/*--

Δευτέρα, 20 Ιανουαρίου 2014

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗΣ ΑΣΘΕΝΩΝ ΜΕ ΚΑΡΚΙΝΟ

  
ΑΝΑΠΟΦΕΥΚΤΗ ΠΟΡΕΙΑ ΖΩΗΣ

Ἡ ζωὴ κάθε ἀνθρώπου ξεκινᾶ καὶ προχωρά, ὀδεύοντας πρὸς τὸ τέλος της. ‘Όλοι ἐρχόμαστε “πρόσωπο μὲ προσωπο” μὲ τὴν ὥρα τοῦ ἀποχωρισμοῦ ἀπὸ αὐτὸν τὸν κόσμο -εἴτε τὸ δεχόμαστε εἴτε τὸ ἀπωθοῦμε ἀπὸ τὴν καθημερινή μας σκέψη' εἶναι μιὰ ἀλήθεια τῆς ζωῆς, στὴν ὁποία ἡ Ἐκκλησία ἀπαντᾶ καθημερινὰ μὲ τὴν κατ' ἐξοχὴν ἐκκλησιαστική της πράξη, τὴν προσευχή: στὴ λειτουργία ἀκοῦμε εὐχὲς ὑπὲρ ζώντων καὶ κεκοιμημένων, ζητᾶμε “τὰ τέλη τῆς ζωῆς ἠμῶν νὰ εἶναι ἀνώδυνα, ἀνεπαίσχυντα, εἰρηνικά”, νὰ ἔχουμε “καλὴν ἀπολογίαν ἐπὶ τοῦ φοβεροῦ βηματος”. Εἶναι καθημερινὸ κομμάτι τῆς λειτουργικῆς ζωῆς ἡ ὑπενθύμιση ὅτι ἡ παραμονὴ μᾶς ἐπὶ γῆς ἔχει ἡμερομηνία λήξης.

Ὅσοι ἀπὸ ἐμᾶς νιώθουν εὐεξία καὶ εἶναι γεμάτοι ζωντάνια τὰ ἀκοῦν αὐτὰ ὡς κάτι μακρινό, ποῦ ἀφορᾶ τοὺς ἡλικιωμένους καὶ τοὺς βαριὰ ἀσθενεῖς, ὅμως ἡ ὥρα τοῦ θανάτου δὲν εἶναι γνωστὴ γιὰ κανέναν, καὶ οἱ προγνώσεις πολλὲς φορὲς ἀνατρέπονται. Ὅσα λοιπὸν ὑπενθυμίζει καθημερινῶς ἡ Ἐκκλησία σὲ ὅλους, οἱ ἀσθενεῖς τα σκέφτονται οὕτως ἡ ἄλλως λόγω τῶν δυσκολιῶν ποῦ ζοῦν κάθε μέρα, σὲ ἐπίπεδο σωματικῆς καὶ ψυχικῆς καταστάσης, κυρίως οἱ ἴδιοι ἀλλὰ καὶ τὸ περιβάλλον τους, οἰκογενειακό, ἐργασιακό, κοινωνικό.

ΚΑΡΚΙΝΟΣ = ΜΝΗΜΗ ΘΑΝΑΤΟΥ

Τί διαφορετικὸ ἔχει ὁ καρκίνος ἀπὸ τὶς ἄλλες ἀσθένειες; ποία εἶναι ἡ μεγάλη διαφορά του; Γιατί ἡ διαγνώσή του ἀποτελεῖ συγκλονιστικὴ ἐμπειρία γιὰ τὸν ἀσθενῆ καὶ τοὺς οἰκείους του; Ὁ καρκίνος μὲ τὴν ἔννοια τοῦ θανάτου εἶναι πολὺ στενὰ συνδεδεμένος στὸ μυαλὸ ὅλων μας, καὶ χτυπᾶ τὸ καμπανάκι τῆς ὑπενθύμισης ἠχηρὰ κάθε φορᾶ ποῦ παρουσιάζεται, ἄκομα καὶ στὶς ἰάσιμες μορφές του: Ἀποτελεῖ εὐκαιρία γιὰ «μνήμη θανάτου» πολὺ πιὸ ἔντονα ἀπὸ πολλὰ ἄλλα πράγματα στὴν ζωή μας, καθὼς ἡ ἔκβαση τῆς θεραπείας εἶναι ἀβέβαιη, μιὰ ἀβεβαιότητα ποῦ παρατείνεται γιὰ πολλὰ χρόνια στὶς περισσότερες περιπτώσεις ἀφ’ ἑνός, καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἡ ἀγωγὴ συχνὰ προκαλεῖ ἡ ἴδια σημαντικὲς δυσάρεστες συνέπειες . Οὕτως ἢ ἄλλως, ἡ ἴδια ἡ ἀσθένεια προκαλεῖ συχνὰ πόνους, ποῦ ταλαιπωροῦν τοὺς ἀσθενεῖς καὶ ἐμποδίζουν τὶς καθημερινές τους δραστηριότητες, δημιουργώντας ἕνα νέο, ὄχι εὐπρόσδεκτο πλαίσιο ζωῆς, στὸ ὁποῖο πρέπει νὰ προσαρμοστεῖ ὁ ἀσθενὴς καὶ ὅλοι οἱ οἰκεῖοι του.

