/*--

Σάββατο, 18 Ιανουαρίου 2014

ΟΙ ΜΑΚΑΡΙΣΜΟΙ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΣΤΗ ΒΙΒΛΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

    
ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ

Στήν πνευματικότητα πού ἐκφράζεται μέσα ἀπό τά κείμενα τῆς Κ.Δ., κυριαρχοῦν μέ πρωτεύουσα σπουδαιότητα ὡς πρός τή θέση καί τό περιεχόμενο οἱ μακαρισμοί τοῦ Κυρίου, δηλ. οἱ λόγοι τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ πού ἀρχίζουν μέ τό ἀρχαῖο ἐπίθετο «μακάριος» σέ γ΄ πληθ. πρόσωπο καί ἀπαντῶνται στό 5ο κεφ. τοῦ κατά Ματθαῖον καί στό 6ο κεφ. τοῦ κατά Λουκᾶν εὐαγγελίου1.


Οἱ μακαρισμοί (beatitudes, macarisms)2, οἱ μακαρισμοί τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν3, συνιστοῦν τή διακριτική καί ταυτόχρονα ἀκτινοβολούσα θέα τῆς λειτουργίας τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν ἀνάμεσα στούς ἀνθρώπους τοῦ Θεοῦ4. Αὐτοί δείχνουν καί κατευθύνουν τόν πιστό πρός τή μακαριότητα, δηλ. πῶς θά μπορέσει νά δεχθεῖ ἐνεργῶς τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ στή ζωή του5. Μέ αὐτή τήν πατερική σημασία, οἱ μακαρισμοί δέν εἶναι τίποτε ἄλλο παρά ὁδοδεῖκτες τῆς πνευματικῆς ζωῆς, τῆς πορείας τοῦ ἀνθρώπου πρός τή θέωση· εἶναι τά πρότυπα γιά τή βασιλεία τῶν οὐρανῶν6. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς λέγει ὅτι «ὁ Κύριος μᾶς ἔδωσε μερικούς συνοπτικούς λόγους πού συγκεφαλαιώνουν τό Εὐαγγέλιο τῆς σωτηρίας μας», ὑποδηλώνοντας τούς μακαρισμούς7. Κι αὐτοί, συγκρινόμενοι μέ τίς ἐντολές τοῦ Δεκαλόγου, οἱ μακαρισμοί τοῦ Κυρίου εἶναι πολύ περισσότερο ὑψηλές ἀπό τῆς Παλαιᾶς8.

Στό ἴδιο πλαίσιο κινεῖται καί ὁ σύγχρονος ἅγιος, ὁ ἐπίσκοπος Πενταπόλεως Νεκτάριος (1846-1920), ὁ ὁποῖος ἐπισημαίνει ὅτι οἱ ἐννέα μακαρισμοί, θεωρούμενοι στό σύνολό τους, περιέχουν: i. τό Εὐαγγέλιο τῆς χάριτος, πού ἀναγγέλλεται σέ ὅλους πού δέχονται μέ ταπεινό φρόνημα τήν ἀλήθεια πού κηρύσσεται·ii. τά ἀπαραίτητα ἠθικά προσόντα, πού εἶναι ἀναγκαῖα γιά τήν κληρονομία τῆς οὐράνιας βασιλείας· καί iii. τήν περιωπή τῶν τελείων, οἱ ὁποῖοι ἐξισώνονται μέ τούς προφῆτες9.Οἱ μακαρισμοί μελετήθηκαν, ἑρμηνεύθηκαν καί βιώθηκαν μέ ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον στήν ὀρθόδοξη ἀσκητική παράδοση, τῆς ὁποίας ἡ πορεία κατευθύνεται πρός τήν ἔσχατη πραγματικότητα τοῦ ἀνθρώπου ἤ ἀλλιῶς τήν ἰατρεία τῆς φύσεώς του10. Οἱ μακαρισμοί λειτούργησαν ὡς ὁρόσημα γιά τήν κάθαρση, τό φωτισμό καί τή θέωση. Αὐτό σημαίνει ὅτι γιά νά φθάσει ὁ ἄνθρωπος στή μακαριότητα ὀφείλει νά καθαρθεῖ ἀπό τά πάθη, νά φωτιστεῖ ὁ νοῦς του ὥστε νά νοεῖ τά τοῦ ἀκτίστου καί νά κοινωνήσει μέ τόν Θεό, δηλ. νά θεωθεῖ κατά χάριν. Τό τελευταῖο αὐτό στάδιο εἶναι κατάσταση τῆς μέλλουσας ζωῆς, πού μπορεῖ νά βιωθεῖ ὡς πρόγευση τοῦ διηνεκοῦς ἀπό τούς θεουμένους, δηλ. κεκαθαρμένους καί φωτισμένους11.

α. Ἡ θέση τους. Μέ βάση τή θεολογική ἱστόρηση τοῦ εὐαγγελιστοῦ Ματθαίου, προηγοῦνται οἱ πειρασμοί τοῦ Ἰησοῦ –μετά τήν ἀποκάλυψη τῆς κλήσης του κατά τή βάπτιση– καί ἕπεται ἡ ἀρχή τοῦ ἔργου του μέ τήν διακήρυξη τῆς ἔλευσης τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Ἤδη στό ξεκίνημα τῆς δράσης τοῦ Ἰησοῦ στή Γαλιλαία, καταγράφεται ἀπό τόν Ματθαῖο ἡ πρώτη ἐκτενής διδασκαλία –«ἐπιτομή» τῆς δι-δασκαλίας κατά τό ἀρχαῖο φιλολογικό εἶδος– μέ τήν ἐπί τοῦ Ὄρους Ὁμιλίας (ἐφεξῆς Ο.Ο.)12. Οἱ μακαρισμοί τοῦ Κυρίου ἀποτελοῦν τήν ὑπέροχη ἔναρξη τῆς Ο.Ο., σύμφωνα μέ τό κατά Ματθαῖον εὐαγγέλιο. Εἰδικότερα, οἱ στ. 5,1-20 συνιστοῦν τήν εἰσαγωγή τῆς Ο.Ο., πού περιέχει τέσσερα τμήματα: τό χωροχρονικό πλαίσιο (στ. 1-2), τούς μακαρισμούς (στ. 3-12), τήν ταυτότητα τῶν μαθητῶν τοῦ Ἰησοῦ (στ. 13-16) καί τή διδασκαλία γιά τό νόμο (στ. 17-20). Πέρα ἀπό τήν εἰσαγωγή, ἡ Ο.Ο. περιέχει τά ἀκόλουθα θέματα: Οἱ ἀντιθέσεις (5,21-48)· οἱ τρεῖς πράξεις εὐσέβειας (6,1-18)· λοιπή διδασκαλία (6,19-7,12)· καί προειδοποιήσεις γιά τήν κρίση (7,13-29)13.

Γενικότερα, ἡ Ο.Ο. καί οἱ μακαρισμοί ἀποτελοῦν τό πρῶτο καί ἐκτενέστερο τμῆμα τῶν λόγων τοῦ Ἰησοῦ (Μτ. 5-7), ἀπό τά πέντε πού περιέχει τό τό κατά Ματθαῖον εὐαγγέλιο (κεφ. 10· 13· 18 καί 24-25). Μποροῦμε νά ἰσχυριστοῦμε ὅτι ἄν καί ὁ εὐαγγελιστής Μάρκος σκιαγραφεῖ τόν Ἰησοῦ ὡς τόν δυναμικό διδάσκαλο, ἐντούτοις παρέχει λίγα οὐσιώδη τμήματα διδασκαλίας τοῦ Ἰησοῦ. Ἀντίθετα, τό μεῖζον κίνητρο τοῦ Ματθαίου γιά τή συγγραφή τοῦ εὐαγγελίου του εἶναι νά παρουσιάσει τούς πέντε μεγάλους λόγους τοῦ Ἰησοῦ. Ὁ ἴδιος συνθέτει αὐτές τίς ὁμιλίες ἀπό πηγαῖο ὑλικό πού εἶναι διαθέσιμο σέ αὐτόν (πηγή τῶν Λογίων, ὁ Μάρκος, καί ἡ εἰδική πηγή τοῦ Ματθαίου)14.

β. Τό εἶδος τοῦ λόγου. Ἡ σύγχρονη ἔρευνα, πού διακρίνει τά λόγια τοῦ Ἰησοῦ ἀφενός μέν μεταξύ τῆς συνοπτικῆς καί τῆς ἰωάννειας παράδοσης, ἀφετέρου δέ τό ὑλικό τῶν λόγων αὐτῆς τῆς συνοπτικῆς παράδοσης (σέ τμήματα λόγων ξεχωριστά, σέ παραβολές καί σέ διακηρύξεις), οἱ μακαρισμοί ὡς τό ἀρχικό τμῆμα τῆς ἐπί τοῦ Ὄρους Ὁμιλίας ἀνήκουν σέ ἕνα σπουδαῖο σύνολο λόγων τοῦ Ἰησοῦ, ὑλικό προερχόμενο ἀπό τήν πηγή τῶν Λογίων (Q) πού χρησιμοποίησαν οἱ δύο Εὐαγγελιστές καί διαμόρφωσαν τήν τελική μορφή τοῦ κειμένου τους, ὅπως τό ἔχουμε σήμερα15.

γ. Σχέση Ματθαίου καί Λουκᾶ. Ἀμφότεροι οἱ Εὐαγγελιστές ἀπομνημονεύουν τή σημαντική καί συνάμα προλογική ὁμιλία πού ἐξεφώνησε ὁ Ἰησοῦς κατά τήν ἔναρξη τῆς δημόσιας δράσης του στή Γαλιλαία. Καί οἱ δύο ἔχουν τό ἴδιο βασικό θέμα (τήν ἀπαιτούμενη εὐθύτητα τῶν μαθητῶν λόγω τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ), τό ἴδιο προοίμιο (τούς μακαρισμούς, μέ διαφορά στόν ἀριθμό), τό ἴδιο συ-μπέρασμα (ἡ παραβολή τῶν δύο σπιτιῶν) καί τήν ἴδια γενική τοποθεσία (ἐπί τοῦ ὄρους)16.

Ἡ διαφορά στόν ἀριθμό τῶν μακαρισμῶν ἀπό τούς δύο Εὐαγγελιστές ἀνάγεται στή διαφορά τῆς ἔκτασης μεταξύ τῶν δύο ὁμιλιῶν. Αὐτή μπορεῖ νά ἐξηγηθεῖ κατά τόν καθηγ. J. Fitzmyer ὅτι α) ὁ μέν Λουκᾶς γράφει τό Εὐαγγέλιό του κατά κύριο λόγο γιά κοινότητα ἐθνικῶν χριστιανῶν, καί ἔτσι παραλείπει ὑλικό πού μπορεῖ νά ἔχει νόημα μόνο καί εἰδικά γιά ἰουδαιο-χριστιανικό περιβάλλον· β) ὁ δέ Ματθαῖος ἔχει εἰσαγάγει πολλά λόγια τοῦ Ἰησοῦ, τά ὁποῖα ὁ Λουκᾶς τά χρησιμοποιεῖ ἀλλοῦ, σέ ἀναφορές στίς περιοδεῖες τοῦ Ἰησοῦ (Λκ. 9,51-18,14)17.

Ἄλλη ἄποψη ὑποστηρίζει ὅτι ὁ εὐαγγελιστής Ματθαῖος ἀποτελεῖ τόν πνευματικό ἡγέτη τῶν πρώτων μελῶν τῆς Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας τῆς Γαλιλαίας, γιά τούς ὁποίους ὁ Ἰησοῦς Χριστός ἦταν ὁ ἀναστάς Κύριος, διδάσκαλος τῆς πίστεως καί ὁ ἀρχηγός τῆς ζωῆς τους. Ὑποστηρίζεται ὅτι ὁ Ματθαῖος παρέμεινε μονιμότερα στή Γαλιλαία καί ἔδρασε ἐκεῖ ὡς ἐκκλησιαστικός ἡγέτης, καταγράφει δέ μέ ἰδιαίτερη πιστότητα τήν Ο.Ο. καθώς ἦταν παρών κατά τήν ἐξαγγελία της.

