/*--

Τετάρτη, 18 Δεκεμβρίου 2013

Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΩΝ ΑΣΚΗΤΩΝ

Γιά τήν κατάκτηση τοῦ κόσμου

Ὁ Μέγας Βασίλειος λέει: μέ ταραγμένη τήν καρδιά δέν μπορεῖ κάνεις νά πλησιάσει καί νά γνωρίσει τήν ἀλήθεια. Γι’ αὐτό πρέπει νά ἀποφεύγουμε καθετί πού ἀναστατώνει τήν καρδιά μας, καθετί πού τῆς προκαλεῖ ἔνταση ἤ τῆς δημιουργεῖ πάθη ἤ ξυπνᾶ τήν ἀνησυχία. Πρέπει νά κρατιόμαστε ὅσο μποροῦμε πιό μακριά ἀπό κάθε βιασύνη καί νά μήν τριγυρνᾶμε μέσα στούς θορύβους καί τά μάταια πράγματα αὐτοῦ τοῦ κόσμου. Ἐφόσον ὑπηρετοῦμε τόν Κύριο πρέπει νά «μή μεριμνῶμεν καί τυρ βάζωμεν περί πολλά», ἀλλά πάντα νά ἔχουμε στό νοῦ μας ὅτι «ἑνός ἐστι χρεία». (Λουκᾶ ι΄ 41).


Ὅταν θέλει κανείς νά λουστεῖ, πρέπει πρῶτα νά ξεντυθεῖ. Τό ἴδιο συμβαίνει καί μέ τήν καρδιά. Πρέπει νά ἐλευθερωθεῖ ἀπό τό ἐξωτερικό ροῦχο τοῦ κόσμου, πού τήν τυλίγει ὁλόκληρη, γιά νά μπορεῖ νά τήν πλύνει ὁ Καθαίρων τίς καρδιές. Οἱ τόσο ὠφέλιμες γιά τήν ὑγεία τοῦ ἄνθρωπου ἀκτῖνες τοῦ ἥλιου δέν μποροῦν νά ὠφελήσουν τό δέρμα, ἄν δέν τό ξεσκεπάσουμε καί δέ σταθοῦμε γυμνοί, ἐκτεθειμένοι στήν ἐπίδρασή τους. Τό ἴδιο γίνεται μέ τή θεραπευτική καί ζωοποιό δύναμη τοῦ Πνεύματος.

Συνεπῶς. Ἀπόβαλε τό παλιωμένο καί λερωμένο ἔνδυμα τῆς ψυχῆς σου. Ἀπαρνήσου τόν ἑαυτό σου ἀλλά χωρίς νά φαίνεται πάρα πολύ στούς ἄλλους. Ἀρνήσου ὅ,τι ἐξυπηρετεῖ τίς ἀπολαύσεις καί τίς ἡδονές, τήν τεμπελιά ἤ τήν τάση σου γιά διασκέδαση κοσμική, ὅ,τι τέρπει καί κολακεύει τά μάτια σου, τά αὐτιά σου, τή γεύση σου ἤ ἄλλη αἴσθηση. «Ὁ μή ὤν μετ' ἐμοῦ κατ' ἐμοῦ ἐστι» (Ματθ. ιβ΄ 30) καί ὅποιος δέ χτίζει μαζί μέ τόν Κύριο, γκρεμίζει. Ἐξάγνιζε τίς καθημερινές σου ἀνάγκες καί τίς κοινωνικές σου συνήθειες. Κάνε το ὅμως ἤρεμα, μετρημένα, χωρίς αἰφνίδιες μεταβολές καί ἀλλαγές, ἀλλά πάντως ριζικά. Κόψε ὅσο μπορεῖς πιό πολύ τά δεσμά πού σέ κρατοῦν αἰχμάλωτο τοῦ ἐξωτερικοῦ κόσμου. Διασκεδάσεις, κοσμικά θεάματα, προσωπικά ὑλικά, ἀγαθά καί πρό παντός «πᾶν τό ἐν τῷ κόσμῳ, ἐπιθυμίαν τῆς σαρκός καί ἐπιθυμίαν τῶν ὀφθαλμῶν καί τήν ἀλαζονείαν τοῦ βίου» γιατί «οὐκ ἔστιν ἐκ τοῦ Πατρός, ἀλλ' ἐκ τοῦ κόσμου», καί ἀκόμα γιατί «στρατεύονται κατά τῆς ψυχῆς» (Α΄ Ἰω. β΄ 16 καί Α΄ Πέτρ. β΄ 11).