Οἱ ἄνθρωποι μὲ διεγνωσμένο καρκίνο βρίσκονται κι αὐτοὶ λοιπὸν στὴν κοινή πορεία ὅλων μᾶς, οἱ συνθῆκες τῆς ζωὴ τοὺς ὅμως κάνουν ἀρκετὰ πιὸ δύσκολο νὰ διαλέξουν τὴν ἀρνήση καὶ τὴν ἀπωθήση τῆς σκέψης τοῦ τέλους, ὅπως οἱ περισσότεροι. Ἡ δύσκολη, ἐπιπόνη πορεία γεμάτη ἐρωτηματικὰ καὶ ἀδιέξοδα, ὅπως προδιαγράφεται ἀπὸ τὴν ἀσθένειά τους, γιὰ τὴν ὁποία δὲν ὑπάρχει βέβαιη θεραπευτικὴ ἔκβαση φέρνει τὶς χαρὲς τοῦ κόσμου ἀκόμα πιὸ μακριὰ. Στὴν περίπτωση δὲ τῶν ἀσθενῶν τελικοῦ σταδίου, γιὰ τοὺς ὁποίους ἔχει ἐξαντληθεῖ πιὰ ἡ θεραπευτικὴ ἰατρικὴ καὶ ἀπομένει ἡ ἀνακουφιστικὴ φροντίδα, μὲ ἄλλα λόγια ἡ ἐλπίδα παραμονῆς στὸν κόσμο ἔχει ἐκμηδενιστεῖ, ἡ σχέση τῆς ἀσθενείας μὲ τὴν ἀνυπαρξία φαίνεται ἄρρηκτη, ἰδιαίτερα δὲ γιὰ τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους ποῦ, ἐξαιτίας τῆς πολὺ μεγάλης σωματικῆς ταλαιπωρίας καὶ ὀδύνης, ἔχουν χάσει πιὰ καὶ τὴ θελήση γιὰ ζωή.

Ἡ ψυχολογική, καὶ κατ' ἐπέκταση οἰκογενειακὴ καὶ κοινωνικὴ, καταστάση ἀνθρώπων μὲ τέτοιες συνθῆκες ζωῆς ἀπαιτεῖ τιτάνιες προσπάθειες γιὰ νὰ μπορέσει νὰ κινηθεῖ σὲ σχεδὸν φυσιολογικὰ πλαίσια -ὅσο ἐπιτρέπουν οἱ ἐξαντλητικὲς χημειοθεραπεῖες, οἱ ἔντονοι ἕως ἀφόρητοι πόνοι, ἡ ψυχολογικὴ κόπωση ἀπὸ τὴ σωματικὴ ἀδυναμία. Τὸ αὐτεξούσιο ζωῆς περιορίζεται ἀπὸ τὸ θεραπευτικὸ πλαίσιο, καὶ ἡ καθημερινότητα ἐναπόκειται σὲ μεγάλο βαθμὸ στοὺς φροντιστὲς τοῦ ἀσθενοῦς.

Εἶναι ἡ στιγμὴ ποῦ ἡ σκέψη ἀναγκάζεται νὰ ἀποτραβηχτεῖ ἀπὸ τὶς χαρὲς καὶ τὶς λύπες τοῦ κόσμου, γιατί πλέον τὶς ἀντιλαμβάνεται ὡς προσωρινὲς καὶ μὲ ἡμερομηνία λήξης. Εἶναι ἡ στιγμὴ ποῦ ἡ προοπτική της «ζωῆς μετὰ» εἶναι καθοριστικὴ γιὰ τὴν ἀντιμετώπιση τῆς καθημερινότητας. Τὸ πῶς ὁ καθένας διαχειρίζεται τὶς ἔννοιες τῆς ὑγείας, τῆς ἀρρώστιας τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου εἶναι καθοριστικό' κρίνονται, ἀσυνείδητα, καὶ οἱ μικρότερες ἀποφάσεις του, καὶ οἱ παραμικρὲς ἀντιδράσεις του. Ἡ προοπτική της «ζωῆς μετὰ» εἶναι ὁ ἄξονας πάνω στὸν ὁποῖο προσαρτῶνται ὅλα τα ἄλλα: Γαλιλαῖος[βιβλίο γ λυκείου].

