/*--

Τρίτη, 3 Δεκεμβρίου 2013

Με τη γέννηση του Χριστού

Ο Σεπτέμβρης κόντευε να βγει. Οι φωτεινές μέρες του καλοκαιριού είχαν γίνει παρελθόν και το χινόπωρο που σίμωνε μας ανάγκασε να νοιαστούμε για την επιβίωση.
Ένα απόγευμα σαν γύρναγα από το σχολείο μερικά γκρίζα σύννεφα έπαιζαν κυνηγητό με τον αέρα κι ένα σμήνος σπουργίτια χαμηλοπετούσαν στη γη. Σαν άφησα τη σάκα με τα γράμματα η μάνα με περίλαβε για να καθαρίσουμε το πηγάδι.

Σωτήριο ήταν τούτο το πηγάδι στην αυλή μας. Είχαμε νεράκι όταν το θέλαμε, όπως το θέλαμε. Όταν το χειμώνα έξω ξύριζε ο βοριάς ή έριχνε τις άσπρες μύγες το νερό από το πηγάδι μας έβγαινε αχνιστό και το κατακαλόκαιρο όταν ο ήλιος έσκαγε την πέτρα το νεράκι μας ήταν γάργαρο και δροσερό. Κι ούτε ήθελε πολλά. Μόνο μια φτυαριά ασβέστη για να ψοφάνε τα μικρόβια.

Ο χειμώνας που πέρασε είχε πολλά κρύα μα λίγα χιόνια και οι βροχές ήταν λιγοστές. Μέρες τώρα ίσα που γανώνανε οι άκρες του και μετά τον τρύγο το νερό είχε σωθεί, μόνο ό,τι κρατούσε γύρω από το κολύμπι και το ξοδεύαμε με το δελτίο. Για αυτό φέτος έπρεπε να προλάβουμε να πιάσουμε και την παραμικρή σταγόνα, για να μας πορέψει μέχρι το επόμενο φθινόπωρο. Το κατέβασμα στο πηγάδι μου προκαλούσε φόβο όμως από εγωισμό δεν το ομολόγησα. Με ικανοποιούσε ότι εκείνη την ώρα ήμουν σημαντική.

Ο πατέρας εκείνη την ώρα περιεργαζότανε τα ζωντανά μας – σα να μου φαίνεται πως έμεινε στέρφη η προβατίνα φέτος – άμα είναι στέρφη θα πάει για το τσιγκέλι, αποφάσισε η μάνα και έφτιαξε θηλιά την τριχιά, μού την πέρασε κάτω από τις μασχάλες και με κρέμασαν μέσα στο πηγάδι. Σαν πάτησα στον πάτο έψαξα μήπως καμιά ρίζα της κληματαριάς είχε τρυπήσει τα τοιχώματα κι ύστερα με ένα γούδρο έσπρωξα νερά και λάσπη στο κολύμπι.

Μέσα στο πηγάδι επικρατούσε απόκοσμη ησυχία και η ανάσα της γης ανάδινε ζέστα ανάκατη με υγρασία. Για την καθαριότητα δεν παίρνω όρκο ότι την έκανα σχολαστικά, αλλά ποτέ κανείς μας δεν έπαθε τίποτα. Καμιά φορά εμφανίζονταν κοψαντέρες στο κύπελλο αλλά αυτό συνέβαινε γιατί στην παραχαριά μας να μην χάσουμε στάλα είχαμε βάλει στο πηγάδι το νερό από τα πρωτοβρόχια και δεν αφήσαμε να ξεπλυθεί η ατμόσφαιρα και τα κεραμίδια από τη σκόνη.

Κόντευα να τελειώσω όταν ένα μαύρο πέπλο με τύλιξε. Δεν κατάλαβα πως έγινε απόλυτη ησυχία σε απόλυτο σκοτάδι. Σάστισα, κι ο φόβος έφερε βουή στα αυτιά μου, πάγωσε τα κομμάτια μου και τα έκανε ασήκωτα και θάμπωσε τα μάτια μου. Κι εκεί που η καρδιά μου κόντευε να πεταχτεί έξω από τα στήθια μου μια στάλα γαλάζιος ουρανός ανέτειλε. - τέτοιο χρώμα θα έχει ο Παράδεισος, σκέφτηκα, αλλά τόση φασαρία και αναμπουμπούλα δεν ταίριαζε στον Παράδεισο. Στύλωσα καλύτερα τα αφτιά μου και αγροίκησα γνώριμες φωνές. Η μάνα κατσάδιαζε τον αδελφό μου. - μούστου! θα σταλπιάσει το αίμα του χαϊβανιού.

