/*--

Πέμπτη, 5 Δεκεμβρίου 2013

Χαῖρε, Σύμπαν Ἀσύμπαντον» ἤ ψαύοντας τό φῶς τοῦ Θεοῦ

Τήν Τετάρτη 1η Αὐγούστου 2012 βρέθηκα ἀνάμεσα στούς κληθέντες στήν παρουσίαση τοῦ δευτέρου ποιητικοῦ πονήματος τοῦ πρωτεξαδέλφου μου Μάνθου Παχλιτζανάκη, στήν Ἱεράπετρα. Τό ἀκροατήριο πολύ. Διακρίνονται συγγενεῖς, φίλοι, καί γνωστοί, ἀλλά καί κάποιοι πνευματικοί ἀναζητητές πού ἦρθαν ν’ ἀκούσουν καί νά ψηλαφήσουν τό παρουσιαζόμενο ἔργο.

Πάνω ὅμως ἀπ’ ὅλους οἱ ἐκλεκτές προσωπικότητες πού πλαισίωναν τόν ποιητή καί βρίσκονταν γύρω ἀπό τό βῆμα, ἤθελαν νά φανερώσουν μπροστά μας τήν ποιότητα τόσο τοῦ πονήσαντος, ὅσο καί τοῦ πονήματός τους. Ὁ τίτλος τοῦ πνευματικοῦ μόχθου τοῦ Μάνθου Παχλιτζανάκη: «Χαῖρε Σύμπαν Ἀσύμπαντον».

Ὅταν πρωτάκουσα τόν τίτλο ξαφνιάστηκα. Ὅταν ὅμως ξεφύλλισα ἔστω καί βιαστικά καί ἔρριξα βιαστικές ματιές στίς σελίδες του, διαπίστωσα πώς δέν καταγράφονται κάποια «συνθέματα», πού ψάχνονται γιά νά «συμπεθερέψουν». Ἐδῶ κρατιέται μιά ἑνότητα, «διήκουσα ἔννοια», ὅπως μᾶς τήν δίδασκαν οἱ δάσκαλοί μας, ἀπό τόν πρῶτο στίχο μέχρι τόν τελευταῖο, φανέρωμα τῆς πνευματικῆς ἀνησυχίας πού κυριαρχεῖ τήν σκέψη τοῦ ποιητῆ. Δίχως αὐτή δέν θά γίνονταν αὐτή ἡ σύνθεση.

Ἀναζητητής τοῦ βάθους τῶν ὄντων, χαιρετίζει μέ πολύ ὅμως εὔγλωττο τρόπο τό ἀπείκασμά τους, ὅσα ἐκπέμπονται καί συνιστοῦν τό μυστήριο τοῦ «μικρόκοσμου καί μακρόκοσμου» κόσμου. «Οὐ φέρει τό μυστήριον ἔρευναν». Βέβαια ἡ Ἐπιστήμη προσπαθεῖ νά εἰσδύσει καί στούς δυό κόσμους καί ἀνακαλύπτει ἀπό τό «ἀνεξάντλητον», «καί πάλιν καί πολλάκις» θά ἐπεκτείνει τήν ἔρευνα της χωρίς νά ξεδιαλύνει τό ἀδιάστατο τῶν ὅσων ἐγκρύπτονται σ’ αὐτούς τούς χώρους «μικρόκοσμο-μεγάκοσμο». Ὅσο θά ἀποκαλύπτει θά καλύπτεται ὁ ἀπρόσιτος Λόγος τοῦ λόγου τῆς συστάσεως τοῦ ὑπερφυοῦς μυστηρίου τοῦ πανσύμπαντος.

Στό ἄκουσμα τῶν ὅσων ἔλεγε τό ποίημα, στό νοῦ μου ἐρχόταν ὁ ἀνώνυμος ποιητής τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου. Συστοιχία τῶν «Χαῖρε» τοῦ Ἀκαθίστου καί τῶν «Χαῖρε» τοῦ Ἀσύμπαντος Σύμπαντος.
Τά «Χαῖρε» τοῦ Ἀκαθίστου στέλνονται πρός τήν Θεομήτορα. Σέ συγκεκριμένο Πρόσωπο.Τά «Χαῖρε» τοῦ «Ἀσύμπαντος Σύμπαντος», βλέπω νά ἀπευθύνονται πρός τόν Λόγο πού λογικοποιεῖ τά «σύμπαντα». Καί αὐτό ἐξάγεται ἀπό αὐτό πού μᾶς διδάσκουν οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, πώς ὁ Θεός εἶναι ἀμέθεκτος στήν Οὐσία, μεθεκτός ὅμως μέσα ἀπό τίς Ἄκτιστες θεῖες Ἐνέργειες μέ τίς ὁποῖες δίνει τούς λόγους τῶν ὄντων καί πρό πάντων στόν ἔλλογο Ἄνθρωπο.

