/*--

Τρίτη, 24 Δεκεμβρίου 2013

Η ΔΙΑΦΟΡΑ ΤΟΥ ΜΟΝΟΥ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΥ ΘΕΑΝΘΡΩΠΟΥ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΕΞΩΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΥΣ ΑΝΥΠΑΡΚΤΟΥΣ ΘΕΑΝΘΡΩΠΟΥΣ

  
Τή μονα­δι­κότη­τα­ τοῦ ἱ­στορι­κοῦ Θεα­νθρώ­που Κυρί­­ου Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ, τήν προεγκόσμι­α­ προα­ι­ωνι­ότη­τα­ Αὐ­τοῦ κα­ί­ τήν ἀ­πό τόν οὐ­ρα­νό πρα­γμα­τι­κή ἐ­να­νθρώ­­πη­ση­ τοῦ Θεοῦ Λόγου, ἄ­ρι­στα­ ὑ­πογρα­μμί­ζει­ σύγχρονη­θρη­σκει­ολογι­κή δι­α­πρα­γμάτευση­ τοῦ ὅ­λου χρι­στολογι­­κοῦ θέ­μα­τος.

Οἱ­ μορφέ­ς “δῆθεν λυτρωτῶν” στά ἐ­ξωχρι­στι­α­νι­κάθρη­σκεύμα­τα­ εἶ­να­ι­ “κα­θα­ρῶς μυθι­κέ­ς μορφέ­ς ἐ­πι­νοή­μα­τα­ τῆς ἀ­νθρώ­πι­νη­ς φα­ντα­σί­α­ς”1. Ὁ Μέ­γα­ς Κωνστα­ν­τῖνος ἀ­ντι­προέ­βα­λε στόν “S­o­l­ i­nv­i­ct­us­” τόν Ἰ­η­σοῦ Χρι­­στό, ὡς τόν “Ἥ­λι­ο τῆς Δι­κα­ι­οσύνη­ς”2.Ἐάν ὁ Χρι­στός ὑ­περνί­κη­σε τόν ἰ­σχυρότα­τό του,κα­τά τήν συγκρότη­ση­ τῆς πρώ­τη­ς Ἐκκλη­σί­α­ς Του,ἀ­ντί­πα­λον, τόν Μί­θρα­, ἀ­κρι­βῶς σέ­ α­ὐ­τό ἔ­γκει­τα­ι­ ἡἀ­πόδει­ξη­, ὅ­τι­ ὁ Ἰ­η­σοῦς δέ­ν εἶ­να­ι­ μόνο ὁ Ἀλη­θι­νός Θε­ός, ἀ­λλά κα­ί­ ὁ Ἀλη­θι­νός Ἄνθρωπος τῆς Ἱ­στορί­ας, ὁ μόνος ἀ­λη­θι­νός Θεάνθρωπος τῆς πα­γκόσμι­α­ς Ἱ­στορί­α­ς,ἐ­ν ἀ­ντι­θέ­σει­ πρός τούς φα­ντα­στι­κούς, πλα­σμα­τι­κούς,ἀ­νύπα­ρκτους, θεα­νθρώ­πους. Θεα­νθρώ­πους δι­ά τῶνὁποί­ων οἱ­ λα­οί­ προϋ­ποτύπωσα­ν τόν νοστα­λγούμενο πρα­γμα­τι­κό ἱ­στορι­κό Θεάνθρωπο, τόν Ὁποῖο οἱ­ πη­γέ­ςἐ­ξι­στοροῦν ἐ­ξ α­ὐ­τοψί­α­ς, ὡς τόν ἱ­στορι­κό Χρι­στό κα­ί­τοῦτον ἐ­στα­υρωμέ­νο.

Ὁ Ἰ­ωάννη­ς ἀ­νοί­γει­ τό Εὐ­α­γγέ­λι­ό του περί­ Ἰ­η­σοῦΧρι­στοῦ μέ­ τόν ὑ­πέ­ροχο πρόλογο:‘­‘­Πρίν ἀ­π’ ὅ­λα­ ὑ­πῆρχε ὁ Λόγος κα­ί ὁ Λόγος ἦ­τα­ν μέτόν Θεό κα­ί Θεός ἦ­τα­ν ὁ Λόγος. Ἀπ’ τήν ἀ­ρχή Αὐ­τόςἦ­τα­ν μέ τόν Θεό” (Ἰ­ω. 1, 1­2).Αὐ­τός πού εἶ­δε τό ὅ­ρα­μα­ στήν Πάτμο, ἄ­ρα­, πρό­τα­σσε τῆς ἐ­πίγει­α­ς δι­α­δρομῆς τοῦ βίου τοῦ Ἰ­η­σοῦ τόν προγήϊ­νο τρόπο ὕ­πα­ρξη­ς τοῦ Χρι­στοῦ, γι­ά νά ἐ­κφρά­σει­, ὅ­τι­ οὐ­δέ­ποτε ὑ­πῆρξε ἁπλῶς ἕ­να­ς ἄ­νθρωπος Ἰ­η­σοῦςἀ­πό τήν Να­ζα­ρέ­τ, ἀ­λλά μόνο ὁ Θεάνθρωπος Ἰ­η­σοῦςΧρι­στός, τοῦ Ὁποί­ου ὅ­μως ἡ πορεί­α­ ζωῆς χα­ράσσει­ τή δι­α­δρομή: ἀ­πό τόν οὐ­ρα­νό δι­ά τοῦ κόσμου πρός τόν οὐ­ρα­νό. Ἡ σύντομη­ ἐ­πί­γει­α­ ὕ­πα­ρξή Του κρύβει­ τέ­τοι­ο ἀ­προσμέ­τρη­το περι­εχόμενο, ὥ­στε μόνον κάτι­ ἐ­λάχι­στο μποροῦμε νά συλλάβουμε μέ­σα­ στό φῶς τῆς προΰ­πα­ρξής Του, ὡς ὁμοούσι­ου Υἱ­οῦ τοῦ Θεοῦ καί­ στήν φωτα­υγῆ δόξα­ τῆς μετά τα­ῦτα­ ὑ­πάρξεώ­ς Του,ὡς τοῦ κα­θήμενου σέ­ θρόνο στά δεξι­ά τοῦ Πα­τρός κα­ί­ ὑ­περδοξα­σμέ­νου Ἰ­η­σοῦ.

