/*--

Τρίτη, 21 Ιανουαρίου 2014

ΟΙ ΜΑΚΑΡΙΣΜΟΙ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΣΤΗ ΛΑΤΡΕΥΤΙΚΗ, ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ ΚΑΙ ΑΓΙΟΠΑΤΕΡΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

    
Εἰσαγωγικά

Οἱ μακαρισμοί τοῦ Εὐαγγελίου ὡς ἔκφραση μιᾶς δυναμικῆς μακαριότητας, κι ὄχι μιᾶς στατικῆς –ἀρχαιοελληνικοῦ τύπου– μακαριότητας, δηλ. ἐκείνων πού γεύονται μιά κατάσταση εὐτυχίας τετελεσμένης, διαποτίζουν καί ἀρδεύουν μέ τά ζωογόνα μηνύματά τους τή λατρεία τῆς Ἐκκλησίας μας87.


Μεταξύ τῶν μακαρισμῶν καί τῆς ἐκκλησιαστικῆς λατρείας ὑπάρχει ταυτότητα σκοποῦ. Αὐτό σημαίνει ὅτι ὁ σκοπός τῆς ἄσκησης τῶν μακαρισμῶν δέν εἶναι τό καλό, μιά ἀντίληψη διαδεδομένη γιά τήν ἀρχαιοελληνική ἄσκηση τῆς ἀρετῆς, ἀλλά ἡ πραγματικότητα τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ88. Ἀπό τήν ἄλλη πλευρά, ἡ ὀρθόδοξη λατρεία δέν ἔχει παρά ἕναν μονάχα σκοπό, τήν προσωπική κοινωνία –τόσο τῶν λαϊκῶν ὅσο καί τῶν κληρικῶν– μετά τοῦ Θεοῦ, δι’ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι89.

Ἐπιπλέον, ὅλοι μας ἐδῶ γνωρίζουμε στήν πράξη αὐτό πού ὁ π. Ἀλ. Σμέμαν διατύπωσε γραπτῶς: «Ἡ προσευχή τῆς Ἐκκλησίας εἶναι πάντοτε βιβλική, πού θά πεῖ ἐκφράζεται μέ τή γλώσσα, τίς εἰκόνες καί τά σύμβολα τῶν Ἁγίων Γραφῶν»90. Μέ ἄλλα λόγια, ἡ Ἁγία Γραφή ἀποτελεῖ «τήν καθημερινή τροφοδοσία τῆς Ἐκκλησίας, τό μέσο τῆς λατρείας της καί τῆς αὐτοοικοδομῆς της»91. Πρόκειται γιά τήν ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ στούς ἀνθρώπους, πού περιέχεται στήν Ἁγία Γραφή, καί ταυτόχρονα ἡ ἴδια ἡ ἀποκάλυψη εἶναι καί ἡ προσευχητική, δοξολογική καί λατρευτική ἀπάντηση τοῦ ἀνθρώπου. Περιττεύει δέ νά ἀναφερθοῦμε στήν πνευματική ἀξία τῆς μελέτης τοῦ Τετραυάγγελου γιά τήν πνευματική ζωή καί πρόοδο τοῦ χριστιανοῦ92.

1. Ὡς εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα

Οἱ ἀντίστοιχες περικοπές τοῦ Ματθαίου (5,3-12) καί τοῦ Λουκᾶ (6,20-23) περιέχονται στό ἐν χρήσει Εὐαγγέλιο, τό λειτουργικό βιβλίο τῆς Ἐκκλησίας. Καί ἡ μέν πρώτη περικοπή τοῦ κατά Ματθαῖον ἀποτελεῖ τό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα τῆς Τρίτης τῆς Α΄ ἑβδομάδας τοῦ Ματθαίου93, δηλ. τῆς Τρίτης ἀμέσως μετά τήν ἑορτή τῆς Πεντηκοστῆς, ὅπου ἀναγινώσκεται τό κείμενο Μτ. 4,23-25. 5,1-13· ἡ δέ δεύτερη περικοπή τοῦ κατά Λουκᾶν προβλέπεται γιά νά διαβαστεῖ τήν Παρασκευή τῆς Β΄ ἑβδομάδας τοῦ Λουκᾶ94, δηλ. τῆς δεύτερης ἑβδομάδας μετά τό νέο ἐκκλησιαστικό ἔτος, πού ὑπολογίζεται στό τέλος Σεπτεμβρίου ἤ τήν ἀρχή τοῦ Ὀκτωβρίου. Τότε ἀναγινώσκεται τό κείμενο Λκ. 6,17-23.

Πέραν ἀπό τίς δύο ἀνωτέρω συγκεκριμένες φορές ἀνάγνωσης τῶν μακαρισμῶν σέ λειτουργήσιμες καθημερινές ἡμέρες τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους, σύμφωνα μέ τήν κατά συνέχειαν ἀνάγνωση τῶν ἱερῶν Εὐαγγελίων (lectio continua), ἡ περικοπή μέ τούς μακαρισμούς τοῦ κατά Λουκᾶν ἐπεκτάθηκε νά διαβάζεται καί ὡς εὐαγγέλιο τοῦ ὄρθρου ἤ στή θεία Λειτουργία «σέ ὅλες τίς ἑορτές τῶν ὁσίων, ἀνω-νύμων καί περιορισμένης τοπικῶς τιμῆς, ἀλλά καί ἐπωνύμων καί μεγάλων ἀσκητῶν καί πατέρων»95, ὅπως τοῦ ἁγίου Νικολάου, τοῦ ὁσίου Ἀντωνίου τοῦ μεγάλου κ.ἄ. Πιό περιορισμένα, ἡ περικοπή μέ τούς μακαρισμούς τοῦ κατά Ματθαῖον ὁρίσθηκε νά διαβάζεται στή θεία Λειτουργία τῆς ἑορτῆς τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης96.

2. Στήν ἀκολουθία τῶν Τυπικῶν

Μέσα στή μοναχική λειτουργική πράξη καί παράδοση διαμορφώθηκε μιά ἰδιαίτερη ἀκολουθία, πού παρεμβάλετο στίς ἀκολουθίες τοῦ νυχθημέρου, ἡ ὀνομαζόμενη «Ἀκολουθία τῶν Τυπικῶν»97. Σ’ αὐτή τήν ἀκολουθία προβλεπόταν ἀντί εὐαγγελικοῦ ἀναγνώσματος νά ψάλλονται οἱ μακαρισμοί κατά τή διατύπωση τοῦ κατά Ματθαῖον εὐαγγελίου. Μεταξύ τοῦ κάθε στίχου τῶν μακαρισμῶν παρεμβάλετο ὡς ἐφύμνιο στίχος τοῦ κατά Λουκᾶν εὐαγγελίου (23,42).

Ὅταν τά Τυπικά ἐνσωματώθηκαν στή θεία Λειτουργία, κατ’ ἀρχάς στήν Κων/πολη (Μονή τῆς Εὐεργέτιδος), τότε ἀντί τῶν παραδοσιακῶν ἀντιφώνων τῆς ἐνοριακῆς λειτουργικῆς πράξης, εἰσῆλθε ὡς τρίτο ἀντίφωνο οἱ μακαρισμοί. Αὐτό το στοιχεῖο φαίνεται ὅτι ἐπικράτησε στίς μονές καί, ὅπως σημειώνει ὁ καθηγ. Ἰ. Φουντούλης, «διά τῆς διεισδύσεως τοῦ μοναχικοῦ τυπικοῦ στίς ἐνορίες, ἐπέδρασε καί στήν ἐνοριακή λειτουργική πράξη»98.

Στό πλαίσιο αὐτῆς τῆς λειτουργικῆς παράδοσης, δέν εἶναι παράξενο πού ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κροστάνδης (1829-1908), καθώς ἑρμηνεύει τούς μακαρισμούς ἑστιάζει τήν προσοχή του στό γιατί οἱ μακαρισμοί ψάλλονται στήν ἀρχή τῆ θείας Λειτουργίας, κατά τή Μικρή Εἴσοδο, μέ τήν ὡραία πύλη ἀνοιχτή (ἀρχή β΄ ὁμιλίας)99.

3. Σέ καθορισμένες ἀκολουθίες

Ἐπιπροσθέτως στή λειτουργική πράξη οἱ μακαρισμοί ψάλλονται σέ ἀκολουθίες ὁρισμένων ἡμερῶν τοῦ ἔτους καί σέ περιστασιακές ἀκολουθίες. Ἀναφερόμαστε στήν ἀκολουθία τῶν Ἁγίων Παθῶν (Μεγ. Πέμπτη ἑσπέρας, μετά τήν ἀνάγνωση τοῦ ΣΤ΄ Εὐαγγελίου)100, στήν ἀκολουθία τοῦ Μεγάλου Κανόνος (Πέμπτη τῆς Ε΄ ἑβδομάδας τῶν Νηστειῶν), στόν ὄρθρο τῆς Κυριακῆς τῶν Βαΐων καί στή νεκρώσιμη ἀκολουθία (μετά τά νεκρώσιμα ἰδιόμελα)101.

Ἑπομένως, μακαρισμοί τοῦ Κυρίου καί λατρευτική ζωή φαίνεται ὅτι ἀποτελοῦν ἀδιάσπαστη ἑνότητα. Στή μοναστική τουλάχιστον λειτουργική παράδοση διαπιστώνουμε ὅτι οἱ μακαρισμοί ἔχουν θέση ἰδιαίτερα σημαντική καί οὐσιαστικῶς ἀποτελοῦν «ἄκουσμα καί λάλημα»102 καθημερινό. Τό γεγονός αὐτό ἀποτελεῖ ἴσως καί τήν αἰτία πού οἱ μακαρισμοί δέν ὁρίσθηκαν γιά ἀνάγνωσμα θείας Λειτουργίας κάποιας Κυριακῆς τοῦ λειτουργικοῦ ἔτους. Γι’ αὐτό καί δέν ἀποτέλεσαν ἀντικείμενο ὁμιλιῶν στά Κυριακοδρόμια103.

