/*--

Δευτέρα, 16 Δεκεμβρίου 2013

Παιδικές χριστουγεννιάτικες αναμνήσεις στην Ιερισσό

                             
Καθώς πλησιάζουν και φέτος τα Χριστούγεννα, νομίζω ότι δεν πρόκειται να αποφύγω και πάλι ένα «flash back» στις μνήμες των παιδικών μου χρόνων. Αυτό γίνεται ασυναίσθητα… Σαν να ανοίγει αυτόματα το κουμπί των παιδικών μου αναμνήσεων που με ξαναγυρίζουν εκεί… κάπου στα τέλη του ’60 με αρχές της δεκαετίας του ’70…

Το σκηνικό εντελώς διαφορετικό από το σημερινό… Το ηλεκτρικό μόλις έχει φτάσει στο χωριό μου, και τα σπίτια μικρά και μονώροφα. Τα κοτέτσια αλλά και τα κουμάσια για τα γουρουνόπουλα που θα θυσιάζονταν στις γιορτές, ήταν συνηθισμένο να υπάρχουν σε πολλές αυλές σπιτιών. Οι δρόμοι χωρίς άσφαλτο, με δεντροστοιχίες από ακακίες. Ακόμη και ο καιρός ήταν διαφορετικός…

Από τον Οκτώβρη όταν περπατούσες στο δρόμο, μύριζες στον αέρα την κάπνα από τα αναμμένα τζάκια (καλοριφέρ ούτε για δείγμα…) Κι ο Χειμώνας; Θαρρείς κι ήταν πιο κρύος από τώρα… Αρκετές χρονιές το χιόνι το ‘στρωνε πριν τις γιορτές…

Παραμονές Χριστουγέννων λοιπόν στα τέλη του ’60… Τηλεοράσεις υπήρχαν ελάχιστες, η εμπορευματοποίηση των εορτών δεν είχε ξεκινήσει και τα παιδιά της τάξης μου θα ‘πρεπε να συναγωνιστούν στο ποιος θα κατασκευάσει την καλύτερη φάτνη. Τα υλικά; Κάποιο άδειο χάρτινο κουτί, βαμβάκι, αλλά και σκαλιστά χάρτινα αγγελάκια και καμπανούλες που αγοράζαμε από το ψιλικατζίδικο της Φρόσως. Αν είχαμε και κάποιο μικρό κουκλάκι και λίγα άχυρα τα προσθέταμε στο εσωτερικό του κουτιού… Αφού τις κατασκευάζαμε τις αραδιάζαμε στα παράθυρα της αίθουσας της τάξης και τις αξιολογούσαμε με τα παιδικά μας μάτια.

Αν και έχουν περάσει τόσα χρόνια δε θυμάμαι να έχω δει πιο όμορφη φάτνη, από εκείνες των παιδικών μου χρόνων… Το γεγονός όμως που μένει ανεξίτηλο στη μνήμη μου είναι η τραυματική εμπειρία από το σφάξιμο του γουρουνιού στη διπλανή αυλή του σπιτιού μου, την παραμονή των Χριστουγέννων. Αυτό επαναλαμβάνονταν βέβαια κάθε χρονιά τέτοια μέρα…

Αν το έπαιρνα είδηση νωρίς, – από την κίνηση που υπήρχε δίπλα – φρόντιζα να εξαφανιστώ από το σπίτι. Κάποιες φορές όμως δεν προλάβαινα… και τότε, μόλις έβλεπα δυο τρεις άντρες να κάθονται στην πλάτη του γουρουνιού με τα μαχαίρια στο χέρι και άκουγα τα πρώτα γρυλίσματα, χωνόμουνα κάτω από το ντιβάνι της κουζίνας και έκλεινα τα αυτιά μου. Ευτυχώς όμως που οι παιδικές υποχρεώσεις (βλ. κάλαντα) με προσγείωναν γρήγορα στην πραγματικότητα. Έπρεπε με τη φίλη μου να φτιάξουμε γρήγορα τον κατάλογο με τα ονόματα των συγγενών που θα ψάλλαμε τα κάλαντα, αλλά και να βρούμε το βιβλιαράκι μας, να θυμηθούμε τα λόγια…

Για τα κάλαντα βγαίναμε πάντα απόγευμα , ποτέ πρωί όπως τώρα . Άσε που έπρεπε σε κάθε σπίτι να ψάλλουμε μέχρι και τον τελευταίο στίχο, να πούμε τις απαραίτητες ευχές στους νοικοκυραίους για να πάρουμε με τον κόπο μας το χαρτζιλίκι. Πάντα είχαμε μαζί μας μια σακούλα για τα γλυκά όπως «σαλιγκάρια» (μικρά γλυκά σε σχήμα μισοφέγγαρου γεμιστά με καρύδι και πασπαλισμένα με ζάχαρη), και τα φρούτα όπως χαρούπια (ξυλοκέρατα), πορτοκάλια κ.ά.