ΣΥΝΗΘΗΣ ΑΝΤΙΛΗΨΗ ΥΓΕΙΑΣ-ΑΡΡΩΣΤΙΑΣ

Συνήθως καὶ γιὰ σχεδὸν ὅλους μας ἡ ὑγεία ταυτίζεται πρώτον μὲ τὴν σωματικὴ καλὴ κατάσταση, εὐεξία καὶ ἔλλειψη ὁποιουδήποτε ἄλγους, τὴ δυνατότητα αὐτοεξυπηρέτησης καὶ δεύτερον μὲ τὴν καλὴ ψυχικὴ ὑγεία, ποῦ προσμετρᾶται μὲ τὴν καλὴ ψυχολογικὴ εἰκόνα ἀλλὰ καὶ μὲ τὶς κοινωνικὲς δεξιότητες τοῦ ἀτόμου καὶ τὴν ἐνσωμάτωσή του στὶς ὁμάδες τοῦ κοινωνικοῦ ἱστοῦ: οἰκογενειακή, ἐργασιακή, κοινωνική. Ἡ καλὴ «ἔξωθεν μαρτυρία» εἶναι αὐτὴ ποῦ ἀποφαίνεται γιὰ τὴν ὑγεία ἢ τὴν ἀσθένεια τοῦ κάθε ἑνὸς ἀπὸ ἐμᾶς. Ἡ ὑγεία δὲν ἀναφέρεται στὴ σχέση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸ θεῖο ἢ τὸ θάνατο’ θεωροῦνται προσωπικὲς τοποθετήσεις, ποῦ δὲν ἀφοροῦν στὴν ἰατρικὴ τοῦ εἰκόνα, ποῦ εἶναι κι αὐτὴ ποὺ ἀποφαίνεται γιὰ τὸ ὑγιὲς ἢ ὄχι τοῦ ἀνθρώπου.

ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑ

Ι.
Στὸ πλαίσιο τῆς Ὀρθόδοξης ἀνθρωπολογικῆς θεώρησης ὑγεία θεωρεῖται ἡ φυσικὴ κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου. Γιὰ τὴν Ἐκκλησία φυσικὴ εἶναι ἡ κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου τὴ στιγμὴ τῆς δημιουργίας του, τῆς ζωῆς του στὸν Παράδεισο, πρὶν ἀπὸ τὴν πτώση. Δηλαδὴ ἡ ἄμεση ἐπικοινωνία μὲ τὸ Θεὸ καὶ Δημιουργὸ χωρὶς φόβο καὶ συμφέρον καὶ ἡ ἀγαστὴ σχέση μὲ τὴ φύση, χωρὶς φόβο γιὰ ὁποιοδήποτε κομμάτι της, καθὼς καὶ ἡ ἄγνοια τοῦ κακοῦ, ἄρα καὶ ἡ εὐθεία, ἀγαπητικὴ κοινωνία καὶ συμπόρευση τῶν προσώπων, μὲ ἁπλότητα καὶ χωρὶς σκοπιμότητες, ἡ ἔλλειψη τῆς ντροπῆς ὡς ἐμπόδιο ἀνάμεσα στὰ φύλα, ὄχι ὡς ἔκφραση ἀπελευθέρωσης, ἀλλὰ ὡς ἄγνοιά της –σάν τὰ μικρὰ παιδιὰ, ἡ ἔλλειψη τοῦ ἐγωϊσμοῦ τελικὰ σὲ κάθε ἔκφρασή του. Στὴ φάση αὐτὴ τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης δὲν ὑπάρχει ὁ φόβος τοῦ θανάτου, τῆς φθορᾶς, τοῦ πόνου καὶ τῆς ἀσθένειας γιατί δὲν ὑπάρχουν στὴ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου. Αὐτὸ ποῦ ξέρουν καὶ ζοῦν οἱ πρωτόπλαστοι εἶναι ἡ δυνατότητα νὰ ζοῦν ἀπροβλημάτιστοι στὸν παράδεισο, σὲ μιὰ κοινωνία τῶν προσώπων ἀνεμπόδιστη, ἔχοντας μόνο νὰ διαλέξουν ἂν θὰ δοκιμάσουν ἢ ὄχι «τὸν ἀπαγορευμένο καρπό», μιὰ δυνατότητα ἐπιλογῆς ποῦ ἐκφράζει τὴν ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου νὰ ζήσει ἐντός του πλαισίου τῶν θεϊκῶν ἐντολῶν ἢ ὄχι.