Ὁ Ἄνθρωπος-ποιητής γίνεται ἀναζητητής τοῦ Φωτός. Τό φῶς τό αἰσθητό ἀγγίζεται, ἐρευνᾶται, ἀναλύεται. Τό φῶς ὑπεραισθητό, κι αὐτό προσφέρεται στόν Ἄνθρωπο, αὐτό δέν ψηλαφεῖται δέν ἀναλύεται στό ἐργαστήρι τοῦ ἐπιστήμονα, αὐτό ἀγγίζει μονάχα τό βάθος τῆς καρδιᾶς, καί ὕστερα ἀπό κάθαρση τῶν παθῶν.Τό φῶς αὐτό προσεγγίζεται καρδιακά· «ἐν αὐτῷ ζωή ἦν, καί ἡ ζωή ἦν τό φῶς τῶν ἀνθρώπων...ἦν τό φῶς τό ἀληθινόν ὅ φωτίζει πάντα ἄνθρωπον ... ἐν τῷ κόσμῳ ἦν... εἰς τά ἴδια ἦλθε καί οἱ ἴδιοι αὐτόν οὐ παρέλαβον...» (Ἰωάν. 1, 4- 11).

Καθισμένος ἐκείνη τή συγκεκριμένη βραδυά στήν τελευταία σειρά τῶν καθισμάτων τῆς αἴθουσας τοῦ Δήμου Ἱεραπέτρας, χῶρος παρουσιάσεως τοῦ βιβλίου, βυθίστηκα στίς ἁπλές αὐτές σκέψεις. Σκέψεις πού θέλησα λίγο νά τίς ἐπεκτείνω καί ἄν εἶναι ἐφικτό νά τίς παρουσιάσω μέσα ἀπό τήν Ἐφημερίδα «Ἱεράπετρα 21ος αἰώνας», πού εἶχε τήν εὐθύνη τῆς ἐκδόσεως καί παρουσιάσεως τοῦ συγκεκριμένου ἔργου, καί ἀπό τό περιοδικό τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ἱεραπύτνης καί Σητείας «Ἄγκυρα Ἐλπίδος». Εὐχαριστία θερμή πρός τόν Μάνθο, ἀλλά καί τούς κυρίους πού στήθηκαν μπροστά μας λειτουργώντας τήν ἱερουργία τῆς παρουσιάσεως μιᾶς πολύ προσεγμένης ἐργασίας.

Ὅσα εἰπώθηκαν ἀπό τόν καθηγητή κ. Γιῶργο Γραμματικάκη, γύρω ἀπό τό «φῶς», ὁ ὁποῖος ἔπαιρνε ἀφορμές ἀπό τό ποίημα πού παρουσιάζονταν, καί στό ὁποῖο κυριαρχεῖ ὁ ὕμνος γιά τό φῶς, μοῦ ἔφεραν πάλι στό νοῦ τόν Ἀπόστολο Παῦλο, πού γράφοντας στούς χριστιανούς σημείωνε, «ὁ Θεός ὁ εἰπών ἐκ σκότους φῶς λάμψαι» (Β´ Κορ. 4, 6), μᾶς φέρνει μπροστά στό δημιουργικό πρόσταγμα τοῦ Θεοῦ Λόγου στήν Ἀρχή τῆς Δημιουργίας, «καί εἶπεν ὁ Θεός γεννηθήτω φῶς καί ἐγένετο φῶς» (Γέν. 1, 2).