Παρά ταῦτα, οἱ μακαρισμοί ὡς ἀναπόσπαστο μέρος τῆς καθημερινῆς μοναστικῆς λατρευτικῆς ζωῆς ἀποτελοῦν ὁδοδείκτη τῆς πνευματικῆς ζωῆς καί θεωρίας. Ὁ ἅγιος Συμεών, ἀρχιεπίσκοπος Θεσ/νίκης (15ος αἰ.) ἐπισημαίνει ὅτι οἱ μακαρισμοί ψάλλονται «ὡς διδασκαλίαν τοῦ Σωτῆρος καί ὡς εὐαγγέλιον»104, δηλ. ἀποτελοῦν τρόπον τινά τό «εὐαγγέλιο» τῆς πνευματικῆς ζωῆς, πού προάγει δυναμικά τήν ὀρθόδοξη πνευματικότητα.

Ειδικότερα, τή σπουδαιότητα τῆς ἄσκησης τῶν μακαρισμῶν –μέ τή καθημερινή λατρευτική ὑπόμνησή τους– γιά τήν πνευματική ζωή, ἐκφράζει τό ἑξῆς πατερικό κείμενο: «Οἱ παρά τοῦ Σωτῆρος μακαρισμοί, αὐτόν τε ἡμῖν παριστῶντες τόν Κύριον τόν μόνον μακάριον, καί πτωχεύσαντα ὑπέρ ἡμῶν ἀληθῶς, καί πραΰν ὀφθέντα καί ταπεινόν τῇ καρδίᾳ, καί δίκαιον μόνον, καί τήν δικαιοσύνην πεινῶντα καί διψῶντα καί ἐνεργήσαντα, καί ἐλεήμονα ὄντα καί οἰκτίρμονα, καί καθαρόν τῇ καρδίᾳ μόνον, καί ὅσιον καί ἀμίαντον, καί εἰρηνοποιόν καί εἰρηνάρχην καί εἰρήνην, καί Υἱόν Θεοῦ φύσει, καί δεδιωγμένον ἀληθῶς δικαιοσύνης ἕνεκεν, καί ὀνειδισθέντα καί διωχθέντα καί ὑβρισθέντα ψευδῶς, καί παθόντα ὑπέρ ἡμῶν ἕνεκεν τῆς δόξης τοῦ Πατρός αὐτοῦ, καί τῆς σωτηρίας ἡμῶν, καί τήν χαράν τήν ἀνέκφραστον καί ἀγαλλίασιν ἔχοντα, καί τούς μιμησαμένους αὐτόν μαρτυροῦντες μεμακαρισμένους ὑπ’ αὐτοῦ, οἱ καί κατά τάξιν προκόπτουσι»105. Μέ ἄλλα λόγια, συνειδητοποιοῦμε ὅτι «οἱ Μακαρισμοί προβάλλουν ὡσάν μιά κεκαλυμμένη ἐσωτερική βιογραφία τοῦ Ἰησοῦ, σάν πορτρέτο τῆς μορφῆς του... ἀποκαλύπτεται ἔτσι τό ἴδιο τό μυστήριο τοῦ Χριστοῦ καί μᾶς ἀπευθύνεται ἡ πρόσκληση γιά οὐσιαστική κοινωνία μαζί του»106.

Γ. ΟΙ ΜΑΚΑΡΙΣΜΟΙ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΣΤΗΝ ΑΓΙΟΠΑΤΕΡΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

Εἰσαγωγικά

Οἱ μακαρισμοί ὡς ἡ ὑπέροχη ἔναρξη τῆς πλέον ἐκτεταμένης καί ἐντυπωσιακῆς ὁμιλίας τοῦ Κυρίου, ἀποτέλεσε ἕνα ἀπό πιό ἀγαπημένα θέματα διδασκαλίας γιά τήν πνευματική ζωή τῶν χριστιανῶν. Γιά τούς μακαρισμούς, καί τήν Ο.Ο. γενικότερα, «ἐγράφησαν καί θά γράφωνται μετ’ ἀμειώτου πάντοτε ἐντάσεως καί ἐνδιαφέροντος, ἀπειράριθμα ἔργα, ἤτοι ἄρθρα, λόγοι, ὁμιλίαι, ἑρμηνευτικά ὑπομνήματα καί εἰδικαί μελέται», ὅπως διαπιστώνει ὁ καθηγ. Μ. Σιώτης στό κλασικό καί περισπούδαστο ὀγκῶδες ἔργο του, πού ἐρευνᾶ ἱστορικοκριτικά τήν «Ἑρμηνεία τῆς ἐπί τοῦ Ὄρους Ὁμιλίας διά μέσου τῶν αἰώνων»107.

Ἐκ πρώτης ὄψεως, ἡ διατύπωση τῶν δέκα στίχων τῶν μακαρισμῶν τοῦ Κυρίου εἶναι τόσο ἁπλή καί σαφής, ὥστε φαίνεται ὅτι κατανοοῦνται εὔκολα καί χωρίς γλωσσική δυσκολία, ἀκόμα κι ἀπό ὀλιγογράμματους χριστιανούς108. Ὡστόσο, τό βάθος καί ὁ πλοῦτος τῶν νοημάτων τους, ἡ σπουδαιότητά τους ὡς διατάξεων τοῦ Κυρίου πού καθορίζουν τό ἦθος τῶν πιστῶν καί οἱ ποικίλες –ὄχι πάντοτε ὀρθές– ἑρμηνεῖες πού διατυπώθηκαν, ὤθησαν τούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας νά ἀσχοληθοῦν ἰδιαίτερα μέ αὐτούς, ἑρμηνεύοντάς τους καί προβαίνοντας ἐν συνεχείᾳ –λόγω ποιμαντικοῦ ἐνδιαφέροντος– σέ παραινέσεις πρός τούς πιστούς.

Πέρα ἀπό τήν ἀπήχηση τῶν μακαρισμῶν στή ζωή τῆς πρώτης Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, καί μάλιστα στά λοιπά ἱερά βιβλία τῆς Κ.Δ. (ἐπιστολές ἀπ. Παύλου, καθολικές Ἐπιστολές κ.,ἀ.), στή ζωή τῆς μεταποστολικῆς Ἐκκλησίας καί στά ἔργα τῶν λεγομένων Ἀποστολικῶν Πατέρων καί τῶν πρώτων Ἀπολογητῶν, ἡ πρώτη συστηματική ἑρμηνεία τοῦ κειμένου τῶν μακαρισμῶν ἀπαντᾶται στό ἔργο τοῦ Ὠριγένη καί τῶν μεγάλων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Στά ἔργα τους, πέρα ἀπό τόν κατά στίχο ὑπομνηματισμό τῶν Εὐαγγελίων, ἀπαντοῦν διάσπαρτα ἐξηγήσεις καί ἑρμηνεῖες στίχων ἀπό τούς μακαρισμούς, ὡς ἐπί τό πλεῖστον σέ ἀσκητικοῦ περιο-χομένου κείμενα109.

Μποροῦμε νά κατατάξουμε τίς πατερικές ἑρμηνεῖες σέ τρία εἴδη, ἀναλόγως μέ τό εἶδος τοῦ κειμένου, στό ὁποῖο ἑρμηνεύονται οἱ μακαρισμοί: Σέ αὐτοτελή ἔργα, σέ ἑρμηνευτικά ὑπομνήματα καί σέ ἑορταστικές ὁμιλίες. Ἐνδεικτικῶς, θά ἀναφερθοῦμε σέ ἕναν χαρακτηριστικό ἐκπρόσωπο ἀπ’ αὐτά τά πατερικά ἔργα: στόν Γρηγόριο Νύσσης, τόν ἱερό Χρυσόστομο καί τόν Θεοφάνη τόν Κεραμέα.

1. Γρηγόριος Νύσσης

Ὀκτώ βαθυστόχαστες θεολογικά ὁμιλίες γιά τούς μακαρισμούς συνέγραψε περί τό 374 καί 378 ὁ μεγάλος πατέρας τῆς Ἐκκλησίας, ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης (Orationes viii de beatitudinibus)110. Πρόκειται γιά τό μοναδικό, λαμπρό, συστηματικό, ἐκτενές, πατερικό ὑπόμνημα στούς μακαρισμούς πού διαθέτουμε111. Παράλληλα, ἀποτελεῖ ἕνα ἀπό τά σημαντικότερα νηπτικά ἔργα του καί ὅλης τῆς σχετικῆς γραμματείας112. Σύμφωνα μέ τόν καθηγ. Σ. Παπαδόπουλο, οἱ ὁμιλίες αὐτές «ἐκφράζουν τήν κλίμακα τοῦ νηπτικοῦ βίου, πού ὁδηγεῖ στή μακαριότητα καί τή θέωση. Τό ἔργο προϋποθέτει βαθιά θεολογική κατανόηση τοῦ ἀνθρώπου, ἔντονες προσωπικές θεοπτικές ἐμπειρίες τοῦ Γρηγορίου καί χρήση τοῦ νεοπλατωνικοῦ κλίματος τῆς ἐποχῆς»113.