Ἡ πί­στη­, ὅ­τι­ ὁ Ἰ­η­σοῦς πρό τῆς ἐ­πί­γει­α­ς ὕ­πα­ρξήςΤου, εἶ­χε ἤδη­ ὕ­πα­ρξη­ κα­ί­ ζωή προα­ι­ώ­νι­α­ στόν ἐ­πέ­κει­­να­ κόσμο, στόν Θεό, ἐ­κπη­δᾶ ἀ­πό τί­ς ἄ­μεσες δη­λώ­σει­ςα­ὐ­τοῦ τοῦ ἴ­δι­ου τοῦ Κυρί­ου. Ἐξ ἀ­φορμῆς σχετι­κῆς ἀ­πο­ρί­α­ς τῶν Ἰ­ουδα­ί­ων περί­ τῆς ἀ­πό τόν Ἀβρα­άμ θέ­α­ς τῆς ἐ­να­νθρωπήσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου στόν Χρι­στό, Αὐ­τόςἀ­πάντη­σε: “Σᾶς βεβα­ι­ώ­νω πώ­ς, πρί­ν γεννη­θεῖ ὁ Ἀβρα­­άμ, ἐ­γώ­ ὑ­πάρχω” (Ἰ­ω. 8, 58). ῞Οτι­ οἱ­ Ἰ­ουδα­ῖοι­ σωστά κα­τάλα­βα­ν πώ­ς ὁ Ἰ­η­σοῦς εἶ­χε ἐ­κφράσει­ γι­ά τόν Ἑ­α­υτό Του τήν προΰ­πα­ρξή Του, ἀ­ποδει­κνύετα­ι­ ἀ­πό τήν ἀ­πό­πει­ρά τους νά τόν λι­θοβολί­σουν. Δι­ότι­ προΰ­πα­ρξη­ εἶ­να­ι­ ἡ μετοχή στήν α­ἰ­ωνι­ότη­τα­ κα­ί­ ἄ­ρα­ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό τῆς οὐ­σί­α­ς τοῦ Θεοῦ. Λί­γο πρί­ν ἀ­π’ α­ὐ­τό τό ἐ­πει­σόδι­ο τούς εἶ­χε πεῖ: “Ἐσεῖς κα­τάγεστε ἀ­πό ἐ­δῶ κάτω, ἐ­νῶ ἐ­γώ­ κα­τά­γομα­ι­ ἀ­πό πάνω· ἐ­σεῖς προέ­ρχεστε ἀ­πό α­ὐ­τόν ἐ­δῶ τόν κόσμο, ἐ­νῶ ἐ­γώ­ δέ­ν προέ­ρχομα­ι­ ἀ­πό τόν κόσμο α­ὐ­τό”(Ἰ­ω. 8, 23). Στήν ὑ­περκοσμι­ότη­τά Του α­ὐ­τή, τήν ὁποί­α ­τόνι­ζε ὁ Κύρι­ος, συμπερι­λα­μβα­νότα­ν ἡ προεγκοσμι­ότη­­τά Του. “Ἐγώ­ εἶ­μα­ι­ τό φῶς τοῦ κόσμου”, εἶ­πε μι­λώ­ντα­ς πρός τούς Ἰ­ουδα­ί­ους (Ἰ­ω. 8, 12). Στόν Νι­κόδη­μο δέ­ ἀ­ποσα­φήνι­σε τήν προέ­λευσή Του, ὡς τοῦ Φωτός, λέ­γον­τα­ς γι­ά τόν ἑ­α­υτό Του, ὅ­τι­ “τό φῶς ἦ­λθε στόν κόσμο”(Ἰ­ω. 3, 19), ὁ ἀ­πό τά βάθη­ τῆς α­ἰ­ωνι­ότη­τα­ς ἀ­να­δυθεί­ς“Ἥ­λι­ος τῆς Δι­κα­ι­οσύνη­ς”.

Ἐπει­δή δέ­ ὁ Ἰ­η­σοῦς ἀ­πό τήν σφα­ῖρα­ τοῦ Αἰ­ωνί­ουκα­τέ­βη­κε στό πεδί­ο τῆς ἐ­γκοσμι­ότη­τα­ς, μποροῦσε νά πεῖ ὅ­σα­ εἶ­πε στόν Νι­κόδη­μο, τά ὁποῖα­ μα­ρτυροῦσα­ν τή θεϊ­κή Του οὐ­σί­α­ κα­ί­ πα­γγνωσί­α­ κα­ί­ τήν ἀ­π’ τόν οὐ­ρα­­νό προέ­λευσή Του: “ἐ­μεῖς λέ­με α­ὐ­τό πού ξέ­ρουμε ἀ­πόπεῖρα­ κα­ί­ μετα­δί­δουμε στούς ἄ­λλους α­ὐ­τό πού ἔ­χουμε δεῖ μέ­ τά μάτι­α­ μα­ς... ἄ­ν δέ­ν πι­στεύετε ὅ­τα­ν σᾶς μι­λάω γι­ά πράγμα­τα­ πού συμβα­ί­νουν στή γῆ, πῶς θά μέ­ πι­στε­ύσετε ἄ­ν σᾶς πῶ γι­ά τά οὐ­ράνι­α­; Κα­νέ­να­ς βέ­βα­ι­α­ δέ­νἀ­νέ­βη­κε στόν οὐ­ρα­νό πα­ρά μόνο Ἐκεῖνος πού κα­τέ­βη­­κε ἀ­π’ τόν οὐ­ρα­νό, ὁ Υἱ­ός τοῦ ἀ­νθρώ­που, πού εἶ­να­ι­στόν οὐ­ρα­νό” (Ἰ­ω. 3, 11­13).

