/*--

Τρίτη, 3 Δεκεμβρίου 2013

Ἐκκλησία: Ὁ ὅλος Χριστὸς

  
 Oi πρῶτοι Χριστιανοί, ἅγιοι πατέρες, εἶχαν τὴν συνείδηση ὅτι τὸ νά εἶναι κανεὶς Ἐκκλησία σημαίνει νά ἀνήκη στήν κοινότητα τοῦ Λαοῦ τοῦ Θεοῦ, στήν Ἱερή Ἀποστολικὴ Κοινότητα, νά εἶναι «ἐρριζωμένος» καὶ «οἰκοδομημένος» (Κολ. β’ 7) σ’ ἕνα σῶμα (Ἀ’ Κορ. ια’ 13). Ἐκκλησία γι’ αὐτοὺς εἶναι ὁ ἀληθινὸς Ἰσραήλ, ὁ νέος ἐπιούσιος Λαὸς τοῦ Θεοῦ, γιά τὸν ὁποῖο ὁ Πέτρος εἶπε: «Εἶστε γένος ἐκλεκτό, σῶμα ἱερέων πού ἔχουν βασιλικὴ καταγωγή· εἶστε συγχρόνως βασιλεῖς καὶ ἱερεῖς, ἔθνος ἅγιο, χωρισμένο ἀπὸ τὸν κόσμο κι ἀφιερωμένο στόν Θεό, λαός πού ἀνήκει κατὰ κυριότητα σ’ αὐτὸν τὸν Θεό» (Α’ Πετρ. β’ 9).

Κι ἀλήθεια ἡ Ἐκκλησία πού ἱδρύθηκε καὶ συγκροτήθηκε ἀπὸ τὸν Θεό διὰ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, εἶναι «θεία κοινωνία» κι ὄχι κοσμικὴ κοινωνία· εἶναι ἱερή Κοινότητα ὄχι «ἐκ τοῦ κόσμου τούτου», οὔτε κἄν «τοῦ αἰῶνος τούτου», ἀλλὰ τοῦ μέλλοντος καὶ μένοντος αἰῶνος. 

Εἶναι ἡ Κοινότητα ἐκείνων πού μένουν «ἐν Αὐτῷ» καὶ στην ὁποία Αὐτὸς ὁ Ἴδιος μένει καὶ οἰκεῖ διὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Εἶναι ἕνας Λαὸς ἐκλεγμένος σὲ πορεία, ὁ «νέος Ἰσραήλ», ποὺ τοῦ δόθηκε μιά καινούργια σωτήρια ἱστορική ἐντολή: νά φανερώση στόν κόσμο τὴ νέα σχέση, τή Διαθήκη δηλαδὴ τοῦ Θεοῦ μὲ τοὺς ἀνθρώπους πού συντελέστηκε «ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ», στό πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἡ ποιότητα τοῦ καινούργιου «Λαοῦ τοῦ Θεοῦ» θεμελιώνεται καὶ σφραγίζεται, ὑποστασιάζεται καὶ σφραγίζεται μὲ τὸ αἷμα τῆς σταυρικῆς θυσίας τοῦ Χριστοῦ. Τὸ νά μετέχη κανεὶς σ’ αὐτὸν τὸν λαό, σημαίνει ὅτι μετέχει στόν Χριστό, ὅτι εἶναι μέλος τοῦ Σώματος τῆς Ἐκκλησίας, σημαίνει μιά πράξη ἀποδοχῆς τῆς «Καινῆς Διαθήκης», σημαίνει ἐλεύθερη ἀποδοχὴ καὶ μετοχὴ στό μυστήριο τοῦ ὅλου Χριστοῦ.