Το χρηματικό κομπόδεμα; Πενιχρότατο…το δίφραγκο δυσεύρετο… οι δραχμές και τα πενηντάλεπτα είχαν την τιμητική τους. Πολλές φορές η νύχτα της παραμονής των Χριστουγέννων μας εύρισκε ακόμη στο δρόμο… όμως η χαρά και ο ενθουσιασμός, ότι αυτό που κάναμε ήταν πολύ σπουδαίο, μας έκανε να μη νιώθουμε κούραση.

Γυρνούσαμε στο σπίτι, αδειάζαμε τις τσέπες και τα σακουλάκια μας και αρχίζαμε το μοίρασμα… Ευτυχώς – λέω μετά από τόσα χρόνια – που ο καταναλωτισμός δεν είχε φτάσει ακόμη… προκλήσεις για αγορές παιχνιδιών δεν υπήρχαν και έτσι αρχίζαμε δειλά–δειλά να μαθαίνουμε τα καλά της αποταμίευσης. Μετά το μέλωμα και το κόψιμο του Χριστόψωμου το βράδυ της παραμονής, θα έπρεπε να κοιμηθούμε νωρίς, γιατί τα χαράματα – γύρω στις 4:30΄ με 5:00΄–θα χτυπούσαν χαρμόσυνα οι καμπάνες και θ’ ακολουθούσαμε τους γονείς μας στην εκκλησία. Ούτε λόγος για τεμπελιές… Δε θυμάμαι αν μας το επέβαλαν ή πηγαίναμε με τη θέλησή μας, όμως αυτό που θυμάμαι είναι ότι η εκκλησία, εκτός από μεγάλους γέμιζε και από παιδιά… Μόνο οι ανήμποροι μένανε στο σπίτι.

Αφού παρακολουθούσαμε με κατάνυξη τη χριστουγεννιάτικη ακολουθία και ακούγαμε τα γιορταστικά τροπάρια, όταν γλυκοχάραζε επιστρέφαμε στο σπίτι… Ποτέ δεν πρόκειται να ξεχάσω τα χαρούμενα πρόσωπα των δικών μου, των γειτόνων και των συγγενών που περπατούσαν στο δρόμο… Αντάλλασσαν ευχές, συζητούσαν χαρούμενα και εμείς παιδιά τότε, αισθανόμασταν αυτή τη γλυκιά έξαψη της ξεχωριστής ημέρας. Ακόμη και σήμερα, κάθε φορά που γυρνάω από την εκκλησία τέτοια μέρα, ψάχνω να βρω αυτή τη χαρά και την ασφάλεια των παιδικών μου χρόνων, που έπαιρνα από τα αγαπημένα μου πρόσωπα…

Ενώ χάραζε, το τραπέζι στην κουζίνα είχε στρωθεί μ’ όλα τα καλά. Μετά από μέρες νηστείας, μία κοτόσουπα και η τηγανιά που θ’ ακολουθούσε, μαζί με κόκκινο χύμα κρασί, ήταν ό,τι έπρεπε για να πάρουμε δυνάμεις… (το έθιμο της γαλοπούλας δεν υπήρχε τότε σε κανένα σπίτι). Ακόμα θυμάμαι ότι έπαιρνα ένα γλυκό υπνάκο μέχρι να ξημερώσει για τα καλά και να με φωνάξουν τα κορίτσια της γειτονιάς, για να κουνηθούμε στην αυτοσχέδια κούνια που έστηναν στην ακακία. Επειδή τύχαινε να είμαι από τις πιο μικρές από τα κορίτσια αυτά, δε συμμετείχα στην κατασκευή της κούνιας, όμως έπαιρνα μέρος στην τελετουργία του κουνήματος.