Ἀξίζει νά ἀναφέρουμε τά ἐγκωμιαστικά λόγια τοῦ μεταγενέστερου ἐκκλησιαστικοῦ συγγραφέα, Θεοφάνη τοῦ Κεραμέα, γιά τό ἔργο αὐτό, πού γράφει: «Τό μέν βάθος τῆς ἱερᾶς ταύτης διδασκαλίας μόνος τῶν πάντων ἐπέγνω κάλλιστά τε καί ὑψηλότατα ὁ κατά τόν μέγαν Μωσῆν εἰς τόν γνόφον τῆς θεολογίας εἰσδύς, ὁ Νυσσαεύς καί μέγας Γρηγόριος, ἐν ὁμιλίαις ὀκτώ τό ταύτης κάλλος ἐξηγησάμενος»114.

Ὁ φιλοσοφικότερος τῶν Πατέρων προσκαλεῖ τούς ἀναγνῶστες τοῦ ἔργου νά συνανέβουν στό ὄρος, μαζί μέ τόν Λόγο, ὁ ὁποῖος δακτυλοδεικτεῖ τή βασιλεία τῶν οὐρανῶν καί τήν κληρονομιά τῆς ἄνω γῆς καί μακαρίζει ὅλους ὅσοι συνανέβηκαν115. Προβάλλει δέ τούς μακαρισμούς ὡς τήν ἄριστη κλίμακα γιά τήν πνευματική ἐξύψωση πρός τόν Θεό τῶν χριστιανῶν, δηλ. «συναναβῆναι χαμόθεν, ἀπό τῶν κοίλων τε καί ταπεινῶν νοημάτων, εἰς τό πνευματικόν ὄρος τῆς ὑψηλῆς θεωρίας»116. Μακαριότητα δέ εἶναι ἡ ἀκρόαση ὅσων ὁ Θεός διδάσκει.

Ἀναρωτιέται ὁ ἅγιος Γρηγόριος: «Τί τό βραβεῖον; Τίς ὁ στέφανος; Οὔ μοι δοκεῖ ἄλλο τι εἶναι παρ’ αὐτόν τόν Κύριον ἕκαστον τῶν ἐλπιζομένων. Αὐτός γάρ ἐστι καί ἀγωνοθέτης τῶν ἀθλούντων, καί στέφανος τῶν νικώντων· ἐκεῖνος ὁ διανέμων τόν κλῆρον· ἐκεῖνος ὁ ἀγαθός κλῆρος· ἐκεῖνος ἡ ἀγαθή μερίς· ἐκεῖνος ὁ τήν μερίδα σοι χαριζόμενος· ἐκεῖνος ὁ πλουτίζων· ἐκεῖνος ὁ πλοῦτος, ὁ δεικνύς σοι τόν θησαυρόν, καί θησαυρός σοι γινόμενος· ὁ εἰς ἐπιθυμίαν σε τοῦ καλοῦ μαργαρίτου ἄγων, καί ὤνιός σοι τῷ καλῶς συμπορευομένῳ προκείμενος. Ἵνα οὖν ἐκεῖνο κτησώμεθα, ὥσπερ ἐπ’ ἀγορᾶς, ὧν ἔχομεν ἀντικαταλλάσσωμεν ἅ οὐκ ἔχομεν»117.

2. Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος

Πρωταρχικῶς στό ἑρμηνευτικό του ὑπόμνημα στό κατά Ματθαῖον εὐαγγέλιο –στήν ΙΕ΄ὁμιλία του– ἐξηγεῖ περίφημα τούς μακαρισμούς118. Ἐν συνεχείᾳ τό πο-λυάριθμο συγγραφικό του ἔργο εἶναι διάσπαρτο ἀπό στίχους τῶν μακαρισμῶν, τούς ὁποίους δέν παραθέτει ἁπλῶς, ἀλλά προβαίνει συχνά καί σέ πρακτική καί ἐποικοδομητική ἑρμηνεία.

Γιά τόν ἱερό Χρυσόστομο, τόσο οἱ μακαρισμοί ὅσο καί οἱ λοιπές διατάξεις τῆς Ο.Ο. διακρίνονται γιά τήν πνευματική ὑπεροχή τους ἔναντι κάθε ἄλλης ἠθικῆς διδασκαλίας. Ἡ ὑπεροχή αὐτή ἀφορᾶ ὄχι μόνο τή φιλοσοφική (μή χριστιανι-κή) ἠθική, ἀλλά ἀκόμη τό θεόσδοτο νόμο τῆς Π.Δ. Ἐπίσης, τό ἐνδιαφέρον τοῦ Θεοῦ –μέσα ἀπό τούς μακαρισμούς– ἀποβλέπει σέ μιά θεραπευτική λειτουργία τοῦ ἀνθρώπου. Εἰδικότερα, ὁ Ἰησοῦς σκοπεύει στή διόρθωση τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς, στή θεραπεία της, τήν ὠφέλειά της, καί γενικῶς γιά τόν ὅλο ἄνθρωπο φροντίζει μέ ἐνδιαφέρον, διότι ὁ Ἴδιος εἶναι ὁ δημιουργός τοῦ ἀνθρώπου119.

Οἱ μακαρισμοί, ὅπως προείπαμε, δέν λέγονται γιά μονομερῶς γιά τούς μαθητές τοῦ Κυρίου, ἀλλά γιά τούς ἀνθρώπους ὁλόκληρης τῆς οἰκουμένης, ὥστε οἱ πάντες νά εἰσέλθουν στή βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Γιά ὅλους, μέσα ἀπό τούς μακαρισμούς, δίνεται ἡ δυνατότητα γιά ἄσκηση καί ἀπονομή τοῦ στεφάνου. Σέ αὐτή τήν καθολικότητα ὀφείλεται καί ἡ μορφή τῆς διατύπωσης τῶν μακαρισμῶν: «Οὐδέ γάρ εἶπε, Μακάριοί ἐστε ὑμεῖς, ἐάν πτωχοί γένησθε, ἀλλά, Μακάριοι οἱ πτωχοί. Καίτοι καί εἰ ἐκείνους εἰρήκει, κοινά τά τῆς συμβουλῆς ἔμελλε γίνεσθαι»120.

Γενικῶς, ἡ ἑρμηνευτική προσέγγιση τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου στούς μακαρισμούς ἀποτέλεσε τρόπον τινά ὑπόδειγμα γιά τή μεταγενέστερη πατερική ἑρμηνεία121, ἑλκύοντας ἀκόμη τό θαυμασμό καί τήν ἐκτίμηση τῶν δυτικῶν ἐκκλησιαστικῶν συγγραφέων (λ.χ. Θωμᾶς ὁ Ἀκινάτης)122. Ἡ ἑρμηνεία τῶν μακαρισμῶν ἀπό τόν ἱ. Χρυσόστομο ἀποτελεῖ ὄντως «ἱστορικόν σταθμόν διά τήν ἑρμηνείαν»123. Συνεχίζει δέ καί στίς ἡμέρες ἡ ἑρμηνεία του νά κυκλοφορεῖται αὐτοτελῶς124.

3. Θεοφάνης ὁ Κεραμέας

Πέρα ἀπό τούς ἁγίους Γρηγόριο Νύσσης καί Ἰωάννη τόν Χρυσόστομο (4ο αἰ.), δέν ἀπαντᾶται πατερική ἑρμηνεία στούς μακαρισμούς –ἐν ἀντιθέσει πρός στίχους τῆς Ο.Ο.– παρά στίς ἀρχές τοῦ 12ο αἰ. ἡ μή εὐρύτερα γνωστή ὁμιλία τοῦ Θεοφάνους τοῦ Κεραμέα, ἐπισκόπου Ταυρομενίου τῆς Κάτω Ἰταλίας (Σικελί-ας)125. Πρόκειται γιά τή ΝΑ΄ ὁμιλία του, πού φέρει τόν τίτλο Εἰς τούς μακαρι-σμούς - ἐλέχθη ἐν τῇ μνήμῃ τοῦ ὁσίου Πατρός ἡμῶν Νικολάου126. Ἀποτελεῖ μιά ἀντιπροσωπευτική καί σύντομη προσέγγιση ἀπό τήν ἐκκλησιαστική γραμματεία μέ χαρακτήρα ἐποικοδομητικό127. Ἡ ὁμιλία αὐτή ἔχει μιά μοναδικότητα, δηλ. συνιστᾶ τό μόνο πατερικό ὁμιλητικό κείμενο πού ἑρμηνεύει τούς μακαρισμούς128.

Χαρακτηριστικό ἀπόσπασμα ἀποτελεῖ τό ξεκίνημα τῆς ἑρμηνείας τῶν μακαρισμῶν, πού γράφει: «Ἀγῶνες οὖν προτίθενται ἡ πτωχεία τοῦ πνεύματος, τό πένθος, ἡ πραότης, ἡ τῆς δικαιοσύνης πείνα, τό ἔλεος, ἡ τῆς ψυχῆς καθαρότης, ἡ εἰρήνη, τό παρά τῶν ἐχθρῶν διωχθῆναι· ἔπαθλα δέ τίνα; Ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν, ὁ τῆς ἄνω γῆς κλῆρος, ἡ τῶν ἀγαθῶν πλησμονή, ὁ παρα τοῦ Θεοῦ ἔλεος, τό τόν Θεόν αὐτοπτῆσαι, ἡ πρός αὐτόν οἰκείωσις καί συγγένεια, καί ἡ μετ’ αὐτοῦ αἰωνία συνοίκησις»129. Συνεχής ἐπωδός στήν ὁμιλία του εἶναι τό «τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν ἀπολαύσαι»130.