Ἐκκλησία εἶναι σύναξη στό δεῖπνο τῆς Εὐχαριστίας, εἶναι ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ συναγμένος καὶ προσκαλεσμένος στήν «κλάση τοῦ ἄρτου» καὶ τὴν «εὐλογία τοῦ ποτηρίου» (Πραξ. β’ 42)· εἶναι τὸ Εὐχαριστιακό Πασχάλιο Δεῖπνο, μιά πράξη βρώσεως καὶ πόσεως, εἶναι εἰκόνα καὶ συνάμα φανέρωση τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ στήν Εὐχαριστία, εἶναι δῶρο εἶναι ἀνάπλαση τῆς ζωῆς κι ἀνακαίνιση τῶν δυνατοτήτων τῆς ζωῆς. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι μία στήν Εὐχαριστία, γιατὶ Εὐχαριστία εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός πού μυστηριακὰ ἐνοικεῖ στό Σῶμα Του.

Ὅταν οἱ πιστοὶ τελοῦμε τή Θεία Λειτουργία, ὅταν συναζόμαστε σ’ ἕναν ὡρισμένο τόπο καὶ μιά ὡρισμένη ὥρα γιά νά τελέσουμε τή Θεία Εὐχαριστία, ἡ Σύναξή μας αὐτὴ ὑποστασιάζει καὶ φανερώνει τὸ μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας. Προσφέροντας στόν Θεό ἄρτο καὶ οἶνο, προσφέρουμε τὸν κόσμο σ’ Αὐτόν. Κι ὁ κόσμος γίνεται Εὐχαριστία, γίνεται Ἐκκλησία, γίνεται Χριστός, κατὰ τὸν π. Ἀλέξανδρο Σμέμαν. «Ὅταν τὸ ποτήριο τοῦ οἴνου, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀνάμικτος μὲ ὕδωρ, καὶ ὁ παρασκευασμένος ἄρτος δεχθοῦν τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ, δηλαδὴ τὴν ἐπίκληση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, γίνονται Εὐχαριστία, δηλαδὴ αἷμα καὶ σῶμα Χριστοῦ», θὰ πῆ ὁ ἅγιος Εἰρηναῖος. 

Τότε ὁ κόσμος δέχεται ἐκ νέου τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ κι ὁ ἄνθρωπος χριστοποιεῖται, ἀνακαινίζεται, ἀνασταίνεται. Ζοῦμε ἔτσι τὴν ἀρχὴ καὶ τὸν ἐγκαινισμό, τὸ ξεκίνημα τοῦ «καινοῦ αἰῶνος», τὸ βίωμα τῆς ὀγδόης Ἡμέρας. Τὴν ἀρχὴ τῆς ἐσχάτης ἡμέρας ὅπου ὁ Κύριος θὰ ἐπανέλθη καὶ «θὰ Τὸν περιβάλλη ὁ χορὸς τῶν ἀγαθῶν δούλων καὶ θὰ λάμπουν κι αὐτοὶ καθὼς λάμπει Ἐκεῖνος». Ὁ Θεάνθρωπος, ὁ Δεσπότης θὰ εἶναι τότε Ο «Θεὸς ἀνάμεσα σὲ θεούς. Θὰ εἶναι ὁ ὡραῖος καὶ λαμπρὸς κορυφαῖος τοῦ ὡραίου αὐτοῦ καὶ λαμπροῦ χοροῦ» (ἅγιος Νικόλαος Καβάσιλας).