Τί εἶναι ὅμως ὁ κόσμος; Δέν πρέπει νά τόν φανταστεῖς σάν κάτι τό ὁρατό καί ἁπτό. Ὁ κόσμος, λέει ὁ ἅγιος Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος, εἶναι ἕνα πύρινο περιτύλιγμα πού φυλακίζει τήν καρδιά καί τήν ἀποχωρίζει ἀπό τό δέντρο τῆς ζωῆς. Κόσμος εἶναι καθετί πού εὐχαριστεῖ καί ἱκανοποιεῖ τίς αἰσθήσεις μας. Εἶναι αὐτό μέσα μας πού «οὐκ ἔγνω τόν Θεόν» (Ἰω. ιζ΄ 25).

Στόν κόσμο ἀνήκουν οἱ ἐπιθυμίες μας καί τά ἔνστικτά μας. Ὁ ἅγιος Ἰσαάκ ὁ Σύρος τά ἀπαριθμεῖ. Ἡ ἀδυναμία καί ἡ προσκόλληση στά πλούτη, ἡ συσσώρευση καί ἡ κατοχή τῶν πιό ἀνόμοιων ὑλικῶν πραγμάτων, ἡ ἐπιθυμία τῶν σωματικῶν ἀπολαύσεων, ἡ φιλοδοξία, ἡ φιλαρχία καί ἡ σπουδαρχία. Ἡ ὑπερηφάνεια γιά τήν τυχόν ἐξουσία πάνω στούς ἄλλους, ἡ τάση νά κομψεύεται κανείς μόνο καί μόνο γιά νά ἐντυπωσιάσει τούς ἄλλους, ὁ πόθος γιά τούς ἐπαίνους τῶν ἀνθρώπων, ἡ φροντίδα μόνο γιά τή σωματική καλοπέραση καί ἄνεση. Ὅλα αὐτά εἶναι ἐκ τοῦ κόσμου. Ὅλα αὐτά συρρέουν μέ τόσο ἀδιόρατο κι ἀπατηλό τρόπο, ὥστε τελικά, ἄν δέ λάβουμε τά μέτρα μας, μᾶς δένουν μέ γερά δεσμά κτίζουν τριγύρω μας πελώρια τείχη.

Θέλεις νά ἀπελευθερωθεῖς; Ἐξέτασε τόν ἑαυτό σου λεπτομερῶς καί διευκρίνισε μέσα σου τί πρέπει νά κατανικήσεις γιά νά πλησιάσεις τό Θεό. Γιατί «ἡ φιλία τοῦ κόσμου ἔχθρα τοῦ Θεοῦ ἐστιν· ὅς δ' ἄν βουληθῇ φίλος εἶναι τοῦ κόσμου, ἐχθρός τοῦ Θεοῦ καθίσταται» (Ἰακ. δ΄ 4). Τίς ἁπλωμένες ἐκτάσεις τίς χαίρονται μόνον ἐκεῖνοι πού ἀφήνουν τά στενά λαγκάδια καί τίς κλειστές κοιλάδες. «Οὐδείς δύναται δυσί κυρίοις δουλεύειν» (Ματθ. στ΄ 24). Δέν μπορεῖ κανείς νά βρίσκεται συγχρόνως στά βάθη μίας κοιλάδας καί στή βουνοκορφή πού ὑψώνεται στά γαλάζια πλάτη τοῦ οὐρανοῦ.

Γιά νά γίνει εὔκολη ἡ πορεία σου πρός τά ἄνω καί γιά νά πετάξεις πιό εὔκολα ἀπό πάνω σου τά πάθη σου πού σέ βαραίνουν, μπορεῖς νά ρωτᾶς συχνά τόν ἑαυτό σου: «Ἐγώ εἶμαι ἐκεῖνος πού πηγαίνει σέ ἕνα θέαμα ἤ κά ποιος ἄλλος πού μέ κυβερνάει καί μέ διευθύνει ὅπως θέλει; Ποιές συνήθειες μέ κρατοῦν αἰχμάλωτό τους καί δέν μπορῶ νά τίς ὑπερνικήσω; Ὑποπιάζω μου τό σῶμα καί δουλαγωγῶ κάθε στιγμή πού περνάει;». Τέτοιες ἐρωτήσεις μπορεῖ κανείς νά κάνει πάρα πολλές γύρω ἀπό τίς συνήθειες τῆς καθημερινῆς του ζωῆς καί τή συμπεριφορά του μέ βάση τόν τύπο καί τόν κανόνα ζωῆς πού μᾶς δίνει τό ἱερό Εὐαγγέλιο. Πάνω σ' αὐτά τά ζητήματα πρέπει νά θυμᾶσαι ὅτι «ὁ πιστός ἐν ἐλαχίστῳ καί ἐν πολλῷ πιστός ἐστι» (Λουκ. ιστ΄ 10) καί μή σκέφτεσαι τόν πόνο πού τυχόν μπορεῖ ἕνας τέτοιος ἀγώνας νά σοῦ προκαλέσει. Σέ βοηθάει νά βγεῖς ἀπό τά στενά λαγκάδια τῆς ἁμαρτίας στά ὁποῖα ζοῦσες, «ἐν ταῖς ἐπιθυμίαις τῆς σαρ κός σου, ποιῶν τά θελήματα τῆς σαρκός καί τῆς διανοίας σου» τῆς γήινης καί ἀντίθετης μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ.

