/*--

Τετάρτη, 4 Δεκεμβρίου 2013

Προσπάθεια μιας αυτοκριτικής με το Θείο Βρέφος

Ας δοξολογήσουμε τόν Τριαδικό Θεό, διότι μας έχει χαρίσει τό λειτουργικό έτος, τό όποιο μέ τίς Δεσποτικές καί Θεομητορικές εορτές του καί μέ τίς καθημερινές μνήμες των αγίων, μας δείχνει τό δρόμο καί γιά τόν δικό μας προσωπικό αγιασμό καί τήν πνευματική αναγέννηση.

Έφόσον «ο Λόγος σάρξ έγένετο» (Ίωάν. 1, 16) τότε μπορεί καί ο άνθρωπος νά εύλογηθεί καί νά άγιασθεί. Ή παρουσία του Χριστού, αύτό πού ονομάζουμε Χριστούγεννα, ή Ενανθρώπηση του ΥΙου καί Λόγου του Θεου Πατρός στόν κόσμο άποτελεί τήν έκπλήρωση καί τήν πραγματοποίηση των προφητειών της Παλαιας Διαθήκης. Τό όνειρο τών Έθνων, ή έλπίδα του περιούσιου λαου, τό κήρυγμα τών Πατριαρχών καί ή δικαίωση τών άγίων καί έναρέτων άνθρώπων της Παλαιας Διαθήκης συντελείται πλέον! Ό ’Άσαρκος Λόγος γίνεται ’Ένσαρκος Λόγος. Τό Δεύτερο Πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, ο Υιός καί Λόγος του Θεου Πατρός λαμβάνει πραγματικό καί άληθινό άνθρώπινο ,σώμα μέ λογική ψυχή καί γενναται από τήν Παρθένο Μαρία, ή οποία συνέλαβε τό Σωτηρα καί Λυτρωτή μας, μέ τήν ενέργεια τοΰ Αγίου Πνεύματος.

 Ό μεγάλος πατέρας της Εκκλησίας μας άγιος ’Ιωάννης ο Χρυσόστομος, αφοΰ σωστά καί ορθά ονομάζει τά Χριστούγεννα «κέντρο καί πηγή όλων τών εορτών», διότι εάν δέν γεννιόταν ο Χριστός μας οΰτε θά βαπτιζόταν οΰτε θά σταυρωνόταν καί οΰτε θά ανασταινόταν, αναφέρει τά εξης γιά τό μυστήριο της Ένσαρκώσεως τοΰ Θεοΰ: «Τί νά πώ; γιά ποιό νά μιλήσω; Βλέπω τή μητέρα, αντικρύζω τό παιδί, ομως, τόν τρόπο της γέννησης δέν τόν καταλαβαίνω. 

Νικιέται ο φυσικός νόμος, νικιέται καί ή τάξη τοΰ κόσμου, οπου εκφράζεται ή βούληση τοΰ Θεοΰ. Δέ γεννήθηκε σύμφωνα μέ τούς νόμους της φύσης. Ή φύση αδράνησε. Ένήργησε ή βούληση τοΰ Δεσπότη. Τί απερίγραπτο δώρο! Ό μονογενής πού υπάρχει πρίν αρχίσουν νά μετριοΰνται οι αιώνες, αυτός πού δέν εμπίπτει στίς ανθρώπινες αισθήσεις, ο ασύνθετος, ο αιώνιος, ο ασώματος, περιβλήθηκε τό σώμα μου πού υπόκειται στή φθορά, πού συλλαμβάνεται στίς αισθήσεις.

Γιατί; Γιά νά μπορέσει νά μας διδάξει καθώς τόν βλέπουμε κι ετσι νά μας οδηγήσει πρός οσα ή ορασή μας δέν μπορεί νά συλλάβει. Έπειδή οι ανθρωποι εχουν μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στά μάτια τους παρά στά αυτιά τους κι ετσι αμφιβάλλουν γιά ο,τι δέ βλέπουν, γι’ αυτό ακριβώς ο Θεός ανέχτηκε νά παρουσιαστεί μέ σώμα μπρός στά μάτια μας, γιά νά διαλύσει τίς αμφιβολίες, πού είχαμε ακούγοντας μόνο τά λόγια του. Καί γεννιέται από παρθένα πού αγνοεί τήν υπόθεση καί ή οποία υπηρξε απλό όργανο της απόρρητης δύναμης τοΰ Θεοΰ. Ένα μόνο πράγμα, εκείνο πού ρώτησε κι εμαθε από τό Γαβριήλ, δηλαδή, οταν ρώτησε «πώς εσται μοι τοΰτο επεί ανδρα ου γινώσκω;», της είπε: Αυτό θέλεις νά μάθεις; «Πνεΰμα άγιον επελεύσεται επί σέ καί δύναμις Ύψίστου επισκιάσει σοι».