Γενικῶς, στήν πατερική ἑρμηνευτική τῶν μακαρισμῶν διαβλέπουμε τίς προϋποθέσεις μέ τίς ὁποῖες προχωροῦν οἱ Πατέρες ἤ ἐκκλησιαστικοί συγγραφεῖς, ὅπως: ἀφενός μέν τήν προσπάθεια κατανόησης τῆς Γραφῆς καί τό σεβασμό τῆς θεοπνευστίας της, ἀφετέρου δέ τήν ἀνάγκη γιά ἀναζήτηση τοῦ εὐρύτερου πνεύματος, τοῦ «κεκρυμμένου» νοῦ τοῦ βιβλικοῦ στίχου131. Τό φιλολογικό εἶδος τῶν εὐαγγελικῶν μακαρισμῶν, δηλ. ἐπιγραμματικῶν ρήσεων μέ ἀρχή τή οὐσιαστικοποιημένο ἐπίθετο «μακάριος-ιοι», ἀποτέλεσε γιά πολλούς ὑπόδειγμα γραφῆς, κυρίως στούς ἀσκητικούς καί νηπτικούς πατέρες, ὅπου τά μυστικά ἔργα τους συντάχθηκαν ὑπό τύπον σύντομων ἀφορισμῶν, ἀποφθεγμάτων ἤ κεφαλαίων, μέ περιεκτικές καί ἐμπειρικές ρήσεις.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα σύνταξης νέων μακαρισμῶν κατά τό τύπο τοῦ Εὐαγγελίου ἀποτελοῦν «οἱ μακαρισμοί τῶν χριστιανῶν» στό ἔργο Orationes ethi-cae τοῦ ἁγίου Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου (11ος αἰ.)132, οἱ διάσπαρτοι στό ἔργο τοῦ ἁγίου Σιλουανοῦ τοῦ Ἀθωνίτου μακαρισμοί133, κ.ἄ.


Πέραν αὐτῶν τῶν νέων μακαρισμῶν ὡς ἔκφραση πνευματικῆς ζωῆς στούς Ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας μας, δέν παραμελήθηκε ἡ μελέτη καί ἡ ἐκ νέου ἑρμηνεία τῶν εὐαγγελικῶν μακαρισμῶν. Ἐνδεικτικῶς ἀναφέρουμε τά ἔργα τοῦ ὁσίου Πέτρου τοῦ Δαμασκηνοῦ (8ος αἰ.)134, ἁγίου Φιλόθεου Κόκκινου, πατριάρχου Κων/ πόλεως (14ος αἰ.)135, ἁγίου Συμεών, ἀρχιεπισκόπου Θεσ/νίκης (15ος αἰ.)136, τῶν  σύγχρονων ἁγίων Ἰωάννου τῆς Κρονστάνδης (19 ος αἰ .) 137 ,  Νεκταρίου μητροπολίτου Πενταπόλεως (20 ός αἰ .) 138 ,  κ . ἄ 

ΟΙ ΜΑΚΑΡΙΣΜΟΙ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΣΤΗΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ


Εἰσαγωγικά

Ἡ σύγχρονη λεξικογραφική σημασία τοῦ ὅρου, πού προσδιορίζει τήν πνευματικότητα μέ τό νά ἔχει κάποιος ἤ κάτι βαθύ πνευματικό περιεχόμενο, δέν φαίνεται νά ἱκανοποιεῖ τήν ἐκκλησιαστική συνείδηση139. Διότι ἡ σημασία αὐτή παραπέμπει σέ μιά ἐντελῶς ἀφηρημένη καλλιέργεια κάποιων διανοητικῶν ἱκανοτήτων, ἐνασχόληση μέ σπουδές, διαδρομή στά γράμματα καί τίς τέχνες κ.λπ.140.

Ἀντιθέτως ὅταν ὁμιλοῦμε γιά ὀρθόδοξη πνευματικότητα καί ἐννοοῦμε τόν βαθύ, ἐσωτερικό καί γνήσιο χριστιανισμό, τή βίωση τοῦ χαροποιοῦ πένθους τῆς ταπείνωσης τοῦ Χριστοῦ, τῆς ἐσωτερικῆς ἀγωνίας καί ἀγάπης γιά τόν ἄνθρωπο, τήν «ἐν Χριστῷ» ζωή141. Στήν περίπτωση αὐτή τονίζεται ἰδιαίτερα τό στοιχεῖο τῆς ἐσωτερικότητας, τῆς μυστικῆς ζωῆς, ὡς ἔκφρασης τῆς πνευματικῆς παράδοσης τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας142.

1. Πνευματικότητα – Πνευματική ζωή

Ἡ ταύτιση τῆς πνευματικότητας ἁπλῶς μέ τήν ἐσωτερική ζωή τοῦ ἀνθρώπου, χωρισμένης ἀπό τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ καί τή ζωή τῆς Ἐκκλησίας, δέν συνιστᾶ ὀρθόδοξη πνευματικότητα. Πνευματικότητα ἤ πνευματική ζωή χωρίς πλούσια ἐκκλησιαστική ἐμπειρία καταλήγει σέ ἕναν κοσμικό μυστικισμό ἤ σπιριτουλισμό, σέ μιά «σαρκική πνευματικότητα», δηλ. πνευματικότητα τοῦ αὐτονομη μένου ἀνθρώπου143. Γι’ αὐτό νεότεροι θεολόγοι προχώρησαν περαιτέρω καί θεώρησαν ὡς ἀπαραίτητη τή σύζευξη τῆς πνευματικότητας μέ τή θεολογία τῆς Ἐκκλησίας, ἔτσι ὥστε νά ὁρίζουν τήν ὀρθόδοξη πνευματικότητα ὡς «μιά ὀντολογία καί δυναμική φανέρωση τῆς Βασιλείας»144. Ἀπ’ αὐτό προκύπτει καί ἡ κύρια ἀποστολή τῆς ὀρθόδοξης πνευματικότητας, ἡ ὁποία συνίσταται στή διακήρυξη τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ στήν ἱστορία, στή διακήρυξη αὐτῆς τῆς Βασιλείας ὄχι μόνο μέ λόγια, ἀλλά πολύ περισσότερο μέ ζωντανές μαρτυρίες τῆς πραγματικῆς της δυνάμεως145.

Ἡ βιβλική καί κυρίως ἡ πατερική γλώσσα προσδιορίζουν τήν πνευματικότητα μέ τό πρόσωπο πού τήν ἐκδηλώνει, ἀπό τόν πνευματικό ἄνθρωπο· καί πνευματικός, κατά τόν ἱερό Χρυσόστομο, χαρακτηρίζεται ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος πού ἐμφορεῖται «ἀπό τῆς τοῦ Πνεύματος ἐνεργείας»146· εἶναι ἐκεῖνος τοῦ ὁποίου ἡ ψυχή «ἀνακέκραται τῷ ἁγίῳ πνεύματι»147· ὁ πνευματοδόχος καί πνευματοκίνητος, «ὁ τοῦ Θεοῦ ἄνθρωπος, πνευματοφόρος πνεύματος ἁγίου»148. Γι’ αὐτό καί ἡ πνευματικότητά του εἶναι πρωτίστως πνευματικότητα ὀρθόδοξη, ἐκδήλωση τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ.

2. Ἡ πνευματικότητα στήν Κ.Δ.

Ἐάν τά ἀνωτέρω ἀποτελοῦν γενικές εἰσαγωγικές σκέψεις γιά τήν ὀρθόδοξη πνευματικότητα σέ σχέση μέ τόν ἄνθρωπο πού τήν ἐνσαρκώνει, στήν Κ.Δ. ἡ πνευματικότητα ὀφείλει νά ἐμπεριέχει ὁλόκληρη τή θεολογία της, ἀλλιῶς αὐτή ἡ ἔννοια εἶναι ἀσαφής καί ἀόριστη. Στήν Κ.Δ. ὑποδηλώνεται ὡς ἡ ὁλοκληρωτική ἀνταπόκριση τῆς πίστης πρός τόν Θεό, τελεσφορεῖται διά τῆς ἀγάπης καί ἀναζωογονεῖται μέ τό Πνεῦμα τό Ἅγιο. Ἀπό τή σταθερή πεποίθηση ὅτι στό πρόσωπο καί τό ἔργο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἶναι παρών καί ἐνεργεῖ αὐτό ὁ ἕνας καί μοναδικός Θεός, δηλ. ἀποκαλύπτεται ὁ Θεός ἐν Ἰησοῦ Χριστῷ καί ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι, αὐτό σημαίνει ὅτι καί ἡ πνευματικότητα στήν Κ.Δ. ἀναφέρεται στήν ἐκδήλωση τῆς σωστικῆς πρωτοβουλίας τοῦ Θεοῦ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ149.

Πρίν προχωρήσουμε, εἶναι ἀνάγκη νά κάνουμε τή διάκριση μιᾶς ἠθικῆς θεολογίας καί τῆς θεολογίας τῆς πνευματικότητας. Ὡς ἐπί τό πλεῖστον ἡ ἠθική θεολογία ἐνδιαφέρεται ἰδιαίτερα μέ τό τί ἡ Βίβλος θεωρεῖ ὡς ὀρθό ἤ λανθασμένο στίς πράξεις μας καί τή συμπεριφορά μας. Ἡ θεολογία τῆς πνευματικότητας, ὅπως προκύπτει ἀπό τήν Κ.Δ., διαφοροποιεῖται ἀπό τήν πνευματικότητα τῶν θρησκειῶν ἤ τῶν φιλοσόφων, διότι πέρα ἀπό τά στοιχεῖα τῆς ἀπομάκρυνσης (ἀπό τά ἐγκόσμια), τῆς αὐτοκυριαρχίας καί θέασης τοῦ ὑπερβατικοῦ πού συναντᾶμε στίς θρησκεῖες, τό διακριτικό καί οὐδιῶδες γνώρισμα τῆς βιβλικῆς καί τῆς μετέπειτα χριστιανικῆς πνευματικότητας εἶναι ἡ σχέση της μέ τήν ἐνανθρώπηση τοῦ Λόγου150, ἡ σχέση της μέ τό γεγονός Χριστός (Christ-event) πού «σάρξ ἐγένετο» (Ἰω. 1,14).