Ἔχεις χρέος νά θέτεις στόν ἑαυτό σου παρόμοια ἐρωτήματα «εὐκαίρως ἀκαίρως». Μόνο στόν ἑαυτό σου ὅμως. Ποτέ καί σέ καμιά περίπτωση, οὔτε σά σκέψη γιά ἕναν ἄλλο. Κρίνοντας καί καταδικάζοντας τόν ἄλλον χωρίς νά 'σαι γι' αὐτό ἁρμόδιος οὔτε ἐντεταλμένος, ἀπομακρύνεις ἀπό τόν ἑαυτό σου ὅ,τι κέρδισες μέ τόν ἀγώνα σου. Νομίζεις πώς ἔκανες ἕνα βῆμα πρός τά ἐμπρός, ἀλλά στήν πραγματικότητα ὑποχώρησες δέκα βήματα πίσω. Κλάψε λοιπόν καί μετανόησε γιά τή σκληρότητα, γιά τήν ὑπερηφάνειά σου καί γιά τό ὅτι παραμένεις τόσο πολύ ἀδιόρθωτος. 

Γιά τίς ἁμαρτίες τῶν ἄλλων καί γιά τίς ἁμαρτίες τίς δικές μας. 

Ὅταν λοιπόν μέ τόν τρόπο αὐτόν κατορθώσεις νά διεισδύσεις στήν ἀθλιότητά σου, στήν ἀνεπάρκειά σου, στήν ἁμαρτωλοτητά σου, ἐπικαλέσου τόν Κύριο, ὅπως ἔκανε καί ὁ τελώνης: «Ὁ Θεός ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ» (Λουκᾶ ιη΄ 13). Καί πρόσθεσε: «Κύριε, εἶμαι χειρότερος καί ἀπό τόν τελώνη. Γιατί δέν μπορῶ νά μή δῶ μέ τήν ἄκρη τοῦ ματιοῦ μου τό φαρισαῖο καί νά μήν πῶ, σέ εὐχαριστῶ, γιατί δέν εἶμαι σάν αὐτόν».

Ὅμως λένε οἱ ἅγιοι: κοίτα τό σκοτάδι πού ὑπάρχει στήν καρδιά σου καί τήν ἀδυναμία πού κατοικεῖ στά μέλη σου καί ἀπόβαλε κάθε διάθεση κατάκρισης τοῦ πλησίον σου. Ἀπό τό σκοτάδι, ὅπου βρίσκεσαι, βλέπεις τό οὐράνιο φῶς νά ἀντικατοπτρίζεται πιό καθαρά στά ἄλλα δημιουργήματα. Δέ σοῦ ἐπιτρέπεται ὅμως νά ἀποκαλύπτεις τά ἁμαρτήματα τῶν ἄλλων, διότι τά δικά σου εἶναι ἐξίσου μεγάλα. Μόνο ὅταν ἀσχοληθεῖς μέ ἐπιμέλεια καί στά σοβαρά γιά τήν τελειοποίησή σου, θά παρατηρήσεις τήν ἀτέλειά σου. Καί ὅταν ἀντιληφθεῖς τήν ἀτέλειά σου, μπορεῖς νά τελειοποιηθεῖς. Μέ τόν τρόπο αὐτό ἡ τελειότητα προέρχεται ἀπό τήν ἀδυναμία καί τήν ἀτέλεια. Τώρα κυρίως σοῦ δωρίζεται ἡ κατάσταση ἐκείνη, γιά τήν ὁποία μιλᾶ ὁ ἅγιος Ἰσαάκ ὁ Σύρος: καί ὁ ἐχθρός σου τό βάζει στά πόδια ὅοο πιό γρήγορα τόν πλησιάζεις.

Γιά ποιόν, ὅμως, ἐχθρό μᾶς μιλάει ὁ ὅσιος; Φυσικά γιά τόν ἴδιο ἐχθρό πού πῆρε μιά φορά τή μορφή τοῦ ὄφεως καί πού μᾶς προκαλεῖ τή δυσαρέσκεια, τήν ἀνυπομονησία, τή βιαιότητα, τήν ὀργή, τό φθόνο, τό φόβο, τήν ἀγωνία, τήν ἀνησυχία, τό μῖσος, τήν τεμπελιά, τήν ἀποθάρρυνση, τήν ἀπιστία καί γενικά ὅ,τι ἐξερεθίζει τήν ὕπαρξή μας καί πού ἔχει τίς ρίζες του στή φιλαυτία μας καί τήν ἐγωπάθειά μας.

