/*--

Δευτέρα, 9 Δεκεμβρίου 2013

Οἱ Πατέρες πόνεσαν

Κάτι ποὺ δὲν σκεπτόμαστε συχνά: Τὸ ὅτι οἱ Πατέρες καὶ οἱ ἅγιοι πόνεσαν στὴ ζωή τους. Βασανίστηκαν ἀπὸ θλίψεις καὶ ἀρρώστιες ὀδυνηρές. Ἔφθασαν σὲ στιγμὲς ποὺ ὁ πόνος ἐπλήθυνε μέσα τους καὶ γύρω τους.


Nά, τρία χαρακτηριστικὰ παραδείγματα ἀπὸ τοὺς τρεῖς μεγάλους Πατέρες καὶ ἁγίους της Ἐκκλησίας μας: Τὸν Ἰωάννη Χρυσόστομο, τὸν Γρηγόριο Θεολόγο καὶ τὸν Μέγα Βασίλειο.

Γράφει ὁ τελευταῖος στὸν φίλο του ἀρχίατρο Μελέτιο τὰ ἑξῆς:

«Μὲ ἐμπόδισαν νὰ σοῦ γράψω οἱ πολλές μου ἀσχολίες. Ἀλλὰ ἐκτὸς αὐτοῦ πυρετοὶ συνεχεῖς καὶ λάβροι ἐξασθένησαν τόσο τὸ σῶμα μου καὶ τὸ ἀδυνάτισαν σὲ τέτοιο βαθμό, ὥστε νὰ νομίζω ὅτι ἐγὼ ὁ ἴδιος εἶμαι λεπτότερος ἀπὸ τὸν ἑαυτό μου.
Ἔπειτα μὲ βρῆκαν ἄλλοι πυρετοί, περιοδικοί, ποὺ ἐπανελήφθησαν εἴκοσι φορές. Ἔτσι τώρα ποὺ γλύτωσα πλέον ἀπὸ ὅλα αὐτά, αἰσθάνομαι τόσο ἐξαντλημένος καὶ ἀδύνατος, ὅπως ἕνας ἱστὸς ἀράχνης. Γι᾽ αὐτὸ καὶ δὲν μπορῶ νὰ περπατήσω. Τὸ παραμικρὸ ρεῦμα ἀέρος μοῦ προκαλεῖ περισσότερη ἀνωμαλία ἀπὸ ὅ,τι ἡ τρικυμία στοὺς πλέοντας. Εἶμαι ἀναγκασμένος νὰ μένω συνεχῶς στὸ δωμάτιο, κλεισμένος.
Καὶ νὰ περιμένω τὴν ἄνοιξη, ἂν φυσικὰ μπορέσω νὰ ζήσω ὡς τὴν ἄνοιξη καὶ δὲν μὲ συντρίψη ἡ ἀρρώστια ποὺ φωλιάζει στὰ σπλάχνα μου. Ἐὰν μὲ διασώση ὁ Κύριος, θὰ σπεύσω νὰ σὲ συναντήσω καὶ νὰ σὲ ἀγκαλιάσω μὲ ὅλη μου τὴν καρδιά.
Μόνο προσεύχου ἡ ζωή μου νὰ τακτοποιηθῆ σύμφωνα μὲ ἐκεῖνο, ποὺ εἶναι καλύτερο γιὰ τὴν ψυχή μου».

Καὶ αὐτὸ δὲν εἶναι τὸ μόνο γράμμα, στὸ ὁποῖο ὁ Μ. Βασίλειος μᾶς ἀφήνει νὰ ὑποπτευθοῦμε πόσο ὑπέφερε. Εἶναι καὶ πολλὰ ἄλλα παρόμοια.

Τὸ ἴδιο ἰσχύει καὶ γιὰ τὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸν Χρυσόστομο. Γράφει ἀπὸ τὴν ἐξορία του στὴν διακόνισσα Ὀλυμπιάδα στὴν Κωνσταντινούπολη:

«Ὁ φετεινὸς χειμώνας ἦταν σφοδρότερος τοῦ συνήθους μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἐπιδεινώση καὶ τὴν ἀσθένεια τοῦ στομάχου μου. Δύο μῆνες ἔζησα σχεδὸν σὰν νεκρὸς καὶ χειρότερα ἀπὸ νεκρός. Διότι ἐπὶ τέλους ὁ νεκρὸς δὲν αἰσθάνεται τὸν πόνο.
Ἐνῶ ἐγὼ ζοῦσα τόσο μόνον, ὥστε νὰ νιώθω ὅλα τὰ δεινὰ ποὺ μὲ περικύκλωναν, χωρὶς ὅμως νὰ μπορῶ νὰ κάνω τίποτα γιὰ νὰ τὰ ἀποφύγω. Ὅλα μοῦ φαίνονταν σκοτεινὰ ἀκόμη καὶ τὴν ἡμέρα καὶ τὸ πρωΐ. Τὸ μεσημέρι μοῦ φαινόταν νύχτα… Καθηλωμένος στὸ κρεβάτι, δὲν ἤμουν σὲ θέση νὰ κάνω τίποτα γιὰ νὰ διώξω τὴ φοβερὴ παγωνιά. Τὸ κρύο ἔμπαινε δριμὺ ἀπὸ παντοῦ.
Ἔφραξα ὅλες τὶς σχισμὲς καὶ τὶς χαραμάδες τοῦ δωματίου μου – μᾶλλον τῆς καλύβας μου. Ἔριξα ἐπάνω μου ὅσα ροῦχα εἶχα καὶ δὲν εἶχα, χωρὶς ὅμως ἀποτέλεσμα.
Ὅσες φορὲς ἐπεχείρησα νὰ ἀνάψω λίγη φωτιὰ ὁ καπνὸς μὲ ἔπνιγε. Ἔπαθα ὅ,τι χειρότερο μπορεῖ κανεὶς νὰ φαντασθῆ, ὑποφέροντας συνεχῶς ἀπὸ κεφαλαλγία, ἀνορεξία καὶ ἀδιάκοπη ἀϋπνία».

Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος εἶναι ἀκόμη πιὸ ἐκφραστικὸς μέσα στὴν μεγάλη θλίψη του. Σ᾽ ἕνα γράμμα του στὸν ρήτορα Εὐδόξιο, περιγράφει τὴν κατάστασή του μὲ ἕναν τρόπο τόσο συγκινητικό:

«Ἐρωτᾶς τί γίνομαι καὶ πῶς πᾶνε τὰ πράγματα: Εἶναι δυστυχῶς πολὺ ἄσχημα. Εἶμαι πικραμένος πολύ. Δὲν ἔχω πιὰ τὸν Βασίλειο. Δὲν ἔχω τὸν Καισάριο. Ὁ θάνατος μοῦ πῆρε καὶ τὸν πνευματικὸ καὶ τὸν κατὰ σάρκα ἀδελφό. Μαζὶ μὲ τὸν Δαυὶδ ψάλλω θλιμμένος: «Ὁ Πατήρ μου καὶ ἡ μήτηρ μου ἐγκατέλιπόν με». Ἡ σωματική μου ὑγεία εἶναι σὲ κακὴ κατάσταση. Τὰ γηρατειὰ βαραίνουν ἐπάνω μου. Εἶμαι βυθισμένος σὲ ἕνα πλῆθος φροντίδων. Τὰ πράγματα εἶναι ἄσχημα. Οἱ φίλοι ἔχουν χαθῆ. Τὰ τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἀποίμαντα.
Χάθηκε τὸ καλό. Θρασὺ τὸ κακό. Ὁ πλοῦς ἐν νυκτί πυρσὸς οὐδαμοῦ, Χριστὸς καθεύδει… Μία μοι τῶν κακῶν λύσις, ὁ θάνατος…».

Ὅταν ἀκοῦμε γιὰ τοὺς μεγάλους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ὅταν ἀντικρίζουμε τὰ πρόσωπά τους ἱλαρὰ καὶ γαλήνια στὶς εἰκόνες τῶν ναῶν ἢ τοῦ σπιτιοῦ μας, μὴ φαντασθοῦμε ὅτι ὑπῆρξαν ἄνθρωποι, πού πέρασαν μία ἥσυχη κι εὐτυχισμένη – ἀνθρώπινα εὐτυχισμένη- ζωή. Νὰ σκεπτώμαστε ὅτι βασανίστηκαν πολύ. Ὅτι ἡ ζωὴ τους μέσα στὸν κόσμο ἦταν γεμάτη πόνο, ἀρρώστιες, ἀπογοητεύσεις. 

Γι᾽ αὐτὸ καὶ ἔχουν ἀξία τὰ ὅσα μᾶς εἶπαν. Γι᾽ αὐτὸ μποροῦν νὰ εἶναι Πατέρες μας καὶ Διδάσκαλοί μας καὶ μέσα στὸν πόνο. Ἔγραφε χαρακτηριστικὰ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, σ᾽ ἕνα γράμμα του στὸ φίλο του Φιλάγριο:

«Πονῶ γιὰ τὴν ἀρρώστια μου, ἀλλὰ καὶ χαίρω. Χαίρω ὄχι γιατί πονῶ, ἀλλὰ γιατί μπορῶ νὰ εἶμαι διδάσκαλος ὑπομονῆς καὶ καρτερίας στοὺς ἄλλους... Μέσα στὰ βάσανά μου κερδίζω τὴν ὑπομονὴ καὶ τὴν διάθεση εὐχαριστίας πρὸς τὸν Θεό… Τὸν εὐχαριστῶ γιὰ τὶς ἀρρώστιες μου, ὅπως καὶ γιὰ τὰ εὐχάριστα τῆς ζωῆς μου…».

Αὐτοὶ ἦσαν οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας.
Μὲ τὸ φωτεινό τους παράδειγμα, δοκιμασμένο καὶ ἐξαγιασμένο μέσα στὸ καμίνι τοῦ πόνου καὶ τῶν θλίψεων, μὲ τὴν ἀγωνιστικὴ καὶ πολυκύμαντη ζωή τους, μὲ τὴν ἁγιότητά τους, δείχνουν καὶ σὲ μᾶς σήμερα τὸν δρόμο ποὺ ἀναδεικνύει τὸν ἄνθρωπο νικητὴ στὸν στίβο τῆς ζωῆς.

Ἐθελόθυτα θύματα στὸν βωμὸ τοῦ καθήκοντος ἔκαναν τὸν πλανήτη μας νὰ ἀρωματισθῆ ἀπὸ τὸ εὐωδιαστὸ θυμίαμα τῆς ἁγίας ζωῆς τους.

Περιοδικὸ «Ζωὴ» τεῦχος 4179/2009

πηγή : Ἐν Ἐσόπτρῳ Τριμηνιαία ἔκδοση τοῦ Πολιτιστικοῦ Κέντρου - Ἐπικοινωνιακοῦ καί Μορφωτικοῦ Ἱδρύματος τῆς Ἱ. Μητροπόλεως Γορτύνης καί Ἀρκαδίας

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...