Ἀντιθέτως, τό κέντρο τοῦ εὐαγγελιστοῦ Λουκᾶ εἶναι ἡ πόλη τῶν Ἰεροσολύμων καί, ἄν καί τοῦ εἶναι γνωστές οἱ παραδόσεις τῶν ὁμιλιῶν τοῦ Ἰησοῦ στή Γαλιλαία, χρησιμοποιεῖ καί καταγράφει τίς ὁμιλίες τοῦ Κυρίου τῆς ἱεροσολυμιτικῆς παραδόσεως. Γιά τά μέλη αὐτῆς τῆς χριστιανικῆς κοινότητας ὁ Ἰησοῦς Χριστός ἦταν ὁ ἀναστάς λυτρωτής της. Ὅσον δέ ἀφορᾶ τούς μακαρισμούς καί τήν Ο.Ο., δέν ἐπαναλαμβάνει ἐκείνη τοῦ Ματθαίου, ἀλλά τή διακρινόμενη αὐτῆς ἄλλη ὁμιλία τοῦ Κυρίου, πού ἐκφωνήθηκε «ἐν τόπῳ πεδινῷ», ἔτσι ὥστε σήμερα ἐμεῖς νά διαθέτουμε ἀμφότερες τίς ὁμιλίες αὐτές τοῦ Ἰησοῦ18.

δ. Σέ ποιούς ἀπευθύνονται οἱ μακαρισμοί. Ἡ θεολογική ἱστόρηση τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Ματθαίου δείχνει νά ἀπευθύνεται σέ ὁλόκληρο τόν Ἰσραήλ πού συγκεντρώνεται γιά νά ἀκούσει τόν Ἰησοῦ. Τόσο ἡ διδασκαλία ὅσο καί ἡ θεραπευτική δράση τοῦ Ἰησοῦ στή Γαλιλαία εἵλκυε πλῆθος ἀνθρώπων ἀπό παντοῦ, «ἀπό τῆς Γαλιλαίας καί Δεκαπόλεως καί Ἱεροσολύμων καί Ἰουδαίας καί πέραν τοῦ Ἰορδάνου» (Μτ. 4,25)19. Εἰδικότερα στούς μακαρισμούς, ἐνῶ οἱ μαθητές κατέχουν μιά περίοπτη θέση, ὁ Ἰησοῦς ἀπευθύνεται στά πλήθη τῶν Ἰουδαίων· «ἰδών τούς ὄχλους ἀνέβη εἰς τό ὄρος... καί ἐδίδασκεν αὐτούς» (5,1-2)20. Ὅταν τελείωνει ἡ Ο.Ο., πάλι ὁ Ματθαῖος ἐπισημαίνει ὅτι «ἐξεπλήσσοντο οἱ ὄχλοι ἐπί τῇ διδαχῇ αὐτοῦ» (7,28). Τό σκηνικό αὐτό κατανοεῖται καλύτερα, ὅταν φέρουμε στό νοῦ μας τό ἀντίστοιχο ἐκεῖνο τῆς παράδοσης τοῦ νόμου μέ τή μορφή τοῦ Μωυσῆ.

 Ὁ Ἰησοῦς Χριστός παρουσιάζεται ἀπό τό κατά Ματθαῖον ὡς ὁ νέος Μωυσῆς, γι’ αὐτό καί ἡ διδασκαλία του τίθεται μπροστά ἀπό τόν Ἰσραήλ, τόν ὁποῖο προκαλεῖ γιά νά τήν ἀποδεκτεῖ καί νά ἐνεργήσει σύμφωνα μέ αὐτή21. Ὅπως ὁ Μωυσῆς εἶχε ἀνέβη στό ὄρος Σινᾶ καί ἐκεῖ παρέλαβε τίς ἐντολές ἀπό τόν Θεό, τίς ὁποῖες παρέδωσε στό λαό του Ἰσραήλ, ἔτσι τώρα ὁ Ἰησοῦς παίρνει τούς μαθητές του ἐπάνω στό ὄρος καί ἐξαγγέλλει σέ αὐτούς πῶς πρέπει νά ζοῦν καί νά συμπεριφέρονται μέσα ἀπό τά σημάδια (ἤ σημεῖα ἤ δεῖκτες) τῆς ἀνατέλλουσας βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Ἡ δικαιοσύνη τους πρέπει νά ὑπερβεῖ ἐκείνη τῶν γραμματέων καί Φαρισαίων (5,20). Αὐτή ἡ νέα δικαιοσύνη εἶναι ὁ τρόπος τῆς μαθητείας στόν ὁποῖο ὁ Ἰησοῦς καλεῖ τούς μαθητές του. Δύναμή τους θά εἶναι ἡ δωρεά τῆς θείας χάριτος, πού δίδεται στούς πτωχούς, πενθοῦντες, πραεῖς, πεινῶντες κ.λπ. Καί οἱ μακαρισμοί, ὅπως καί οἱ ὑπόλοιπες διατάξεις τῆς Ο.Ο. διαγράφουν τόν τρόπο αὐτό μέ συγκεκριμένα παραδείγματα22.

Ὡς ἐκ τούτου, τό βασικό θέμα τῆς Ο.Ο. εἶναι ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἦρθε ὄχι γιά νά καταργήσει τόν νόμο ἤ τούς προφῆτες, «ἀλλά πληρῶσαι», δηλ. γιά νά τά πραγματώσει ἤ νά τά συμπληρώσει (5,17). Κάτω ἀπ’ αὐτή τήν ἀρχή ὀφείλουμε νά βλέπουμε σέ καθετί γιά τό «σκέπτεσθαι» τοῦ Ματθαίου στούς μακαρισμούς23. Ὁ ἱερός Χρυσόστομος τονίζει ἐδῶ τά «θεμέλια τίθησι τῆς καινῆς πολιτείας ἡμῖν», δηλ. οἱ μακαρισμοί συνιστοῦν θεμέλια τῆς νέας βιωτῆς, τῆς πνευματικῆς ζωῆς τῶν ἀνθρώπων24. Καί ὁ Ἰησοῦς «πρός ἅπαντας ἀπετείνατο»· γι’ αὐτό δέ προτρέπει «ἀκούσωμεν μετά ἀκριβείας τῶν λεγομένων· εἴρηται μέν γάρ πρός ἐκείνους, ἐγράφη δέ καί διά τούς μετά ταῦτα ἅπαντας»· «δι’ ἐκείνων πρός τήν οἰκουμένην ἅπασαν»25. Ἡ καθολικότητα τῆς ἀπήχησης τῶν λόγων αὐτοῦ τοῦ Κυρίου, ὅπως διατυπώνεται ἀπό τόν χρυσορρήμονα ἀντιοχειανό πατέρα26, ἔρχεται βέβαια σέ ἀντίθεση μέ ὁρισμένες σύγχρονες ἀπόψεις περί «διπλῆς ἠθικῆς».

Α. ΟΙ ΜΑΚΑΡΙΣΜΟΙ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΣΤΗ ΒΙΒΛΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

Εἰσαγωγικά - «Μακάριοι»

Ὅπως ἤδη ἀναφέραμε, οἱ μακαρισμοί τοῦ Κυρίου –σέ σχέση μέ τό περιεχόμενο τῆς ἐπί τοῦ Ὄρους Ὁμιλίας– εἶναι περισσότερο ἀπό μιά ἁπλῶς τυπική εἰσαγωγή, καθώς συνοψίζουν τήν οὐσία τοῦ μηνύματος τῆς Ὁμιλίας καί δίνουν τό πλαίσιο τοῦ τρόπου μέ τόν ὁποῖο ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ἔχει ἀπήχηση στή ζωή ἐκείνων πού ἀνταποκρίνονται σ’ αὐτή27. Ἀπό τήν πρώτη ματιά ὁ χαρακτήρας τῶν μακαρισμῶν ἀντίκειται σέ ὅσα ὁ πολύς κόσμος θεωρεῖ ὡς ἀξίες, καθώς ἡ εὐλογία τοῦ Θεοῦ ἀναπαύεται ἐπάνω σέ ἀναπάντεχους γιά τόν κόσμο ἀνθρώπους, ὅπως στούς πτωχούς τῷ πνεύματι, πενθοῦντες, πεινῶντες καί διψῶντες τήν δικαιοσύνην κ.λπ. (Μτ. 5,3 ἑξ.). Ἔτσι, αὐτοί χαράζουν κατά κάποιο τρόπο μιά ἐπάνω-κάτω πραγματικότητα, ἤ καλύτερα ὁρί-ζουν τήν πραγματικότητα μέ τέτοιο τρόπο πού ἡ συνήθης τάξη τῶν πραγμάτων φαίνεται ἐπάνω-κάτω στά μάτια τοῦ Θεοῦ (πρβλ. Μτ. 5,38-48)28.

Αὐτός ὁ χαρακτήρας κινεῖται σέ παράλληλη σχέση μέ τήν ὀρθόδοξη πνευματικότητα, ἡ ὁποία ὡς ἱστορική καί ἐσχατολογική στό χαρακτήρα της δέν ἔχει κοσμικό προσανατολισμό, ἀλλά ἐσχατολογικό, πού φωτίζει, ἁγιάζει καί χαροποιεῖ τήν ἱστορία29. Βασικό γνώρισμα τῆς πνευματικῆς ζωῆς καί τῆς ἄσκησης τῶν μακαρισμῶν εἶναι –ἐκ πρώτης ὄψεως– τό γεγονός τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ καί ἡ προσδοκία τῆς βίωσής της. Κάθε μακαρισμός ὁρίζει ὅτι ὁ κάτοχος αὐτοῦ τοῦ χαρακτηριστικοῦ ἤ τῆς κατάστασης θά εἶναι «μακάριος» ἀπό τόν Θεό. Ἡ μακαριότητα ὑποδηλώνει τήν εὐλογία τοῦ Θεοῦ, πράγμα πού συνιστᾶ θεϊκή πράξη· αὐτή μερικές φορές προκαλεῖται μέσω ἑνός μεσολαβητικοῦ προσώπου, ἱερέα, βασιλιᾶ, γενέα κ.λπ. Τό «μακάριος» ὡς κατηγόρημα ὑποδηλώνει τόν εὐλογημένο, εὐδαίμονα, πανευτυχή, καλότυχο κ.ἄ. συνήθως μέ τήν ἔννοια τοῦ προνομιακοῦ ἀποδέκτη τῆς θείας εὔνοιας30· μακάριοι εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ζοῦν εἰδικές καταστάσεις31· καί ἡ μακαριότητα προέρχεται ἀπό τόν Θεό ὡς τήν πηγή ὅλων τῶν εὐεργεσιῶν32. Μακαρισμοί ἤδη ἀπαντοῦν στή Π.Δ., εἰδικότερα στή σοφιολογική γραμματεία ὅπου καί ἡ περισσότερη χρήση, πρωτίστως στό βιβλίο τῶν Ψαλμῶν, καί στή συνέχεια Σοφία Σειράχ καί Παροιμίες: «Μακάριος ἀνήρ ὅς οὐκ ἐπορεύθη ἐν βουλῇ ἀσεβῶν...» (Ψλ. 1,1,)· «Μακάριος ἀνήρ ὅς οὐκ ὠλίσθησεν ἐν τῷ στόματι αὐτοῦ καί οὐ κατενύγη ἐν λύπῃ ἁμαρτιῶν» (Σ. Σειρ. 14,1)· «Μακάριος ἄνθρωπος ὅς εὗρεν σοφίαν καί θνητός ὡς εἶδεν φρόνησιν» (Παρμ. 3,13)33.