ΙΙ.
Μὲ τὴν ἐπιλογὴ τῶν πρωτοπλάστων νὰ δοκιμάσουν ἀπὸ τὸν καρπὸ ἐπιβεβαιώνεται ἡ πραγματικότητα τῆς ἐλευθερίας μας, ὅμως ταυτόχρονα βιώνουν τὴν πρωτόγνωρη αἴσθηση τοῦ κακοῦ: νιώθουν ἐνοχὴ καὶ δειλία, ντρέπονται τὸ Θεό, ντρέπονται ὁ ἕνας τὸν ἄλλο, καὶ φαίνονται ἀνειλικρινεῖς καὶ εὐθυνόφοβοι καθὼς πετᾶνε κατηγορίες ὁ ἕνας στὸν ἄλλο. Μὲ ἄλλα λόγια, τὸ ἀνθρώπινο γένος ὅπως τὸ ξέρουμε καὶ τὸ ζοῦμε στὰ ἐλαττώματά του ὅλοι μας. Η παραδείσια κοινωνία των προσώπων έχει χαθεί.

Ἡ ἐκδίωξή τους ἀπὸ τὸν παράδεισο εἶναι ἀπόρροια τῆς δικῆς τους ἐπιλογῆς γιὰ ἀποκοπῆ τῆς κοινωνίας μὲ τὸ Θεὸ καὶ τῆς δικῆς τους ἀποστασιοποίησης τοῦ ἑνὸς ἀπὸ τὸν ἄλλο, καθὼς σὲ κανένα σημεῖο δὲν βρίσκουν τὸ κουράγιο νὰ ζητήσουν συγνώμη γιὰ τὸ λάθος τους καὶ νὰ ἀναλάβουν τὴν εὐθύνη γιὰ τὴν πράξη καὶ τὶς σκέψεις τους. Πλέον γιὰ τοὺς ἀνθρώπους αὐτὸ ποῦ Ἐκκλησία θεωρεῖ φυσικὴ κατάσταση –ἡ προπτωτικὴ ζωὴ- γίνεται ἐλπίδα καὶ λαχτάρα, καθὼς πιά ζοῦμε ἀφύσικα, μεταπτωτικά.

Ἡ φθορά, ὁ πόνος, ἡ ἀρρώστια καὶ ὁ θάνατος ἐκφράζουν τὴν ἀπόστασιοποίηση ἀπὸ τὸν Παράδεισο, ἐπηρεάζουν καὶ τὸν κόσμο –ποῦ φτιάχτηκε νὰ εἶναι ἐξαρτημένος ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο γιὰ τὴν εὔρυθμη λειτουργία τοῦ- ἀλλὰ έχουν οι ἀνθρωποι τὴν εὐκαιρία νὰ ξαναζήσουν στὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ ὅμως πιὰ ἀγωνιστοῦν γιὰ αὐτό, ἀξιοποιώντας τὴν ἐλευθερία ἐπιλογῆς ποῦ συνεχίζει νὰ ὑφίσταται γιὰ κάθε ἄνθρωπο όσο ζεί,

