/*--

Παρασκευή, 6 Δεκεμβρίου 2013

Ἡ νοσταλγία τῆς Ἐλευθερίας

Κάθε ἑορτασμός, καί ἰδιαίτερα, ὁ θρησκευτικός ἑορτασμός, ἀρχίζει μ’ ἕνα αἴσθημα ἐλευθερίας. Ἀρχίζοντας μέ τήν ἐλευθερία, ὁ ἑορτασμός ταυτόχρονα φανερώνει, ἐνσαρκώνει καί ἐκφράζει τή βαθύτερη ἀνθρώπινη δίψα γιά τήν ἐλευθερία. Ἐδῶ δέν μιλῶ ἁπλῶς γιά τήν ἐξωτερική ἤ πολιτική ἐλευθερία, ἤ τήν ἐλευθερία ἐργασίας, ἀλλά γιά τήν ἴδια τή ζωή ὡς ἐλευθερία. 

Φυσικά στήν πραγματικότητα τό καθετί μᾶς δεσμεύει κατά ἕνα βαθμό ἤ ἄλλο καί μᾶς ὑποτάσσει σέ κάποιον ἤ σέ κάτι. Αὐτή εἶναι μιά ἀπό τίς βασικότερες ἐμπειρίες τοῦ ἀνθρώπου Οἱ ἄνθρωποι εἶναι σκλάβοι τοῦ χρόνου, τῆς γεωγραφίας καί τοῦ περιβάλλοντός τους, τῆς γενετικῆς κληρονομικότητάς τους, τῆς ἰδιοσυγκρασίας, τοῦ κλίματος, τῶν περιστάσεων μέσα στίς ὁποῖες ζοῦν. Τελικά εἶναι σκλάβοι στά ἀπρόβλεπτα ρεύματα τ ῆ ς  ζ ω ῆ ς  κ α ί  σ τ ό  ἀναπόφευκτο τέλος της. Ὅσο περισσότερο ζοῦν οἱ ἄνθρωποι  κ α ί   ὅ σ ο   π ε ρ ι σ σ ό τ ε ρ ο  ἀπομακρύνονται ἀπό τήν παιδική ἡλικία, τόσο καθαρότερα βλέπουν πόσο περικυκλωμένοι εἶναι ἀπό ὅλες τίς πλευρές. Φυσικά, μέσα στά πλαίσια αὐτῶν τῶν ὁρίων, μέσα στό στενό κομμάτι γῆς καί χρόνου πού τούς ἔχει παραχωρηθεῖ, εἶναι κάπως ἐλεύθεροι. Ὅσο ὅμως τό πνεῦμα τοῦ ἀνθρώπου γίνεται βαθύτερο καί πιό εὐαίσθητο, τόσο καθαρότερα βλέπει πώς ἡ ἐλευθερία του εἶναι περιορισμένη καί ὅτι στήν πραγματικότητα ἀποτελεῖ μιά ψευδαίσθηση. Ἡ θλίψη καί ἡ νοσταλγία του γιά μιά γνήσια ἐλευθερία γίνεται ὅλο καί βαθύτερη. «Ζώντας διαρκῶς στό σκοτάδι καί στήν πάλη. Ὦ! Πόσο σκοτεινό εἶναι τό σκοτάδι, πόσο σφικτή ἡ πάλη», ἔγραψε κάποιος ποιητής γιά νά περιγράψει τή ζωή τοῦ ἀνθρώπου.

Τή βαθιά ἀλήθεια αὐτῶν τῶν λέξεων τήν καταλαβαίνουν ὅλοι ἐκτός ἀπό τούς πιό χυδαίους καί ἄξεστους, πού ζοῦν γιά τή στιγμή καί διασκεδάζουν μέ φτηνές ἱστορίες πάθους.