Ό δέ άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος μιλώντας γιά τήν Γέννηση τοΰ Χριστοΰ μας, ομολογεί μέ ιδιαίτερο ευλαβη θαυμασμό: «Πόσο αξιοθαύμαστη είναι ή ένωση αυτή τοΰ Θεοΰ μέ τόν ανθρωπο! Πόσο παράδοξη ανάμιξη! Έκείνος πού υπάρχει δημιουργείται. Έκείνος πού πλουτίζει τούς αλλους, γίνεται πτωχός. Ό πλήρης κενοΰται από τή δόξα Του, γιά νά γευθώ εγώ από τήν πληρότητά Του». Ασύλληπτο, αγαπητοί μου αδελφοί, γιά τό μυαλό τοΰ ανθρώπου νά συλλάβει τό γεγονός της Θείας Ένσαρκώσεως, νά ερμηνεύσει μέ τούς νόμους της λογικης τό «πάντων τών καινών καινότατον, τό μόνον καινόν υπό τόν ήλιον» (αγ. Ίω. ο Δαμασκηνός) μυστήριο. «Μυστήριο ξένον, ορώ καί παράδοξον » μας λέγει ο ιερος υμνωδός! Ό ’Άκτιστος γίνεται καί κτίσμα, δηλαδή δημιούργημα, χωρίς ταυτόχρονα νά χάνει κάτι άπό τή Θεότητά Του. Τέλειος

Θεός κατά πάντα καί τέλειος άνθρωπος σέ όλα εκτός φυσικά άπό τήν άμαρτία, διότι αύτή δέν άνήκεια στήν κατά φύση ζωή άλλά στήν παρά φύση. Μπορεΐ γιά τόν Πλάτωνα ο Θεός νά μήν είναι σέ θέση νά γίνει καί άνθρωπος, γιά τήν Εκκλησία μας, όμως «ο Λόγος ε'γινε άνθρωπος κι εστησε τή σκηνή άνάμεσά μας» (Ίω. 1, 14) γιά νά μας άπαλλάξει άπό τήν άμαρτία, τή φθορά καί τό θάνατο, άπό τήν κυριαρχία του διαβόλου. Γιά νά μας θυμίσει τό χαμένο Παράδεισο. Τή Βασιλεία του Θεου. Τήν αιώνια ζωή, η οποία άρχίζει άπό τόν παρόντα κόσμο καί άπό εκείνη τή στιγμή πού εντασσόμαστε μέ τό Βάπτισμά μας στή ζωή της Εκκλησίας.

Ό πολυπόθητος, λοιπόν, Μεσσίας ηρθε. Είναι ο Σωτήρας του κόσμου. Αύτό σημαίνει Ίησους. Είναι ο Εμμανουήλ, μέ άλλα λόγια, ο Θεός άνάμεσά μας. Είναι ο νέος Άδάμ πού ηρθε στόν άρρωστο άπό τήν άμαρτία άνθρωπο, γιά νά τόν θεραπεύσει σωματικά καί ψυχικά. Γιά νά δώσει τή δυνατότητα στόν καθένα μέσα άπό τή ζωή της Εκκλησίας μας νά προχωρήσει στήν πνευματική τελείωση. Δέν ηρθε ο Χριστός γιά νά δείξει πόσο σοφός είναι, δέν ηρθε ο Χριστός στή γη γιά νά φέρει μία νέα διδασκαλία, δέν εμφανίστηκε γιά νά άλλάξει εκεΐνα τά κοινωνικά συστήματα καί τίς δομές πού καταδυναστεύουν τόν άνθρωπο, δέν ηρθε κάν γιά νά φέρει μιά νέα θρησκεία, δέν γεννήθηκε τελικά ο Χριστός μας, γιά νά γίνει ο άνθρωπος καλύτερος.

Ό Χριστός ηλθε μας λέει ο Μέγας Άθανάσιος «γιά νά γίνει ο άνθρωπος θεός». Παράξενα άκούγεται! Πολλές οι ενστάσεις του μυαλου! Δυσκολοκατόρθωτο τό εγχείρημα! Όχι, όμως, άδύνατο άπό τή πλευρά του Θεου. Καί όταν ενα γεγονός τό θέλει ο Θεός τότε γίνεται, ε'στω καί άν χαλάσει ο κόσμος! Τότε είναι κάτι περισσότερο άπό φυσικό, περισσότερο άπό άληθινό. ’Ή μαλλον είναι τό όντως πραγματικό! Τό όντως θαυμαστό! Τό όντως άξιο εγκωμίων!

Αύτό λένε, αύτό βροντοφωνάζουν, αύτό διαλαλουν οι άναρίθμητες στρατιές των άγίων μας καί πάνω άπό όλους τό πρόσωπο της Παναγίας μας.

Τοΰ Άρχιμ. Ιακώβου Καραμούζη

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...