ΙΙΙ. 
«Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν, θανάτω θάνατον πατήσας, καὶ τοῖς ἐν τοῖς μνήμασιν ζωὴν χαρισάμενος»
Χρόνος ἀξιοποίησης αὐτῆς τῆς ἐλευθερίας εἶναι ὁ χρόνος ζωῆς τοῦ κάθενός μας, σύμφωνα μὲ τὸ πῶς τὴν διαμορφώνει μὲ τὶς ἐπιλογές του. Ἡ ἐνανθρώπηση τοῦ Θεοῦ- Λόγου, ὁ σταυρικὸς θάνατος καὶ ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ καταργοῦν τὸ θάνατο, ἐνεργοποιοῦν τὴ δυνατότητα τῆς ἀθανασίας, τῆς αἰώνιας ὕπαρξης στὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, γιὰ ὅσους τὸ ἐπιδιώξουν κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ἐπίγειας ζωῆς τους. Ὁ θάνατος κι ἡ ζωὴ -ὅπως τὰ ζοῦμε σήμερα- ἀλλάζουν νόημα: ζωὴ εἶναι ἡ κοινωνία μὲ τὸ Θεό, ποῦ σημαίνει καὶ τὴν ἀνάστασή των νεκρῶν –ἀνάσταση συνολική της κάθε ἀνθρώπινης ὕπαρξης, ὄχι τμηματικὴ- ἀλλὰ στὴν προπτωτικὴ κατάσταση πάλι, χωρὶς φθορά, πόνο κι ἀρρώστια’ ἐπάνοδο στὸν παράδεισο, τελικά. Θάνατος γίνεται ἡ ἄρνηση αὐτῆς τῆς κοινωνίας καὶ ἡ ἐπιλογὴ τῆς ἀπόστασης ἀπὸ ὅλα αὐτά, ἡ παραμονὴ στὴν μεταπτωτικὴ κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου, ὅπως τὴν ζοῦμε κάθε ἥμερα, καὶ ἡ ὁποία καμία ὑπόσχεση αἰωνιότητας δὲν προσφέρει.

Η ΑΝΤΙΛΗΨΗ ΤΗΣ ΥΓΕΙΑΣ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

Ἐφόσον ζωὴ γιὰ τὴν Ἐκκλησία σημαίνει τὴν κοινωνία τῶν προσώπων ὡς μέλη τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, αἰώνιως στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, -για ζωντανούς και νεκρούς εξίσου- ἡ διαχωριστικὴ γραμμὴ μεταξὺ ἐπίγειας ζωῆς καὶ θανάτου ξεθωριάζει: καὶ γιὰ τοὺς μὲν καὶ γιὰ τοὺς δὲ ἀπευθύνει προσευχές, αἰτούμενη οὐσιαστικὰ ἕνα πράγμα: τὴν εὐλογία τους ἀπὸ τὸ Θεό, μιὰ ἀνάγκη ποὺ ἐκφράζεται κάθε φορᾶ ἀνάλογα μὲ τὶς ἀνάγκες τοῦ καθενός, εἴτε ως συγχώρεση, εἴτε ως ἀνάπαυση, εἴτε ως αἰώνια μνήμη, εἴτε ως ὑγεία. Εἶναι ὅλες λέξεις ποῦ ἐκφράζουν ἀπὸ διαφορετικὴ πλευρὰ τὴν ἀνάγκη τοῦ ἀνθρώπου νὰ εἶναι σὲ κοινωνία μὲ τὸ Θεό.

Ἡ ἑνότητα αὐτὴ ἐκφράζεται στὸν ἐκκλησιαστικὸ χῶρο μὲ τὴν ἁγιογράφηση τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας ποῦ ἔχουν προηγηθεῖ χρονικὰ –προφῆτες, ἅγιοι- τὴν ἀναγκαιότητα τῆς παρουσίας τῶν ζώντων πιστῶν στὰ μυστήριά της καὶ λειτουργικὰ κατ’ ἐξοχὴν στὴ Θεία Λειτουργία ὅπου ὅμοια ζῶντες καὶ κεκοιμημένοι συμμετέχουν στὴν εὐχὴ τῆς Ἀναφορᾶς –ἀναφορὰ τῶν πάντων στὸ Θεό-, πρὶν ἀπὸ τὴνλήψη τῶν ἀχράντων μυστηρίων, ὅπως και σε κάθε Μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας, ὅπου συσχετίζονται ὅλοι, παρελθόντων καὶ παρόντων γενεῶν, αἰωνίως με τη Βασιλεία τοῦ Θεοῦ: «Ἠμων τὸ πολίτευμα ἐν οὐρανοῖς ὑπάρχει» (Φίλ. 3, 20). Ἡ ζωή μας, τὸ φρόνημά μας, ἡ καθημερινότητά μας, ἡ σκέψη μας, ἡ προοπτική μας, δὲν ἔχουν νὰ κάνουν μὲ τὰ γήινα, μὲ τὰ χρονικά, μὲ τὰ χωρικά. Ἀλλὰ ἔχουν νὰ κάνουν μὲ τὰ αἰώνια, μὲ τὰ πνευματικά. Ὅσα κι ἂν ἀποκτήσεις σὲ αὐτὸν τὸν κόσμο εἶναι λίγα. Ὅσα χρόνια κι ἂν ζήσεις –καὶ ἑκατὸν πενήντα ἀκόμη- εἶναι πολὺ λίγα. Ὅ,τι κι ἂν κάνεις πεθαίνει. Τί φοβερὸ πράγμα ὅμως, νὰ ζεῖ κανεὶς ἀπο τώρα, μέσα ἀπὸ τὴν καλλιέργεια τοῦ φρονήματος τῶν ἀρετῶν, στὴν κατάσταση της αιώνιας  Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, ὅπου «οὐκ ἔστι πόνος, οὗ λύπη, οὗ στεναγμός, ἀλλὰ ζωὴ ἀτελεύτητος». Αὐτὴ εἶναι ἡ σχέση μας μὲ τὸ χρόνο: νὰ τὸν μεταμορφώνουμε σὲ αἰωνιότητα. …σ’ αὐτὸ εἶναι ποὺ μᾶς καλεῖ ἡ Ἐκκλησία. Διότι ἡ Ἐκκλησία μόνο αὐτό ζει.Δν την ενδιαφέρει  τίποτε άλλο και αντιμετωπίζει την καθημερινότητα με το πνεύμα της αιωνότητας"1