Ἡ Ἐκκλησία ὄντως εἶναι τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ καὶ τὸ πλήρωμά Του, καθὼς ὁ Παῦλος διδάσκει (Ἐφεσ. α’ 23), γιατὶ εἶναι τὸ συμπλήρωμά Του, ἡ ἐπέκταση καὶ τὸ πλήρωμα τῆς ἁγίας Ἐνσαρκώσεως, ἤ μᾶλλον τῆς ἔνσαρκης ζωῆς τοῦ Χριστοῦ, μαζὶ μὲ ὅλα πού γιά χάρη μας ἔγιναν, δηλαδὴ τὸν Σταυρό, τὸν Τάφο, τὴν τριήμερη Ἀνάσταση, τὴν Ἀνάβαση στούς οὐρανοὺς καὶ «τὴν ἐκ δεξιῶν καθέδραν» (εὐχή Ἀναφορᾶς στή Λειτουργία Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου). Μὲ τή σάρκωσή Του ὁ Χριστὸς «τῆς Ἐκκλησίας ἀνέλαβε καὶ ἐνδύθηκε τή σάρκα» καὶ «ἦρθε στό δικό της σπίτι. Τή βρῆκε ἀκάθαρτη, ρυπαρή, γυμνή, γεμάτη ἀπὸ αἵματα καὶ τὴν ἔλουσε (μὲ τὸ ἅγιο Βάπτισμα), τὴν ἄλειψε μὲ ἔλαιο καὶ ἀρώματα (μὲ τὸ ἅγιο Χρῖσμα), τὴν ἔθρεψε (μὲ τή Θεία Κοινωνία), τὴν ἐνέδυσε ἱμάτιο ποὺ ὅμοιό του δέν ἦταν δυνατὸν νά βρεθῆ: Αὐτὸς ὁ Ἴδιος ἔγινε στολὴ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὴν πῆρε ἀπὸ τὸ χέρι καὶ τὴν ἀνεβάζει στά ὕψη»(ἱ eρ .ςΧ ρυ σό στ ομ ος. Τὴν ἀνυψώνει στήν οὐράνια Βασιλεία ὅπου ἱερουργεῖται ἡ Θεία Λειτουργία.

Μὰ καὶ ἐδῶ στή γῆ πού Ἐκεῖνος ἔπλασε, κάθε Θεία Λειτουργία εἶναι μιά καινούργια σάρκωση, ἕνας καινούργιος Εὐαγγελισμός. Στή θέση τῆς Θεοτόκου, θὰ μᾶς πῆ ὁ π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ, εἶναι ἡ ἁγία Ἐκκλησία. Παρακαλώντας ὁ Λειτουργὸς «Κατάπεμψον τὸ Πνεῦμα Σου τὸ Ἅγιον ἐφ’ ἡμᾶς» κατὰ τή φοβερή Ἀναφορά, κατὰ κάποιον τρόπο ἐπαναλαμβάνει τὰ λόγια τῆς Ἀειπαρθένου: «Ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατὰ τὸ ρῆμα σου» (Λουκ. α’ 38). Καὶ ἱερουργεῖται ὁ Εὐαγγελισμός τῆς Θεοτόκου πλέον Ἐκκλησίας.

Μὲ τὸ Εὐχαριστιακό Πασχάλιο Δεῖπνο ἡ Ἐκκλησία γίνεται Θεότοκος Μητέρα, ζῆ τή Σάρκωση. Ὁ Παράκλητος κατέρχεται σ’ Αὐτὴν καὶ τὰ τίμια Δῶρα Της. Μυστηριακὰ συλλαμβάνεται ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, γεννᾶται ὁ Ἄναρχος, σαρκώνεται ὁ Θεὸς καὶ προσφέρεται «ὑπὲρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς καὶ σωτηρίας». Ἐδῶ ὁ Χριστὸς «ξανασταυρώνεται», γιά νά καθαρίση «μὲ τὸ δικό Του τὸ αἷμα» (Ἑβρ. ιγ’ 12) τή φύση μας, μεταβάλλοντάς την καὶ ξαναπλάθοντὰς την σὲ «καινούργιο καλούπι», κατὰ τὸν ἱερό Χρυσόστομο. Ἡ Ἐκκλησία βιώνει τὸ βάπτισμα ὁλάκερης τῆς ἀνθρώπινης φύσεως στό αἷμα τοῦ Χριστοῦ πάνω στόν Σταυρό, εἶναι τὸ «ἐν αἵματι βάπτισμα ὅλης τῆς Ἐκκλησίας», κατὰ τὸν π. Γεώργιο Φλωρόφσκυ καὶ συνάμα ἀπολαμβάνει λειτουργικὰ Εὐχαριστιακά τὴν πλήρωσή της, δέχεται τὴν τελείωση «τοῖς λελαλημένοις αὐτῇ παρὰ Κυρίου» (Λουκ. α’ 45): «Τοῦτο ἐστι τὸ σῶμά μου… Τοῦτό ἐστι τὸ αἷμά μου» (Μαρκ. ιδ’ 22-24). Ὁ Λαὸς τοῦ Θεοῦ, ἡ Ἐκκλησία ζῆ μυστηριακὰ τὸν διάλογο, ποὺ ἔγινε ἀνάμεσα στήν Κεχαριτωμένη καὶ τὸν ἀρχάγγελο Γαβριήλ τὴν ἡμέρα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ. Καὶ συνάμα ἀπολαμβάνει τὸν Καρπό αὐτοῦ τοῦ διαλόγου. Ὁ ἱερὸς Αὐγουστῖνος, ὅταν ἐρωτᾶται τί εἶναι ἡ Ἐκκλησία, ἀπαντάει: «ὁ ὅλος Χριστός».