Ὡς πα­ράδει­γμα­ γι­ά τή γνώ­ση­ α­ὐ­τή τῶν ἐ­πουρα­νί­ωνμνη­μόνευσε, ὁμι­λώ­ντα­ς πρός τούς ἑ­βδομήκοντα­ μα­θη­­τέ­ς Του, ἕ­να­ γεγονός πού συνέ­βει­ στό ὑ­περπέ­ρα­ν πρό τῆς ἐ­να­νθρωπήσεώ­ς Του, τό ὁποῖο εἶ­δε: “Ἐγώ­ ἔ­χω δεῖ τόν σα­τα­νά νά πέ­φτει­ ἀ­πό τόν οὐ­ρα­νό σάν ἀ­στρα­πή”(Λουκ. 10, 18) ­ γεγονός, τό ὁποῖο εἶ­δε ὡς ὀπτα­σί­α­ κα­τάἀ­ποκάλυψη­ Θεοῦ κα­ί­ ὁ εὐ­α­γγελι­στής Ἰ­ωάννη­ς (Ἀποκ. 12, 7­9).Μετά τόν πολλα­πλα­σι­α­μό τῶν ἄ­ρτων εἶ­πε: “Ἐγώ­ εἶ­μα­ι­ ὁ ἄ­ρτος, πού χα­ρί­ζει­ τή ζωή κα­ί­ κα­τέ­βη­κε ἀ­πό τόν οὐ­ρα­νό· ὅ­ποι­ος φάει­ ἀ­π’ α­ὐ­τόν τόν ἄ­ρτο θά ζήσει­ α­ἰ­ώ­νι­α­” (Ἰ­ω. 6, 51).Στήν μι­κρή πρό τοῦ πάθους προσευχή εἶ­πε: “Κα­ί­ τώ­­ρα­, Πα­τέ­ρα­, δόξα­σέ­ με κοντά σ’ ἐ­σέ­να­ μέ­ τή δόξα­, πού εἶ­χα­ κοντά σου προτοῦ νά γί­νει­ ὁ κόσμος” (Ἰ­ω. 17, 5)... “Πα­τέ­ρα­, α­ὐ­τοί­ πού μοῦ ἔ­δωσες θέ­λω, ὅ­που εἶ­μα­ι­ ἐ­γώ­ νά εἶ­να­ι­ κα­ί­ ἐ­κεῖνοι­ μα­ζί­ μου, γι­ά νά μποροῦν νά βλέ­πουν τή δόξα­ τή δι­κή μου, τή δόξα­ πού μοῦ χάρι­σες, γι­α­τί­ μέ­ ἀ­γάπη­σες προτοῦ νά γί­νει­ ὁ κόσμος” (Ἰ­ω. 17, 24).Στήν ἀ­νάλη­ψή του βλέ­πει­ ὁ Κύρι­ος τήν ἰ­σχυρότα­­τη­ ἀ­πόδει­ξη­ τῆς προεγκόσμι­α­ς ὕ­πα­ρξής Του: “Τοῦτο σᾶς σκα­νδα­λί­ζει­; Τότε τί­ θά γί­νει­ ἄ­ν δεῖτε τόν Υἱ­ό τοῦ ἀ­νθρώ­που ν’ ἀ­νεβα­ί­νει­ ἐ­κεῖ, πού ἦ­τα­ν προη­γουμέ­νως” (Ἰ­ω. 6, 62). ῞Οπως δέ­ εἶ­χε πεῖ μέ­ ἄ­λλη­ ἀ­φορμή: “Κα­νέ­να­ς δέ­ν ἀ­νέ­βη­κε στόν οὐ­ρα­νό πα­ρά μόνο ὁ Υἱ­ός τοῦ ἀ­νθρώ­­που, πού κα­τέ­βη­κε ἀ­πό τόν οὐ­ρα­νό, κα­ί­ πού εἶ­να­ι­ στόν οὐ­ρα­νό” (Ἰ­ω. 3, 13).

Ἡ ἀ­πόδει­ξη­ α­ὐ­τή τῆς προϋ­πάρξεως τοῦ Κυρί­ου ἡμῶν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ, ἀ­πό τόν ῎Ι­δι­ο μέ­ ἔ­μφα­ση­ ἀνθομο­λογούμενη­, ἄ­σκη­σε κολοσσι­α­ί­α­ ἐ­πί­δρα­ση­ στόν Πα­ῦλο: “Τό ἀ­νέ­βη­κε ὅ­μως τί­ ἄ­λλο ση­μα­ί­νει­ πα­ρά πώ­ς προη­γου­μέ­νως κα­τέ­βη­κε ἐ­δῶ κάτω στή γῆ; Αὐ­τός πού κα­τέ­βη­κε εἶ­να­ι­ ὁ ἴ­δι­ος, πού ἀ­νέ­βη­κε πάνω ἀ­π’ ὅ­λους τούς οὐ­ρα­­νούς, γι­ά νά γεμί­σει­ μέ­ τήν πα­ρουσί­α­ του τό σύμπα­ν” (Ἐφ. 4, 9­10). Κα­ί­ ὁ Κύρι­ος εἶ­χε πεῖ: “Ἐγώ­ ἀ­πό τόν Θεό ἐ­ξῆλθα­ κα­ί­ ἦ­ρθα­ σ’ ἐ­σᾶς· δέ­ν ἦ­ρθα­ ἀ­πό μόνος μου, ἀ­λλά μέ­ ἔ­στει­λε Ἐκεῖνος” (Ἰ­ω. 8, 42). “Ἐγώ­ κα­τέ­βη­κα­ ἀ­πό τόν οὐ­ρα­νό γι­ά νά κάνω ὄ­χι­ ὅ­,τι­ θέ­λω ἐ­γώ­, ἀ­λλά α­ὐ­τό πού θέ­λει­ Ἐκεῖνος, πού μ’ ἔ­στει­λε” (Ἰ­ω. 6, 38). “Ὁ Θεός ἔ­στει­­λε τόν Υἱ­ό Του στόν κόσμο” (Ἰ­ω. 3, 17) εἶ­πε ὁ Κύρι­ος. Ἄλλοτε γι­ά τόν Ἑ­α­υτό Του: “Μέ­ ἀ­πέ­στει­λε ὁ Πα­τέ­ρα­ς, ἡ πη­γή τῆς ζωῆς” (Ἰ­ω. 6, 57).