Αὐτή ἡ εἰδοποιός διαφορά τῆς καινοδιαθηκικῆς πνευματικότητας ἔναντι κάθε ἄλλης, τή διαφοροποιεῖ ἀκόμη κι ἀπό τήν ἰουδαϊκή εὐσέβεια, ὅπως αὐτή καλλιεργεῖτο στή συναγωγή μέ τήν κυριότερη θρησκευτική της δραστηριότητα, πού ἦταν ἡ ἀνάγνωση τῆς ἑβραϊκῆς βίβλου151. Στόν τόπο αὐτό συγκέντρωσης τῶν Ἰουδαίων, πέρα ἀπό τήν προσευχή (πρβλ. Μτ. 6,5), καί τήν ἀνάγνωση τῆς Τορά ἤ τῶν προφητῶν, ἀκολουθοῦσε τό μήνυμα καί ἡ διδασκαλία (ἑρμηνεία τῆς Γραφῆς)· ἐν συνεχείᾳ δέ διάλογος καί συζήτηση. Ἡ ἰουδαϊκή πνευματικότητα φθάνει μέχρι τοῦ σημείου νά τρέφεται ἀπό τήν ἔντονη παρουσία τοῦ Γιαχβέ, τόν ὁποῖο πιστεύει ὡς δημιουργό κάθε ὄντος καί πηγή κάθε ζωῆς152.

Αὐτή λοιπόν ἡ κληρονομημένη πνευματικότητα, πού ἀπορρέει ἀπό τήν πρώτη κι ἀρχική διαθήκη τοῦ Θεοῦ μέ τόν ἄνθρωπο καί ἔχει ὡς πρότυπο πνευματικότητας τό βιβλίο τῶν Ψαλμῶν, δηλ. τήν ἀνταπόκριση στή διαθήκη τοῦ Θεοῦ ἐνσωματωμένη στήν καθημερινή ζωή τοῦ Ἰουδαίου153, μεταβάλλεται μέ τή συντελούμενη τομή στήν ἀνθρώπινη ἱστορία μέ τή σάρκωση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ καί τά γεγονότα τοῦ Πάθους. Εἰδικότερα ὁ σταυρικός θάνατος τοῦ Ἰησοῦ καλλιεργεῖ καί προωθεῖ στόν χριστιανό τήν ὁλοκληρωτική προσφορά τοῦ ἑαυτοῦ του ὡς δική του ἀνταπόκριση στήν ὁλοκληρωτική αὐτοπροσφορά τοῦ Θεοῦ.

3. Ἱστορία τῆς ἑρμηνείας τους

Ἡ σπουδαιότητα τῶν μακαρισμῶν καί τῆς Ο.Ο. γιά τή χριστιανική ζωή καί τήν πνευματικότητα τῆς Ἐκκλησίας μπορεῖ νά φανεῖ περισσσότερο καθαρά στό διάλογο μέ τήν ἱστορία τῆς ἑρμηνείας της. Μέ ἄλλα λόγια, ἄν καί πρόκειται γιά κείμενο εὐκολοκατανόητο, ὡστόσο οἱ μακαρισμοί προκάλεσαν ἀντικείμενο ἐντυπωσιακῆς ἑρμηνευτικῆς διένεξης σέ παγκόσμιο ἐπίπεδο.Ὅσον ἀφορᾶ στό θέμα μας, θά περιορισθοῦμε νά δοῦμε σέ γενικό ἐπίπεδο αὐτό τόν διάλογο, πού δέν ἀφήνει ἀνεπηρέαστη καί στήν πνευματικότητα τῆς Ἐκκλησίας. Εἰδικότερα, ὁ καθηγ. Ed. Lohse πού προσεγγίζει θεολογικά τή νέα δικαιοσύνη τῆς Ο.Ο., διακρίνει ἕξι ἐπίπεδα θεολογικῆς ἑρμηνείας154.

α. Ἠθική τῶν τελείων. Μιά ἑρμηνεία πού ἀναπτύχθηκε καί διαδόθηκε εὐρύ-τατα τήν ἐποχή τοῦ μεσαίωνα ὑποστήριζε ὅτι οἱ μακαρισμοί ἀφοροῦν στήν ἠθική τῶν τελείων (perfectionistic interpretation). Καθένας πού ἐπιθυμεῖ νά ἀνἠκει στήν ὁμάδα τῶν «τελείων», πρέπει πιστά νά ἀκολουθεῖ τίς διατάξεις αὐτές. Φαίνεται ὅτι εἶναι ἔντονη ἡ ἐπίδραση τῶν μοναστικῶν κινημάτων πού ἐπιθυμοῦσαν μιά αὐστηρότερη ἠθική, σέ σχέση μέ ἐκείνη τῶν κοσμικῶν, πού ἀκολουθοῦσαν τίς ἐντολές τοῦ Δεκαλόγου καί τήν ἐντολή τῆς ἀγάπης.

Στήν ἠθική τῶν τελείων ἀντιτάχθηκε ἡ Μεταρρύθμιση, πού δέν ἔστεργε τήν δύο ἐπιπέδων ἠθική (λαϊκῶν καί μοναχῶν), οὔτε τήν διάκριση κάποιων ἀπό τούς ἄλλους μέ κριτήριο μιά ὑψηλότερη ἠθική, οὔτε βέβαια ὅτι οἱ μακαρισμοί ἀπευθύνονται σέ ἕνα στενό κύκλο «τελείων»155.

β. Ἠθική τῆς μετανοίας. Ἡ ἀπάντηση τῆς Μεταρρύθμισης στήν ἀνωτέρω ἠθική ἦταν ὅτι οἱ μακαρισμοί ἐκφράζουν πρωταρχικά τήν ἠθική τῆς μετανοίας. Ὁ νόμος ὁδηγεῖ στή συναίσθηση τῆς ἁμαρτίας· ἔτσι ἡ νέα δικαιοσύνη πρέπει νά κατανοηθεῖ ἀπό ἐκεῖνο τό σημεῖο πού θεωρεῖ ὅτι οἱ χριστιανοί δέν μποροῦν νά σωθοῦν μέ τά δικά τους ἔργα, ἀλλά μόνο μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ. Συνεπῶς, οἱ ἀπαιτήσεις τῶν μακαρισμῶν εἶναι ἐντελῶς ἀνεκπλήρωτες· καί ὁ ἁμαρτωλός μπορεῖ νά λάβει τή σωτηρία του μόνο μέ τή σπλαχνική ἀποδοχή τοῦ Θεοῦ156.

Πέρα αὐτῆς τῆς θεώρησης, οἱ μακαρισμοί δέν κατανοοῦνται ὡς εὐκαιρία τοῦ ἀνθρώπου προβάλλει τά ἔργα του καί νά ἰσχυριστεῖ τή σωτηρία του. Σέ κάθε περίπτωση ἡ κατανόηση τῶν μακαρισμῶν ἀποτελεῖ σάν ἕνα κάλεσμα σέ μετάνοια.

γ. Ἠθική τοῦ νόμου. Μιά ἄλλη ἑρμηνεία προτάθηκε πού ἰσχυριζόταν τήν κα-τανόησή τους μέσα στό πλαίσιο μιᾶς ἠθικῆς τοῦ νόμου. Οἱ μακαρισμοί εἶναι ἐντο-λές τοῦ Ἰησοῦ πού ὑπερέχουν τοῦ νόμου τοῦ Μωυσῆ, καθώς ἀπαιτοῦν ἕνα ὑψη-λότερο ἐπίπεδο δικαιοσύνης. Πάλι, τήν ἐποχή τῆς Μεταρρύθμισης ὑπῆρχαν κά-ποιοι πού ἤθελαν νά θέσουν σέ πράξη τήν νομική αὐτή ἠθική.

Κατά τόν 19ο αἰ. ὁ Ρῶσος φιλόσοφος τῆς θρησκείας Λέων Τολστόι συνηγοροῦσε γιά μιά συνεπή νομικίστικη (legalistic) κατανόηση τῶν μακαρισμῶν καί τῆς Ο.Ο. (κυρίως ὡς ἕνα εἶδος ἀντίστασης). Ὡστόσο, οἱ μακαρισμοί δέν ἀποτελοῦν μιά σειρά νομικῶν ἐντολῶν, ἀλλά ἡ ἠθική τους κατεύθυνση κινεῖται ὡς ἀποδοχή τοῦ χαρμόσυνου ἀγγέλματος τῆς σωτηρίας, δηλ. τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Ἰησοῦ Χρι-στοῦ157.

δ. Ἰδεαλιστική ἑρμηνεία. Ἡ προσπάθεια γιά νά ἀποφευχθεῖ τό σφάλμα τῆς νομικίστικης κατανόησης τῶν μακαρισμῶν ὁδήγησε στήν προσαρμογή σέ μιά ἰδεαλιστική ἑρμηνείας τους. Οἱ μακαρισμοί, ἰσχυρίζονται, κατανοοῦνται λανθασμένα, ὅταν τούς προσεγγίζουμε κυριολεκτικά, ἀλλά μποροῦν νά ἐφαρμόζονται στή σύγχρονη κατάσταση πού ζοῦμε. Ἡ ἑρμηνεία αὐτή μᾶς κάνει νά ξεφύγουμε ἀπό ἕνα εἶδος νομικισμοῦ.

Τό μήνυμα τῶν μακαρισμῶν φαίνεται πώς δέν κατανοήθηκε ἀπό αὐτή τήν ἑρμηνευτική προσπάθεια, ἀφοῦ ἡ προσέγγισή τους δέν μᾶς καλεῖ σέ μιά νέα συμ-περιφορά, ἀλλά μᾶς καλεῖ νά κάνουμε τό θέλημα τοῦ Θεοῦ σέ κάθε τομέα τῆς ζωῆς μας158.

