/*--

Κυριακή, 15 Δεκεμβρίου 2013

Προσευχή και Σωτηρία

  
Οἱ Ἅγιοι καί ἡ Προσευχή

Τό κέντρο τῆς χριστιανικῆς θεολογίας, ἡ ἀφετηρία τῆς χριστιανικῆς ἀνθρωπολογίας, ἐκκλησιολογίας καί ἐσχατολογίας, ὁ πυρήνας τῆς πίστης μας ἐν τέλει συνοψίζονται στήν ὑπόθεση τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου, στήν ἀναίρεση τοῦ δράματος τοῦ χωρισμοῦ ἀπό τόν Θεό Δημιουργό του, στήν ἐπανασύνδεσή του μέ αὐτόν καί τήν αἰώνια ὕπαρξη καί κίνηση πλάι του.

Ἡ ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ὑπάρχει, ἡ χριστιανική θεολογία ὑπάρχει, χάρις στόν Χριστό τόν δι᾽ ἡμᾶς τούς ἀνθρώπους καί διά τήν ἡμετέραν σωτηρίαν κατελθόντα ἐκ τῶν οὐρανῶν καί σαρκωθέντα ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καί Μαρίας τῆς Παρθένου καί ἐνανθρωπήσαντα. Ἡ ἱστορική παρουσία τοῦ Χριστοῦ καί ἡ συνεχής δράση τοῦ Παρακλήτου, τοῦ ζωοποιοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὁδηγοῦν μέ βεβαιότητα καί ἀσφάλεια τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τήν ἐκκλησία, στά ἔσχατα, σέ μιά κοινωνία θεώσεως, στήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

Ὅλα ἐντάσσονται καί ὑποτάσσονται στό ζητούμενο τῆς τῶν πάντων ζωῆς καί ἑνότητας. Γιά τόν ἄνθρωπο ἡ νέα αὐτή ζωή ἐν Χριστῷ καί Ἁγίῳ Πνεύματι ἔχει ἕνα κύριο χαρακτηριστικό στοιχεῖο, πού χωρίς αὐτό δέν ὑφίσταται. Τήν Προσευχή. Ὁ Χριστιανός εἶναι ἐξ ὁρισμοῦ προσευχόμενος ἄνθρωπος καί ὁ ἅγιος εἶναι τό πρότυπο καί τό ἔνσαρκο ὑπόδειγμα τοῦ ἐφαρμοσμένου χριστιανισμοῦ. Ἡ ζωντανή εἰκόνα τοῦ συνδεδεμένου μέσω τῆς προσευχῆς μέ τόν Ἅγιο Θεό ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος κοινωνεῖ τῆς ἁγιότητάς Του καί ἁγιάζεται κι αὐτός. 

Εἶναι ἀναγκαῖο νά μήν θεωρηθεῖ ἐδῶ πώς ἡ προσευχή στήν ὀρθόδοξη πατερική παράδοση μπορεῖ νά σημαίνει μόνον τήν ἰδιωτική, κατά μόνας ἀναφορά τοῦ ἀνθρώπου στό Θεό ἀλλά καί τήν κοινή, δημόσια (εὐχαριστία) προσευχή ἤ ἀκόμη καί τό σύνολο τῶν δραστηριοτήτων του. Πάντα τόν βίον τοῦ ἁγίου μίαν συναπτομένην μεγάλην εἴποιμεν εὐχή. Ἄν ὡς σωτηρία ὁρίζουμε τήν δυναμική κοινωνία καί συμπόρευση τοῦ ἀνθρώπου μέ τό Θεό, τότε ἡ ρητή διατύπωση τοῦ ἁγ. Ἰωάννου τῆς Κλίμακος, πώς προσευχή ἐστι ἕνωσις ἀνθρώπου καί Θεοῦ, τοποθετεῖ καταλυτικά τήν προσευχή ὡς τό μέσο προσέλκυσης τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ γιά τήν ἐπίτευξη αὐτῆς τῆς σωτηρίας.