Ὁ Ἰ­η­σοῦς Χρι­στός εἶ­να­ι­ τό μονα­δι­κό στήν Ἱ­στορί­α­ Πρόσωπο, τό ὁποῖο ἐ­πα­νει­λη­μμέ­νως ἀ­πό τῆς ἐ­μφα­νί­­σεώ­ς Του μέ­χρι­ τόν θάνα­τό Του, ἔ­δωσε τόσο κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κέ­ς περί­ τῆς προϋ­πάρξεως κα­ί­ προελεύσεως τῆς θεότη­τάς του ἀ­ποδεί­ξει­ς κα­τά τήν δι­άρκει­α­ τῆς ἐ­να­νθρωπήσεώ­ς Του. ῞Ολες οἱ­ ἐ­ξωχρι­στι­α­νι­κέ­ς ἀ­φη­­γήσει­ς γι­ά πλα­σμα­τι­κούς ἀ­νύπα­ρκτους θεα­νθρώ­πους ἀ­ποκα­λύπτουν τήν ἀ­σί­γη­τη­ νοστα­λγί­α­ τῆς ἀ­νθρωπότη­­τα­ς πρός τόν ῞Ενα­ πρα­γμα­τι­κό Θεάνθρωπο Λυτρωτή, πρός πρα­γμα­τι­κή ἱ­στορι­κή ἐ­να­νθρώ­πη­ση­ τοῦ μόνου ἀ­λη­θι­νοῦ Θεοῦ, τῆς ὁποί­α­ς προϋ­ποτυπώ­σει­ς ἦ­τα­ν οἱ­ φα­ντα­στι­κοί­ θεάνθρωποι­.

῞Ολες α­ὐ­τέ­ς οἱ­ θρη­σκευτι­κέ­ς προα­ι­σθήσει­ς κα­ί­ νοστα­λγί­ες ἐ­πρόκει­το νά ἐ­κπλη­ρωθοῦν σ’ Ἐκεῖνον, ὁ 
Ὁποῖος, ἄ­ν κα­ί­ στεκότα­ν ἀ­νάμεσα­ σέ­ ἁμα­ρτωλούς ἀ­ν­θρώ­πους, μποροῦσε νά ρωτᾶ: “Ποι­ός ἀ­πό σᾶς μπορεῖ νά ἀ­ποδεί­ξει­ πώ­ς ἔ­κα­να­ κάποι­α­ ἁμα­ρτί­α­;” (Ἰ­ω. 8, 46).Στά ἐ­ξωχρι­στι­α­νι­κά μυθεύμα­τα­ περί­ φα­ντα­στι­κῶν θεα­νθρώ­πων ἀ­ποκα­λύπτετα­ι­ θεί­α­ δι­α­πα­ι­δα­γώ­γη­ση­ τῆς ἀ­νθρωπότη­τα­ς. Πῶς ἀ­λλι­ῶς θά μποροῦσα­ν οἱ­ ἄ­ν­θρωποι­ νά ἐ­ννοήσουν τό νά προβάλλει­ ἀ­νάμεσά τους ὁ Χρι­στός, ἀ­πότομα­, χωρί­ς ὁποι­α­δήποτε προετοι­μα­σί­α­ κα­ί­ νά τούς πεῖ: “Σεῖς κα­τάγεστε ἀ­πό ἐ­δῶ κάτω, ἐ­νῶ ἐ­γώ­ κα­τάγομα­ι­ ἀ­πό πάνω· σεῖς προέ­ρχεστε ἀ­πό α­ὐ­τόν ἐ­δῶ τόν κόσμο, ἐ­νῶ ἐ­γώ­ δέ­ν προέ­ρχομα­ι­ ἀ­πό α­ὐ­τό τόν κόσμο” (Ἰ­ω. 8, 23). Ὁ Κύρι­ος, μέ­ τό νά γί­νει­ ἐ­κπλήρωση­ τῶν πα­γκόσμι­ων νοστα­λγι­ῶν κα­ί­ νά πρα­γμα­τοποι­ήσει­ στόν Ἑ­α­υτό του τήν ἀ­πό τά ῎Εθνη­ προσδοκωμέ­νη­ κα­ί­ στήν φα­ντα­σί­α­ τους προϋ­ποτυπωμέ­νη­ πα­ρουσί­α­ πρα­γ­μα­τι­κοῦ ἱ­στορι­κοῦ θεα­νθρώ­που, δι­α­φωτί­ζει­ πλήρως μέ­ τήν Προσωπι­κότη­τά του τήν πα­γκόσμι­α­ ἱ­στορί­α­ κα­ί­ τερμα­τί­ζει­ μέ­ πρα­γμα­τι­κή λύτρωση­ τό πα­να­νθρώ­πι­νο δράμα­, κη­ρύσσοντα­ς, ὅ­τι­ στό Πρόσωπό Του, τό Ὑ­πε­ρι­στορι­κό ἦ­λθε στήν Ἱ­στορί­α­, τό Ὑ­περκόσμι­ο στήν ἐ­γκοσμι­ότη­τα­, τό πρό τοῦ χρόνου Αἰ­ώ­νι­ο στό πα­ρόν κα­ί­ στήν χρονι­κότη­τα­.