Σημασιολογικά, τό ἐπίθ. «μακάριος» (ἑβρ. yrev.a;) στήν Π.Δ. προέρχεται ἀπό τή ρίζα τοῦ ἑβραϊκοῦ ρήματος rv'a', πού σημαίνει βαδίζω τήν ὁδό, τρέχω εὐθεία, καί εὐλογῶ (ὅπως καί τό ρῆμα %r'B''). Μέ τήν τελευταία σημασία, ὑποδηλώνει τόν ἐκεῖνον πού βρίσκεται κάτω ἀπό τήν ἐξουσία τῆς ἀποκάλυψης τοῦ Θεοῦ, ἐφαρμόζοντας τίς ἐντολές καί τόν λόγο τοῦ Θεοῦ34. Ἔτσι, τό παλαιοδιαθηκικό «μακάριος», ἄν καί λαμβάνει τήν ἔννοια μιᾶς «δυναμικῆς μακαριότητας»35, ἐντούτοις ἔχει ἕναν παροντικό, στατικό καί διδακτικό χαρακτήρα36. Στούς μακαρισμούς τῆς Κ.Δ. τό «μακάριος» συνδέεται μέ τήν ἔννοια τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ καί ἀναφέρεται σέ μιά δυναμική μελλοντική (ἤ ἐσχατολογική) ἀνταμοιβή. Κατά κύριο λόγο ἡ ἀνταμοιβή τους εἶναι «ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν»· αὐτή ἐπιστέφει τόν πρῶτο καί τελευταῖο μακαρισμό (5,3.10). Εἶναι ἡ ἔκφραση πού ὑποδηλώνει τή νέα πραγματικότητα μέ τόν ἐρχομό τοῦ Κυρίου καί ἀναφέρεται στή βασιλεία καί κυριαρχία τοῦ Θεοῦ πάνω στή γῆ καί σέ ὁλόκληρη τήν ἀνθρωπότητα. Ἡ ἐσχατολογική σημασία της εἶναι ἐμφανής, ἐνῶ δέν περιλαμβάνεται παρούσα ἀνταμοιβή. Μέ ἄλλα λόγια λαμβάνουν τήν ὑπόσχεση ὅτι οἱ «μακάριοι» θά συμμετάσχουν στή μελλοντική σωτηρία37.

Γιά τόν ἅγιο Γρηγόριο Νύσσης οἱ μακαρισμοί στοχεύουν σέ κοινωνία στή μακαριότητα, πού δέν εἶναι τίποτα ἄλλο παρά κοινωνία στή θεότητα, πρός τήν ὁποία μᾶς ὑψώνει ὁ Κύριος μέ ὅσα λέγει. Ὁλόκληρη ἡ σειρά τῶν μακαρισμῶν διαγράφει μιά κλίμακα, ἀντίστοιχη τοῦ Ἰακώβ, πού φθάνει στόν Θεό38. Τό τέρμα τῶν ἀγώνων, τό βραβεῖο γιά τούς κόπους, τό ἔπαθλο γιά τούς ἱδρῶτες ἀποτελεῖ τό νά ἀξιωθοῦν οἱ χριστιανοί νά γίνουν πολίτες τῆς οὐράνιας βασιλείας39. Ὁ Ματθαῖος χρησιμοποιεῖ τήν ἔκφραση «βασιλεία τῶν οὐρανῶν», καί ὄχι «βασιλεία τοῦ Θεοῦ», καθώς ἀφ’ ἑνός μέν ἀπευθύνεται σέ Ἰουδαίους, στούς ὁποίους ὁ ὅρος «οὐρανός» ἀποτελεῖ τό ἰουδαϊκό ὑποκατάστατο τοῦ ὅρου «Θεός», ἀφ’ ἑτέρου δέ ἀποφεύγει προφανῶς νά χρησιμοποιήσει τόν ὅρο «Θεός» τόσο ἐλεύθερα40. Σέ αὐτό ἀποβλέπει καί ὁ προσεκτικός τρόπος ἐκφράσεως τοῦ δεύτερου σκέλους τῶν μακαρισμῶν, ἀποφεύγοντας μέ τή χρήση τῆς παθητικῆς φωνῆς νά χρησιμοποιήσει τό ὄνομα τοῦ Θεοῦ: «παρακληθήσονται», «χορτασθήσονται», «ἐλεηθήσονται», τίς ὁποῖες μεταφράζουμε θά παρηγορηθοῦν ἀπό τόν Θεό, ὁ Θεός θά ἱκανοποιήσει τίς ἐπιθυμίες τους, ὁ Θεός θά δείξει τό ἔλεός του (5,4.6.7)41

.1. «Μακάριοι οἱ πτωχοί τῷ πνεύματι»

Οἱ μακαρισμοί τοῦ Κυρίου, τόσο στόν Ματθαῖο ὅσο καί στόν Λουκᾶ, ξεκινοῦν μακαρίζοντας τούς φτωχούς μπροστά στόν Θεό: «Μακάριοι οἱ πτωχοί τῷ πνεύματι, ὅτι αὐτῶν ἐστιν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν» (Μτ. 5,3)· «μακάριοι οἱ πτωχοί, ὅτι ὑμετέρα ἐστίν ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ» (Λκ. 6,20). Ἄν καί ἡ λέξη φτωχός σημαίνει τόν ἐπαίτη, τόν ζητιάνο, ὄχι ἁπλῶς τόν φτωχό ἄνθρωπο μέ τά λίγα ὑπάρχοντα, ὁ μακαρισμός ὀφείλει νά κατανοηθεῖ στό παλαιοδιαθηκικό πλαίσιο καί μέσα στήν ἰδιαίτερη φροντίδα τοῦ Θεοῦ γιά αὐτούς42. Ὁ εὐαγγελιστής Ματθαῖος προσθέτει καί τόν προσδιορισμό «τῷ πνεύματι», ὥστε νά καθορίσει περαιτέρω τή σημασία τῶν φτωχῶν. Πρόκειται γιά ἐκείνους πού ἀναγνωρίζουν τή βασιλεία τοῦ Θεοῦ ὡς ἕνα δῶρο πού δέν ἐκβιάζεται43. Μπροστά στόν Θεό καί στή βασιλεία του νιώθουν τόν ἑαυτό τους φτωχό. Εἶναι οἱ «ἐπαῖτες» τῆς ἀγάπης καί τοῦ ἐλέους τοῦ Θεοῦ44. Ὁ ἱερός Χρυσόστομος τονίζει ὅτι αὐτοί εἶναι οἱ ταπεινοί καί συντετριμμένοι ὡς πρός τή διάνοια, κάτι πού πράττουν ἀπό προαιρέσεως45. Ἡ πρώτη καί βασική ἀρχή τῆς πνευματικῆς ζωῆς εἶναι ἡ ταπεινοφροσύνη, «φιλοσοφίας ἁπάσης ἀρχή»46. Αὐτό σημαίνει νά ἔχει κανείς φόβο Θεοῦ καί ἀνείπωτη συντριβή ψυχῆς47. Στήν πατερική παράδοση ὁ μακαρισμός αὐτός κατανοήθηκε στό πλαίσιο τῆς κατάστασης τοῦ ἀνθρώπου πού πτωχεύει ἀπό κάθε κακό θεληματικά καί τίποτα δέν διαθέτει ἀπό τούς θησαυρούς τοῦ διαβόλου48· ἀνταλλάσσει τήν ὑλική εὐημερία μέ τόν πλοῦτο τῆς ψυχῆς· πετάει ἀπό πάνω του τόν ὑλικό πλοῦτο γιά νά ἀνέ-βει πρός τά ἄνω49.

  2. «Μακάριοι οἱ πενθοῦντες»

Ὁ δεύτερος μακαρισμός ἀναφέρεται στούς πενθοῦντες: «Μακάριοι οἱ πενθοῦντες, ὅτι αὐτοί παρακληθήσονται» (Μτ. 5,4)· «μακάριοι οἱ κλαίοντες νῦν, ὅτι γελάσετε» (Λκ. 6,21). Τό ὑπόβαθρό του βρίσκεται στόν προφήτη Ἠσαΐα, τοῦ ὁποίου τό χαρμόσυνο μήνυμα σωτηρίας γιά τή Σιών περιλαμβάνει τήν ἀνακούφιση αὐτῶν πού θρηνοῦν στή Σιών50. Ἡ αἰτία τῆς θλίψεως γι’ αὐτούς εἶναι ὁ ἀφανισμός τοῦ Ναοῦ τῆς Ἰερουσαλήμ τό 587 π.Χ. Στή νέα διαθήκη τοῦ Θεοῦ, ὁ μακαρισμός κατανοήθηκε ὅτι ἀναφέρεται σέ ὅσους θλίβονται γιά τίς ἁμαρτίες τους καί τό κακό πού κυριαρχεῖ στόν κόσμο· αὐτοί θά παρηγορηθοῦν ἀπό τόν Θεό, μέ μιά ἔννοια ἐσχατολογική, ἀλλά μέ ἱστορική σημασία51. Αὐτό τονίζει κι ὁ ἱερός Χρυσόστομος ὅτι ὁ Ἰησοῦς δέν εἶπε οἱ λυπούμενοι, ἀλλά οἱ πενθοῦντες, δηλ. «οἱ τά ἁμαρτήματα πενθοῦντες τά ἑαυτῶν»52. Ἡ δέ ἀμοιβή τους ἔχει παροντική καί μελλοντική προοπτική53. Πρόκειται γιά ἐσχατολογική ὑπόσχεση (Μτ. 5,4-9), πού βασίζεται θεολογικά πάνω στήν ἐσχατολογική ἐφαρμογή τοῦ δίκαιου τῆς ἀνταπόδοσης (ius talionis)54. Παρόμοια ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης τονίζει ὅτι ἐπειδή ἡ ἁμαρτία πλεονάζει ὥς ἕνα βαθμό μέσα στήν ἀνθρώπινη φύση, γι’ αὐτό σωτήριο φάρμακο ἔχει ἀποδειχθεῖ ἡ λύπη πού προέρχεται ἀπό τή μετάνοια55. Ἐφόσον δέ δύο οἱ βίοι καί διπλή ἡ ζωή τοῦ καθενός ἀπό τούς βίους αὐτούς, διπλή καί ἡ εὐφροσύνη. Ἡ μία γιά τήν παρούσα ζωή, ἡ ἄλλη γιά ἐκείνη πού ἐλπίζουμε56. 

3. «Μακάριοι οἱ πραεῖς»

Ὁ τρίτος μακαρισμός ἀναφέρεται στούς πραεῖς: «Μακάριοι οἱ πραεῖς, ὅτι αὐτοί κληρονομήσουσιν τήν γῆν» (Μτ. 5,5). Τό ὑπόβαθρο τοῦ μακαρισμοῦ βρίσκεται στόν Ψαλμωδό, ἀφοῦ σχεδόν ἐπαναλαμβάνει τόν στίχο: «Οἱ πράοι θά κατακτήσουνε τή χώρα καί θά ἀπολαύσουν ἄφθονη εἰρήνη» (36,11)57. Στήν ἑβραϊκή ἡ λέξη γιά τούς πραεῖς εἶναι βασικά ἡ ἴδια μέ τή λέξη φτωχοί (1ος μακαρισμός). Γι’ αὐτό καί σέ κάποια χειρόγραφα ὁ στ. 5 ἀκολουθοῦσε τόν στ. 3. Κατά τόν ἱερό Χρυσόστομο, ἐδῶ ἔχουμε ἀνάμιξη τῶν πνευματικῶν μέ τά αἰσθητά· ὁ πράος –κι ὄχι ὁ θρασύς, οὔτε ὁ ἀλαζόνας– θά κληρονομήσει τή γῆ τῆς ἐπαγγελίας, θά ἀποκτήσει μέ ἀσφάλεια τά ὑπάρχοντα58. Μέ ἄλλα λόγια, καλότυχοι δέν εἶναι οἱ εὐερέθιστοι ἀπό τά ἐμπαθή σκιρτήματα τῆς ψυχῆς, ἀλλά ὅσοι ἔχουν στολιστεῖ μέ τό λογικό, πού σάν ἄλλο χαλινάρι ἀνακόπτει τίς ὁρμές καί δέν ἀφήνει τήν ψυχή νά ἐκτρέπεται στήν ἀταξία59. Συνεπῶς, οἱ «πραεῖς» εἶναι οἱ «ἀπαθεῖς»60.