Τό φῶς αὐτό, γιά τό ὁποῖο ὁμιλεῖ ὁ Παῦλος, εἶναι φανερό πώς δέν ἔχει νά κάνει μέ φῶς πού ἐκπορεύεται ἀπό τό ἡλιακό. Τό φῶς αὐτό ἐκπηγάζει ἀπό τίς Ἄκτιστες θεῖες Ἐνέργειες. Μιά ἀπ’ αὐτές εἶναι καί τό Φῶς. Τό φῶς τοῦ Θεοῦ θά σταθεῖ ἡ θεμελιακή ἀφετηρία τῆς συστάσεως σύνολης τῆς δημιουργίας Του. Σύνολη ἡ Δημιουργία εἶναι στοιχεῖο τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ.

Ἡ πτώση τοῦ ἀνθρώπου ἔκανε παχυλούς τούς ὀφθαλμούς τοῦ ἀνθρώπου, ὥστε νά μήν μπορεῖ νά ἀντιληφθεῖ τό φῶς αὐτό. Βλέπει μονάχα τό κτιστό φῶς, δηλαδή τό ἡλιακό φῶς καί τά φῶτα πού παράγονται μέ τεχνικά μέσα. Ὅμως ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ θέλει πάντοτε νά ἀπολαύσει ὁ ἄνθρωπος τή λαμπρότητα τῆς θεϊκῆς δόξας. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος εἶδε τή λάμψη του. Θαμπώθηκε ἀπ’ τό φῶς αὐτό κατά τή στιγμή τῆς κλήσεώς του μπροστά στήν πύλη τῆς Δαμασκοῦ. Μπορεῖ λοιπόν ἀπό ἐμπειρία νά πεῖ, «ὁ Θεός ὁ εἰπών ἐκ σκότους φῶς λᾶμψαι».

Ὁ ἄνθρωπος στό ἅγιο βάπτισμα, καί εἰδικότερα στό μυστήριο τοῦ ἱεροῦ Χρίσματός του, καθίσταται χαρισματικός καί μπορεῖ νά ξαναδεῖ τήν λαμπρότητα τοῦ Θεοῦ. Τό θεῖο φῶς θά λάμπει σ’ αὐτόν ἄλλοτε περισσότερο καί ἄλλοτε λιγότερο, ἀνάλογα μέ τόν ἀγώνα καρδιᾶς πού θά καταβάλλει. Τό «φῶς τοῦ Θεοῦ» γίνεται θεατό πνευματικά μέ τήν νοερή αἴσθηση. Αὐτό ἀποτελεῖ τή στολή τῆς ψυχῆς τοῦ πιστοῦ «...λάμπρυνόν μου τήν στολήν τῆς ψυχῆς Φωτοδότα...», λέμε ἱκευτικά καί ζητοῦμε τήν ἐπαναφορά μας στό ἀρχαῖο καί ὑπέρτατο κάλλος.

Ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ εἶναι ἄγνωστη καί ἀκατάληπτη σέ ὁποιαδήποτε ἀπόπειρα τοῦ πεπερασμένου ἀνθρώπινου νοῦ. Ὁ Θεός εἶναι ἄπειρος καί ἡ ἀνθρώπινη νόηση ἔχει περιορισμένες δυνατότητες. Ἐρευνᾶ λογικά ὁ ἄνθρωπος ὄχι αὐτό πού εἶναι ὁ Θεός, ἀλλά τά ἀποτελέσματα τῶν θείων ἐνεργειῶν Του. Καί ἡ «σύμπασα κτίση» εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς δημιουργικῆς ἐνέργειας τοῦ Θεοῦ. Καί ὁμολογουμένως βλέποντας τίς κατακτήσεις τῶν ἀνθρωπίνων ἐνεργειῶν τόσο στό χῶρο τοῦ μικρόκοσμου, ἀλλά καί ἐκείνου τοῦ μακρόκοσμου θαυμάζουμε. Τό δυστύχημα εἶναι, ὅτι ὁ θαυμασμός μας αὐτός ἀντί νά εἶναι δοξολογικός πρός τήν «Αἰτιώδη Ἀρχή» τῶν πάντων, αὐτό πού λεκτικά λέμε «Θεό», (παρένθεση ἡ λέξη Θεός μᾶς διδάσκει ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης, εἶναι μιά κλητική προσφώνηση στόν «Ἄρρητο»), ἐμεῖς στρεφόμαστε ἐγωκεντρικά στόν ἑαυτό μας φορτώνοντάς τον μέ αὐτοθαυμασμό καί κομπαστικές διακηρύξεις, πώς ἐμεῖς δέν πιστεύουμε σέ «βεβήλους καί γραώδης μύθους» (Α´ Τιμ. 4, 7). Κι ὅμως ψηλαφώντας πτυχές τοῦ σύμπαντος, ἀγγίζουμε ἐμφανέστατα τά σημάδια τοῦ Θεοῦ στόν κόσμο. Θεωροῦμε ὅμως ὑποτιμητικό τῆς ἐπιστημοσύνης μας νά κάνουμε τήν ὁμολογία του.