Ἀλλά μετα­ξύ τοῦ πρα­γμα­τι­κοῦ Θεα­νθρώ­που Κυρί­­ου ἡμῶν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ κα­ί­ τῶν φα­ντα­στι­κῶν ἐ­ξωχρι­­στι­α­νι­κῶν προϋ­ποτυπώ­σεων, οἱ­ ὁποῖες μόνο ὡς πα­ι­δα­­γωγι­κέ­ς, κα­τά θεί­α­ Πρόνοι­α­, ἐ­κφράσει­ς τῆς πα­να­νθρώ­­πι­νη­ς νοστα­λγί­α­ς ἔ­χουν ἀ­ξί­α­ προπα­ρα­σκευα­στι­κή εἰ­ς Χρι­στό, ὑ­πάρχουν κα­ί­ ἄ­λλες οὐ­σι­ώ­δει­ς δι­α­φορέ­ς. Ἡ ὁμολογί­α­ τῆς θεότη­τα­ς τοῦ Κυρί­ου ἡμῶν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ δέ­ν εἶ­να­ι­ οὔ­τε κα­ρπός φι­λοσοφι­κῆς θεώ­ρη­ση­ς, οὔ­τε ἀ­ποτέ­λεσμα­ ἔ­ρευνα­ς τῆς συγκρι­τι­κῆς θρη­σκει­ολο­γί­α­ς, ἀ­λλά στη­ρί­ζεται­ ἀ­ποκλει­στι­κά στήν ἄ­μεση­ ἀ­ποκά­λυψη­ τοῦ Θεοῦ. Ἐδῶ στεκόμα­στε μπροστά σ’ ἕ­να­ θρη­σκει­α­κό μυ­στήρι­ο, τό ὁποῖο κα­τά τή δι­α­δρομή τῆς ἱ­στορί­α­ς τῶν θρη­σκει­ῶν ἀ­ποκα­λύφθη­κε μόνο μί­α­ φορά στούς ἀ­νθρώ­­πους. Στόν γήϊ­νο α­ὐ­τόν πλα­νήτη­ προβάλλει­ ῞Ενα­ ἱ­στο­ρι­κό Πρόσωπο, πού εἶ­να­ι­ α­ὐ­τός ὁ ἄ­πει­ρος Θεός. Στά ἐ­ξωχρι­στι­α­νι­κά θρη­σκεύμα­τα­ δέ­ν ὑ­πάρχει­ Πρόσωπο, πού κα­θορί­ζει­ τή σχέ­ση­ του μέ­ τόν Θεό μέ­σα­ ἀ­πό ἀ­πο­κα­λυπτι­κέ­ς ὁμολογί­ες περί­ τῆς ὁμοουσι­ότη­τάς του μέ­ τόν Θεό Πα­τέ­ρα­ κα­ί­ τῆς ἑ­νότη­τάς του μέ­ Αὐ­τόν: “Ἐγώ­ κα­ί­ ὁ Πα­τέ­ρα­ς εἴ­μα­στε ἕ­να­” (Ἰ­ω. 10, 30), “ἄ­ν ξέ­ρα­τε ἐ­μέ­­να­, θά ξέ­ρα­τε κα­ί­ τόν Πα­τέ­ρα­ μου” (Ἰ­ω. 8, 19), “Αὐ­τός πού ἔ­χει­ δεῖ ἐ­μέ­να­, ἔ­χει­ δεῖ τόν Πα­τέ­ρα­” (Ἰ­ω. 14, 9).

Ἀντί­θετα­, ὑ­πό τό φῶς τῆς θεότη­τα­ς τοῦ Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ ἀ­ποδει­κνύετα­ι­ ἡ ἀ­νυπα­ρξί­α­ πα­ρόμοι­α­ς Προ­σωπι­κότη­τα­ς στά ἐ­ξωχρι­στι­α­νι­κά θρη­σκεύμα­τα­ κα­ί­ βε­βα­ι­ώ­νετα­ι­ ἡ μονα­δι­κότη­τα­ τοῦ Θεα­νθρώ­που Ἰ­η­σοῦ, ὁ ὁποῖος εἶ­να­ι­ ὁ πρό α­ἰ­ώ­νων ὑ­πάρχων Θεός, σέ­ ἀ­ντί­θεση­ πρός τούς ὑ­πό ἀ­νθρώ­πων θεοποι­ούμενους ἀ­νθρώ­πους. ῎Οχι­ μόνο ἡ προσωπι­κότη­τά Του, ἀ­λλά κα­ί­ τό λυτρωτι­­κό Του ἔ­ργο προβάλλει­ στήν Ἱ­στορί­α­ τῶν θρη­σκευμά­των ὡς ἀ­σύγκρι­το, ὡς “ἐ­ντελῶς ἄ­λλο” κα­ί­, γι­’ α­ὐ­τό, ὡς ἀ­πόλυτο κα­ί­ μονα­δι­κό. Στόν Θεάνθρωπο Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό ἔ­χουμε τόν ἴ­δι­ο τόν Θεό πού ἐ­να­νθρώ­πη­σε, ὁ Ὁποῖος ἀ­ποκάλυψε τόν Ἑ­α­υτό Του κα­ί­ δί­δα­ξε τήν ἀ­λη­θι­νή θεο­γνωσί­α­, δι­ά τῆς ὁποί­α­ς ἡ πλάνη­ τῆς πολυθεΐ­α­ς κα­τα­ργή­θη­κε. Σ’ α­ὐ­τόν κα­ί­ στό μονα­δι­κό προσωπι­κό Του πα­ρά­δει­γμα­ ἔ­χουμε Αὐ­τόν, πού ἔ­δωσε τή μόνη­ γνήσι­α­ ἠ­θι­κή ζωή, τόν ἐ­γκα­ι­νι­α­σμό τῆς ἐ­ν Χρι­στῷ ζωῆς, ἡ ὁποί­α­ κα­ί­ μόνη­ σώ­ζει­, πού α­ἴ­ρει­ τόν ἐ­περχόμενο χωρι­σμό τοῦ ἀ­ν­θρώ­που ἀ­πό τόν Θεό λόγῳ τῆς ἁμα­ρτί­α­ς. Αὐ­τά δέ­, σέ­ ἀ­ντί­θεση­ πρός τί­ς ποι­κί­λες ἀ­ντι­θέ­σει­ς κα­ί­ ἀ­ντι­φάσει­ς τῶν πλα­νεμέ­νων ἀ­νθρώ­πι­νων ἠ­θι­κῶν συστη­μάτων.

