σ. 73. Βάντσου Χ., Ἐπιστήμη τοῦ γάμου, Τεῦχος Α΄, Θεσ/νίκη 2004, σ. 27.
37. Γέν. ΛΗ΄, 6-7.
38. Ρούθ. Δ΄, 5-10, 17.
39. Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Εἰς Γένεσιν ΞΒ΄, 1, PG54, 533.
40. Σκαλτσῆ Π., Γάμος…ἔνθ. ἀνωτ., σ. 91. Βλ. καί Ἔξοδ. ΚΒ΄, 16 «Ἐάν δέ ἀνανεύων ἀνανεύσῃ καί μή βούληται ὁ πατήρ αὐτῆς δοῦναι αὐτήν αὐτῷ γυναῖκα ἀργύριον ἀποτείσει τῷ πατρί καθ’ ὅσιν ἐστίν ἡ φερνή τῶν παρθένων».
41. Κριτές ΚΑ΄, 20-21. «Καί ἐνετείλαντο τοῖς υἱοῖς Βενιαμίν λέγοντες. Διέλθατε καί ἐνεδρεύσατε ἐν τοῖς ἀμπελῶσιν. καί ἰδούὡς ἄν ἐξέλθωσιν αἱ θυγατέρες τῶν κατοικούντων Σηλώ ἐν Σηλώ χορεῦσαι ἐν χοροῖς, καί ἐξελεύσεσθε ἀπό τῶν ἀμπελώντων καί ἁρπάσετε ἀνήρ ἑαυτῷ γυναῖκα ἀπό τῶν θυγατέρων Σηλώ καί ἀπελεύσεσθε εἰς γῆν Βενιαμίν».
42. Γέν. ΚΘ΄, 20, 27. Καί ἐδούλευσεν Ἰακώβ περί Ραχήλ ἑπτά ἔτη, καί ἦσαν ἐναντίον αὐτοῦὡς ἡμέραι ὀλίγαι, παρά το ἀγαπᾶν αὐτόν αὐτήν… συντέλεσον οὖν τά ἕβδομα ταύτης, καί δώσω σοι καί ταύτην ἀντί τῆς ἐργασίας, ἧς ἐργᾶ παρ’ ἐμοί, ἔτι ἑπτά ἔτη ἕτερα».
43. Σοφ. Σειρ. ΚΕ΄, «Εἰ μή πορεύεται κατά χεῖρας σου, ἀπό τῶν σαρκῶν σου ἀπότεμε αὐτήν».
44. Δευτ. ΚΔ΄, 1 – 3. «Ἐάν δέ τίς λάβῃ γυναῖκα καί συνοικήσῃ αὐτῇ, καί ἔσται ἐάν μή εὕρῃ χάριν ἐναντίον αὐτοῦ, ὅτι εὗρεν ἐν αὐτῇ ἄσχημον πρᾶγμα, καί γράψει αὐτῇ βιβλίον ἀποστασίου καί δώσει εἰς τάς χεῖρας αὐτῆς καί ἐξαποστελεῖ αὐτήν ἐκ τῆς οἰκίας αὐτοῦ, καί ἀπελθοῦσα γένηται ἀνδρί ἑτέρω, καί μισήσῃ αὐτήν ὁ ἀνήρ ὁ ἔσχατος καί γράψει αὐτῇβιβλίον ἀποστασίου καί δώσει εἰς τάς χεῖρας αὐτῆς καί ἐξαποστελεῖ αὐτήν ἐκ τῆς οἰκίας αὐτοῦ, ἤ ἀποθάνῃ ὁ ἀνήρ ὁ ἔσχατος, ὅς ἔλαβεν αὐτήν ἑαυτῷ γυναῖκα».
45. Οἰκονόμου Χ., Ὁ γάμος ὡς θεσμός καί μυστήριο, ἔκδ. Λυδία, Θεσ/νίκη 1983, σ. 206. Βλ. καί Μούρτζιου Ἰ., Ἡ παλαιά Διαθήκη, ἔκδ. Π. Πουρναρᾶ, Θεσ/νίκη 1978, σ. 148.
46. Φωτίου Σ., Ὁ γάμος ὡς μυστήριο ἀγάπης κατά τήν Καινή Διαθήκη, ἔκδ. Ἁρμός, Ἀθήνα 1994, σ. 53.
47. Γέν. Λ΄, 1. Βλ. καί Τσουλκανάκη Ν., Ἡ ἀσκητική…, ἔνθ. ἀνωτ. σσ. 95-97.
48. Γέν. Λ΄, 23.
49. Λουκ. Α΄, 25. Βλ. καί ΣιμωτᾶΠ., Ἀπό τόν κόσμον…, ἔνθ. ἀνωτ. σσ. 71-72.
50. Εὐθυμίου Ζιγαβηνοῦ, Ἑρμηνεία τοῦ κατά Λουκᾶν Εὐαγγελίου, PG129, 865C.
51. Γέν. ΚΔ΄, 16.
52. Σοφ. Σειράχ ΜΒ΄, 9-10.
53. Δευτ. ΚΒ΄, 28-29. 
54. Λευϊτ. ΚΑ΄, 13-14.
55. Ἰεζεκιήλ ΜΔ΄, 22.
56. Δευτ. ΚΒ΄, 18-19.
57. Ἔξοδ. Κ΄, 14. Δευτ. ΚΒ΄, 22. Ἰώβ ΚΔ΄, 15.