Ζητάει μάλιστα νά γίνουμε ὄχι μόνο Χριστιανοὶ ἀλλὰ καὶ Χριστός, γιατὶ ὁ Χριστὸς «δέν εἶναι μόνο στήν κεφαλή, οὔτε μόνο στό σῶμα, ἀλλὰ ὁ Χριστὸς εἶναι ὁλόκληρος στήν κεφαλὴ καὶ στό σῶμα». Βλέπει τὴν Ἐκκλησία σὰν τὸν τόπο καὶ τρόπο τῆς λυτρωτικῆς παρουσίας τοῦ ἀναστάντος Κυρίου στόν λυτρωμένο κόσμο, καὶ συνεχίζει: «Τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὁ Χριστὸς γιατὶ μὲ τήν Ἀνάστασή Του εἶναι παρών μαζὶ μας καὶ μᾶς συναντάει ἐδῶ στή γῆ». Κατ’ αὐτὴ τὴν ἔννοια μπορεῖ νά λεχθῆ, ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ Ἐκκλησία.

Ὁ π. Ἀθανάσιος Γιέβτιτς στέκεται ἐπίμονα καὶ ἑρμηνεύει πῶς ἀπὸ τὴν πλευρὰ τοῦ Χριστοῦ πού τρυπήθηκε πάνω στόν Σταυρό, αὐτὴ ἡ φύση μας μεταβλήθηκε σὲ Ἐκκλησία Χριστοῦ κι ἔγινε πραγματικὰ «σῶμα Του, ἀπὸ τή σάρκα Του καὶ τὰ ὀστά Του» (Ἐφεσ. ε’ 30), παραθέτοντας ἕνα καταπληκτικό κείμενο τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου. «Ὅπως ἀκριβῶς ἡ Εὔα πλάστηκε ἀπὸ τὴν πλευρὰ τοῦ Ἀδάμ, ἔτσι καὶ μεῖς ἀπὸ τὴν πλευρὰ τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὸ σημαίνει «ἀπὸ τή σάρκα Του καὶ τὰ ὀστά Του»… Ὅτι ἡ Ἐκκλησία (πράγματι) ἀπὸ τὴν πλευρὰ τοῦ Χριστοῦ συστήθηκε … αὐτὸ τὸ φανερώνει ἡ Γραφή. Γιατὶ ὅταν ὁ Χριστὸς ἀνυψώθηκε στόν Σταυρό καὶ καρφώθηκε καὶ πέθανε, ἕνας ἀπὸ τοὺς στρατιῶτες προσερχόμενος, τρύπησε τὴν πλευρὰ Του καὶ ἐξῆλθε αἷμα καὶ ὕδωρ (Ἰωάν. ιθ’ 34). Ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ αἷμα καὶ τὸ ὕδωρ συστήθηκε ἡ Ἐκκλησία… Καὶ γεννιόμαστε μὲν μὲ τὸ ὕδωρ τοῦ Βαπτίσματος, τρεφόμαστε δὲ μὲ τὸ αἷμα (στή Θεία Κοινωνία). Βλέπεις λοιπόν, πῶς «ἀπὸ τή σάρκα Του εἴμαστε καὶ ἀπὸ τὰ ὀστά Του», καί πῶς ἀπὸ τὸ αἷμα Ἐκείνου καὶ τὸ ὕδωρ γεννιόμαστε καὶ τρεφόμαστε;». Καὶ καταλήγει ὁ ἱερὸς Πατέρας: «Ἐμεῖς καὶ ὁ Χριστὸς εἴμαστε ἕνας», γιατὶ στήν Ἐκκλησία «ὅλοι εἴμαστε ἕνα ἀπὸ τὴν πλευρὰ τοῦ Χριστοῦ»