Η γειτονιά μας τότε έπηζε από κοριτσόκοσμο… Η Ρούλα, η Ευγενία, η Βασιλεία, η Άννα, η Βαγγελιώ, η Καίτη, η Γίτσα και άλλα κορίτσια που πιθανόν να ξεχνάω, αποτελούσαν την παρέα της κούνιας της γειτονιάς. Ο κανόνας απλός… όση ώρα διαρκούσε ένα χριστουγεννιάτικο τραγούδι κουνιότανε η καθεμιά. Με το τελείωμα τη θέση της έπαιρνε άλλη. Ενώ το κρύο έσφιγγε για τα καλά, εμείς δεν το αισθανόμασταν. Νιώθαμε τόσο ζεστά, τόσο όμορφα καθώς τραγουδούσαμε και μας κουνούσαν οι φίλες μας… Σκεφτείτε ότι πήγαινε απόγευμα κι όταν κόντευε να βραδιάσει, έβγαιναν οι μάνες μας στο δρόμο και μας φώναζαν να το διαλύουμε.

Αυτή θα πρέπει να είναι στην κυριολεξία η παιδική ξενοιασιά, που αναφέρεται και στα βιβλία για τα παιδιά… Κάπως έτσι – στο ίδιο μοτίβο – κυλούσαν και οι υπόλοιπες μέρες των γιορτών, ανάμεσα σε εκκλησία, κούνιες, επισκέψεις σε συγγενείς και καμιά βόλτα στην αγορά, στα λίγα μαγαζάκια που υπήρχαν τότε. Στην ψυχαγωγία μας ακόμη, μπορούσε να προστεθεί και η παρακολούθηση κάποιας ταινίας (κατάλληλης πάντα) στο σινεμά του χωριού.

Οι μέρες την περίοδο των γιορτών τρέχουν σαν νερό. Έτσι χωρίς καλά–καλά να το καταλάβουμε φτάναμε στην παραμονή της πρωτοχρονιάς. Όπως σε κάθε σπίτι έτσι και στο δικό μου επικρατούσε αναστάτωση. Έπρεπε γρήγορα να ετοιμαστούν τα ποδαράκια του γουρουνιού για τον καθιερωμένο πατσά της Πρωτοχρονιάς, αλλά και να ζυμωθεί και η πρωτοχρονιάτικη πίτα (πάντα αλμυρή, τυρόψωμο με λίγδα ζυμωμένο). Τα έθιμα έπρεπε να τηρηθούν στο έπακρο, το κλαδάκι της ελιάς στη μέση… το νόμισμα στη θέση του. Η μασίνα θα έπρεπε να έχει την κατάλληλη θερμοκρασία για το ψήσιμο.

Όλοι γύρω μου ήταν σε εγρήγορση. Όμως εμένα με απασχολούσε το πρωτοχρονιάτικο δώρο του Αϊ Βασίλη… Αφού λοιπόν οι τηλεοράσεις ήταν είδος πολυτελείας και διαφημίσεις δεν παρακολουθούσαμε, οι προσδοκίες ήταν περιορισμένες. Ό,τι και να ‘φερνε θα ήταν καλοδεχούμενο… Εξάλλου ποιο παιδί εκείνα τα χρόνια περίμενε πλούσια δώρα; Τα χρόνια ήταν «φτωχά» και εμείς ολιγαρκείς… Είχαμε όμως άλλα. Είχαμε ό,τι ζητάει η παιδική ψυχή… αγάπη, ασφάλεια, θαλπωρή, ζεστασιά, φίλους. Αυτά είναι που ψάχνουν και θέλουν να ζήσουν – πιστεύω – και τα σημερινά παιδιά, καθώς πλησιάζουν πάλι οι Άγιες μέρες, όμως με άλλο τρόπο, πιο λαμπερό, διαφορετικό, της δικής τους εποχής. Μακάρι και τούτα τα παιδιά να ζήσουν ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ αυτές τις μέρες εμπειρίες μοναδικές. Εμπειρίες που θα τους αφήσουν γλυκές αναμνήσεις για την υπόλοιπη ζωή τους.

Κείμενο : Άννα  Γ. Λαγ όντζου

πηγή : κύτταρο Ιερισσού πολιτισμικό περιοδικό έντυπο

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...