4. «Μακάριοι οἱ πεινῶντες καί διψῶντες τήν δικαιοσύνην»

Ὁ τέταρτος μακαρισμός ἔχει ὡς ἑξῆς: «Μακάριοι οἱ πεινῶντες καί διψῶντες τήν δικαιοσύνην, ὅτι αὐτοί χορτασθήσονται» (Μτ. 5,6)· «μακάριοι οἱ πεινῶντες νῦν, ὅτι χορτασθήσεσθε» (Λκ. 6,21). Πάλι ὁ ἱερός Ψαλμωδός βρίσκεται στό ὑπόβαθρο αὐτοῦ τοῦ μακαρισμοῦ: «Ἀπό τήν πείνα καί τή δίψα ὑπέφεραν καί κάθε ἐλπίδα γιά τή ζωή τούς εἶχ’ ἐγκαταλείψει... Αὐτός ξεδίψασε τούς διψασμένους, τούς πεινασμένους τούς γέμισε ἀγαθά» (106,5)61. Ὁ Θεός εἶναι ἐκεῖνος πού ἱκανοποιεῖ τήν πείνα καί δίψα. Σέ σχέση μέ τόν Λουκᾶ, ὁ Ματθαῖος φαίνεται ὅτι ἐπεκτείνει τήν ἀρχική πηγή καί προσθέτει τό «διψῶντες» –γιά νά ἀναδείξει τό ὑπόβαθρο τοῦ Ψλ. 106– καί τή «δικαιοσύνη» –γιά νά διασαφηνίσει τή φύση τῆς πείνας καί τῆς δίψας. Ἡ δικαιοσύνη ἀναφέρεται ἀρχικά στή δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ, κατόπιν δέ στίς ἀνθρώπινες σχέσεις καί συμπεριφορά. Στήν ἀποκαλυπτική σκέψη τῆς ἐποχῆς τοῦ Χριστοῦ ἡ δικαιοσύνη ἀναφέρεται στή δικαίωση τῶν δικαίων κατά τήν τελική κρίση. Κι ἐδῶ, ἡ ἀνταμοιβή πού δίνεται εἶναι πρῶτα καί κύρια ἐσχατολογική. Στό συγκεκριμένο μακαρισμό ἡ ἐπικράτηση τῆς δικαιοσύνης στόν κόσμο ἔχει ἔννοια καθολική, δηλ. ἱστορικοκοινωνική καί παράλληλα ἐσχατολογική62. Ὁ ἱερός Χρυσόστομος διαβλέπει στόν μακαρισμό αὐτό τήν καθόλου ἀρετή τοῦ χριστιανοῦ, τήν ὁποία προσπαθεῖ καί ἀγωνίζεται «μετά ἐπιθυμίας ἁπάσης»63. Μέ ἄλλα λόγια, ἡ ἐπιθυμία τῆς σωφροσύνης, τῆς σοφίας, τῆς φρόνησης ἤ κάποιας ἄλλης ἀρετῆς εἶναι πράγματι μακάριο, ἀφοῦ συχνά ἡ Γραφή μνημονεύει τό ἐπί μέρους καί περιλαμβάνει τό ὅλο64.

5. «Μακάριοι οἱ ἐλεήμονες»

Μέ τόν πέμπτο μακαρισμό εἰσερχόμαστε στό δεύτερο τμῆμα τῶν μακαρισμῶν. «Μακάριοι οἱ ἐλεήμονες, ὅτι αὐτοί ἐλεηθήσονται» (Μτ. 5,7). Στήν Π.Δ. διαβάζουμε ὅτι «εἶναι καλότυχος αὐτός πού τούς φτωχούς σπλαχνίζεται· ὅποιος περιγελάει τόν φτωχό, τόν πλάστη του προσβάλλει» (Παρμ. 14,21· 17,5)65. Ἤδη ἀπό τήν ἐποχή ἐκείνη ἡ μακαριότητα ἔγκειται σέ ὅσους δείχνουν τήν ἀγαθότητά τους γιά τούς φτωχούς. Τό ἔλεος καί ἡ εὐσπλαγχνία εἶναι πρῶτα ἀπ’ ὅλα ἕνα ἀπό τά βασικά κατηγορήματα τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος δείχνει τό ἔλεός του στήν ἀνθρωπότητα. Εἰδικότερα, στόν πρῶτο εὐαγγελιστή ἡ ἔκφραση «ἔλεος θέλω καί οὐ θυσίαν» (Ὠσ. 6,6) χρησιμοποιεῖται δύο φορές στόν εὐαγγέλιό του (9,13· 12,7). Τό ἔλεος ἀνήκει στά «βαρύτερα τοῦ νόμου» (23,23) καί ἐν τέλει ἡ ἀπόκτησή του θά ἐκδηλωθεῖ στήν τελευταία κρίση. Ἡ προφανής ἔννοια τοῦ ρητοῦ προσκαλεῖ τόν ἄνθρωπο πρός τή φιλαλληλία καί τή συμπάθεια, ἀφοῦ δέ ζοῦν ὅλοι ὅμοια, οὔτε ὡς πρός τό ἀξίωμα, οὔτε ὡς πρός τή σωματική διάπλαση, οὔτε ὡς πρός τά ἄλλα περιουσιακά στοιχεῖα66. Πιό συγκεκριμένα, ἔλεος εἶναι ἡ ἀπό ἀγάπη συμπάθεια σέ ὅσους ὑποφέρουν, γιά τά δυσάρεστα πού τούς βρίσκουν67. Συνεπῶς, «γενώμεθα ἐλεήμονες, ἵνα γενώμεθα διά τοῦτο μακάριοι»68.

6. «Μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ»

Ἀπό τούς γνωστότερους μακαρισμούς στήν πνευματική ζωή, πού κατεύθυνε ἰδιαίτερα τή μυστική καί ἀσκητική (φιλοκαλική) παράδοση, διότι ἡ ὑπόσχεση εἶναι τόσο μεγάλη, ὥστε νά ξεπερνάει κι αὐτό τό ἀνώτατο ὅριο τῆς μακαριότητας69: «Μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοί τόν θεόν ὄψονται» (Μτ. 5,8). Σαφέστατη κι ἐδῶ ἡ ἐξάρτηση ἀπό τόν Ψαλμωδό: «Καθένας πού τά χέρια του δέν ἄπραξαν κακό καί καθαρή εἶν’ ἡ καρδιά του... αὐτός θά λάβει τήν εὐλογία ἀπό τόν Κύριο» (23,3-4)70. Ἡ καθαρότητα, δηλ. τά καθαρά χέρια καί ἡ ἁγνή καρδιά, ἀποτελοῦσε προϋπόθεση γιά τόν Ἰσραηλίτη ὥστε νά ἀνέβει στό ὄρος τοῦ Κυρίου, δηλ. στό ὄρος Σιών, νά σταθεῖ στόν ἅγιο τόπο τοῦ Θεοῦ. Ἡ καθαρότητα χαρακτηρίζει τήν ἀκεραιότητα τοῦ ἀνθρώπου καί ἐπεκτείνεται στίς πράξεις καί στά ἔργα του. Μέ τήν καθαρότητα τῆς καρδιᾶς εἶναι δυνατή ἡ θέα τοῦ Θεοῦ, νά δεῖ κανείς τό πρόσωπο τοῦ Θεοῦ, νά εἰσέλθει στή βασιλεία του (Μτ. 7,21-23). Αὐτή ἡ θέα δέν ἀναφέρεται πλέον στήν ἐπίσκεψη τοῦ ναοῦ τῶν Ἰεροσολύμων, ἀλλά περισσότερο στή Δευτέρα παρουσία, ὡς τό τέλος καί τόν σκοπό τῆς ὅλης ἀγαπητικῆς πορείας τοῦ πιστοῦ71. Στή φιλοκαλική παράδοση ὁ μακαρισμός αὐτός λόγῳ τοῦ μεγαλείου καί τῆς ὡραιότητάς του συνιστᾶ τήν ἀρχή τῆς νήψεως καί τῆς ἀπόκτησης τῆς ἀρετῆς· συν-δέεται μέ τή γνώση τοῦ ἀκατάληπτου Θεοῦ καί τῶν θείων μυστηρίων, ἐκπληρώνοντας ὁ πιστός τίς ἐντολές τῆς Π. καί Κ.Δ. Ἀντιθέτως, ἡ ὕπαρξη ὑπερηφάνειας ἤ κενοδοξίας ἤ φιλαυτίας στερεῖ τόν ἄνθρωπο ἀπό τήν καθαρότητα τῆς καρδιᾶς καί τῆς θέας τοῦ Θεοῦ72. Ὅποιος, λοιπόν, καθαρίσει τήν καρδιά τους ἀπ’ ὅλη τή δημιουργία κι ἀπό κάθε ἐμπαθή διάθεση, θά δεῖ τήν εἰκόνα τῆς θείας φύσης μέσα στό δικό του κάλλος73. Γι’ αὐτό, προτρέπει ὁ ἅγιος Γρηγόριος, «γενώμεθα μακάριοι, τῆς θείας εἰκόνος ἐν ἡμῖν μορφωθείσης, διά τῆς καθαρᾶς πολιτείας»74.

7. «Μακάριοι οἱ εἰρηνοποιοί»

Ὁ ἕβδομος μακαρισμός ἀναφέρεται στήν ἀνάγκη τῆς εἰρήνης: «Μακάριοι οἱ εἰρηνοποιοί, ὅτι [αὐτοί] υἱοί θεοῦ κληθήσονται» (Μτ. 5,9). Ἡ εἰρήνη ἐκφράζει τό πλήρωμα τῶν θείων δωρεῶν στήν Π.Δ. Ἄν καί ἡ ὁλότητα τῆς εἰρήνης προέρχεται ἀπό τόν Θεό καί ἡ τελειότητά της θά πραγματωθεῖ μόνο στή βασιλεία τοῦ Θεοῦ, οἱ μαθητές τοῦ Ἰησοῦ καλοῦνται στή ζωή τους νά ἀσκοῦνται ἐνεργῶς γιά τήν ἐπίτευξη τῆς εἰρήνης. Οἱ εἰρηνοποιοί θά ὀνομαστοῦν παιδιά τοῦ Θεοῦ στήν τελευταία κρίση. Πῶς ἐννοοῦμε τήν εἰρήνη, ἐρωτᾶ ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης. Κι ἀπαντᾶ: Τί ἄλλο ἀπό κείνη τήν ἐπιθυμία τῆς ἀγάπης πρός τόν συνάνθρωπο. Καί τί εἶναι τό ἀντίθετο πρός τήν ἀγάπη; Τό μίσος, ἡ ὀργή, ὁ θυμός, ὁ φθόνος, ἡ μνησικακία, ἡ ὑπόκριση, ἡ πολεμική συμφορά. Βλέπεις πόσων καί ποίων ἀσθενειῶν εἶναι ἀντίδοτο ἡ μία λέξη75; Ἄς γίνουμε λοιπόν εἰρηνοποιοί, ἀπομιμούμενοι τή φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ76. Ὁ ὅσιος Πέτρος ὁ Δαμασκηνός θεωρεῖ τόν ἕβδομο αὐτό μακαρισμό ὡς τόν τελευταῖο, διότι ἀντιπαραβάλλει τίς «ἐντολές» αὐτές τοῦ Κυρίου μέ τά ἑπτά χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος (Ἠσ. 11,2-3)77.