Ὅλος ὁ ἀνθρώπινος πολιτισμός, ἡ τέχνη καί ἡ ποίηση, διαπερνᾶται ἀπό μιά θλίψη, ἡ ὁποία φαίνεται πώς εἶναι τό πιό ἀνθρώπινο καί αὐθεντικό συναίσθημα, αὐτή δέ ἡ θλίψη ἀφορᾶ ἀκριβῶς τό αἴσθημα φυλάκισης καί περιορισμοῦ τῆς ζωῆς, τή θνητότητα καί τήν εὐπάθεια τοῦ κάθε πράγματος σ’ αὐτόν τόν κόσμο. Μόνο στήν παιδική ἡλικία τό ἀγνοοῦμε, καί γι’ αὐτό ἀκόμη καί ἡ πιό στερημένη παιδική ἡλικία φαίνεται νά εἶναι ἕνα συνεχές πανηγύρι. Τό παιδί βλέπει τή ζωή ἐλαφρόκαρδα καί χαρούμενα, σάν ἕνα ἀνοιχτό παράθυρο σέ ἕνα ὑπέροχο ἀνοιξιάτικο πρωινό, γεμᾶτο ἀπό ἀπεριόριστες  δ υ ν α τ ό τ η τ ε ς . Ὁ ἄ ν θ ρ ω π ο ς  ἐνηλικιώνεται ὅταν συρρικνώνεται αὐτό τό ἐσωτερικό πνεῦμα ἑορτασμοῦ, καί στή θέση του ἀναπτύσσεται ἡ ἀντίληψη πώς ἡ ζωή μοιάζει μέ φυλακή. Ξαφνικά εἰσέρχεται ἡ θλίψη. Ἄσχετα δέ ἀπό τό πόσο  π ρ ο σ π α θ ε ῖ  ν ά  ἀναισθητοποιήσει αὐτή τή θλίψη, ἄν εἶναι τίμιος μέ τόν ἑαυτό του, ποτέ δέν θά μπορέσει νά τήν ἐξαλείψει. Ἡ χριστιανική ἐμπειρία τῆς πίστης μπορεῖ νά κατανοηθεῖ μόνο σέ σχέση μ’ αὐτή τή θλίψη, ἐπειδή ἐδῶ ἀκριβῶς εἶναι πού ἡ πίστη σχηματίζεται, στά βάθη αὐτῆς τῆς πρωταρχικῆς, λεπτῆς καί ἐξυμνημένης θλίψης, χωρίς τήν ὁποία ὁ ἄνθρωπος δέν εἶναι ἄνθρωπος, ἀλλά ζῶο. Στόν Ὀρθόδοξο Χριστιανισμό αὐτή ἡ θλίψη εἶναι γνωστή ὡς «ἔνθεος θλίψη» (Α’ Κορ. 7,10), ἐπειδή οἱ ἄνθρωποι, παρ’ ὅλη τήν ἐμπειρία τῶν περιορισμῶν, τῆς εὐπάθειας καί τῆς θνητότητας πού ἔχουν, διψοῦν ἀκόμη γιά κάτι περισσότερο, ἄν δέν ἐπιθυμοῦν ποτέ νά ἀποδεχθοῦν  τ ή   φ υ λ ά κ ι σ η   ὡ ς   τ ή ν  ὁλοκλήρωση τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς, τότε πρέπει νά ρωτήσουμε τό γιατί. Γιατί δέν τή δέχονται; Γιατί εἶναι ἀκόμη λυπημένοι, καί ἀπό ποῦ προέρχεται αὐτή ἡ λύπη; Κανένα ἄλλο κτίσμα πάνω στή γῆ δέν δοκιμάζει μιά τέτοια θλίψη. Καί ὅμως οἱ ἄνθρωποι, ἀνεξάρτητα ἀπό τό πόσο συχνά ἡ ἐμπειρία θά ἔπρεπε νά τούς πείθει μέ διαφορετικό τρόπο, ὡστόσο συνεχίζουν νά διατηροῦν λέξεις ὅπως ἀθανασία, αἰωνιότητα, πνεῦμα, ἐλευθερία, χαρά, συνεχίζουν νά χρησιμοποιοῦν αὐτές τίς λέξεις σάν νά ἦταν λόγοι ἐξορκισμοῦ. Καί ἡ τέχνη, πού ἀντανακλᾶ τή θλίψη τοῦ ἀνθρώπου, γίνεται ἔκφραση τοῦ οὐτοπικοῦ ὀνείρου νά εἰσβάλει σ’ αὐτό τό «κάτι περισσότερο», τό ὁποῖο ἡ ἐπίγεια ἐμπειρία δέν μπορεῖ οὔτε κάν νά ἀρχίσει νά φαντάζεται.