ε. Ἐσχατολογική ἑρμηνεία. Πρόκειται γιά ἑρμηνευτική προσπάθεια τῶν ἀρχῶν τοῦ περασμένου αἰώνα, ὅπου ὁ Ἀλσατός θεολόγος Albert Schweitzer (1875-1965) καί ἄλλοι ἐξηγητές (ὅπως ὁ Johannes Weiss) τόνισαν τό κέντρο βαρύτητας στό κήρυγμα τοῦ Ἰησοῦ ἔχει δοθεῖ μέ τήν ἐσχατολογία. Εἰδικότερα, ἡ σκέψη ἦταν ὅτι ὁ Ἰησοῦς προσδοκοῦσε τό τέλος τοῦ κόσμου στό ἐγγύς μέλλον, ὁ Schweitzer ἐξήγαγε τό συμπέρασμα ὅτι ἡ ἠθική τῶν μακαρισμῶν συνιστᾶ μιά μεσοπρόθεσμη ἠθική (interim ethic), δηλ. γιά τό μεσολαβοῦν διάστημα· μέ ἄλλα λόγια, ἔχουμε μπροστά μας μιά ἠθική πού ἰσχύει γιά μιά σύντομη περίοδο τῆς ἱστορίας.

Ἡ θέση αὐτή σκόνταφτε σέ δύο σημεῖα· ἀφενός μέν ὅτι ἐξίσωνε τήν δική τους πίστη μέ τή διδασκαλία τοῦ Ἰησοῦ, ἀφετέρου δέ ὅτι τό κατά Ματθαῖον ἤδη γνώριζε τήν καθυστέρηση τῆς παρουσίας καί ὡς ἐκ τούτου ἡ ἠθική τῶν μακαρισμῶν –καί τῆς Ο.Ο.– πρέπει νά ἐκφραστεῖ στή ζωή τῶν χριστιανῶν159.

στ. Ἠθική τῆς εἰρήνης. Τέλος, οἱ μακαρισμοί καί κυρίως ἡ Ο.Ο. κατανοήθηκαν μέσα στό σύγχρονο πλαίσιο μέ τίς προσπάθειες τῶν ἀνθρώπων γιά μιά ἠθική τῆς εἰρήνης. Στό περιεχόμενο αὐτῆς τῆς συζήτησης οἱ ἄνθρωποι προσπάθησαν νά πάρουν σοβαρά τόν ὑποχρεωτικό χαρακτήρα τῶν ἐντολῶν καί νά ὁδηγήσουν κατόπιν καί σέ συγκεκριμένη πολιτική πράξη.

Ὡστόσο, ἡ Ο.Ο. ἐντυπωσιάζει τούς ἀκροατές της γιά τήν ἀναγκαιότητα πρός μιά ριζική ὑπακοή, ἀλλά δέν ἀποβλέπει στήν ἀνάπτυξη πολιτικῶν προγραμμάτων. Τό κάλεσμα γιά μαθητεία πού ὑποκρύπτεται στούς λόγους τοῦ Κυρίου παρέχει τόν συνδυασμό τῆς ἀφοσίωσης στόν κόσμο καί τῆς ἀπομάκρυνσης ἀπ’ αὐ-όν. Μόνο ὅταν αὐτό τό κάλεσμα γιά μαθητεία καθορίσει τήν ὑπευθυνότητα τῶν Χριστιανῶν καί τήν κοσμική τους συμπεριφορά, τότε θά εἶναι ἱκανοί νά ἀναλάβουν καί τίς πολιτικές τους ὑπευθυνότητες καί νά πάρουν ἀνάλογες ἀποφάσεις160.

Τό συμπέρασμα ἀπό τή συνοπτική αὐτή ἔκθεση εἶναι ὅτι καθένας ἀπό τούς διαφορετικούς τύπους ἑρμηνείας δίνει ἔμφαση σέ διαφορετικές πλευρές, καί γι’ αὐτό κάθε ἕνας εἶναι σπουδαῖος. Ὡστόσο, οἱ μονόπλευρες ἑρμηνεῖες πρέπει νά διορθωθοῦν. Οἱ μακαρισμοί δέν μποροῦν νά κατανοηθοῦν οὔτε ὡς μιά ἠθική τῆς ἐλίτ γιά λίγους «τέλειους», οὔτε ὡς κάποιο εἶδος ὑπέρμετρης νομικιστικῆς ἀπαίτησης. Οἱ μακαρισμοί δέν μᾶς καλοῦν σέ μιά ἰδεαλιστική συμπεριφορά οὔτε σέ μιά μεσοπρόθεσμη ἠθική παλαιῶν ἡμερῶν. Οἱ μακαρισμοί δέν θέλουν ἁπλῶς νά δυναμώσουν τό κάλεσμα σέ μετάνοια προσφέροντάς μας μιά σειρά ἤ λίστα ἀδύνατων στήν πραγματοποίηση ἐντολῶν, πού μᾶς γεμίζουν ἐνοχή· οὔτε νά μᾶς προσφέρουν κανόνες πού θά ἐνσωματώσουμε στό πολιτικό μας πρόγραμμα161.

Ὁ κριτικός ἀναστοχασμός γιά τήν κατανόηση τῶν μακαρισμῶν μᾶς ὁδηγεῖ πάλι πίσω στό εὐαγγελικό κείμενο καί στούς λόγους τοῦ Κυρίου. Μᾶς προτρέπουν νά θέσουμε τήν ἐπλίδα μας στή σωστική ἐλπίδα τοῦ Θεοῦ (πρώτη ὁμάδα μακαρισμῶν), νά ἑστιάσουμε στούς ἀνθρώπους ἐκείνους πού ἔχουν ἀποδεχτεῖ τό μήνυμα τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ πού ἔχει ἀνατείλει, καί ἔχουν προσανατολίσει τή συμπεριφορά τους σέ αὐτή τήν ἐλπίδα.

τοῦ Πρεσβ. Κωνσταντίνου Παπαθανασίου
Ἐφημ. Ἱ. Ν. Κοιμ. Θεοτόκου Π. Φαλήρου
απόσπασμα από Ἡ ἄσκηση τῶν μακαρισμῶν τοῦ Κυρίου ὡς ἔκφραση πνευματικῆς ζωῆς