Οἱ Δίκαιοι τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καί ἡ Προσευχή

Ἡ ταυτοσημία τῆς χριστιανικῆς ζωῆς καί τῆς σωτηρίας μέ τήν προσευχή, μᾶς ἐπιτρέπει εὔκολα νά ἐντοπίσουμε στά ξεχωριστά πρόσωπα τῆς ἱστορίας τῆς ἐκκλησίας, στούς δικαίους τῶν χρόνων τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καί στούς Ἁγίους τῆς μετά Χριστόν περιόδου τήν προσευχητική τους διάσταση καί ζωή. Ἀπό τίς πρῶτες κιόλας γραμμές τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἤδη ἀπό τίς προσφορές στόν Θεό τοῦ Ἄβελ καί τοῦ Κάιν καί τό εὐπρόσδεκτό τους ἀπό Αὐτόν, ἡ Ἁγία Γραφή μᾶς μιλᾶ γιά τήν προσευχή καί μάλιστα γιά τήν οὐσιαστική καί ἀληθινή, σέ ἀντιδιαστολή μέ τήν τυπική. Ἡ διήγηση τῆς Π.Δ. γιά τόν Ἄβελ καί τόν Κάιν, συνδέεται νοηματικά ἄρρηκτα μέ τόν θεοδίδακτο τρόπο τῆς εἰλικρινοῦς καί συνοδευόμενης ἀπό ταπείνωση ἀναφορᾶς στόν Θεό, πού διασώζει μέ τήν παραβολή τοῦ Τελώνη καί τοῦ Φαρισαίου ὁ Εὐαγγελιστής Λουκᾶς. Ἀπό τόν Ἰουβάλ, πού ἐκεῖνος ἦταν ὁ καταδείξας ψαλτήριον καί κιθάραν καί τόν γιό τοῦ Σήθ τόν Ἐνώς, πού οὗτος ἤλπισεν ἐπικαλεῖσθαι τό ὄνομα Κυρίου τοῦ Θεοῦ, τόν Μωυσῆ,τόν Ἰησοῦ τοῦ Ναυῆ, τόν Σολομώντα ἕως καί τό σύνολοτῶν Κριτῶν καί τῶν Προφητῶν,ἡ Παλαιά Διαθήκη βρίθει ἱερῶνπροσώπων πού προσεύχονταν μέ πίστη στόν Θεό. Ἐκεῖ ὅμως, πού ἀπό τό ἱερό βιβλίο ἀναδύονται τά λεπτότερα ἀρώματα κι ἡ πνευματική εὐωδία τῶν λόγων τοῦ προσευχόμενουἀνθρώπου διαχέεται μεθυστικάπρός τόν οὐρανό, ἐκεῖ ὅπου ἡ ποίηση γνωρίζει τίς ὑψηλότερες στιγμές της ἀλλά καί ἡ ψυχολογική διείσδυση φθάνει στά ἀκρότατα βάθη τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς, εἶναι στό καθαυτό προσευχητάρι του, τό βιβλίο τῶν Ψαλμῶν τοῦ Δαβίδ. Στό λατρευτικό του φρόνημα, στήνἐπιδίωξη τῆς ἐπανασύνδεσής του μέ τόν Θεό, στήν πορεία του πρός τήν ἁγιότητα, ὁ Παλαιοδιαθηκικός ἄνθρωπος δοξάζει, ἱκετεύει, εὐχαριστεῖ τόν δημιουργό καί προστάτη του.

Σημαντικότατα δείγματα προσευχῶν πού ἀπευθύνουν τά ἱερά πρόσωπα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης πρός τόν Θεό -ἐκτός τοῦ Ψαλτηρίου- ἔχουμε κατ’ ἀρχήν μέ τήν ἀνάγνωση τῶν ὀκτώ (ἡ ἐνάτη ὡς γνωστόν “τῆς Θεοτόκου” ἀνήκει στήν Καινή Διαθήκη) ὠδῶν, πού χρησιμοποιήθηκαν ἀργότερα καί γιά τήν δόμηση τῶν ὠδῶν τῶν ποιητικῶν μεγάλων συνθέσεων, πού ψάλλονται εὐκαίρως στήν ἐκκλησία μας καί ὀνομάζονται“Κανόνες”. Οἱ Παλαιοδιαθηκικές αὐτές ὠδές εἶναι οἱ δύο ὠδές τοῦ Μωυσῆ, ἡ πρώτη ἀπότό βιβλίο τῆς Ἐξόδου (15, 1-19) καί ἡ δεύτερη ἀπό τό Δευτερονόμιο (32,1-43), ἡ Προσευχή τῆς προφήτιδας Ἄννας, μητέραςτοῦ προφήτη Σαμουήλ (Α’ Βασιλειῶν, 2, 1-10), ἡ Προσευχή τοῦ προφήτη Ἀμβακούμ (Ἀμβακούμ, 3), ἡ Προσευχή τοῦ προφήτη Ἠσαΐα (Ἠσαΐας, 26, 9), ἡ Προσευχή τοῦ προφήτη Ἰωνά (Ἰωνάς, 2, 3), ἡ Προσευχή τοῦ Ἀζαρία (Δανιήλ, 3 προσευχή Ἀζαρίου καί ὕμνος τῶν τριῶν παίδων, 2-21) καί ὁ Ὕμνος τῶνΤριῶν Παίδων (Δανιήλ, 3 προσευχή Ἀζαρίου καί ὕμνος τῶν τριῶν παίδων 28-67). Σημαντικές ἀκόμη προσευχές ἀπό τήν Π.Δ. εἶναι καί ἡ προσευχή τοῦ Μανασσῆ, πού διαβάζεται στό Μ. Ἀπόδειπνο (ἀπό ἀπόκρυφο κείμενο) πού τελεῖται κατά τήν περίοδο τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς, ἡ προσευχή τοῦ Ἐζεκία (Ἠσ. 37, 16-20), ὁ εὐχαριστήριος ὕμνος τῆς Δεβόρας καί τοῦ Βάρακ (Κριταί 5, 2- 31), ἡ προσευχή τοῦ Γεδεὼν (Κριταὶ 6, 36-40), οἱ προσευχές τοῦ προφήτη Ἱερεμία γιά τήν σωτηρία τοῦ λαοῦ τοῦ Ἰσραήλ, ἡ προσευχή τοῦ προφήτη Ἠλία στό ὄρος Κάρμηλος (Βασιλειῶν Γ, 18,36-37), ἡ προσευχή τοῦ προφήτη Ἰωνά ἐνῶ βρισκόταν στήν κοιλιά τοῦ κήτους (Ἰωνᾶς 2, 3-10), τοῦ Σολομώντα μετά τήν ὁλοκλήρωση τοῦ Ναοῦ του(Βασιλειῶν Γ, 8) κ.α. Τμήματα ἤ καί τό πλῆρες κείμενο πολλῶν προσευχῶν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης χρησιμοποιήθηκαν, γιά τήν σύνθεση τῶν λειτουργικῶν εὐχῶν τῆς ἐκκλησίας, καθώς συνοψίζουν μέ θαυμαστό τρόπο ἀναφορές τῶν ἀνθρώπων πρός τόν Θεό πού ἀφοροῦν σέ κάθε περίσταση.