8. «Μακάριοι οἱ δεδιωγμένοι»

Ὁ ὄγδοος μακαρισμός βρίσκεται στήν ἠχώ τοῦ τέταρτου μακαρισμοῦ: «Μακάριοι οἱ δεδιωγμένοι ἕνεκεν δικαιοσύνης, ὅτι αὐτῶν ἐστιν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν» (Μτ. 5,10). Προετοιμάζει γιά τήν ἀνάγκη μιᾶς καλύτερης δικαιοσύνης, πέρα ἀπ’ αὐτή τῶν γραμματέων καί Φαρισαίων78. Πρόκειται γιά τήν ἐπικράτηση τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ, πού περιγράφει τρόπον τινα τήν πειθαρχία τῆς κοινότητας τοῦ Ματθαίου καί τόν συνακόλουθο κοινωνικό ἐξοβελισμό πού θά ὑφίστατο ἡ κοινότητα γιά τόν ἀσύνηθη τρόπο της στόν Ἰουδαϊσμό.Πραγματικά, εἶναι εὐτυχία ὁ διωγμός γιά τόν Κύριο, ἐπιβεβαιώνει ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης. Γιατί ὁ διωγμός ἀπό τό κακό γίνεται αἰτία νά βρεθεῖς στό ἀγαθό. Γιατί ἡ ἀποξένωση ἀπό τό πονηρό γίνεται ἀφορμή οἰκείωσης τοῦ ἀγαθοῦ. Ἀγαθό, ὅμως, πέρα καί πάνω ἀπό κάθε ἀγαθό, εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Κύριος, πρός τόν ὁποῖο τρέχει αὐτός πού διώκεται79. Μακάριος, λοιπόν, εἶναι καθένας πού διώκεται ἀπό κάθε ἀντίθετο πράγμα· ἀπό τή φθορά, τό σκοτάδι, τήν ἁμαρτία, τήν ἀδικία, τήν πλεονεξία καί καθετί ἀπό τά πράγματα καί τίς σκέψεις πού διαφέρουν ὡς πρός τίς αἰτίες γιά τήν ἀρετή80. Ἡ ἀνταμοιβή εἶναι ὅμοια μέ ἐκείνη τοῦ πρώτου μακαρισμοῦ, δηλ. σέ αὐτούς ἀνήκει ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

9. «Μακάριοι ἐστε ὅταν ὀνειδίσωσιν ὑμᾶς»

Ὁ τελευταῖος μακαρισμός σχετίζεται στενά μέ τόν προηγούμενο καί ἀποτελεῖ οὐσιαστικά ἐπέκτασή του, ὥστε γιά ὁρισμένους ἑρμηνευτές αὐτός δέν ἀποτελεῖ ξεχωριστό μακαρισμό81: «Μακάριοί ἐστε ὅταν ὀνειδίσωσιν ὑμᾶς καί διώξωσιν καί εἴπωσιν πᾶν πονηρόν καθ’ ὑμῶν [ψευδόμενοι] ἕνεκεν ἐμοῦ· χαίρετε καί ἀγαλλιᾶσθε, ὅτι ὁ μισθός ὑμῶν πολύς ἐν τοῖς οὐρανοῖς· οὕτως γάρ ἐδίωξαν τούς προφήτας τούς πρό ὑμῶν» (Μτ. 5,11-12)· «μακάριοί ἐστε ὅταν μισήσωσιν ὑμᾶς οἱ ἄνθρωποι, καί ὅταν ἀφορίσωσιν ὑμᾶς καί ὀνειδίσωσιν καί ἐκβάλωσιν τό ὄνομα ὑμῶν ὡς πονηρόν ἕνεκα τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου· χάρητε ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ καί σκιρτήσατε, ἰδού γάρ ὁ μισθός ὑμῶν πολύς ἐν τῷ οὐρανῷ· κατά τά αὐτά γάρ ἐποίουν τοῖς προφήταις οἱ πατέρες αὐτῶν» (Λκ. 6,22-23). Ἀπό γλωσσικῆς πλευρᾶς παρατηρεῖται διαφοροποίηση τοῦ προσώπου σέ δεύτερο πρόσωπο πληθυντικοῦ. Τά ρήματα πού χρησιμοποιοῦνται ἐκφράζουν τή δυναμική σύγκρουση τῆς κοινότητας τοῦ Ματθαίου μέ τό ἰουδαϊκό περιβάλλον. Ἡ λέξη «ψευδόμενοι» δέν ἀπαντᾶται σέ ὅλα τά χειρόγραφα. Ἡ εἰσαγωγή του δείχνει τήν πρόθεση τοῦ γραφέα γιά νά περιορίσει τή γενίκευση. Ἀλλά καί ὁ Εὐαγγελιστής τό ἴδιο θά εἶχε κάνει ἐπίσης.Τό μοτίβο ὅτι ὁ Θεός ἀνταμείβει τούς διωκόμενους ἐμφανίζεται στά ἰουδαϊκά ἔργα82. Περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλο μακαρισμό προβάλλεται ἐδῶ τό πρόσωπο καί ἡ ἀγάπη τοῦ σωτήρα Χριστοῦ83.

Συνοπτικά, οἱ τέσσερις πρῶτοι μακαρισμοί ἀναφέρονται σέ ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι μέσα στό ἰδιαίτερο εἶδος ἀνάγκης θέτουν τήν ἐλπίδα τους στόν Θεό: εἶναι οἱ πτωχοί, οἱ πενθοῦντες, οἱ πεινῶντες καί οἱ διψῶντες. Στό δεύτερο μέρος τῆς σειρᾶς τῶν μακαρισμῶν ἀπαριθμοῦνται ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι ἀποκαλοῦνται μακάριοι στή βάση μιᾶς κύριας καί βασικῆς συμπεριφορᾶς84. Ὁ τελευταῖος μακαρι-σμός ἀναφέρεται ἰδιαίτερα στούς μαθητές τοῦ Κυρίου, πού μέ τά παθήματά τους συμμετέχουν στή τύχη πού εἶχαν οἱ προφῆτες τοῦ Ἰσραήλ, παράλληλα ὅμως τούς ἀναγγέλλεται ὅτι ἔτσι θά λειτουργήσουν ὡς ἁλάτι τῆς γῆς καί φῶς τοῦ κόσμου (5,13-16). Ἡ σημασία καί ἡ σπουδαιότητα τῶν μακαρισμῶν γιά τήν πνευματική ζωή ἦταν καί εἶναι ἀπερίγραπτη καί ἀσυναγώνιστη. Μέσα ἀπό αὐτούς ἀναζωγραφεῖται ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου85· δηλ. σκιαγραφεῖται ὁ πνευματικός «ἄνθρωπος τῶν μακαρισμῶν». Προσφυῶς ὁ καθηγ. Ἀλ. Σταυρόπουλος ἐπισημαίνει ὅτι ὁ Ἰησοῦς «ὀνομάζει μακάριους μία σειρά ἀνθρώπων πού σκέπτονται καί συμπεριφέρονται μ’ ἕναν ὁρισμένο τρόπο. Εἶναι ἐκεῖνοι πού δέχτηκαν τήν προτροπή του νά ἀλλάξουν μυαλά, νοοτροπία, κοντολογῆς νά μετα-νοήσουν. Νά σκεφτοῦν, νά ξανασκεφτοῦν δηλαδή “μετά” ἀπό ὅλα ὅσα εἶδαν καί ἀντιλήφθηκαν, ὅτι συνέβη κάποια ἀλλαγή στά πράγματα τοῦ κόσμου κι ὅτι αὐτοί εἶναι ἐκεῖνοι πού πρέπει νά σπεύσουν καί νά συνεχίσουν τήν ἀλλαγή καί τή μεταμόρφωση στόν ἑαυτό τους καί στόν κόσμο»86. Αὐτή τή σπουδαιότητα τῶν μακαρισμῶν γιά τήν πνευματική ζωή τῶν πιστῶν διεῖδαν ἐξ ἀρχῆς οἱ ποιμένες καί λειτουργοί τῆς Ἐκκλησίας, ἔτσι ὥστε διαπότισαν τή λατρεία της μέ τούς στίχους τῶν μακαρισμῶν, ἀλλά καί αὐτή ἡ ἴδια ἡ πατερική ἐκκλησιαστική παράδοση νά ἔχει νά παρουσιάσει πολλές σελίδες γραπτοῦ λόγου μέ ἀριστουργηματικές ἑρμηνεῖες τῶν μακαρισμῶν. 

 απόσπασμα από : Ἡ ἄσκηση τῶν μακαρισμῶν τοῦ Κυρίου ὡς ἔκφραση πνευματικῆς ζωῆς
 τοῦ Πρεσβ. Κωνσταντίνου ΠαπαθανασίουἘφημ. Ἱ. Ν. Κοιμ. Θεοτόκου Π. Φαλήρου


Σημειώσεις : 