«Οἱ καρδιές μας δέν θά ἡσυχάσουν», ἔγραψε ὁ ἅγιος Αὐγουστίνος, «μέχρις ὅτου ἀναπαυθοῦν σέ Σένα». «Ἔνθεος θλίψη» εἶναι αὐτή ἡ θλίψη πού αἰσθάνεται κανείς ἀπό τή νοσταλγία τῆς ἐλευθερίας. 

Ὁ Χριστιανισμός, κατά κάποιο βαθμό, συμφωνεῖ μέ τίς φιλοσοφίες πού ὑποστηρίζουν πώς οἱ ἄνθρωποι διαθέτουν περιορισμένη ἐλευθερία, καί ἑτεροπροσδιορισμένη μοῖρα. Σ’ αὐτόν τόν κόσμο φυσικά δέν ὑπάρχει γνήσια ἐλευθερία, καί εἶναι σοφός αὐτός πού δέχεται πώς μιά τέτοια ἐλευθερία εἶναι ἕνα παιδικό ὄνειρο. Ἡ παιδική ἡλικία φεύγει, τό πανηγύρι τελειώνει, καί ὅ τι μένει εἶναι οἱ κουφοί τοῖχοι τῆς καθημερινῆς πραγματικότητας. Ὁ Χριστιανισμός ὅμως ἰσχυρίζεται πώς αὐτή ἡ ἐλευθερία ὑπάρχει, πώς ὁ ἑορτασμός εἶναι δυνατός, πώς ἔχει ἤδη ἀρχίσει, καί πώς «ἡ λύπη ὑμῶν εἰς χαράν γενήσεται» (Ἰωάν. 16, 20).

Ἐπειδή μέ τήν ἴδια της τήν παρουσία ἡ θλίψη αὐτή εἶναι μάρτυρας τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ, τοῦ κόσμου τῆς χαρᾶς, τῆς ἀγάπης καί τῆς ἐλευθερίας, τοῦ κόσμου στόν ὁποῖο οἱ ἄνθρωποι δημιουργήθηκαν γιά νά ζήσουν, καί τόν ὁποῖο, συχνά ἀνεπίγνωστα, νοσταλγοῦν. «Οἱ καρδιές μας δέν θά ἡσυχάσουν...».

Αὐτή ἡ ἀνησυχία, τήν ὁποία τίποτε δέν μπορεῖ νά ἀνακουφίσει καί τίποτε δέν μπορεῖ νά ἱκανοποιήσει, εἶναι γιά τούς χριστιανούς ἡ πρωταρχική μαρτυρία τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ. Δέν ὀφείλεται ὅμως στήν ἔλλειψη προσπάθειας τό ὅτι δέν ἀνακουφίζεται ἡ ἀνησυχία. Οὔτε ἕνας αἰῶνας δέν ἔχει ὑπάρξει πού νά μήν ἔχει βρεθεῖ κάποιος νά διαφημίσει τήν πλέον σύγχρονη λύση σέ ὅλα τά προβλήματα, σέ κάθε ἀναζήτηση τοῦ ἀνθρώπου. Ἐδῶ εἶναι ἡ ἀλήθεια! Σοῦ δίνεται ἡ τέλεια εἰρήνη καί ἱκανοποίηση. Στήν πραγματικότητα ὅμως, τίποτε δέν ἔχει ὑπάρξει πού νά προσφέρει αὐτήν τήν εἰρήνη. Σήμερα ἀκοῦμε ἀκόμη νά λέγεται: Βρήκαμε τήν ἀλήθεια, βρίσκεται ἐδῶ σ’ αὐτήν τή θεωρία, σ’ αὐτήν τή διδασκαλία.

«Θά δεῖτε, λίγα χρόνια ἀκόμη καί τότε θά ἔχετε ἕναν καινούριο κόσμο, μιά νέα κοινωνία, ἕνα νέο σύστημα πού θά προσφέρει στούς ἀνθρώπους τήν ὁλοκληρωτική εὐτυχία». Περνᾶνε ὅμως οἱ δεκαετίες καί αὐτό πού βλέπουμε εἶναι μόνο ἐρείπια. Ποιός ἀκόμη πιστεύει σ’ αὐτήν τή νεκρή διδασκαλία; Κανείς.