Τὰ μεγαλεῖα αὐτὰ τοῦ Θεοῦ (magnalia Dei), τὰ θαυμάσια αὐτὰ τοῦ Θεοῦ τὰ ζοῦμε, μὰ κυρίως τὰ ἐπαληθεύομε στήν Εὐχαριστιακή Σύναξη. Πολλαπλάσια βεβαίως τὰ ζῆ καὶ τὰ ἐπαληθεύει ὁ Λειτουργός, σὰν στέκει στό μέσο τοῦ Ἱεροῦ Βήματος, ὅπου εὑρίσκεται τὸ ἅγιο Θυσιαστήριο, τὸ «μεθόριον», «τὸ σύνορο δηλαδὴ οὐρανοῦ καὶ γῆς…, τὸ ἐργαστήριο τῶν δωρημάτων τοῦ Ἁγίου Πνεύματος» (ἅγιος Γερμανός Κωνσταντινουπόλεως). Ἐδῶ βρίσκεται ἡ πηγὴ τοῦ Παραδείσου πού ἀναβλύζει τή δωρεά τῆς δεσποτικῆς Ἀγάπης: «Προκαλοῦν δέος, θὰ γράψη ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, τὰ Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὸ ἅγιο Θυσιαστήριο. Ἀπὸ τὸν Παράδεισο ἀνέβλυσε πηγή πού χυνόταν σὲ ποτάμια αἰσθητά. Ἀπὸ τὴν Ἁγία Τράπεζα ἀναβλύζει πηγή πού χύνει πνευματικοὺς ποταμούς. Κοντὰ στήν πηγὴ αὐτὴ ἔχουν φυτευτεῖ δένδρα πού φθάνουν στόν οὐρανό. Δένδρα πού ἔχουν πάντοτε καρπό ὥριμο κι ἀμάραντο».

Ὀρθῶς, λοιπόν, χαρακτηρίζεται ἡ Ἐκκλησία ὡς ἡ σύνοδος, δηλαδὴ ὡς τὸ μυστήριο τῆς ἑνώσεως οὐρανοῦ καὶ γῆς, τῆς συναντήσεως ἱστορίας καὶ ἐσχάτου, τῆς ἀνακράσεως ἀκτίστου καὶ κτιστοῦ, τοῦ γάμου τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς ἀνθρωπότητας, ὡς τὸ ἀχώριστο σκήνωμα Θεοῦ κι ἀνθρώπων (Ἀποκ. κα’ 3). Ἐκκλησία εἶναι ἡ ὀργανικὴ ἐνσωμάτωση καὶ συμμετοχὴ τοῦ κόσμου στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἡ ἐπανένωση τῆς ἀνθρωπότητας μὲ τὸν Τριαδικό Θεό, μᾶλλον δὲ ἡ ἀνθρωπότητα ἀναγεννημένη καὶ μεταμορφωμένη.