1 Βλ. Γ. ΜΠΑΜΠΙΝΙΩΤΗ, Ἐτυμολογικό λεξικό τῆς Nέας Ἑλληνικῆς Γλώσσας: Ἱστορία τῶν λέ-ξεων, μέ σχόλια καί ἔνθετους πίνακες, ἀνατ. (Ἀθήνα: Kέντρο Λεξικολογίας, 2010), 808.
2 Βλ. Σ. ΑΓΟΥΡΙΔΗ, «Οἱ μακαρισμοί», στό ἔργο του Bιβλικά Mελετήματα, τεῦχ. Α΄ (Θεσ/νίκη: χ.ἐ., 1966), 111-209. ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ, «Ποιοί εἶναι μέλη τῆς νέας Βασιλείας», στό ἔργο του Ἡ ἐπί τοῦ ὄ-ρους ὁμιλία τοῦ Ἰησοῦ (Εἰσαγωγικά - Σύντομο ὑπόμνημα), (Ἀθήνα: ΟΕΔΒ, 1984), 39-51. Σ. ΔΕ-ΣΠΟΤΗ, Ὁ κώδικας τῶν Εὐαγγελίων: Εἰσαγωγή στά Συνοπτικά Εὐαγγέλια καί πρακτική μέθοδος ἑρμηνείας τους (Ἀθήνα: Ἄθως, 2007), 176-176. Γ. ΡΑΤΣΙΝΓΚΕΡ (Πάπας Βενέδικτος ΙΣΤ΄), «Οἱ μακα-ρισμοί», στό ἔργο του Ὁ Ἰησοῦς ἀπό τή Ναζαρέτ. Μέρ. Α΄: Ἀπό τή βάπτιση στόν Ἰορδάνη ἕως τή Μεταμόρφωση, μτφρ. Σ. Δεσπότης (Ἀθήνα: Ψυχογιός, 2007), 84-109. H. BETZ, «The Beatitudes», The Sermon on the Mount (Hermeneia; Minneapolis: Fortress, 1995), 91-153. D. HARRINGTON, The Gospel of Matthew (Sacra Pagina 1· Collegeville: Liturgical Press, 1991), 76-85. J. JEREMIAS, Ὁ Ἰησοῦς καί τό Eὐαγγέλιό του, μτφρ. Σ. Ἀγουρίδη (BΑM 8· Ἀθήνα: Kέντρο Bιβλικῶν Mελετῶν «Ἄρτος Zωῆς», 1984), κυρίως 145-147. U. LUZ, Matthew 1-7: A Commentary, transl. by J. E. Crouch, rev. ed. (Hermeneia; Minneapolis: Fortress Press, 2007), 179 ἑξ., κυρίως 184-202. M. SIMONETTI, «The Beati-tudes», Matthew 1-13 (Ancient Christian Commentary on Scripture NT 1a; Downers Grove Ill.: IVP Academic, 2001), 79-91. D. TURNER, «God’s Approval: The Beatitudes», Matthew (BECNT; Grand Rapids, Mich: Baker Academic, 2008), 145-155.
3 Βλ. D. SENIOR, Matthew (ANTC; Nashville, Tenn: Abingdon Press, 1998), 70-72. M. WILKINS, Matthew (NIV Application Commentary; Grand Rapids, Mich: Zondervan, 2004), 204-212, 216-226, ὅπου προχωρᾶ καί στή σύγχρονη σπουδαιότητα, τό ἐφαρμόσιμο τῶν μακαρισμῶν.
4 M. WILKINS, Matthew, 204, 216.
5 Βλ. MΑΞΙΜΟΥ ΟΜΟΛΟΓΗΤΟΥ, Δ΄ ἑκατοντάς διαφόρων κεφαλαίων, 51. PG 90, 1328c. Φιλο-καλία τῶν ἱερῶν Nηπτικῶν, μτφρ. Ἀ. Γαλίτη, τόμ. B΄, 3η ἔκδ. (Θεσ/νίκη: «Tό περιβόλι τῆς Παναγί-ας», 1991), 220.
6 Βλ. D. CARSON, «The Norms of the Kingdom», Jesus’s Sermon on the Mount and his Confron-tation with the World: An Exposition of Matthew 5-10 (Grand Rapids, Mich: Baker Book House, 1999), 16-30, ἐδῶ 17.
7 ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ, Πρός τή σεμνοτάτη μοναχή Ξένη. Φιλοκαλία τῶν ἱερῶν Nηπτι-κῶν, μτφρ. Ἀ. Γαλίτη, τόμ. Δ΄, 2η ἔκδ. (Θεσ/νίκη: «Tό περιβόλι τῆς Παναγίας», 1990), 262.
8 ΙΩΑΝΝΟΥ XΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, Εἰς τόν Ματθαῖον, 15, 6. PG 57, 231a: «Ὑψηλά τά ἐπιτάγματα ἦν, καί πολλῷ μείζονα τῶν ἐν τῇ Παλαιᾷ».
9 ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ, Εὐαγγελική Ἱστορία δι' ἁρμονίας τῶν κειμένων τῶν ἱερῶν εὐαγγελι-στῶν Ματθαίου, Μάρκου, Λουκᾶ καί Ἰωάννου, 1η ἀνατ. (Ἀθῆναι: Ν. Παναγόπουλου, 1999), 131-132.
10 Δ. ΜΑΥΡΟΠΟΥΛΟΥ, Διερχόμενοι διά τοῦ ναοῦ: Μαθήματα κατήχησης γιά ἐνηλίκους (Ἀθή-να: Δόμος, 2009), 79 ἑξ.
11 Βλ. Ι. PΩΜΑΝΙΔΟΥ (πρωτ.), Πατερική Θεολογία, πρόλ. πρωτ. Γ. Μεταλληνοῦ, ἐπιμ.-σχόλ. Μον. Δαμασκηνοῦ Ἁγιορείτου (Θεσ/νίκη: Παρακαταθήκη, 2004), 24. ΙΕΡΟΘΕΟΥ (Mητρ. Nαυπά-κτου), «Ἡ πνευματική τελείωση τῶν Χριστιανῶν», στό ἔργο του Ἐμπειρική δογματική τῆς Ὀρθο-δόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας: Κατά τίς προφορικές παραδόσεις τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη, τόμ. Β΄ (Λεβαδεία: Ἱ. Mονή Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου Πελαγίας, 2011), 281-362.
12 U. LUZ, Matthew 1-7, 174.
13 D. HARRINGTON, Matthew, 76.
14 D. HARRINGTON, Matthew, 76.
15 Βλ. J. ROBINSON et al. (ed.), The Critical Edition of Q (Hermeneia; Minneapolis/Leuven: For-tress Press/Peeters Publ., 2000), 46-55. J. FITZMYER, A Christological Catechism: New Testament An-swers, new rev. and exp. edit. (New York: Paulist Press, 1991), 51-56. Π. BΑΣΙΛΕΙΑΔΗ, Ἑρμηνεία τῶν Eὐαγγελίων. Θεολογικές καί ἱστορικο-φιλολογικές προϋποθέσεις καθώς καί ἑρμηνευτικές προ-σεγγίσεις στά τέσσερα Eὐαγγέλια (Θεσ/νίκη: Π. Πουρναρᾶ, 1990), 125-160.
16 Βλ. J. FITZMYER, Catechism, 55.
17 J. FITZMYER, Catechism, 55
18 Βλ. M. ΣΙΩΤΟΥ, Ἡ ἑρμηνεία τῆς ἐπί τοῦ Ὄρους Ὁμιλίας διά μέσου τῶν αἰώνων, Ἱστορικο-κριτική Ἔρευνα (Ἀθῆναι: χ.ἐ., 1986), 51-53.
19 ΙΩΑΝΝΟΥ XΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, Εἰς τόν Ματθαῖον, 15, 1. PG 57, 223b: «Οὐδέ γάρ σώματα ἐθε-ράπευε μόνον, ἀλλά καί ψυχάς διώρθου, καί πάλιν ἀπό τῆς τούτων ἐπιμελείας ἐπί τήν ἐκείνων με-τέβαινε θεραπείαν, ποικίλλων τε ὁμοῦ τήν ὠφέλειαν, καί ἀναμιγνύς τῇ τῶν λόγων διδασκαλίᾳ τήν ἀπό τῶν ἔργων ἐπίδειξιν, καί τά ἀναίσχυντα τῶν αἱρετικῶν ἐμφράττων στόματα, δι’ ὧν ἑκατέρας οὐσίας ἐκήδετο, δεικνύς ὅτι ὁλοκλήρου τοῦ ζώου αὐτός ἐστι Δημιουργός. Διό καί πολλῆς ἑκατέρᾳ τῇ φύσει μετεδίδου προνοίας, νῦν μέν ἐκείνην, νῦν δέ ταύτην διορθούμενος».
20 Τό ὄρος τῶν μακαρισμῶν δέν ταυτοποιεῖται στά Εὐαγγέλια. Ἡ παράδοση τό ἔχει συνδέσει μέ τό Karn Hattin, κοντά στήν Καπερναούμ, ἀλλά δέν ἔχει ἰσχυρή πραγματική βάση. Βλ. W. KAISER (ed), NIV Archaeological Study Bible (Grand Rapids: Zondervan, 2006), 1565. Πρβλ. Π. TΡΕ-ΜΠΕΛΑ, Ὑπόμνημα εἰς τό κατά Mατθαῖον εὐαγγέλιον, 5η ἔκδ. (Ἀθῆναι: «Ὁ Σωτήρ», 1989), 79.
21 S. MARROW, Tά λόγια τοῦ Ἰησοῦ στά Eὐαγγέλια, μτφρ. Σ. Ἀγουρίδη (BΑM 9· Ἀθήνα: Kέντρο Bιβλικῶν Mελετῶν «Ἄρτος Zωῆς», 1986), 105.
22 Βλ. G. STRECKER, The Sermon on the Mount: An exegetical commentary (Edinburgh: T.&T. Clark, 1988), 53.
23 Βλ. D. HARRINGTON, Matthew, 76.
24 ΙΩΑΝΝΟΥ XΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, Εἰς τόν Ματθαῖον, 15, 1. PG 57, 223d.
25 ΙΩΑΝΝΟΥ XΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, Εἰς τόν Ματθαῖον, 15, 1. PG 57, 223d· 224a.
26 ΙΩΑΝΝΟΥ XΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, Εἰς τόν Ματθαῖον, 15, 2. PG 57, 225bc: «Καί οὐκ εἰσάγει ἐν τάξει παραινέσεων τά λεγόμενα καί ἐπιταγμάτων, ἀλλ’ ἐν τάξει μακαρισμοῦ, ἀνεπαχθέστερον τόν λόγον ποιῶν, καί πᾶσιν ἀνοίγων τό τῆς διδασκαλίας στάδιον. Οὐ γάρ εἶπεν, Ὁ δεῖνα καί ὁ δεῖνα, ἀλλ’, Οἱ ταῦτα ποιοῦντες μακάριοι πάντες. Ὥστε κἄν δοῦλος ᾖς, κἄν πτωχός, κἄν πένης, κἄν ξένος, κἄν ἰδιώτης, οὐδέν ἐστι τό κωλύον σε ἔσεσθαι μακάριον, ἄν τήν ἀρετήν ταύτην ζηλώσῃς».
27 M. WILKINS, Matthew, 204.
28 R. HAYS, The Moral Vision of the New Testament: Community, Cross, New Creation (San Francisco: Harper, 1996), 321. Βλ. Γ. ΡΑΤΣΙΝΓΚΕΡ, Ἰησοῦς, 85.
29 Βλ. Μ. ΚΑΡΔΑΜΑΚΗ (πρωτ.), Ὀρθόδοξη πνευματικότητα. Ἡ αὐθεντικότητα τοῦ ἀνθρώπι-νου ἤθους (Ὀρθόδοξη Μαρτυρία, 3· Ν. Σμύρνη: «Ἀκρίτας», 1980), 19.