Χωρίς ὑπερβολή, μποροῦμε μέ σιγουριά νά ποῦμε πώς τίποτε ἄλλο ἐκτός ἀπό τήν πίστη καί κανείς ἄλλος ἐκτός ἀπό τό Θεό, δέν πέτυχαν ποτέ νά χαρίσουν ὄχι ἁπλῶς εὐτυχία, ἀλλά οὔτε καί μιά ἀληθινά βαθιά ἀπάντηση στήν ἐπίμονη νοσταλγία τῆς ἀνθρωπότητας γιά μιά γνήσια αὐθεντική ζωή. Ὁ Θεός καί ἡ πίστη ἔχουν ἀνταποκριθεῖ καί συνεχίζουν νά ἀνταποκρίνονται. Ὅταν κάποιος βρεῖ τό Θεό, ὅταν ἀνάψει ἡ ἐσωτερική φλόγα τῆς πίστης, τότε ἡ χαμένη γιορτή τῆς παιδικῆς ἡλικίας καί ἡ καθολικότητα  ἐ π ι σ τ ρ έ φ ο υ ν  κ α ί  ἀποκαθίστανται ταυτόχρονα. Γι’ αὐτό τό πρᾶγμα μιλοῦσε ὁ Χριστός ὅταν ἔλεγε, «γένησθε ὡς τά παιδία» (Ματθ. 18, 3) καί «ὅς ἐάν μή δέξηται τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ ὡς παιδίον, οὐ μή εἰσέλθῃ εἰς αὐτήν (Μάρκ. 10, 15). Τό νά μοιάσει κανείς στά παιδιά σημαίνει ἀκριβῶς νά ἐπιστρέψει στή ζωή τῆς χαρᾶς καί τῆς ἐλευθερίας.

Κοιτᾶξτε τούς ἁγίους. Τό πιό καταπληκτικό στοιχεῖο εἶναι ἡ χαρά τους, ἡ τέλεια εἰρήνη μέσα σ’ αὐτή τή χαρά, καί ἡ ἐλευθερία τους. Διαθέτουν αὐτή τήν ἐσωτερική ἐλευθερία πού προέρχεται μόνο ἀπό τή βεβαιότητα καί τήν ἐμπιστοσύνη στήν ἀλήθεια πού ἔχουν βρεῖ.

Αὐτός εἶναι καί ὁ λόγος πού ἡ Ἐκκλησία πάντοτε γιορτάζει.
Αὐτός εἶναι ὁ λόγος πού ὁλόκληρη ἡ ζωή τοῦ πιστοῦ καθορίζεται ἀπό ἕνα ρυθμό ἐσωτερικῆς προετοιμασίας, ἀπό τήν προσέγγιση τῆς γιορτῆς, τῆς κάθε γιορτῆς. Ἡ θλίψη μας παραμένει, ἀλλά τώρα εἶναι θλίψη πού προέρχεται ἀπό τήν  ἀ δ υ ν α μ ί α   ν ά   δ ο θ ο ῦ μ ε  ὁλοκληρωτικά στήν ἐλευθερία καί στή χαρά. Εἴμαστε ἀκόμη τόσο πολύ δεμένοι στόν ἑαυτό μας, στήν κοινοτοπία, στή μικροπρέπεια, στό κακό. Τώρα ἡ λύπη ὁδηγεῖ στή γιορτή καί στό πανηγύρι, ἀντί νά τό καταπιέσει. 

Τώρα δέν ὑπάρχει τό κακό ἤ ὁτιδήποτε ἄλλο πού νά εἶναι ἱκανό νά κατακτήσει καί νά ξεγυμνώσει αὐτό τό μυστικό φῶς πού καίει μέσα στίς ψυχές μας, αὐτή τή χαρά πού κανείς δέν μπορεῖ νά ἀφαιρέσει.

Στό τέλος δέ, μέσα ἀπό αὐτήν τή χαρά καί τήν ἐλευθερία τοῦ ἑορτασμοῦ, ἡ πίστη θά ὑπερβεῖ ἕνα σύστημα ἀνεόρταστο, πού ἡ πεζή, ἄχρωμη ἰδεολογία του δέν ἔχει τίποτε νά προσφέρει στήν ἀνθρωπότητα. 

τοῦ π. Ἀλεξάνδρου Σμέμαν

πηγή : εν Εσόπτρω Τριμηνιαία Ἔκδοση τοῦ Ἐπικοινωνιακοῦ καί Μορφωτικοῦ Ἱδρύματος Ἱ. Μ. Γορτύνης καί Ἀρκαδίας

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...