Ὁ ἄνθρωπος, μή λησμονοῦμε, πλάστηκε ἀπό τόν Θεό, γιά τόν Θεό· πλάστηκε γιά νά ἔχει συνεχῆ κοινωνία μέ τόν Δημιουργό του. Οἱ πρωτόπλαστοι, ὅπως καί οἱ ἅγιοι ἄγγελοι, ζοῦσαν τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ, ἄκουγαν τή φωνή Του, συνομιλοῦσαν μαζί Του. Ὁ ἱερός Χρυσόστομος ἀναφερόμενος στούς πρωτόπλαστους σημειώνει: «Ἡ χαρά τους ἦταν νά συνομιλοῦν καί νά συζητοῦν μέ τόν Θεό, ὡς φίλος πρός φίλο». Κάνει ὄντως ἐντύπωση τεράστια σέ ὅλους μας, ὅτι κατά τήν παλαιά Οἰκονομία - τόν καιρό τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης - ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ συνομιλεῖ μέ τόν Δημιουργό του σέ πρῶτο πρόσωπο, κυρίως δέ τοῦτο πολλαπλασιάζεται ὡς φαινόμενο στή σχέση Προφητῶν καί Ἰαχβέ, φανερώνοντας τή μεγαλοσύνη τοῦ Θεοῦ καί τό μεγαλεῖο τοῦ ἀνθρώπου, τοῦ πλάσματός Του, μεγαλεῖο πού τοῦ δόθηκε ἀπό τόν Θεό. Ἀκοῦς ἐκεῖ τόν ἄνθρωπο νά παραπονῆται, νά δοξολογῆ τόν Θεό, νά Τόν παρακαλῆ, νά Τόν ὑπακούη ἤ μή, νά ἐκφράζη τά ἐσώψυχά του. Ὅμως πάντοτε μιλᾶ σάν σέ φίλο του, σάν σέ γνωστό του, σάν παιδί στόν Πατέρα του ἴσως, σάν ταπεινός δοῦλος τέλος πρός φιλάνθρωπο Δεσπότη. 

Ἡ κοινωνία αὐτή συνεχιζόταν ὅσο καιρό ὁ ἄνθρωπος ἀγαποῦσε τόν Θεό καί εἶχε ὑπακοή στό θέλημά Του. Μόλις ὅμως τό ἀδαμιαῖο γένος παρέβη τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, μόλις ἐπαναστάτησαν ἐναντίον τοῦ Δημιουργοῦ τους καί αὐτοαπεκόπησαν ἀπό τήν πατρική Του ἀγάπη, ἔχασαν ἀμέσως τή θεία κοινωνία, ἀδυνατοῦντες πλέον νά συνομιλοῦν μέ τόν Θεό.

Ἡ ἀγάπη ὅμως τοῦ Θεοῦ γιά τόν ἄνθρωπο ἦταν τόσο μεγάλη, ὥστε ὁ Θεός -Λόγος, τό δεύτερο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἔγινε ἄνθρωπος, γιά νά συνάξη καί πάλι τόν ἄνθρωπο στό σπίτι του, στόν χαμένο Παράδεισο. Αὐτή ἡ διαρκής ἔξοδος –κένωσις τοῦ Θεοῦ ἀπό τά μεγαλεῖα Του -ἔστω καί πρός καιρόν- καί ἡ πορεία Του πρός τόν ἄνθρωπο καί ἡ ἐν συνεχείᾳ κίνηση τοῦ ἀνθρώπου, ἀνταπόκριση τοῦ ἀνθρώπου πρός τόν Θεό, ἡ ἀνταπόκριση τοῦ πλάσματος στήν κλίση τοῦ οὐρανοῦ, «τελειοῦται μέσα στήν Ἐκκλησία μέ τή Θεία Λειτουργία καί τή Θεία Κοινωνία», πού κατά τόν ἅγιο Μάξιμο τόν Ὁμολογητή εἶναι «ἡ συνεργία Θεοῦ καί ἀνθρώπου». Ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου ἐπιτυγχάνεται ἔκτοτε μόνο μέσα ἀπό τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, πού κατά τόν ἅγιο Νικόδημο τόν Ἁγιορείτη εἶναι «ἡ Κιβωτός».

Γράφει λοιπόν, ὁ ἅγιος Νικόδημος: «… καί ὅπως τόν καιρό τοῦ Κατακλυσμοῦ οἱ ἄνθρωποι πού πίστεψαν καί εἰσῆλθαν εἰς τήν Κιβωτό σώθηκαν ἀπό τόν κατακλυσμό, κατά τόν ἴδιο τρόπο ὅσοι χριστιανοί πιστεύουν καί εἰσέρχονται στήν ἁγία μας Ἐκκλησία λυτρώνονται ἀπό τόν νοητό κατακλυσμό τῆς ἁμαρτίας τῶν πολλῶν».