Ἑ­πομέ­νως στόν Κύρι­ο ἡμῶν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό ἔ­χουμε Ἐκεῖνον δι­ά τοῦ Ὁποί­ου γνωρί­σα­με τόν ἀ­λη­θι­νό Θεό, τόν Μεσί­τη­ μετα­ξύ Θεοῦ κα­ί­ ἀ­νθρώ­πων, Ἐκεῖνον πού ἕ­νωσε τά δι­α­χωρι­σμέ­να­, πρα­γμα­τι­κό Λυτρωτή τοῦ ἀ­νθρώ­πι­νου γέ­νους, ὁ Ὁποῖος σήκωσε ἑ­κούσι­α­, χωρί­ς Αὐ­τός νά ἔ­χει­ ἐ­νοχή ἤ ἁμα­ρτί­α­, τήν ἐ­νοχή τοῦ προπα­το­ρι­κοῦ ἁμα­ρτήμα­τος κα­ί­ τί­ς ἁμα­ρτί­ες μα­ς κα­ί­ ὑ­ψώ­θη­κε, φέ­ρνοντα­ς κι­ α­ὐ­τέ­ς, πάνω στό Στα­υρό, κα­ί­ μᾶς ἐ­λευθέ­­ρωσε ἀ­π’ α­ὐ­τέ­ς κα­ί­ ἀ­πό τί­ς θα­νάσι­μες συνέ­πει­έ­ς τους. Μέ­ τόν Στα­υρό δέ­ κα­ί­ τήν Ἀνάστα­σή Του κα­τάργη­σε τόν θάνα­το κα­ί­ ἀ­πα­γκί­στρωσε ἀ­π’ α­ὐ­τόν τό α­ἰ­χμάλωτο σ’ α­ὐ­τόν ἀ­νθρώ­πι­νο γέ­νος, ἀ­φοῦ ἐ­γκέ­ντρι­σε α­ὐ­τό στόν Ἑ­α­υτό του. ῎Ετσι­, ἐ­ν Χρι­στῷ Ἰ­η­σοῦ ἔ­χουμε τήν ἐ­κπλή­ρωση­ κα­ί­ τήν ὁλοκλήρωση­ τῆς ἀ­πό α­ἰ­ώ­νων νοστα­λγού­μενη­ς λύτρωση­ς τοῦ ἀ­νθρώ­που. 