Πώς δεν το σκέφτηκα νωρίτερα, ο Χαράλαμπος για να με τρομάξει είχε κλείσει το καπάκι. - ας βγω έξω, σκέφτηκα, και θα του το γουρμπάσω το τομάρι! Ευτυχώς μου έριξαν πάλι την τριχιά και δέθηκα για να με τραβήξουν έξω. Μα το ανέβασμα ήταν χειρότερο γιατί η τριχιά στριβόταν και εγώ ερχόμουν γυροβολιά και είπα πως θα μου βγουν τα σκώτια.

Και δεν είχα τον πόνο μου, είχα και τον Χαράλαμπο να με κοροϊδεύει - τσοφλιού! τσοφλιού! σε είδα, σκιάζεσαι - δε σκιάζομαι, δε σκιάζομαι προσπάθησα να αντριευτώ μα τα τσαγούλια μου παίζανε ταμπούρλο. – έι, Θυμιγάκι, σκιάχτηκες; με ρώτησε κι ο πατέρας – όχι, αλλά πείνασα, να με τσάκισε τρεμούλα, είπα την πρώτη δικαιολογία που μου ήρθε και τύλιξα τον ντορό.

Και ενώ περιμέναμε τη βροχή και παρόλο που οι μέρες κυλούσαν συννεφιασμένες τα πρωτοβρόχια δεν έλεγαν να εμφανιστούν. Οι σπόροι έμεναν καλά κλεισμένοι στη μήτρα της γης και κάποια χορταράκια που βιάστηκαν και ξεφύτρωσαν πήραν να στρίψουν, τα πρόβατα βέλαζαν στα χωράφια από την νηστικομάρα αφού τίποτα δεν βλάστησε για να φάνε και τα τσόνια κόντευαν να μας χτυπήσουν το τζάμι για κανένα ψίχουλο.

Οι χωριανοί παρατηρούσαν τα σύννεφα στον ουρανό, για να δουν ποιο θα φέρει τη βροχή και μελέταγαν το πέταγμα των πουλιών για να προβλέψουν αν έρχεται μπόρα και προσπαθούσαν να θυμηθούν τι έδειξαν τον Αύγουστο τα μερομήνια, αλλά καθημερινά έπεφταν έξω.

Τα σύννεφα πέρναγαν ψηλά κι έβρεχαν σ’ άλλους τόπους και τα δικά μας τα χωράφια τα λιάνιζε ο βοριαδέλος. - ξεράθηκε ο τόπος, αναστέναζαν οι γεωργοί - στέρεψαν οι στέρνες, δεν θα ‘χουμε νερό να πιούμε, κλαίγονταν οι νοικοκυράδες - θα ψοφήσουν τα ζωντανά, δεν βρίσκουν τίποτα να βοσκήσουν, παραπονιόντουσαν οι τσοπάνηδες.

- Η ανομβρία είναι κατάρα του Θεού, αποφάνθηκαν οι θεοσεβούμενοι. Κάτι είδε ο Μεγαλοδύναμος, μας σιχάθηκε και απομακρύνθηκε. Μόνο με προσευχή και μετάνοια θα τον φέρουμε πίσω.

Είδαν κι απόειδαν λοιπόν κι έτρεξαν στον παπά Δημήτρη και τον παρακάλεσαν να ζητήσει τη θαυματουργή εικόνα της Παναγίας για να κάνουμε δέηση να μας φέρει τη βροχή.

Ένα πρωινό οι γεωργοί άφησαν το σκάψιμο, οι βοσκοί έκλεισαν τα ζωντανά τους στο μαντρί, οι νοικοκυρές παράτησαν τη σκούπα και το φαράσι, οι μαθητές κι οι δάσκαλοι κλείσανε τα βιβλία, τα τσόνια σηκώθηκαν απ’ τα κλαριά και με μπροστάρη τον παπά Δημήτρη που στα χέρια του κρατούσε τη θαυματουργή εικόνα της Παναγίας βγήκαμε έξω από το χωριό, σταθήκαμε στην άκρη του δρόμου και κάναμε λιτανεία.