Ποιά ἀπαίτηση, ἀλήθεια, θά μποροῦσε νά ἔχει κανείς νά ὑπακούουν σ' αὐτόν τυφλά οἱ ἄλλοι, ὅταν μέ πόνο ψυχῆς ἀναγνωρίζει, #ὅταν ἀναγνωρίζει,# ὅτι ὁ ἴδιος ποτέ δέν ὑπακούει στόν Κύριό του; Καί πῶς δικαιοῦται, λοιπόν, αὐτός ὁ ἄνθρωπος νά ταράσσεται, νά εἶναι ἀνυπόμονος καί βίαιος, ὅταν δέν πᾶνε ὅλα σύμφωνα μέ τίς ἐπιθυμίες του; Μέ συνεχῆ ἄσκηση συνήθισε νά μήν ἔχεις «ἰδίας ἐπιθυμίας». Γι' αὐτόν πού δέν ἔχει καμιά ἐμπαθῆ ἐπιθυμία, πᾶνε ὅλα τά πράγματα, ὅπως ἐπιθυμεῖ, ἐξηγεῖ ὁ ἀββᾶς Δωρόθεος. Ἡ θέλησή του συμπίπτει μέ τή θέληση τοῦ Θεοῦ καί καθετί πού θά ζητήσει προσευχόμενος «ἔσται αὐτῷ» (Μάρκ. ια΄ 24).

Εἶναι δυνατόν ποτέ νά ἔχει φθόνο στήν καρδιά του ὁ ἄνθρωπος πού δέν ὑψώνει τόν ἑαυτό του, ἀλλά βλέπει τή δική του κατάσταση καί διαπιστώνει πώς ὅλοι οἱ ἄλλοι εἶναι περισσότερο ἄξιοι τιμῆς καί ἐκτίμησης ἀπ' αὐτόν τόν ἴδιο; Εἶναι δυνατόν νά φοβᾶται, νά ἀγωνιᾶ καί νά ἀνησυχεῖ ἐκεῖνος, πού ὁ,τιδήποτε τοῦ συμβεῖ, τό ὑπομένει σάν τό ληστή πάνω στό σταυρό πού ἔλεγε «ἄξια γάρ ὧν ἐπράξαμεν ἀπολαμβάνομεν» (Λουκᾶ κγ΄ 41); Ἡ ραθυμία φεύγει ἀπ' αὐτόν, γιατί τήν ξεσκεπάζει διαρκῶς μέσα του. Δέ φοβᾶται μήπως πέσει, γιατί βρίσκεται ἤδη κάτω, ἀντίθετα ἀπό τόν ὑψηλόφρονα πού κινδυνεύει ἀπό στιγμή σέ στιγμή νά πέσει ἀπό τά φανταστικά ὕψη του στή σκληρή πραγματικότητα. Τό μῖσος του κατευθύνεται ἐναντίον κάθε κακοῦ πού διαπιστώνει στή ζωή του. «Μισεῖ τήν ἑαυτοῦ ψυχήν (ζωήν)» (Λουκᾶ ιδ΄ 26). Ἡ ἀπιστία δέ βρίσκει καθόλου ἔδαφος μέσα του πιά, «ἐγεύθη καί εἶδεν ὅτι χρηστός ὁ Κύριος» (βλ. Ψαλμ. λγ΄ 9). Τόν ὁδηγεῖ ὁ Κύριος. Ἡ ἀγάπη του μεγαλώνει ἀδιάκοπα. Τό ἴδιο καί ἡ πίστη του. Ἔχει ἐγκαταστήσει μέσα του, λέγει ὁ ἅγιος Ἰσαάκ ὁ Σύρος, τήν εἰρήνη μέ τόν ἑαυτό του καί γι' αὐτό ὁ οὐρανός καί ἡ γῆ ἔχουν εἰρήνη μαζί του. Συνάγει τόν καρπό τῆς ταπείνωσης. Αὐτό, ὅμως, πραγματοποιεῖται μόνον ὅταν ἀκολουθήσει κανείς «τήν στενήν καί τεθλιμμένην ὁδόν· καί ὀλί γοι εἰσίν οἱ εὑρίσκοντες αὐτήν» (Ματθ. ζ΄ 14).

τοῦ Τίτο Κολλιάντερ, ὀρθοδόξου Σουηδοῦ συγγραφέως

πηγή : Η ΟΔΟΣ ΤETΡAΜΗΝΙΑΙΟ ΦΥΛΛΑΔΙΟ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΔΙΔΑΧΗΣ
ΕΚΔΟΣΗ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΡΟΔΟΥ

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...