30 Βλ. Mτ. 11,6· 13,16· Λκ. 11,27· 23,29· Ἰω. 13,17· Ἰακ. 1,25· Α΄ Πέ. 3,14. Βλ. Δ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΥ, Mέγα Λεξικόν τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης, τόμ. 5 (Ἀθῆναι: Δ. Δημητρακου, 1950), 4438-4439.
31 Βλ. Μτ. 5,3-11· Λκ. 6,20-22· Ἰω. 20,29· Ἀποκ. 1,3· 22,7.14.
32 Βλ. Α΄ Τιμ. 6,15.
33 Ἀπό τίς 96 φορές πού χρησιμοποιεῖται στήν Π.Δ., ἀπαντᾶται 27 φορές στούς Ψαλμούς, 15 στή Σοφία Σειράχ καί 7 στίς Παροιμίες.
34 Βλ. L. HARRIS (et al.), Theological Wordbook of the Old Testament (Chicago: Moody Press, 1980), 80.
35 Α. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΥ, «Ὁ ἄνθρωπος τῶν μακαρισμῶν», στό ἔργο του Ἰχνηλασίες (Ἀναλόγιο 26· Ἀθῆναι: Εὐθύνη, 2007), 35-38, ἐδῶ 37. [Ἀρχ. δημ. περ. Εὐθύνη (Αὔγ. 2007), 377-379]
36 Βλ. U. LUZ, Matthew 1-7, 187.
37 Βλ. U. LUZ, Matthew 1-7, 190. G. STRECKER, Sermon, 53.
38 ΓΡΗΓ. ΝΥΣΣΗΣ, Μακαρισμοί, 5, 1. PG 44, 1249a. BEΠ 66, 398, 32-35: «Θεοῦ γάρ ὡς ἀληθῶς ἴδιον ἡ μακαριότης ἐστίν· διό καί ἐπεστηρίχθαι τῇ τοιαύτῃ κλίμακι ὁ Ἰακώβ τόν Θεόν διηγήσατο. Ἡ οὖν τῶν μακαρισμῶν μετουσία οὐδέν ἄλλο, εἰ μή θεότητος κοινωνία ἐστί, πρός ἥν ἡμᾶς ἀνάγει διά τῶν λεγομένων ὁ Κύριος».
39 ΓΡΗΓ. ΝΥΣΣΗΣ, Μακαρισμοί, 8, 2. PG 44, 1292c. BEΠ 66, 421, 11-13: «Ἰδού τό πέρας τῶν κατά Θεόν ἀγώνων, τό τῶν πόνων γέρας, τό τῶν ἱδρώτων ἔπαθλον· τό τῆς ἐν τοῖς οὐρανοῖς βασι-λείας ἀξιωθῆναι».
40 Βλ. D. HARRINGTON, Matthew, 79. S. MARROW, Λόγια, 107, ὁ ὁποῖος ἐπισημαίνει ὅτι ὁ Ματ-θαῖος προσαρμόζεται στόν ἰουδαϊκό σεβασμό γιά τό θεῖο ὄνομα.
41 Βλ. G. STRECKER, Sermon, 54.
42 Βλ. Ἐξ. 22,25-27· 23,11· Λευ. 19,9-10· Δτ. 15,7-11· Ἠσ. 61,1
43 D. HARRINGTON, Matthew, 78. Ἐπίσης, οἱ ἐκφράσεις «πτωχός» ἤ «πτωχός τῷ πνεύματι» χρησιμοποιοῦνταν ἀπό μέλη τῶν σύγχρονων τότε ἰουδαϊκῶν κοινοτήτων γιά νά χαρακτηρίσουν τούς ἑαυτούς τους.
44 Βλ. Γ. ΠΑΤΡΩΝΟΥ, «Ἡ ἐπί τοῦ ὄρους ὁμιλία τοῦ Ἰησοῦ», στό ἔργο του Ἡ ἱστορική πορεία τοῦ Ἰησοῦ. Ἀπό τή φάτνη ὥς τόν κενό τάφο, 2η ἔκδ. (Ἀθήνα: Δόμος, 1997), 297-318, ἐδῶ 308.
45 ΙΩΑΝΝΟΥ XΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, Εἰς τόν Ματθαῖον, 15, 1. PG 57, 224b: «Τί ἐστιν, Οἱ πτωχοί τῷ πνεύματι; Οἱ ταπεινοί καί συντετριμμένοι τήν διάνοιαν. Πνεῦμα γάρ ἐνταῦθα τήν ψυχήν καί τήν προαίρεσιν εἴρηκεν. Ἐπειδή γάρ εἰσι πολλοί ταπεινοί, οὐχ ἑκόντες, ἀλλ’ ὑπό τῆς τῶν πραγμάτων ἀνάγκης βιαζόμενοι, ἀφείς ἐκείνους (οὐδέ γάρ ἄν εἴη τοῦτο ἐγκώμιον), τούς ἀπό προαιρέσεως ἑαυτούς ταπεινοῦντας καί καταστέλλοντας μακαρίζει πρώτους».
46 ΙΩΑΝΝΟΥ XΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, Εἰς τόν Ματθαῖον, 15, 2. PG 57, 225a: «Κἄν νηστείαν, κἄν εὐχήν, κἄν ἐλεημοσύνην, κἄν σωφροσύνην, κἄν ἄλλ’ ὁτιοῦν συναγάγῃς ἀγαθόν, ταπεινοφροσύνης χωρίς, διαῤῥεῖ καί ἀπόλλυται ἅπαντα».
47 Βλ. ΠΕΤΡΟΥ ΤΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ, Βιβλίο Α΄, Περί τοῦ θείου φόβου ὡς πρώτης ἐντολῆς. Φι-λοκαλία τῶν ἱερῶν Nηπτικῶν, μτφρ. Ἀ. Γαλίτη, τόμ. Γ΄, 2η ἔκδ. (Θεσ/νίκη: «Tό περιβόλι τῆς Πανα-γίας», 1989), 85.
48 ΓΡΗΓ. ΝΥΣΣΗΣ, Μακαρισμοί, 1, 3. PG 44, 1200c. BEΠ 66, 372, 19-24: «Ὁ δέ πάντων τῶν κα-τά κακίαν νοουμένων ἑκουσίως πτωχεύων, καί οὐδέν τῶν διαβολικῶν κειμηλίων ἐν τοῖς ἰδίοις τα-μείοις ἔχων ἀπόθετον, ἀλλά τῷ πνεύματι ζέων, καί διά τούτου τήν τῶν κακῶν πενίαν ἑαυτῷ θη-σαυρίζων, εἴη ἄν οὗτος ἐν τῇ μακαριζομένῃ πτωχείᾳ ὑπό τοῦ Λόγου δεικνύμενος, ἧς ὁ καρπός βα-σιλεία οὐρανῶν ἐστιν».
49 ΓΡΗΓ. ΝΥΣΣΗΣ, Μακαρισμοί, 1, 7. PG 44, 1208a. BEΠ 66, 376, 26-29: «Ὁ ἀνταλλαξάμενος τόν τῆς ψυχῆς πλοῦτον τῆς σωματικῆς εὐπορίας, ὁ διά τό πνεῦμα πτωχεύων, ὁ τόν γήϊνον πλοῦτον οἷόν τι βάρος ἀποσεισάμενος, ἵνα μετάρσιός τε καί διαέριος ἄνω φέρηται».
50 Ἠσ. 61,2-3: «Καλέσαι ἐνιαυτόν Κυρίου δεκτόν καί ἡμέραν ἀνταποδόσεως τῷ Θεῷ ἡμῶν, παρακαλέσαι πάντας τούς πενθοῦντας, 3 δοθῆναι τοῖς πενθοῦσι Σιών δόξαν ἀντί σποδοῦ, ἄλειμμα εὐφροσύνης τοῖς πενθοῦσι, καταστολήν δόξης ἀντί πνεύματος ἀκηδίας· καί κληθήσονται γενεαί δικαιοσύνης, φύτευμα Κυρίου εἰς δόξαν». Ὁ ἴδιος ὁ Ἠσαΐας «παρεκάλεσεν τούς πενθοῦντας ἐν Σιών» (Σ. Σειρ. 48,24).
51 Βλ. Γ. ΠΑΤΡΩΝΟΥ, Ἰησοῦς, 311.
52 ΙΩΑΝΝΟΥ XΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, Εἰς τόν Ματθαῖον, 15, 3. PG 57, 225d-226a: «Διόπερ οὐδέ εἶπεν, Οἱ λυπούμενοι, ἀλλά, Οἱ πενθοῦντες. Καί γάρ αὕτη πάλιν ἡ ἐντολή πάσης ἐστί φιλοσοφίας διδά-σκαλος. Εἰ γάρ οἱ παῖδας, ἤ γυναῖκα, ἤ ἄλλον τινά τῶν προσηκόντων ἀπελθόντα πενθοῦντες, οὐ χρημάτων, οὐ σωμάτων ἐρῶσι κατ’ ἐκεῖνον τῆς ὀδύνης τόν καιρόν, οὐ δόξης ἐφίενται, οὐχ ὕβρεσι παροξύνονται, οὐχ ὑπό βασκανίας ἁλίσκονται, οὐχ ὑπό ἄλλου πολιορκοῦνταί τινος πάθους, τοῦ πένθους γινόμενοι μόνου· πολλῷ μᾶλλον οἱ τά ἁμαρτήματα πενθοῦντες τά ἑαυτῶν, ὡς πενθεῖν ἄξιον, μείζονα ταύτης ἐπιδείξονται φιλοσοφίαν».
53 ΙΩΑΝΝΟΥ XΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, Εἰς τόν Ματθαῖον, 15, 3. PG 57, 225d-226a: «Ποῦ παρακληθήσο-νται; εἰπέ μοι. Καί ἐνταῦθα καί ἐκεῖ».
54 Βλ. H. BETZ, Sermon, 109.
55 ΓΡΗΓ. ΝΥΣΣΗΣ, Μακαρισμοί, 3, 2. PG 44, 1221c. BEΠ 66, 384, 23-26: «Ἔστω δέ καί τοῦτο ἡμῖν τό νόημα πρός τήν προκειμένην τοῦ μακαρισμοῦ θεωρίαν εἰς τόν κατ’ ἀρετήν βίον οὐκ ἄχρηστον, διά τό πλεονάζειν πως ἐν τῇ φύσει τῶν ἀνθρώπων τήν ἁμαρτίαν· ταύτης δέ φάρμακον τό ἐκ μετανοίας πένθος ἀποδέδεικται».
56 ΓΡΗΓ. ΝΥΣΣΗΣ, Μακαρισμοί, 3, 6. PG 44, 1232a. BEΠ 66, 389, 8-16: «Δύο δέ ὄντων βίων, καί διπλῆς τῆς ζωῆς καθ’ ἑκάτερον τῶν βίων ἰδιαζόντως θεωρουμένης, ὡσαύτως δέ καί εὐφροσύνης διπλῆς· τῆς μέν ἐν τῷ βίῳ τούτῳ, τῆς δέ ἐν τῷ κατ’ ἐλπίδας ἡμῖν προκειμένῳ· μακαριστόν ἄν εἴη τήν τῆς εὐφροσύνης μοῖραν τοῖς ἀληθινοῖς ἀγαθοῖς εἰς τόν ἀΐδιον ἀποθέσθαι βίον· τῆς δέ λύπης ἐκπληρῶσαι τήν λειτουργίαν ἐν τῇ βραχείᾳ ταύτῃ καί προσκαίρῳ ζωῇ, ζημίαν ποιούμενον, οὐ τό στερηθῆναί τινος τῶν κατά τόν βίον τοῦτον ἡδέων, ἀλλά τό διά τῆς ἀπολαύσεως τούτων ἐν ἀποπτώσει τῶν ἀμεινόνων γενέσθαι».
57 Ψλ. 36,11: «Οἱ δέ πραεῖς κληρονομήσουσι γῆν καί κατατρυφήσουσιν ἐπί πλήθει εἰρήνης».
58 ΙΩΑΝΝΟΥ XΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, Εἰς τόν Ματθαῖον, 15, 3. PG 57, 227a: «Ἐπειδή γάρ νομίζεται ὁ πρᾶος ἅπαντα ἀπολλύναι τά ἑαυτοῦ, τό ἐναντίον ὑπισχνεῖται λέγων, ὅτι οὗτος μέν οὖν ἐστιν ὁ μετά ἀσφαλείας τά ὄντα κεκτημένος, ὁ μή θρασύς, μηδέ ἀλαζών· ὁ δέ τοιοῦτος καί τῶν πατρῴων ἐκστήσεται πολλάκις, καί αὐτῆς τῆς ψυχῆς».
59 ΓΡΗΓ. ΝΥΣΣΗΣ, Μακαρισμοί, 2, 4. PG 44, 1216c. BEΠ 66, 381, 20-24: «Μακάριοι τοίνυν οἱ μή ὀξύῤῥοποι πρός τάς ἐμπαθεῖς τῆς ψυχῆς κινήσεις, ἀλλά κατεσταλμένοι τῷ λόγῳ, ἐφ’ ὧν ὁ λογι-σμός καθάπερ τις χαλινός ἀναστομῶν τάς ὁρμάς, οὐκ ἐᾷ τήν ψυχήν πρός ἀταξίαν ἐκφέρεσθαι. Μᾶλλον δ’ ἄν τις ἐπί τοῦ κατά τόν θυμόν πάθους τό τοιοῦτον ἴδοι, ὅπως ἐστί μακαριστόν ἡ πραό-της».