Ἐντυπωσιακοί καί οἱ δυό Καθηγητές πού βρέθηκαν στήν παρουσίαση τοῦ βιβλίου. Θέλω νά σταθῶ λίγο σ’ αὐτούς, μιά καί εἶναι καί οἱ δύο τραντακτά ὀνόματα, Φυσικομαθηματικοί Πανεπιστημιακοί Δάσκαλοι, στό Πανεπιστήμιο Κρήτης. Ὁ ἕνας, ὁ Στέφανος Τραχανᾶς, Καθηγητής τῆς Κβαντομηχανικῆς, συμμαθητής στά πρῶτα χρόνια στό Δημοτικό Σχολειό Καββουσίου, ἀργότερα ἔγινε διεθνῶς γνωστός μέ μεγάλη καριέρα στό Ηarvard, καί σ’ ἄλλα Πανεπιστήμια. Μίλησε μέ σεβασμό κάνοντας τίς σχετικές ἀναφορές στά ἴχνη τοῦ Θεοῦ μέσα στή Δημιουργία. Ἔφερε στή θύμησή μας τόν «μόσκο» πού ἐξέπεμπε ὁ Ἐπιτάφιος τοῦ χωριοῦ μας. Συναισθήματα ἁπλῆς καρδιᾶς, πού δέν τήν χάλασε τό ἐπιστημονικό του μέγεθος. Στά ἄλλα δέν μπορῶ νά ἀρθρώσω λέξη μιά καί «ἀμύητος ὤν» σταματῶ καί λέω αὐτό στή γλώσσα τῆς Ἐκκλησίας λέμε: «ψαυέτω μηδαμῶς χείρ ἀμυήτων».

Ὁ ἄλλος ὁ γνωστός Γεώργιος Γραμματικάκης. Ἔχει κι αὐτός ἀσχοληθεῖ μέ τή Φυσική Ἐπιστήμη καί τήν Ἀστροφυσική. Σέ κάποια μάλιστα βιβλία του ἔχει γράψει γιά τό φῶς. Ἔρωτας τῆς ζωῆς του. Μοῦ ἔκαναν ἐντύπωση τά ὅσα εἶπε, ἀλλά καί αὐτά πού κάποτε ἔχει πεῖ σέ ἄλλη περίσταση: «Ἡ ὕπαρξη ἤ ἀνυπαρξία τοῦ Θεοῦ δέν ἀποδεικνύεται μέ ἐπιστημονικά πειράματα. Αὐτό τό ἀρχαῖο ἐρώτημα ὑπερβαίνει τούς πάντες. Ἁπλά, ὁ καθένας δίνει τήν προσωπική του ἀπάντηση.

Ἐγώ μπορῶ νά τό στηρίξω μέ μιά πολύ γνωστή ἐπιστημονική ἱστορία: Κάποιος μεγάλος μαθηματικός ἀνακάλυψε πολύ σημαντικά πράγματα. Τόν φώναξε τότε ὁ ἡγέτης τῆς ἐποχῆς καί τοῦ εἶπε λίγο ἐκνευρισμένα:
-Σᾶς δίνω συγχαρητήρια, ἀλλά ποῦ εἶναι ὁ Θεός; καί ἐκεῖνος τοῦ ἀπάντησε πολύ ἁπλά:
-Ὁ Θεός, σεβαστέ μου κύριε, δέν μοῦ χρειάστηκε στούς λογαριασμούς μου. Αὐτή εἶναι ἡ μόνιμη ἀπάντηση τῆς ἐπιστήμης».
Ὁ Θεός «οὐκ ἀμάρτυρον ἑαυτόν ἀφῆκεν» (Πραξ. 14, 17). Καί μέσα ἀπό τήν κτίση, ἀλλά καί μέ τήν ἐσωτερική μαρτυρία Του στήν ψυχή μας δείχνει τά χνάρια τῆς παρουσίας Του.