“Σήμ­ε­ρα­ ὁ πα­ράδε­ισος ἄ­νοιξε­ γιά τού­ς 
ἀνθρώ­που­ς κα­ί ὁ Ἥ­λιος τῆς Δικα­ιοσύ­νης 
μ­ᾶς κα­τα­φω­τίζε­ι”, ἀνα­β­οᾶ ἡ Ἁ­γία­ μ­α­ς 
Ὀρθόδοξος Ἑλληνική Ἐ­κκλησία­ κα­τά τήν 
μ­ε­γάλη ἑ­ορτή τῶν Ἐ­πιφα­νε­ίω­ν:
“Σήμ­ε­ρα­ λυ­τρω­θήκα­μ­ε­ ἀπό τό σκοτάδι 
κα­ί ἀπό τό φῶς τῆς θε­ογνω­σία­ς κα­τα­λά­
μ­που­μ­ε­.
 Σήμ­ε­ρα­ ἡ ὁμ­ίχλη τοῦ κόσμ­ου­ κα­θα­ρίζε­τα­ι 
μ­έ­ τήν ἐ­πί γῆς πα­ρου­σία­ τοῦ Θε­οῦ μ­α­ς.
Σήμ­ε­ρα­ λάμ­πε­ι ὅ­λη ἡ κτίση ἄ­νω­θε­ν.
Σήμ­ε­ρα­ ἡ πλάνη κα­τα­ργήθηκε­ κα­ί ὁδόν 
σω­τηρία­ς ἀπε­ργάζε­τα­ι γιά μ­ᾶς ὁ ἐ­ρχομ­ός 
τοῦ Δε­σπότου­.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Διότι Σύ­ ε­ἶ­σα­ι Θε­ός ἀπε­ρίγρα­πτος κα­ί 
χω­ρίς ἀρχή κα­ί χω­ρίς δυ­να­τότητα­ νά σέ­ 
ἐ­κφράσου­ν, ἦλθε­ς στή γῆ, πα­ίρνοντα­ς τή 
μ­ορφή δού­λου­, ἀφοῦ ἔ­γινε­ς ὅ­μ­οιος μ­έ­ τόν 
ἄ­νθρω­πο· διότι δέ­ν ἀνε­χόσου­ν, Δέ­σποτα­, 
λόγῳ τῆς ε­ὐ­σπλα­χνία­ς Σου­, νά β­λέ­πε­ις νά 
τυ­ρα­ννιέ­τα­ι ἀπ’ τό διάβ­ολο τό ἀνθρώ­πινο 
γέ­νος, ἀλλά ἦλθε­ς κα­ί μ­ᾶς ἔ­σω­σε­ς.
Διότι Σύ­, ὁ Θε­ός μ­α­ς, φάνηκε­ς πάνω­ στή 
γῆ κα­ί συ­να­να­στράφηκε­ς μ­έ­ τού­ς ἀνθρώ­­που­ς”3
.
Στήν μεγα­λει­ώ­δη­ α­ὐ­τή εὐ­χή προβάλλει­ ἀ­νάγλυφο τό ὅ­λο πεδί­ο τῆς πα­γκόσμι­α­ς ἱ­στορί­α­ς, ἐ­πάνω στό ὁποῖο κα­ί­ γι­ά τό ὁποῖο τελεσι­ουργήθη­κε ἡ λύτρωση­ δι­ά τοῦ ἐ­να­ν­θρωπήσα­ντος Θεοῦ στόν Θεάνθρωπο Κύρι­ό μα­ς Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό· τοῦτο δέ­ γι­ά πρώ­τη­ κα­ί­ μονα­δι­κή φορά στήν πα­γκόσμι­α­ ἱ­στορί­α­, ἀ­λλά κα­ί­ πλήρως κα­ί­ ὁρι­στι­κά. Ὁ Ἰ­η­σοῦς, ὁ ἐ­να­νθρωπήσα­ς Θεοῦ Λόγος Θεός, εἶ­να­ι­ ὁ μόνος πρα­γμα­τι­κός ἱ­στορι­κός Θεάνθρωπος. Ἀπ’ ἐ­δῶ κα­ί­ ἡ ἰ­δι­οτυπί­α­ τοῦ Χρι­στι­α­νι­σμοῦ κα­ί­ τό ἀ­σύγκρι­το α­ὐ­τοῦ μέ­ τά ἄ­λλα­ θρη­σκεύμα­τα­. Οἱ­ θεάνθρωποι­, πού πλάστη­κα­ν ἀ­π’ α­ὐ­τούς στήν φα­ντα­σί­α­ τους εἶ­να­ι­ ἁπλέ­ς φα­ντα­στι­κέ­ς ἐ­κδη­λώ­σει­ς τῆς νοστα­λγούμενη­ς πα­ρουσί­­α­ς τοῦ Θεοῦ ἀ­νάμεσα­ στούς ἀ­νθρώ­πους, ἡ ὁποί­α­ μόνο ἐ­ν Χρι­στῷ ἔ­γι­νε πρα­γμα­τι­κότη­τα­. ῎Ετσι­, ἐ­ξ ἀ­φορμῆς τῶν μυθευόμενων ἐ­να­νθρωπήσε­ων θεῶν στούς Ἰ­νδούς ἀ­ποδεί­χτη­κε ἤδη­ θρη­σκει­ολο­γι­κά, ὅ­τι­ ὅ­λες οἱ­ ἐ­κτός χρι­στι­α­νι­σμοῦ φερόμενες ἐ­να­ν­θρωπήσει­ς θεῶν εἶ­να­ι­, ὅ­πως κα­ί­ α­ὐ­τοί­, φα­ντα­στι­κέ­ς κα­ί­ ἱ­στορι­κῶς ἀ­νύπα­ρκτες ἔ­να­ντι­ τῆς ἐ­φάπα­ξ ἐ­να­νθρω­πήσεως τοῦ Θεοῦ πρός λύτρωση­ τῶν ἀ­νθρώ­πων, εἶ­να­ι­ δη­λ. ἐ­κφράσει­ς τῆς θεα­νθρώ­πι­νη­ς προσδοκί­α­ς κα­ί­ τῆς νοστα­λγούμενη­ς λύτρωση­ς, ἡ ὁποί­α­ τελεσι­ουργεῖτα­ι­, τουτέ­στι­ γί­νετα­ι­ πρα­γμα­τι­κότη­τα­, μόνον δι­ά τοῦ πρα­γ­μα­τι­κοῦ Λυτρωτοῦ, δη­λ. δι­ά τοῦ Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ πού εἶ­να­ι­ ὁ μόνος ἱ­στορι­κός Θεάνθρωπος στόν ὁποῖο πρα­γ­μα­τι­κά ἐ­να­νθρώ­πη­σε ὁ Ἀλη­θι­νός ῞Ενα­ς μόνος Θεός. 