Φαίνεται πως το βάθος της πίστης των ανθρώπων του χωριού μας ήταν μεγάλο, κι η Παναγία εισάκουσε τις παρακλήσεις τους κι η πολυπόθητη βροχή δεν άργησε να πέσει σε ανάλαφρο ρυθμό. - χρυσάφι! χρυσάφι! είναι τούτο το νερό, θαύμαζαν όλοι και μακάριζαν τη Χάρη της Παναγίας.

Χοντρές σταγόνες μαστίγωναν τα κεραμίδια στις σκεπές και κατρακυλούσαν στα καλάνια και γέμιζαν τις στέρνες και τα πηγάδια και πότιζαν βαθιά τη γη, και φούσκωσαν τους σπόρους για να φυτρώσουν και ξέπλυναν τα πρόσωπά μας. Κι ύστερα από λίγες μέρες που βγήκε πάλι ο ήλιος, καλωσόρισε το αχνοπράσινο χορτάρι που στεφάνωνε λόφους και χωράφια γύρω από το χωριό.

Ένα βράδυ που έβρεχε δυνατά κάποιος χτύπησε την πόρτα μας. Ήταν μια μακρινή ξαδέρφη της μάνας μου που ζούσε χρόνια στην Αθήνα. Πίσω από την πόρτα άφησε μια λαμπάδα σαν το μπόι της και σίμωσε στο τζάκι. Το και το ξαδέρφη είπε, πάω τόσα χρόνια παντρεμένη και δε μπορώ να σταυρώσω παιδί. Και το σόι του άντρα μου άρχισε να βάζει λόγια και να με λέει μαρμάρα.

Ας μούδινε και μένα η Παναγία μια μύγα και θα γλείψω τη γη σα πρόβατο κι άρχισαν τα μάτια της να τρέχουν ποτάμια. Πρωί -πρωί την άλλη μέρα πήγε το τάμα της στην εκκλησία και δεν την ξανάδαμε. Στις 21 του Νοέμβρη ανήμερα της Παναγίας της Μεσοσπορίτισσας η μάνα με έστειλε στην εκκλησία με μια πετσέτα του αργαλειού που στη μια άκρη της είχε δεμένο μια χούφτα στάρι και στην άλλη άκρη μια χούφτα κριθάρι.

Πήγα και τα ακούμπησα στο πρεβάζι μπροστά από την Αγία Πύλη. Σιγά – σιγά οι πετσέτες αυγάτισαν, αφού όλοι οι χωριανοί έφεραν τη δική τους προσφορά για να ευλογηθούν τα γεννήματά τους και να έχουν πλούσια σοδιά. Η λειτουργία ήταν σεμνή όπως αρμόζει στη μάνα γη, στους καρπούς της και στους εργάτες της. Ο ναός μοσχοβολούσε θυμίαμα και βασιλικό και από τα χρωματιστά βιτρώ έμπαινε ένας χλωμός ήλιος που πρόσθετε κατανυκτικότητα και αυτοσυγκέντρωση.

Στο τέλος ο παπούλης μας άγιασε με ένα κλωνάρι βασιλικό και σίμωσα να πάρω την πετσέτα μου, όμως - ποια είναι η δική μου; Όλες έμοιαζαν, αλλά και σε όλες το περιεχόμενο ήταν ίδιο. Δε βασανίστηκα ιδιαίτερα, την ίδια ευλογία είχαν πάρει όλες, έπιασα μία και την έφερα στο σπίτι.

Βέβαια δεν είχε την ίδια άποψη η μάνα. Σα γνώρισε την πετσέτα που δεν ήταν δικιά της με πρόγγηξε αλλά χάρη στην ιερότητα της μέρας γλύτωσα μόνο με μια κατσάδα. Αργότερα ανοίξαμε την πετσέτα και τα σπόρια, άλλα τα σπείραμε στα χωράφια για να είναι ευλογημένα κι άλλα τα σκορπίσαμε να τα φάνε τα πουλιά.