Ἡ Ἐκκλησία πλέον Κιβωτός εἶναι ἡ πνευματική μάνδρα πού προστατεύει τά λογικά πρόβατα, ἐμᾶς τούς χριστιανούς ἀπό τόν νοητό λέοντα, τόν διάβολο πού παραμονεύει ἔξω ἀπό τήν Ἐκκλησία γιά νά διαλύση τό λογικό τοῦ Κυρίου ποίμνιο.

Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἀκόμη τό πνευματικό νοσοκομεῖο πού θεραπεύει τόν πληγωμένο ἄνθρωπο πού προστρέχει σ’ Αὐτήν. Δέχεται τούς ψυχικά ἀσθενεῖς καί τούς θεραπεύει ἀπό τά πνευματικά τραύματα. Δέχεται τούς ἀνθρώπους μέ πάθη καί ἀδυναμίες καί τούς μεταμορφώνει πνευματικά. Μεταβάλλει τούς λύκους σέ πρόβατα, πού ἀρχίζουν ἔκτοτε νά προσφέρουν μέ ἀφθονία ἔργο ἀγάπης. Δέχεται ληστές, πόρνους, μοιχούς, φονεῖς, ἁμαρτωλούς καί τούς κάνει ἁγίους.

Γράφει ὁ ἱερός Χρυσόστομος: «Διά τοῦτο οὐκ ἄν ἁμάρτοι τις τῆς Κιβωτοῦ τήν Ἐκκλησίαν μείζονα προσειπών. Ἡ μέν γάρ Κιβωτός παρελάμβανε τά ζῷα καί ἐφύλαττε ζῷα, ἡ δέ Ἐκκλησία παραλαμβάνει τά ζῷα καί τά μεταβάλλει. Οἷόν τε λέγω: Εἰσῆλθεν ἐκεῖ ἱέραξ καί ἐξῆλθεν ἱέραξ. Εἰσῆλθεν λύκος καί ἐξῆλθεν λύκος. Εἰσῆλθεν τις ἱέραξ ἐνταῦθα καί ἐξέρχεται περιστερά. Εἰσέρχεται λύκος καί ἐξέρχεται πρόβατον». Δηλαδή: «Γιά τοῦτο δέν θά ἔσφαλε κανείς ἄν ἔλεγε ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὑψηλότερη καί πολυτιμότερη καί ἀσυγκρίτως εὐρύτερη ἀπό τήν Κιβωτό. Γιατί ἡ μέν Κιβωτός παρελάμβανε τά ζῶα γιά νά τά διασώση καί τά διεφύλασσε ζῶα, ἡ δέ Ἐκκλησία παραλαμβάνει τούς ἀποθηριωμένους ἀπό τήν ἁμαρτία ἀνθρώπους καί τούς μεταβάλλει. Τί θέλω νά εἰπῶ; Μπῆκε στήν Κιβωτό τοῦ Νῶε τό γεράκι καί βγῆκε γεράκι. Μπῆκε λύκος καί βγῆκε λύκος. Εἰσῆλθε στήν Ἐκκλησία κάποιος ἄνθρωπος- γεράκι καί βγῆκε ἄνθρωπος- περιστέρι. Εἰσῆλθε ἄνθρωπος -λύκος καί ἐξῆλθε ἄνθρωπος -πρόβατο».

Βέβαια ζώντας ὁ κόσμος τὰ μεγαλεῖα αὐτὰ τοῦ Θεοῦ, ζῆ συνάμα καὶ ἀπολαμβάνει μιά ὕψιστη χάρι καὶ δωρεά, τὸ μεγαλεῖο καλύτερα τοῦ Μυστηρίου τῆς Ἱερωσύνης, ποὺ ἀνυψώνει τὴν ὅλη Ἱερὰ Σύναξη στήν πυρωμένη ἀτμόσφαιρα τοῦ ἀνωγαίου τῆς Πεντηκοστῆς καὶ τή μεταβάλλει σὲ πιστό ἀντίτυπό της, καὶ δικαίως ἀνακράζει μυστικά: «Τώρα ἀναγεννήθηκα· αὐτὴ εἶναι ἡ μεταμόρφωση – ἀλλοίωσις – πού χαρίζει ἡ δεξιὰ τοῦ Ὑψίστου!» (Μέγα Προκείμενο τοῦ Ἑσπερινοῦ τῆς Κυριακῆς τοῦ Πάσχα, μετὰ τῶν δύο στίχων του).