Χρειάζεται ἡ καθαρότητα καρδιᾶς γιά νά νά ἀγγίζει τά ἴχνη του. Ἡ θεολογική σκέψη τῶν Ἁγίων Πατέρων μολονότι τονίζει τό ἀδύνατο νά εἰσδύσει στήν οὐσία τοῦ Θεοῦ, μᾶς λέει, πώς μέσα ἀπό ὅσα ἐνεργεῖ ὁ Θεός κάνουμε γνωριμία μαζί του, «ἡμεῖς ἐκ μέν τῶν ἐνεργειῶν γνωρίζομεν τόν Θεόν ἡμῶν, τῇ δέ οὐσίᾳ αὐτῇ προσεγγίζειν οὐχ ὑπισχνούμεθα», γιατί ὅμως; «αἱ μέν γάρ ἐνέργειαι αὐτοῦ πρός ἡμᾶς καταβαίνουσιν, ἡ δέ οὐσία αὐτοῦ μένει ἀπρόσιτος» (Μέγας Βασίλειος).

Ὁ ἄνθρωπος μέσα ἀπό τίς θεῖες ἤ ἄκτιστες ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ χαριτώνεται νά δεῖ ἐν «ἐσόπτρῳ καί ἐν αἰνίγματι» (Α´ Κορ. 13, 12). Χρειάζεται ἡ τήρηση ἁγνῆς καί καθαρῆς καρδιᾶς, ὥστε νά εἶναι ἕνας καθρέπτης στόν ὁποῖο νά καθρεπτίζονται τά ἐνεργήματα τοῦ Θεοῦ. Αὐτό τονίζει ἡ θεολογική γλώσσα τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης «ὁ πάσης τῆς κτίσεως καί ἐμπαθοῦς διαθέσεως τήν ἑαυτοῦ καρδίαν ἀποκαθάρας, ἐν τῷ ἰδίῳ κάλλει τῆς θείας φύσεως καθορᾷ τήν εἰκόνα».

Φαντάζομαι, πώς δέν ἔχει νά κάνει ἡ προσέγγιση τοῦ Θεοῦ μέ τά μέσα πού χρησιμοποιεῖ ἡ ἐπιστήμη, μελέτη τοῦ φαινομένου, τήν παρατήρηση καί τόν πειραματισμό, ἀλλά μέ τό ἄθλημα τῆς αὐτοκαθάρσεως πού μπορεῖ νά προσεγγίζονται τά ἴχνη τοῦ Θεοῦ.

Ὁ Θεός δίνει τό φῶς του, ἕνα φῶς πού δέν ἔχει σχέση μέ τό φυσικό φῶς πού ἀναλύουμε στό φασματοσκόπιο. Τό φῶς τοῦ Θεοῦ εἶναι ἄλλης φύσεως. Ἀνήκει στήν πνευματική σφαίρα. Προσεγγίζεται μέ τήν προσευχή, ἱκευτικά. Παρακαλοῦμε τό Θεό γιά τή χορήγησή του. Εἶναι ἐν προκειμένῳ πολλή χαρακτηριστική ἡ ἱκεσία τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ «Φώτισόν μου τό σκότος, φώτισόν μου τό σκότος».

Θεωρῶ τόν ἑαυτό μου εὐτυχή πού ἀξιώθηκα νά βρεθῶ στήν πνευματική χαρά, πανδαισία πνευματική, τῆς παρουσιάσεως τοῦ βιβλίου τοῦ ἀγαπητοῦ μου Μάνθου, ὁ ὁποῖος μέ περισσή εὐκαμψία σκέψεως καί φρονήσεως ἀκούμπησε στά «ἄρρητα καί ἀπόρρητα τοῦ Σύμπαντος Κόσμου».

(†) Πρωτ. π. Κωνσταντίνου Φιοράκη

πηγή :  Ἄγκυρα Ἐλπίδος
Διμηνιαῖο Ὀρθόδοξο Περιοδικό τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ἱεραπύτνης καί Σητείας.

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...