Ύστερα μπήκε ο Δεκέμβρης και το κρύο δεν μας άφηνε να ξεμυτίσουμε από την πόρτα. Κάθε βράδυ ο πατέρας σαν γύριζε από την αγορά μας έλεγε – βάλτε κάνα ξύλο στη φωτιά, έχει καθαροξαστέρι όξω, θα ψήσει τα φίδια απόψε, αλλά η μάνα είχε άλλη άποψη – χωρίστε τα δαυλιά, θα χωνέψουν μέχρι το πρωί, πάει ο γίκος σώθηκε κι είναι πίσω ο χειμώνας ακόμα και παρόλο που ρίχναμε πάνω μας ένα τράφο ρούχα δε λέγαμε να ζεσταθούμε.

Την προπαραμονή των Χριστουγέννων πριν ακόμα χαράξει και ενώ ο αέρας λυσσομανούσε και τράνταζε πόρτες και παράθυρα το παραπονεμένο βέλασμα της προβατίνας μας μάς έφερε στο κατώι. – από χτες δεν είχε όρεξη, και όλο ερχόταν γυροβολιά, είπε η μάνα μου – διάλεγε τον τόπο, θα γεννήσει, δεν έμεινε στέρφη τελικά χάρηκε ο πατέρας μου, στρώστε μερικά τσουβάλια καταή να έχει στέγνη και έσκυψε κοντά της, την χάιδευε και της μιλούσε χαμηλόφωνα.

Σε λίγο πρόβαλε το αρνάκι τυλιγμένο μέσα σε σφέρλες και αίματα. Ο πατέρας μου το έπιασε απαλά – αρνάδα, ανακοίνωσε και το ακούμπησε δίπλα στη μάνα του. Θα ήθελα να το χαϊδέψω αλλά ο πατέρας μου απαγόρεψε – δε θα το θέλει η μάνα του μετά, μου είπε. Η προβατίνα έσκυψε και έγλειψε το μικρό της και το καθάριζε και το μουσούδιζε και το παρότρυνε να σταθεί στα πόδια του και το έσπρωχνε να σιμώσει στο μαστάρι της μα εκείνο δεν ποδάρωνε.

Η αλήθεια είναι πως το αρνάκι ήταν λίγο αχαμνό αλλά σημασία είχε ότι θα είχαμε γάλα κι έτσι το άφησα να το νταντέψει η μαμά του και εγώ έτρεξα και χώθηκα στο κρεβάτι μου και χουβούλιασα μέσα στα σκεπάσματα.

Αργά το απόγευμα ο ταχυδρόμος έφερε μερικές ευχετήριες κάρτες που τις βάλαμε πάνω στο τζάκι και ένα γράμμα. Ήταν ένα γράμμα από την ξαδέρφη που μέσα σε λίγες αράδες έκλεινε όλη της την ευτυχία.

Η Χάρη της Παναγίας έλεγε, τη βοήθησε και θα γινόταν μανούλα. Η χαρά της έγινε και δική μας και το πρωί που τα παιδιά έλεγαν τα Κστόϊαννα η μάνα άφησε να τα πουν όλα και δεν είπε ‘’μας τά ειπανε’’ σαν άλλες φορές.

Το πρωί των Χριστουγέννων πήγαμε στην εκκλησία και μετά μοιράσαμε τα χριστόψωμα στους παππούδες και τις κουλούρες στα ξαδέρφια μας και πήραμε τις δικές μας. Αργότερα πέρασε ο παππούλης και σήκωσε ύψωμα και το σπίτι μοσκοβόλησε θυμίαμα, κανέλλα και πετιμέζι. Το απόγευμα πέρασε χαλαρά δίπλα στο τζάκι με μανταρίνια, φυρίκια και ξερά σύκα.

Μια ευχάριστη αίσθηση για την αναμενόμενη ευτυχία είχε μπει στην καρδιά μας. Πάντα η γέννηση του Χριστού φέρνει ακόμα πολλά μικρά θαύματα.
Καλά Χριστούγεννα.

Έφη Κοκκίνη-Τσισκάκη

πηγή : Αγιαθυμιώτικα Νέα

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...