Τοῦτο τὸ γέγονος τὸ ζῆ κυρίως ὡς πλήρωμα ὁ χειροτονούμενος. Βλέπει γύρω του τὰ πάντα ν’ ἀλλοιώνωνται, νά παίρνουν παράξενη θωριά κι ἀνερμήνευτη ὄψη. Κυριολεκτικά ζῆ μιά μεταμόρφωση τὴν ὥρα πού ἡ Ἱερωσύνη σκηνώνει μέσα του καὶ τὸν καθιστᾶ μιά ὕπαρξη ἄλλης ποιότητας, «σκεῦος ἐκλογῆς» (Πραξ. θ’ 15), ἁγιοπότηρο ἕτοιμο νά δεχτῆ τὸν Θεῖο Μαργαρίτη. Μὰ κι ἱερή Λειτουργικὴ Σύναξη πού τὸν κυκλώνει τὴν ὥρα αὐτὴ καὶ δέεται γι’ αὐτὸν ἀκατάπαυστα μέσα στήν εὐλογημένη ἁγιοπνευματική ἀτμόσφαιρα, ζῆ τὴν ἀλλοίωση τῆς ὑπάρξεὼς του· τή μεταβολή τοῦ ἀνθρώπινου σκήνους του σὲ ὑπηρέτη τῆς Θείας Οἰκονομίας, σὲ ὑπηρέτη τοῦ Μυστηρίου τοῦ ὅλου Χριστοῦ, σὲ ὄργανο λειτουργικό.

Ἑρμηνεύοντας ἐμπειρικὰ τή Θεία Λειτουργία ὁ ἅγιος Νικόλαος ὁ Καβάσιλας σημειώνει· «… ἡ Χάρη εἶναι αὐτή πού ἁγιάζει … αὐτὸς δέ πού κάθε φορὰ ἱερουργεῖ εἶναι ὑπηρέτης της. Γιατὶ τίποτε δέν προσφέρει δικό του, οὔτε τολμάει νά πράξη ἤ νά πῆ κάτι προερχόμενο ἀπὸ τὴν κρίση καὶ τοὺς λογισμοὺς του· ἀλλὰ μόνον ἐκεῖνα πού παρέλαβε ἄνωθεν, εἴτε εἶναι πρᾶγμα, εἴτε λόγος, εἴτε ἔργο, κατὰ τὸν τρόπο ποὺ τοῦ παραγγέλθηκε καὶ τὸ παρέλαβε, ἔτσι καὶ τὸ προσφέρει στό Θεό».

Κι ὁ εὐλογημένος λαὸς τοῦ Θεοῦ, βλέποντας τὸ ἐπιτραχήλιο ποὺ φέρει ὁ κληρικός πάνω του, ἀναγνωρίζει ὅτι αὐτὸ συνιστᾶ τὸ σύμβολο τῆς χάριτος τῆς Ἱερωσύνης καὶ κυρίως ὅ- τι ἐξεικονίζει τή Χάρη τὴν «τελεστική» τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τὴν «ἄνωθεν κατερχομένην» (ἅγιος Συμεὼν Θεσσαλονίκης). Ὁ λόγος πλέον, ἅγιοι πατέρες καὶ ἀδελφοί, γιά τὰ ἄχραντα Μυστήρια τοῦ Θεοῦ, μὲ τὰ ὁποῖα μᾶς τρέφει καθημερινὰ καὶ μᾶς ζωογονεῖ ἡ Ἐκκλησία μας.

από την πολύ ενδιαφέρουσα εισήγηση του Αρχιμανδρίτου π. Θεοκλήτου Αθανασοπούλου κατά τη 2η Ιερατική Σύναξη της Μητροπόλεως Δημητριάδος και Αλμυρού

πηγή : 

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...