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

87 Βλ. Α. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΥ, Ἰχνηλασίες, 37.
88 ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ, Ἠθικά μεγάλα, 18: «Ἀρετῆς δέ γ’ ἐστί τέλος τό καλόν. τούτου ἄρ’ ἐστιν ἡ ἀ-ρετή στοχαστική μᾶλλον ἤ ἐξ ὧν ἔσται»· βλ. ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ, Ἠθικά μεγάλα, μτφρ. Β. Νούλας (Ἀθή-να: Πατάκη, 2000), 86.
89 Βλ. Γ. ΦΛΩΡΟΦΣΚΥ, «Ὀρθόδοξος λατρεία» (μτφρ. Σ. Παπαλεξανδρόπουλος), στό ἔργο του Θέματα Ὀρθοδόξου Θεολογίας, πρόλ. Σ. Ἀγουρίδη, 2η ἔκδ. (Ἀθήνα: «Ἄρτος Zωῆς», 1989), 159-173, ἐδῶ 165.
90 A. SCHMEMANN, Mεγάλη Σαρακοστή. Πορεία πρός τό Πάσχα, μτφρ. Ἑλ. Γκανούρη (Ὀρ-θόδοξη Μαρτυρία, 6· Ν. Σμύρνη: «Ἀκρίτας», 1981), 44.
91 A. SCHMEMANN, Σαρακοστή, 45.
92 Ἐνδεικτικῶς παραπέμπουμε στή μεταφρασμένη ἀπό τά ρωσικά ἔκδοση τοῦ ἀνώνυμου ἔργου Οἱ περιπέτειες ἑνός προσκυνητοῦ (μτφρ. Π. Καρανικόλα, 14η ἔκδ., Ἀθήνα: Παπαδημητρίου, 1998 [ἀρχ. 1954]), 35 ἑξ.
93 Βλ. Θεῖον καί ἱερόν Εὐαγγέλιον, ὅμοιον κατά πάντα πρός τό ἀναγινωσκόμενον ἐν ταῖς Ἐκκλησίαις, 5η ἔκδ. (Ἀθήνα: Ἀποστολική Διακονία, 2005 [ἀρχ. 1973]), 91-92. Ι. ΦΟΥΝΤΟΥΛΗ, Τελε-τουργικά θέματα. «Εὐσχημόνως καί κατά τάξιν», τόμ. Γ΄ (Λογική λατρεία, 16· Ἀθήνα: Ἀποστολική Διακονία, 2007), 111-112.
94 Βλ. Εὐαγγέλιον, 215. Ι. ΦΟΥΝΤΟΥΛΗ, Τελετουργικά, Γ΄, 112.
95 Ι. ΦΟΥΝΤΟΥΛΗ, Τελετουργικά, Γ΄, 122. Εὐαγγέλιον, 524-525.
96 Εὐαγγέλιον, 519-520.
97 Βλ. Ι. ΦΟΥΝΤΟΥΛΗ, Τελετουργικά, Γ΄, 114-116.
98 Ι. ΦΟΥΝΤΟΥΛΗ, Τελετουργικά, Γ΄, 117.
99 ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΗΣ ΚΡΟΝΣΤΑΝΔΗΣ, Οἱ μακαρισμοί: Δέκα ἑρμηνευτικές ὁμιλίες, ἐπιμ. Π. Μπό-τσης, μτφρ. ἀπό τά ρωσικά Ἑλ. Μουντενίτσα, 3η ἔκδ. (Ἀθήνα: Μπότσης Πέτρος, 2011), 17, 19-22.
100 Βλ. Ἡ Ἁγία καί Mεγάλη Ἑβδομάς, ἐπιμ. κειμ. π. Κων. Παπαγιάννη, 6η ἔκδ. (Ἀθήνα: Ἀπο-στολική Διακονία, 2008 [ἀρχ. 1985]), 176-178.
101 Βλ. Ι. ΦΟΥΝΤΟΥΛΗ, Τελετουργικά, Γ΄, 118-119.
102 Ἀπό τό α΄ Τροπάριο τῆς Ε΄ ὠδῆς τοῦ Κανόνα τῶν Χαιρετισμῶν (ποίημα Ἰωσήφ τοῦ Ὑμνογράφου).
103 Βλ. Ι. ΦΟΥΝΤΟΥΛΗ, Τελετουργικά, Γ΄, 123.
104 ΣΥΜΕΩΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ, Περί τῆς θείας προσευχῆς, κεφ. ΤΛ΄: Περί τῶν μακαρισμῶν τοῦ Σωτῆρος κατά σύνοψιν ἑρμηνεία. PG 155, 596c.
105 ΣΥΜΕΩΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ, Μακαρισμοί. PG 155, 596ab.
106 Γ. ΡΑΤΣΙΝΓΚΕΡ, Ἰησοῦς, 87-88.
107 M. ΣΙΩΤΟΥ, Ἑρμηνεία, 11.
108 Βλ. M. ΣΙΩΤΟΥ, Ἑρμηνεία, 7.
109 Βλ. Κατά τόν M. ΣΙΩΤΗ, ὁ Μ. Βασίλειος «ἄν καί δέν ἔγραψε συστηματικόν ἑρμηνευτικόν ἔργον τοῦ κειμένου τῆς ἐπί τοῦ Ὄρους Ὁμιλίας ἤ τῆς ἀντιστοίχου πρός αὐτήν “ἐν τόπῳ πεδινοῦ” ὁμιλία τοῦ Κυρίου, δύνατι νά χαρακτηρισθῇ ὡς ὁ οὐσιαστικώτερος πρακτικός ἑρμηνευτής συνό-λου σχεδόν τοῦ κειμένου τῆς ἐν λόγῳ Ὁμιλίας... εἰς τά ἠθικά καί τά ἀσκητικά του ἔργα» (Ἑρμη-νεία, 80 -81).
110 ΓΡΗΓ. ΝΥΣΣΗΣ, Εἰς τούς μακαρισμούς, 1-8. PG 44, 1193-1301. BEΠ 66, 369-426. Π. ΜΠΡΟΥ-ΣΑΛΗ (ἀρχιμ.), Ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης, Λόγοι εἰς τούς μακαρισμούς, εἰσ. – κείμ. – μτφρ. – σχόλ., 3η ἔκδ. (Λογική λατρεία, 6· Ἀθήνα: Ἀποστολική Διακονία, 2001). Βλ. Η. MΟΥΤΣΟΥΛΑ, «Εἰς τούς Μακαρισμούς», στό ἔργο του Γρηγόριος Νύσσης, μέρ. Α΄, I, στή ΒΕΠ 65 (1996), 120-128.
111 Βλ. Ι. ΦΟΥΝΤΟΥΛΗ, Τελετουργικά, Γ΄, 121. Πρβλ. M. ΣΙΩΤΟΥ, Ἑρμηνεία, 83-85.
112 Βλ. Σ. ΠΑΠΑΔOΠΟΥΛΟΥ, Γρηγόριος Νύσσης. Ἡ θεολογία του, ὁ βίος του, τά ἔργα του, βι-βλιογραφία (Κατερίνη: «Τέρτιος», 1987), 45.
113 Σ. ΠΑΠΑΔOΠΟΥΛΟΥ, Νύσσης, 45.
114 ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ ΚΕΡΑΜΕΩΣ, Εἰς τούς μακαρισμούς. PG 132, 912c.
115 ΓΡΗΓ. ΝΥΣΣΗΣ, Μακαρισμοί, 1, 1. PG 44, 1193c-1196a. BEΠ 66, 369, 17-25: «Τά δέ ἀπό τοῦ ὕψους τούτου κατοπτευόμενα, οἷα καί ὅσα ἐστίν, αὐτός ὁ Θεός Λόγος, μακαρίζων τούς συναναβά-ντας αὐτῷ διεξέρχεται, οἷον δακτύλῳ τινί δεικνύς, ἔνθεν μέν τήν τῶν οὐρανῶν βασιλείαν, ἑτέρωθεν δέ, τῆς ἄνω γῆς τήν κληρονομίαν· εἶτα ἔλεον, καί δικαιοσύνην, καί παράκλησιν, καί τήν πρός τόν Θεόν τῶν ὅλων γινομένην συγγένειαν· καί τόν ἐκ τῶν διωγμῶν καρπόν, ὅ ἐστι τό σύνοικον Θεοῦ γενέσθαι· καί ὅσα ἄλλα πάρεστι πρός τούτοις βλέπειν, ἄνωθεν ἐκ τοῦ ὄρους δακτυλοδεικτοῦντος τοῦ Λόγου, ἐκ τῆς ὑψηλῆς σκοπιᾶς διά τῶν ἐλπίδων ἀποβλεπόμενον».
116 ΓΡΗΓ. ΝΥΣΣΗΣ, Μακαρισμοί, 1, 1. PG 44, 1193b. BEΠ 66, 369, 11-13.
117 ΓΡΗΓ. ΝΥΣΣΗΣ, Μακαρισμοί, 8, 5. PG 44, 1301ab. BEΠ 66, 425, 40-426, 9.
118 ΙΩΑΝΝΟΥ XΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, Εἰς τόν Ματθαῖον, 15, 1-6. PG 57, 223a-231a.
119 ΙΩΑΝΝΟΥ XΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, Εἰς τόν Ματθαῖον, 15, 1. PG 57, 223b: «...ἀλλά καί ψυχάς διώρ-θου, καί πάλιν ἀπό τῆς τούτων ἐπιμελείας ἐπί τήν ἐκείνων μετέβαινε θεραπείαν, ποικίλλων τε ὁμοῦ τήν ὠφέλειαν, καί ἀναμιγνύς τῇ τῶν λόγων διδασκαλίᾳ τήν ἀπό τῶν ἔργων ἐπίδειξιν, καί τά ἀναίσχυντα τῶν αἱρετικῶν ἐμφράττων στόματα, δι’ ὧν ἑκατέρας οὐσίας ἐκήδετο, δεικνύς ὅτι ὁλο-κλήρου τοῦ ζώου αὐτός ἐστι Δημιουργός»
120 ΙΩΑΝΝΟΥ XΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, Εἰς τόν Ματθαῖον, 15, 1. PG 57, 223d: «Καί γάρ ὅταν λέγῃ· Ἰδού μεθ’ ὑμῶν εἰμι πάσας τάς ἡμέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος· οὐ πρός ἐκείνους διαλέγεται μό-νους, ἀλλά καί δι’ ἐκείνων πρός τήν οἰκουμένην ἅπασαν· καί ὅταν αὐτούς μακαρίζῃ διωκομένους καί ἐλαυνομένους καί τά ἀνήκεστα πάσχοντας, οὐκ ἐκείνοις μόνον, ἀλλά καί πᾶσι τοῖς τά αὐτά κατορθοῦσι πλέκει τόν στέφανον».
121 Βλ. τή θεολογική ἐξάρτηση ἀπό τόν ἱ. Χρυσόστομο τῶν ὑπομνημάτων τοῦ Θεοφύλακτου καί τοῦ Εὐθύμιου Ζιγαβηνοῦ.
122 Βλ. M. ΣΙΩΤΟΥ, Ἑρμηνεία, 86, ὑποσ. 135.
123 M. ΣΙΩΤΟΥ, «Ἡ ὑπό τοῦ Χρυσοστόμου ἑρμηνεία τῆς ἐπί τοῦ Ὄρους Ὁμιλίας», Ἑρμηνεία, 85-92, ἐδῶ 85.
124 Δ. ΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ, Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου: Ἡ ἐπί τοῦ Ὄρους Ὁμιλία τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ἤ ὁ Εὐαγγελικός νόμος, ἀπόδ. στή νεοελλ., 3η ἔκδ. (Ἀθήνα: χ.ἐ., 1991).