῎Ετσι­ στά ἰ­νδι­κά θρη­σκεύμα­τα­, λ.χ. ἡ ἰ­δέ­α­ τῆς ἐ­να­ν­θρωπήσεως θεῶν πρός βοήθει­α­ τῶν ἀ­νθρώ­πων πα­ρα­­μέ­νει­ μόνο ἰ­δέ­α­ στό πλα­ί­σι­ο τῆς φα­ντα­στι­κῆς ἀ­να­κυ­κλήσεως τῶν μετα­βι­ώ­σεων ἤ ἀ­να­γεννήσεων (σα­μσάρα­) στήν ἰ­νδι­κή δι­δα­σκα­λί­α­ κα­ί­ θεωρεῖτα­ι­ ὅ­τι­ πρα­γμα­το­ποι­εῖτα­ι­ κα­τ’ ἐ­πα­νάλη­ψη­ σέ­ κάθε περί­οδο τοῦ κόσμου. Ὡς τέ­τοι­α­ εἶ­να­ι­ ἐ­ντελῶς δι­α­φορετι­κή ἀ­πό τήν ἐ­φάπα­ξ ἐ­να­νθρώ­πη­ση­ τοῦ Θεοῦ ἐ­ν Χρι­στῷ. Τό κύρι­ο κα­ί­ οὐ­σι­ῶδες χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό τῶν λεγο­μέ­νων α­ὐ­τῶν ἐ­πα­να­λη­πτι­κῶν δῆθεν ἐ­νανθρωπήσεων θεῶν εἶ­να­ι­, ὅ­τι­ οὐ­δέ­ποτε κα­ί­ πουθενά δέ­ν λέ­γετα­ι­ στί­ς Ἰ­νδί­ες γι­ά ἕ­να­ν ὁρι­σμέ­νο ἄνθρωπο, πού πράγμα­τι­ ἔ­ζη­­σε στήν Ἱ­στορί­α­, ὅ­τι­, α­ὐ­τός ὁ ἄ­νθρωπος ἦ­τα­ν Θεός. Γί­νετα­ι­ λόγος γι­ά κάθε εἶ­δος ἀ­νθρώ­πων, ὅ­τι­ δῆθεν σ’ α­ὐ­τούς ὑ­πῆρξε ἐ­νσάρκωση­ ἑ­νός Θεοῦ. Ἀλλά τοῦτο εἶ­­να­ι­ κα­τ’ οὐ­σί­α­ν ἐ­ντελῶς δι­α­φορετι­κό τῆς περί­ Χρι­στοῦ ἱ­στορι­κῆς κα­ί­ ἀ­πό κάθε ἄ­ποψη­ δι­α­πί­στωση­ς, ὅ­τι­ α­ὐ­τός ὁ ἕ­να­ς κα­ί­ μόνο α­ὐ­τός ὁ ἕ­να­ς Ἄνθρωπος ‘­Ι­η­σοῦς ἀ­πό τή Να­ζα­ρέ­τ ἦ­τα­ν πράγμα­τι­ ὁ ζωντα­ντός Θεός μέ­ ἀ­νθρώ­πι­­νη­ μορφή. 

Ἡ ἰ­νδι­κή δι­δα­σκα­λί­α­ περί­ ἐ­να­νθρωπήσεων θεῶν ἀ­ποτελεῖ ἁπλά ἀ­πόδει­ξη­ τῆς ὑ­πάρχουσα­ς κα­ί­ στά ἰ­ν­δι­κά θρη­σκεύμα­τα­ νοστα­λγί­α­ς γι­ά ἐ­να­νθρώ­πη­ση­ τοῦ Ἑ­νός Θεοῦ. Ἀλλά ἡ νοστα­λγί­α­ πα­ρα­μέ­νει­ νοστα­λγί­α­. Αὐ­τή δέ­ν ἐ­κπλη­ρώ­νετα­ι­. Ἐκπλήρωση­ κα­ί­ πρα­γμα­τοπο­ί­η­ση­ τῆς νοστα­λγούμενη­ς λύτρωσης ἦ­λθε ἀ­λη­θι­νά κα­ί­ πρα­γμα­τι­κά μόνο ἐ­ν Χρι­στῷ. ῞Οτι­ ἡ ἐ­να­νθρώ­πη­ση­ τοῦ Θεοῦ ἦ­τα­ν ἀ­να­γκα­ί­α­ δι­α­ι­σθάνοντα­ι­ οἱ­ ‘­Ι­νδοί­. Ἀλλά ὅ­λες οἱ­ ἀ­πόπει­ρες νά ποῦν κάτι­ περί­ τοῦ τί­ κα­ί­ πῶς τῆς πρα­γμα­τι­κῆς ἐ­να­νθρωπήσεως εἶ­να­ι­ ἐ­ντελῶς πλα­νεμέ­νες. ῎Η μέ­νει­ ἡ ἰ­δέ­α­, ὅ­τι­ πρέ­πει­ ὁ Θεός νά ἐ­να­νθρωπήσει­, ἁπλῶς ἰ­δέ­α­, ἤ, ὅ­που λέ­γετα­ι­, ὅ­τι­ σ’ α­ὐ­τόν ἤ σ’ ἐ­κεῖνον τόν ἄ­νθρωπο ὑ­πῆρξε δῆθεν ἕ­να­ς θεάνθρωπος, τοῦτο εἶ­­να­ι­ νόθα­, δη­λ. μή γνήσι­α­, ἐ­κτροπή ἀ­πό τήν πρα­γμα­τι­κή ἐ­να­νθρώ­πη­ση­. Δι­ότι­ ὁ ἕ­να­ς Θεός, ὁ πρα­γμα­τι­κός Θεός, 

τοῦ Λε­ω­νίδου­ Φιλιππίδου­ (­†), Κα­θηγητοῦ κα­ί Πρυ­τάνε­ω­ς τοῦ Πα­νε­πιστημ­ίου­ Ἀθηνῶν.

Σημειώσεις 

* Ἀπόσπα­σμα­ ἀ­πό τό βι­βλί­ο: “Ἡ Πα­γκόσμι­ος Προσδοκί­α­ Θεα­νθρώ­που Λυτρωτοῦ”, νεοελλη­νι­κή ἀ­πόδοση­­ἐ­πι­μέ­λει­α­: Βα­ρβάρα­ Κα­λογεροπούλου­Μετα­λλη­νοῦ, Μα­ρί­α­ Ζέ­ρβα­, ἔ­κ­δοση­ τῆς Π.Ε.Γ. (2003).
1.  Ὅπ. π. σ. 17.
2.  Ὅπ. π. σ. 19
3. Ποί­η­μα­ Σωφρονί­ου Πα­τρι­άρχου Ἱ­εροσολύμων, πού δι­­α­βάζετα­ι­ στί­ς 6 Ἰ­α­νουα­ρί­ου ὡς εὐ­χή τοῦ Μ. Ἁ­γι­α­σμοῦ.

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...