58. Λευϊτ. ΙΗ΄, 14. Δευτ. ΚΓ΄, 1.
59. Γέν. ΚΔ΄, 3. ΚΘ΄, 12.19. Κριτ. ΙΔ΄, 3.
60. Ἔξοδ. ΛΔ΄, 15-16.
61. Παροιμ. ΙΒ΄, 4 «Γυνή ἀνδρεία στέφανος τῷ ἀνδρί αὐτῆς». Παροιμ. ΛΑ΄, 10 «Γυναῖκα ἀνδρείαν τίς εὑρήσει; τιμιωτέρα δέ ἐστίν λίθων πολυτελῶν ἡ τοιαύτη».
62. Παροιμ. ΙΗ΄, 22 «Ὅς εὗρεν γυναῖκα ἀγαθήν, εὗρεν χάριτας, ἔλαβεν δέ παρά Θεοῦ ἱλαρότητα. Ὅς ἐκβάλλει γυναῖκα ἀγαθήν, ἐκβάλλει τά ἀγαθά, ὁ δέ κατέχων μοιχαλίδα ἄφρων καί ἀσεβής». Σοφ. Σειρ. ΚΣΤ΄, 1-2 «Γυναικός ἀγαθῆς μακάριος ὁ ἀνήρ, καί ἀριθμός τῶν ἡμερῶν αὐτοῦ διπλάσιος. Γυνή ἀνδρεία εὐφραίνει τόν ἄνδρα αὐτῆς, καί τά ἔτη αὐτοῦ πληρώσει ἐν εἰρήνη».
63. Τωβίτ Η΄, 6-8.
64. Καλαντζάκη Σ., Εἰσαγωγή στήν Παλαιά Διαθήκη, ἔκδ. Π. Πουρναρᾶ, Θεσ/νίκη 2006, σσ. 498-499. Πρβλ. καί Ματσούκα Ν., Παλαιᾶς καί Καινῆς Διαθήκης, σημεῖα, νοήματα, ἀποτυπώματα, ἔκδ. Π. Πουρναρᾶ, Θεσ/νίκη 2002, σσ. 129 – 131. Βάντσου Χ., Ἐπιστήμη…, ἔνθ. ἀνωτ. σ. 24.
65. Τωβίτ Δ΄, 12. «Πρόσεχε σεαυτῷ, παιδίον, ἀπό πάσης πορνείας καί γυναῖκα πρῶτον λαβέ ἀπό τοῦ σπέρματος τῶν πατέρων σου. μή λάβῃς γυναῖκα ἀλλοτρίαν, ἥ οὐκ ἔστιν ἐκ τῆς φυλῆς τοῦ πατρός σου, διότι υἱοί προφητῶν ἐσμεν».
66. Τωβίτ. Ζ΄, 12. Βλ. καί Μούρτζιου Ἰ., ἩΠαλαιά…ἔνθ. ἀνωτ. σ. 148.
67. Σκαλτσῆ Π. Γάμος… ἔνθ. ἀνωτ. σ. 97. Βλ. καί Βέλλα Β., Ὁ ἰσραηλιτικός γάμος, Ἀθῆναι 1935, σ. 24.
68. Δευτ. Κ΄, 7. ΚΔ΄, 5.
69. Γέν. ΛΗ΄, 16-18.
70. Γέν. ΚΘ΄, 11.
71. Γέν. ΚΔ΄, 31, 49-51.
72. Γέν. ΚΔ΄, 53.
73. Γέν. ΛΔ΄, 12.
74. Γέν. ΚΔ΄, 54.
75. Τωβίτ Ζ΄, 14. Βλ. καί Καϊμάκη Δ., Οἱ θεσμοί…, ἔνθ. ἀνωτ. σσ. 55-56.
76. Κριτ. ΙΔ΄, 10. Τωβίτ ΙΑ΄, 19.
77. Τωβίτ Η΄, 19.
78. ΣκαλτσῆΠ., Γάμος…ἔνθ. ἀνωτ. σσ. 100-102. Βλ. καί Σιμωτᾶ Π., Ἀπό τόν κόσμον…, ἔνθ. ἀνωτ. σσ. 76-77.
79. Αὐτόθι, σσ. 102-103. Βλ. καί Κογκούλη Ἰ., Οἰκονόμου Χ., Σκαλτσῆ Π., Ὁ γάμος…, ἔνθ. ἀνωτ. σσ. 178-180.
80. Ἰωάν. Β΄, 10-11.
81. Ἐφεσ. ΣΤ΄, 32.
82. Ροδόπουλου Π., Μαθήματα ΚανονικοῦΔικαίου, ἔκδ. Κυριακίδη, Θεσ/νίκη 1980, σσ. 216-217.
83. Διδύμου Τυφλοῦ, Κατά Μανιχαίων 8, PG39, 1096C.
84. Ἀστερίου Ἀμασείας, Ἐκ τοῦ κατά Ματθαῖον Εὐαγγελίου, PG40, 228C.
85. Γρηγορίου Θεολόγου, Εἰς τό ἅγιον βάπτισμα, PG36, 382.

πηγή : Ἄγκυρα Ἐλπίδος Διμηνιαῖο Ὀρθόδοξο Περιοδικό τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ἱεραπύτνης καί Σητείας.




+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...