125 Βλ. Π. ΧΑΒΑΡΑΝΗ, «Θεοφάνης Κεραμεύς Ἐπίσκοπος Ταυρομενίου (Φιλάγαθος Κεραμί-της)», PG 132, ια΄-ιγ΄.
126 ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ ΚΕΡΑΜΕΩΣ, Ὁμιλία ΝΑ΄: Εἰς τούς μακαρισμούς - Ἐλέχθη ἐν τῇ μνήμῃ τοῦ ὁσίου Πατρός ἡμῶν Νικολάου». PG 132, 905c-917c.
127 Βλ. M. ΣΙΩΤΟΥ, Ἑρμηνεία, 118, ὑποσ. 9.
128 Ι. ΦΟΥΝΤΟΥΛΗ, Τελετουργικά, Γ΄, 123.
129 ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ ΚΕΡΑΜΕΩΣ, Εἰς τούς μακαρισμούς. PG 132, 912b.
130 ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ ΚΕΡΑΜΕΩΣ, Εἰς τούς μακαρισμούς. PG 132, 917c.
131 Βλ. Σ. ΠΑΠΑΔOΠΟΥΛΟΥ, Πατρολογία. Τόμ. A΄: Εἰσαγωγή, Β΄ καί Γ΄ αἰώνας, 2η ἔκδ. (Ἀθή-να: Πανεπιστήμιο Ἀθηνῶν, 1986), 122-123.
132 ΣΥΜΕΩΝ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ, Ὁμιλίαι ἠθικαί, 10, 1. Βλ. τήν ἔξοχη λογοτεχνική ἀπόδοση τῶν μακαρισμῶν αὐτῶν ἀπό τόν καθηγ. Π. Β. ΠΑΣΧΟ, «Μακαρισμός τῶν Χριστιανῶν», στό Χριστιανι-κόν Συμπόσιον. Ἐτησία ἔκδοσις χριστιανικοῦ στοχασμοῦ καί τέχνης. Τόμ. Β΄, δ/ντής Κ. Τσιρόπου-λος (Ἀθῆναι: «Ἑστίας», 1968), 7-9.
133 ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ (ἀρχιμ.), Ὁ Γέροντας Σιλουανός τοῦ Ἄθω (1866-1938), μτφρ. ἀπό τά ρωσικά, 3η ἔκδ. (Ἔσσεξ Ἀγγλίας: Ἱ. Mονή Tιμίου Προδρόμου, 1985), 316, 347, 408, 465, 501, et passim, ὅπου ἀρχίζει μέ τίς ἐκφράσεις: «Καλότυχη ἡ ψυχή πού γνώρισε...», ἤ «Μακαρία ἡ ταπεινή ψυχή...».
134 ΠΕΤΡΟΥ ΤΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ, Βιβλίο Α΄, Περί τοῦ θείου φόβου ὡς πρώτης ἐντολῆς. Φιλο-καλία τῶν ἱερῶν Nηπτικῶν, μτφρ. Ἀ. Γαλίτη, τόμ. Γ΄, 2η ἔκδ. (Θεσ/νίκη: «Tό περιβόλι τῆς Παναγί-ας», 1989), 84-89. Δέν πρόκειται γιά αὐτοτελές ἔργο, ἀλλά στά ἑπτά χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύ-ματος (Ἠσ. 11,2-3) ἀντιπαραβάλλει τίς ἑπτά ἐντολές τοῦ Κυρίου (Μτ. 5,3-9), τίς ὁποῖες καί ἀνα-πτύσσει. Τό ἔργο του χαρακτηρίζεται ὡς «φιλοκαλία μέσα στή Φιλοκαλία» (ὅπ.π. 65).
135 ΦΙΛΟΘΕΟΥ ΚΟΚΚΙΝΟΥ, «Λόγοι εἰς τούς Μακαρισμούς», στό ἔργο τοῦ Β. ΨΕΥΤΟΓΚΑ, Φιλο-θέου Κοκκίνου, Πατριάρχου Κων/λεως: Ἔργα, τόμ. 3: Λόγοι καί Ὁμιλίες (Θεσ/νίκη, 1979).
136 ΣΥΜΕΩΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ, Περί τῆς θείας προσευχῆς, κεφ. ΤΛ΄: Περί τῶν μακαρισμῶν τοῦ Σωτῆρος κατά σύνοψιν ἑρμηνεία. PG 155, 596.
137 ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΗΣ ΚΡΟΝΣΤΑΝΔΗΣ, Οἱ μακαρισμοί: Δέκα ἑρμηνευτικές ὁμιλίες, ἐπιμ. Π. Μπό-τσης, μτφρ. ἀπό τά ρωσικά Ἑλ. Μουντενίτσα (Ἀθήνα: Μπότσης Πέτρος, 2005).
138 ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ, Ἱστορία, 127-133.
139 Γ. ΜΠΑΜΠΙΝΙΩΤΗ, Λεξικό τῆς Nέας Ἑλληνικῆς Γλώσσας. Μέ σχόλια γιά τή σωστή χρήση τῶν λέξεων (Ἀθήνα: Kέντρο Λεξικολογίας, 1998), 1448.
140 Α. ΚΕΣΕΛΟΠΟΥΛΟΥ, «Ἡ πνευματική ζωή κατά τόν Γέροντα Πορφύριο τόν Καυσοκαλυβί-τη», στό σ.ἔ. Γέροντας Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης: Ὁρόσημο ἁγιότητος στό σύγχρονο κόσμο, Πρακτικά Διορθόδοξου Μοναστικοῦ Συνεδρίου (Χανιά: Ἱερά Μονή Ζωοδόχου Πηγῆς - Χρυσοπη-γῆς, 2008), 131-150, ἐδῶ 133.
141 Γ. ΣΤΟΓΙΟΛΓΟΥ, «Πνευματικότης, Ὀρθόδοξος», ΘHE 10 (1967), 467-471, ἐδῶ 467-8.
142 Εἶναι γνωστή ἄλλωστε ἡ ἐπίδραση πού εἶχαν κατά τόν περασμένο αἰώνα τά ἔργα α) τοῦ Lev Gillet ὑπό τόν τίτλο Ὀρθόδοξη πνευματικότητα: Μιά σκιαγράφηση τῆς ὀρθόδοξης ἀσκητικῆς καί μυστικῆς παραδόσεως· βλ. L. GILLET, Orthodox Spirituality: An Outline of the Orthodox Asceti-cal and Mystical Tradition, 2nd edit. (Crestwood: St. Vladimir’s Seminary Pr., 1978). Καί β) τό δοκίμι-ο, ὅπως τό χαρακτηρίζει, τοῦ Vladimir Lossky (1903-1958) ὑπό τόν τίτλο Ἡ μυστική θεολογία τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας, τό ὁποῖο σήμερα κυκλοφορεῖ σέ 6η ἔκδ.· βλ. V. LOSSKY, Ἡ μυστική θεολο-γία τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας, δοκίμιον, μτφρ. Δέσπ. Πλευράκη - Καναβάκη, 6η ἔκδ. (Θεσ/νίκη: Ὁ Εὐαγγελιστής Μάρκος, 2007).
143 Βλ. Μ. ΚΑΡΔΑΜΑΚΗ, Πνευματικότητα, 11-12.
144 Ἀρχιμ. BΑΣΙΛΕΙΟΥ, Εἰσοδικόν. Στοιχεῖα λειτουργικῆς βιώσεως τοῦ μυστηρίου τῆς ἑνότη-τος μέσα στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἐπανέκδ. (Ἅγιον Ὄρος: Ἱ. Μονή Σταυρονικήτα, 1987), 158.
145 Βλ. Ι. ΜΕΓΙΕΝΤΟΡΦ, Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, μτφρ. Β. Πατρίκη (Ἀθήνα: Ἐν πλῷ, 2010), 118, 129, 134. Μ. ΚΑΡΔΑΜΑΚΗ, Πνευματικότητα, 15.
146 ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, Περί τοῦ χρησίμως τάς προφητείας ἀσαφεῖς εἶναι, 2, 5. PG 56, 182.
147 ΩΡΙΓΕΝΟΥΣ, Εἰς τό κατά Ἰωάννην, 1, 28. PG 14,77a. BEΠ 11, 273, 32-33.
148 ΘΕΟΦΙΛΟΥ ΑΝΤΙΟΧΕΙΑΣ, Πρός Αὐτόλυκον, 2, 9. PG 6, 1064a. BEΠ 5, 27, 16.
149 M. ΦΑΡΑΝΤΟΥ, Ἡ περί Θεοῦ ὀρθόδοξος διδασκαλία (Ἀθῆναι: χ.ἐ., 1985), 171. P. GRECH, An Outline of New Testament Spirituality (Grand Rapids, Mi.: Wm. B. Eerdmans, 2011), vii
150 Βλ. P. GRECH, Spirituality, vii-viii.
151 Βλ. M. FEINBERG-VAMOSH, Ἡ καθημερινή ζωή τήν ἐποχή τοῦ Χριστοῦ, μτφρ. Ἔ. Ἀντω-νιάδου, θεώρ. Ἰ. Γαλάνης (Ἀθήνα: Ἑλληνική Βιβλική Ἑταιρία, 2002), 56.
152 A. CHOURAQUI, Ἡ καθημερινή ζωή τῶν ἀνθρώπων τῆς Βίβλου, μτφρ. Στ. Βλοντάκη (Λαοί καί πολιτισμοί· Ἀθήνα: Δ. Ν. Παπαδήμας, 1992), 222.
153 Ἐδῶ ἐμπεριεχόνται οἱ ἐκδηλώσεις τῆς θρησκευτικῆς ζωῆς τοῦ Ἰσραήλ, ὅπως οἱ γιορτές, οἱ τελετουργίες καί οἱ συγκεντρώσεις στή συναγωγή. Βλ. Ν. ΡΟΠΣ, Ἡ καθημερινή ζωή στήν Παλαιστί-νη στούς χρόνους τοῦ Ἰησοῦ, μτφρ. Ἕ. Ἀγγέλου, 2η ἔκδ. (Λαοί καί πολιτισμοί· Ἀθήνα: Δ. Παπαδή-μας, 1990), 408.
154 Βλ. E. LOHSE, Theological Ethics of the New Testament, transl. by M. E. Boring (Minneapolis: Fortress Press, 1991), 64-67. Ἐπίσης, D. HARRINGTON, Matthew, 76. U. LUZ, «History of Interpretation», Matthew 1-7, 177-181, 188-189.
155 E. LOHSE, Ethics, 64. U. LUZ, Matthew 1-7, 178.
156 E. LOHSE, Ethics, 64. U. LUZ, Matthew 1-7, 179- 181
157 E. LOHSE, Ethics, 64-65.
158 E. LOHSE, Ethics, 65.
159 E. LOHSE, Ethics, 65-66. U. LUZ, Matthew 1-7, 177.
160 E. LOHSE, Ethics, 66.
161 E. LOHSE, Ethics, 66-67.

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...