Οἱ προσευχές τῶν δικαίων τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης παρουσιάζουν χαρακτηριστικά τά ὁποῖα ἀντανακλοῦν τό σύνολο τῆς θεολογίας της καί τῆς θέσης της ὡς τοῦ πρώτου, εἰσαγωγικοῦ καί παιδαγωγικοῦ βιβλίου τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Ὁ ἄνθρωπος τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης προσευχόμενος ἀπευθύνεται κατά κύριο λόγο στόν Θεό Πατέρα, τόν Δημιουργό καί Παντοκράτορα. 

Στήν Παλαιά Διαθήκη, τό κεντρικό ζητούμενο εἶναι ἡ φανέρωση τῆς ἀληθινῆς θεότητας, στήν ὁποία ὀφείλει ὁ κόσμος τήν Δημιουργία του, τήν συντήρηση καί τήν προοπτική του.Ὁ Θεός φανερώνεται στόν ἄνθρωπο, διαλύει τίς πλάνες,ὑπερασπίζεται τό δημιούργημά του, τό παιδαγωγεῖ, τό συγχωρεῖ ὅταν αὐτό ξεφεύγει ἀπόκοντά Του ἤ Τόν προδίδει, τόπροετοιμάζει γιά νά Τόν γνωρίσει στήν “πληρότητά” Του στό πρόσωπο τοῦ ἀποστελλόμενου Υἱοῦ Του, νά ἁγιασθεῖ ἀπό τήν ὁρμή τοῦ ἐρχόμενου καί ἕως τῶν ἐσχάτων ἐργαζόμενου τήν σωτηρία Πνεύματός Του. Ὅλα τά παραπάνω τά συναντᾶ κανείς στίς προσευχές τῆς Π.Δ. Ὁ Μωυσῆς, εἰς τύπον Χριστοῦ, μεσολαβεῖ στόν Παντοδύναμο Πατέρα καί ἐλευθερώνει καί συντηρεῖ τόν λαό του, ὁδηγώντας τον μέ ἀσφάλεια σέ μία νέα πατρίδα τήν ὁποία ὀφείλει νά ἐκμεταλλευτεῖ μόνος του ἀπό κεῖ καί πέρα,γιά νά ἀποδειχθεῖ αὐτή Παράδεισος κι ὄχι κόλαση. Εἶναι αὐτός πού “φωνάζει” μέσα του ἱκετευτικά πρός τόν Θεό, καλώντας τον νά μήν ἀπογοητευτεῖ ἀπό τήν ἀγνωμοσύνη τοῦ λαοῦ Του καί τόν ἐγκαταλείψει.

Τί βοᾶς πρός με” θά ρωτήσει ὁ Θεός τόν Μωυσῆ πού δέν ξεχνᾶ τήν Ἐπαγγελία Του, πού στιγμή δέν σταματᾶ νά προσεύχεται, ἔχοντας ἀνταποκρινόμενος θετικά στήν κλήση τοῦ Θεοῦ πάρει στούς ὤμους τουτήν εὐθύνη γιά τήν λύτρωση τοῦ παλαιοῦ Ἰσραήλ.

τοῦ Παναγιώτη Βολάκη,
θεολόγου

πηγή : «ΛΕΙΜΩΝΑΡΙΟΝ»,
Ἱερὰ Μητρόπολις Σερβίων & Κοζάνης

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...