60 Βλ. Γ. ΠΑΤΡΩΝΟΥ, Ἰησοῦς, 309.
61 Ψλ. 106,5-9: «Πεινῶντες καί διψῶντες, ἡ ψυχή αὐτῶν ἐν αὐτοῖς ἐξέλιπε... ὅτι ἐχόρτασε ψυ-χήν κενήν καί πεινῶσαν ἐνέπλησεν ἀγαθῶν».
62 Βλ. Γ. ΠΑΤΡΩΝΟΥ, Ἰησοῦς, 312.
63 ΙΩΑΝΝΟΥ XΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, Εἰς τόν Ματθαῖον, 15, 3. PG 57, 227b: «Ποίαν δικαιοσύνην; Ἤ τήν καθόλου φησίν ἀρετήν, ἤ τήν μερικήν ταύτην τήν ἀπεναντίας τῇ πλεονεξίᾳ κειμένην. Ἐπειδή γάρ μέλλει περί ἐλεημοσύνης ἐπιτάττειν, δεικνύς πῶς ἐλεεῖν χρή, οἷον ὅτι οὐκ ἐξ ἁρπαγῆς, οὐδέ ἐκ πλεονεξίας, μακαρίζει τούς δικαιοσύνης ἀντιποιουμένους».
64 ΓΡΗΓ. ΝΥΣΣΗΣ, Μακαρισμοί, 4, 5. PG 44, 1241b. BEΠ 66, 394, 31-37: «Ἆρ’ οὖν τό μέν πρός τήν δικαιοσύνην ὀρεκτικῶς ἔχειν μακαριστόν, εἰ δέ τις πρός τήν σωφροσύνην, ἤ τήν σοφίαν, ἤ τήν φρόνησιν, ἤ εἴ τι ἄλλο τῆς ἀρετῆς εἶδός ἐστιν, ὁμοίως ἔχει, τοῦτον οὐ μακαρίζει ὁ Λόγος; Ἀλλά τοιοῦτόν τινα τάχα νοῦν τό λεγόμενον ἔχει· Ἓν τῶν κατ’ ἀρετήν νοουμένων, ἡ δικαιοσύνη ἐστίν. Συνήθως δέ πολλάκις ἡ θεία Γραφή διά τῆς τοῦ μέρους μνήμης, περιλαμβάνει τό ὅλον· ὡς ὅταν τήν θείαν φύσιν δι’ ὀνομάτων τινῶν ἑρμηνεύῃ».
65 Παρμ. 14,21: «Ὁ ἀτιμάζων πένητας ἁμαρτάνει, ἐλεῶν δέ πτωχούς μακαριστός»· 17,5: «ὁ καταγελῶν πτωχοῦ παροξύνει τὸν ποιήσαντα αὐτόν, ὁ δὲ ἐπιχαίρων ἀπολλυμένῳ οὐκ ἀθῳωθή-σεται· ὁ δὲ ἐπισπλαγχνιζόμενος ἐλεηθήσεται».
66 ΓΡΗΓ. ΝΥΣΣΗΣ, Μακαρισμοί, 5,3. PG 44, 1252a. BEΠ 66, 400, 1-5: «Ἡ μέν οὖν πρόχειρος τοῦ ῥητοῦ διάνοια, πρός τό φιλάλληλόν τε καί συμπαθές προσκαλεῖται τόν ἄνθρωπον, διά τό ἄνισόν τε καί ἀνώμαλον τῶν τοῦ βίου πραγμάτων οὐ πάντων ἐν τοῖς ὁμοίοις βιοτευόντων, οὔτε κατά τήν ἀξίαν, οὔτε κατά τήν τοῦ σώματος κατασκευήν, οὔτε κατά τήν λοιπήν περιουσίαν».
67 ΓΡΗΓ. ΝΥΣΣΗΣ, Μακαρισμοί, 5, 4. PG 44, 1252c. BEΠ 66, 400, 20-21: «Ἔλεός ἐστιν ἐπί τῶν δυσφορούντων ἐπί τισιν ἀνιαροῖς ἀγαπητική συνδιάθεσις».
68 ΓΡΗΓ. ΝΥΣΣΗΣ, Μακαρισμοί, 5, 8. PG 44, 1264a. BEΠ 66, 406, 4.
69 ΓΡΗΓ. ΝΥΣΣΗΣ, Μακαρισμοί, 6, 2. PG 44, 1265a. BEΠ 66, 407, 7-8: «Ἡ μέν οὖν ἐπαγγελία τοσαύτη, ὡς παριέναι τόν ἀκρότατον τῆς μακαριότητος ὅρον».
70 Ψλ. 23,3-4: «Τίς ἀναβήσεται εἰς τό ὄρος τοῦ Κυρίου καί τίς στήσεται ἐν τόπῳ ἁγίῳ αὐτοῦ; ἀθῷος χερσί καί καθαρός τῇ καρδίᾳ, ὅς οὐκ ἔλαβεν ἐπί ματαίῳ τήν ψυχήν αὐτοῦ καί οὐκ ὤμοσεν ἐπί δόλῳ τῷ πλησίον αὐτοῦ. οὗτος λήψεται εὐλογίαν παρά Κυρίου καί ἐλεημοσύνην παρά Θεοῦ σωτῆρος αὐτοῦ».
71 M. SIMONETTI, Matthew 1-13, 86.
72 ΗΣΥΧΙΟΥ ΤΟΥ ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ, Λόγος περί νήψεως καί ἀρετῆς, 1. Βλ. Φιλοκαλία τῶν ἱερῶν Nηπτικῶν, μτφρ. Ἀ. Γαλίτη, τόμ. Α΄, 3η ἔκδ. (Θεσ/νίκη: «Tό περιβόλι τῆς Παναγίας», 1989), 180, 189.
73 ΓΡΗΓ. ΝΥΣΣΗΣ, Μακαρισμοί, 6, 4. PG 44, 1269c. BEΠ 66, 409, 37-38: «Ὁ πάσης τῆς κτίσεως καί ἐμπαθοῦς διαθέσεως τήν ἑαυτοῦ καρδίαν ἀποκαθήρας, ἐν τῷ ἰδίῳ κάλλει τῆς θείας φύσεως κα-θορᾷ τήν εἰκόνα».
74 ΓΡΗΓ. ΝΥΣΣΗΣ, Μακαρισμοί, 6, 6. PG 44, 1277a. BEΠ 66, 413, 13-15.
75 ΓΡΗΓ. ΝΥΣΣΗΣ, Μακαρισμοί, 7, 3. PG 44, 1284b. BEΠ 66, 416, 36-43: «Τί ἄλλο, ἤ ἀγαπητική τις πρός τό ὁμόφυλον συνδιάθεσις; τί οὖν ἐστι ἐξ ἐναντίου τῇ ἀγάπῃ νοούμενον; Μῖσος, ὀργή, θυ-μός, φθόνος, μνησικακία, ὑπόκρισις, ἡ κατά πόλεμον συμφορά. Ὁρᾷς ὅσων καί οἴων ἀῤῥωστη-μάτων ἀντιφάρμακόν ἐστιν ἡ μία φωνή; Ἡ γάρ εἰρήνη κατά τό ἴσον ἑκάστῳ τῶν εἰρημένων ἀντι-καθίσταται, καί ἀφανισμόν ποιεῖ τοῦ κακοῦ τῇ ἑαυτῆς παρουσίᾳ».
76 ΓΡΗΓ. ΝΥΣΣΗΣ, Μακαρισμοί, 7, 5. PG 44, 1289b. BEΠ 66, 419, 37-38: «Οἱ μιμηταί τῆς θείας φιλανθρωπίας, οἱ τό ἴδιον τῆς θείας ἐνεργείας ἐπί τοῦ ἰδίου δεικνύντες βίου».
77 ΠΕΤΡΟΥ ΤΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ, Βιβλίο Β΄, λόγος θ΄. Φιλοκαλία τῶν ἱερῶν Nηπτικῶν, μτφρ. Ἀ. Γαλίτη, τόμ. Γ΄, 2η ἔκδ. (Θεσ/νίκη: «Tό περιβόλι τῆς Παναγίας», 1989), 89, 201.
78 Μτ. 5,20: «λέγω γάρ ὑμῖν ὅτι ἐάν μή περισσεύσῃ ὑμῶν ἡ δικαιοσύνη πλεῖον τῶν γραμμα-τέων καί Φαρισαίων, οὐ μή εἰσέλθητε εἰς τήν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν».
79 ΓΡΗΓ. ΝΥΣΣΗΣ, Μακαρισμοί, 8, 3. PG 44, 1293d. BEΠ 66, 422, 18-24: «Μακάριον γάρ ὡς ἀ-ληθῶς τό ἕνεκεν τοῦ Κυρίου διώκεσθαι. Διά τί; Ὅτι τό παρά τοῦ κακοῦ ἐκδιώκεσθαι, αἴτιον ἐν τῷ ἀγαθῷ γενέσθαι καθίσταται. Ἡ γάρ τοῦ πονηροῦ ἀλλοτρίωσις, τῆς πρός τό ἀγαθόν οἰκειώσεως ἀφορμή γίνεται· ἀγαθόν δέ καί παντός ἀγαθοῦ ἐπέκεινα, αὐτός ὁ Κύριος, πρός ὃν ἀνατρέχει ὁ δι-ωκόμενος. Οὐκοῦν μακάριος ὡς ἀληθῶς, ὁ συνεργῷ τῷ ἐχθρῷ πρός τό ἀγαθόν χρώμενος».
80 ΓΡΗΓ. ΝΥΣΣΗΣ, Μακαρισμοί, 8, 5. PG 44, 1300b. BEΠ 66, 425, 12-15: «Μακάριός ἐστι πᾶς ὁ παντός ἐναντίου πράγματος ἀπελαυνόμενος, φθορᾶς, σκότους, ἁμαρτίας, ἀδικίας, πλεονεξίας, ἑκά-στου τῶν διαστελλομένων τοῖς κατά τήν ἀρετήν λόγοις πράγμασί τε καί νοήμασι».
81 D. CARSON, Sermon, 30. Γιά τόν D. Carson οἱ μακαρισμοί εἶναι ὀκτώ, καθώς ἀρχίζουν καί τελειώνουν μέ τήν ἴδια ἔκφραση, «ὅτι αὐτῶν ἐστιν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν», πού ὑποδηλώνει πώς ὅ,τι περικλείεται ἀποτελεῖ συμπερίληψη τοῦ ἑνός θέματος τῶν μακαρισμῶν, τῆς βασιλείας τῶν οὐ-ρανῶν. H. BETZ, Sermon, 105. Ἐπίσης, τό Μτ. 5,12β φαίνεται ὅτι ἀποτελεῖ προσθήκη (U. LUZ, Mat-thew 1-7, 199).
82 Βλ. Α΄ Ἐνώχ 108,10: «Καί πάσας τάς ὡρισμένας δι’ αὐτούς εὐλογίας ἔχω περιγράψει εἰς τά βιβλία. Καί ἔχει καθορίσει τόν μισθόν των, διότι αὐτοί εὑρέθησαν, ἀγαπῶντες τόν οὐρανόν πλέον ἤ τήν ζωήν των ἐν τῷ κόσμῳ, καί παρ’ ὅτι κατεπατήθησαν ὑπό κακῶν ἀνθρώπων καί ἤκουσαν ὕβρεις καί βλασφημίας καί κατῃσχύνθησαν, αὐτοί μέ ηὐλόγουν». Σ. ΑΓΟΥΡΙΔΗ, Tά Ἀπόκρυφα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης (κείμενα - εἰσαγωγαί - σχόλια), τόμ. A΄ (Ἀθῆναι: χ.ἐ., 1980), 380.
83 ΣΥΜΕΩΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ, Ἐπιστολή 7, 19: «Ὀνειδιζόμενοί τε καί κακουχούμενοι, καί ἕνεκα μᾶλλον τοῦ σχήματος καί τῶν σωτηριωδῶν ἔργων καί τῆς τοῦ Σωτῆρος ἀγάπης, στέγειν ἅπαντα σπεύσωμεν ἐν ὑπομονῇ, ἵνα καί τάς ἀντιμισθίας ἑκάστου τῶν ἀπό Χριστοῦ μακαρισμῶν ὡς καί συμπεπονθότες καί συζήσαντες αὐτῷ, ὡς ἐπηγγείλατο, λάβωμεν καί συγκληρονόμοι τούτου τῆς δόξης, τοῦ βασιλέως τῶν βασιλέων, γενώμεθα, βασιλεῖς αἰώνιοι δεδειγμένοι».
84 Βλ. G. STRECKER, Sermon, 54.
85 ΓΡΗΓ. ΝΥΣΣΗΣ, Μακαρισμοί, 1, 2. PG 44, 1297c. BEΠ 66, 371, 33-34: «Οὕτως καί ὁ τήν ἡμε-τέραν πρός τήν τοῦ μόνου μακαρίου μίμησιν ἀναζωγραφῶν ψυχή».
86 Α. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΥ, Ἰχνηλασίες, 37.

πηγή : H ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...