Η ΑΝΤΙΛΗΨΗ ΤΗΣ ΑΡΡΩΣΤΙΑΣ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ 

Ι. Ἡ ἀντίληψη τῆς Ὀρθόδοξης ἀνθρωπολογίας γιὰ τὴν ἀρρώστια εἶναι ὅτι εἶναι μέρος τῆς πτώσης τοῦ ἀνθρωπίνου γένους καί ἡ ἀντιμετώπισή της ριζώνει στὶς εὐαγγελικὲΘεός και άνθρωπος θρηνούν γιὰ τὸν ἄνθρωπο ποὺ γεννιέται σὲ μιὰ ζωὴ ποὺ φθείρεται ἀἢ γρήγορα, πορευόμενος σὲ ἕναν κόσμο ποὺ ἀπαιτεῖ σκληρὸ ἀγώνα ἔναντι στὶς ἀντιξοότητες, καὶ τελικά πεθαίνει, χωρίς να παύει όμως καί νὰ ὑπενθυμίζει τὴν φυσικὴ κατάσταση τοῦ ἀνθρώπινου γένους, στὴν ὁποία προσβλέπει. Μιλώντας γιὰ «ζωὴν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος» δὲν ἐννοεῖται ἡ μετὰ θάνατον ζωὴ χωρὶς σῶμα, ἀλλὰ ἡ ἀλλαγὴ στὴν ποιότητα ζωῆς  που φέρει η πανασύνδεση με την πηγή της ζωής το Θεό, και επί γής και αιωνίως μια ποιότητα ζωής που δεν αγγίζουν οι δυνάμεις της της φθοράς της τωρινής κατάστασης. 

ΙΙ. Πηγαίνοντας στὸ βάθος τῶν πραγμάτων και διαβλέποντας τὴ νοσοῦσα ψυχή, κι ὄχι μόνο τα ἐμφανῆ σωματικὰ συμπτώματα, ἀντιμετωπίζεται ὸ κάθε ἄνθρωπος συνολικά, ὁλιστικὰ κι ὄχι τμηματικά. Πιὸ ἀσθενὴς θεωρεῖται ὁ σκληρόκαρδος, ἀδιάλλακτος Φαρισαῖος και κραταιὸς κοινωνικὰ ἀπὸ ότι οι μεταμελημένοι «περιθωριακοί» τῆς κοινωνίας ( ο κλέφτης στο σταυρό, ο τελώνης, η λιθοβολούμενη πόρνη, η Σαμαρείτιδα, οι λεπροὶ), καθὼς ὁ πρῶτος–ἀκολουθώντας τὸ ἀτόπημα των πρωτοπλάστων- μένει εκτός της κονωνίας με το Θεό και  τους ἀνθρώπους, ἐγκλωβισμένος στὸν αὐτοθαυμασμό του και την αυτοδικαίωσή του στην  μεταπτωτικὴ ἀποκοπὴ ἀπὸ τὴ ζωὴ, στὴ θέωση χωρίς το Θεό.

ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΘΕΡΑΠΕΙΑΣ ΕΝ ΧΡΙΣΤΩ

Θεραπεία εἶναι ἡ ἀνακούφιση τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν αἰώνιο πόνο, ποὺ νιώθει ἡ ψυχὴ κι ἐκφράζει τὸ σῶμα, μὲ τὴν υπερνίκηση τῆς καθημερινῆς φθοροποιοῦ θανῆς καὶ τοῦ θανάτου, κι ἔτσι ἀλλάζει κι ὁ σωματικὸς πόνος . Ἡ θεραπεία προσφέρεται συνολικὰ ἀφοῦ «τὸ γὰρ ἀπρόσληπτον, ἀθεράπευτον» γιὰ τὸν κάθε ἄνθρωπο κι ὄχι συμπτωματικά, ἀλλὰ πηγαίνοντας στὸ βάθος τῶν πραγμάτων, καθῶς ἡ θεραπεία ξεκινᾶ ἀπὸ μέσα πρὸς τὰ ἔξω (Π. Λουκᾶς Φιλοθεϊτης) και εἶναι διαθέσιμη ὅλες τὶς στιγμές, ἀπορρέει ὅμως ἀπὸ τὴν ἐκφραζόμενη ἀνάγκη τῆς ψυχῆς νὰ μὴν ἀσθενεῖ πιά.

Τελικὰ θεραπεία τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ ἐπαναφορὰ στὴν κοινωνία γιὰ τὴν ὁποία δημιουργήθηκε, στὴν παραδείσια κατάσταση. Κέντρο της χριστιανικής προοπτικής είναι η Ανάσταση΄ η Ανάσταση του Θεανθρώπου που σηματοδοτεί την ανάσταση όλων των ανθρώπων και την επιστροφή στη ζωή του Παραδείσου.

ΔΙΑΦΟΡΟΠΟΙΗΜΕΝΗ ΑΝΤΙΛΗΨΗ

Ἡ «κουβέντα» καθενός μας μὲ τὸ Θεὸ κρατά ὅσο κι ἡ ζωὴ τοῦ΄ὁ διάλογος εἶναι συνεχής, εἴτε εἶναι φιλικὸς καὶ φανερὸς εἴτε ὄχι. Στὸ τέλος τῆς ζωῆς ὅμως οἱ ἐσωτερικὲς διεργασίες κάθε προσώπου ἀφοροῦν τὶς ἀλήθειες τῆς ζωῆς, καὶ ὁ κόσμος χάνει τὴ σημασία τοῦ καθὼς φανερώνονται τὰ πεπερασμένα ὅρια τοῦ ἀνθρώπου καὶ τῶν ἔργων τοῦ –τεχνολογία, ἰατρική, ὑλικὲς ἀπολαβές. Ὁ ἄνθρωπος μένει μόνος ἀπὸ ὅλα αὐτά, μὲ τὸν ἐσωτερικό του κόσμο καὶ τὴν ἐπερχόμενη ἀλλαγὴ ἀπὸ τὴ ζωὴ στὸ θάνατο. Τότε εἶναι πρόσωπο μὲ πρόσωπο μὲ τὴν ὑπαρξιακή του πίστη & πεποίθηση. Αὐτὸ σημαίνει πρόσωπο μὲ πρόσωπο μὲ τὸ συμπέρασμα καὶ τὴν ἀλήθεια τῆς ζωῆς ποὺ ἔζησε καὶ πῶς αὐτὴ τὸν τοποθετεῖ ἀπέναντι στὸ θάνατο: ἡ συνειδητοποίηση τοῦ πεπερασμένου για κάθε τί ἐπὶ γῆς μπορεῖ νὰ γίνει ἐφαλτήριο ἀπελπισίας ἢ προσδοκίας.

Σημασία ἔχει νὰ δοῦμε τὸ παράδειγμα αὐτῶν ποῦ νικῆσαν τὸν πόνο, δὲν χάθηκαν σὲ αὐτόν. Ὑπάρχουν πολλοὶ «ἀνώνυμοι» ἀσθενεῖς ποῦ τὸ κατορθῶσαν καὶ τὸ κατορθώνουν αὐτό, αὐτὴ τὴ στιγμὴ ὅμως θὰ ἀναφερθῶ σὲ ἀνθρώπους ποὺ τελείωσαν τὴν ἐπίγεια ζωὴ τοὺς βαριὰ ἀσθενεῖς, σύμφωνα μὲ τὶς καταγεγραμμέ-νες βιογραφίες τους:

1. Ὁ π. Πορφύριος, γιὰ πάρα πολλὰ χρόνια, κι ἐνῶ λειτουργοῦσε καὶ ἔβλεπε πλῆθος κόσμου καθημερινὰ, ὑπέφερε ἀπὸ ἀρκετὲς ἀσθένειες ἐκτός του καρκίνου κατὰ μαρτυρία θεράποντος ἰατροῦ του, Γεωργ. Παπαζάχου: «ἔμφραγμα μυοκαρδίου (προσθιοφραγματικὸ μὲ πλαγία ἰσχαιμία), χρόνια νεφρικὴ ἀνεπάρκεια, ἕλκος δωδεκαδακτύλου (μὲ ἐπανειλημμένες γαστρορραγίες), χειρουργηθέντα καταρράκτη (μὲ ἀποβολὴ τοῦ φακοῦ καὶ τύφλωση), ἕρπητα ζωστήρα στὸ πρόσωπο [ὁ ὁποῖος σὲ ἔξαρση τοῦ κάλυπτε ὅλο το δεξιό του πρόσωπο ἀπὸ τὰ μαλλιὰ μέχρι τὸ σαγόνι, μιὰ ἀνοιχτῆ πληγή], σταφυλοκοκκικὴ δερματίτιδα στὸ χέρι, βουβωνοκήλη (μὲ συχνὴ περίσφιγξη), χρόνια βρογχίτιδα καὶ ἀδένωμα τῆς ὑποφύσεως στὸ κρανίο». Μερικὰ ἀπὸ τὰ λόγια τοῦ σχετικά: «εὐχαριστῶ τὸ Θεὸ πού μου ἔδωσε πολλὲς ἀρρώστιες! Πολλὲς φορὲς τοῦ λέω ‘Χριστέ μου, ἡ ἀγάπη Σου δὲν ἔχει ὅρια. Τὸ πῶς ζῶ εἶναι ἓν θαῦμα. Μέσα στὶς ἄλλες μου ἀρρώστιες ἔχω καὶ καρκίνο στὴν ὑπόφυση. Δημιουργήθηκε ἐκεῖ ὄγκος ποὺ μεγαλώνει καὶ πιέζει τὸ ὀπτικὸ νεῦρο. Γι’ αὐτὸ τώρα πιὰ δὲν βλέπω. Πονάω φοβερά. Προσεύχομαι, ὅμως σηκώνοντας τὸ Σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ μὲ ὑπομονή. Εἴδατε τὴν γλώσσα μου πῶς εἶναι; Ἔχει μεγαλώσει, δὲν εἶναι ὅπως ἦταν. Εἶναι κι αὐτὸ ἀπὸ τὸν καρκίνο ποὺ ἔχω στὸ κεφάλι. Κι ὅσο πάω, θὰ γίνομαι χειρότερα. Θὰ μεγαλώσει κι ἄλλο, θὰ δυσκολεύομαι νὰ μιλήσω.»

«Δὲν μὲ ἀπασχολεῖ πόσο θὰ ζήσω κι ἂν θὰ ζήσω. Αὐτὸ τὸ ἔχω ἀφήσει στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Συμβαίνει πολλὲς φορὲς νὰ μὴ θέλει κανεὶς νὰ θυμᾶται τὸ θάνατο. Εἶναι γιατί ἐπιθυμεῖ τὴ ζωή. Αὐτὸ εἶναι, ἀπὸ μιὰ ἄποψη, ἔνδειξη τῆς ἀθανασίας τῆς ψυχῆς. Ὅμως ‘ἐὰν τὲ ζῶμεν, ἐὰν τὲ ἀποθνήσκωμεν, τοῦ Κυρίου ἐσμὲν’ [Ρωμ. 14, 8]. Ὁ θάνατος εἶναι μία γέφυρα ποὺ θὰ μᾶς πάει στὸ Χριστό. Μόλις κλείσομε τὰ μάτια μας, θὰ τ’ ἀνοίξομε στὴν αἰωνιότητα.»

«Ὅλο αὐτὸ τὸν καιρὸ εἶχα φρικτοὺς πόνους σ’ ὅλο μου τὸ σῶμα. Οἱ ἄλλοι ἔβλεπαν νὰ πεθαίνω. Ἐγὼ εἶχα παραδοθεῖ στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Δὲν προσευχόμουνα νὰ μὲ ἀπαλλάξει ἀπ’ τοὺς πόνους. Ὁ πόθος μου ἦταν νὰ μ΄ἐλεήσει. Εἶχα ἀκουμπήσει σ’ Αὐτόν, περίμενα νὰ ἐνεργήσει ἡ χάρις Του. Δὲν φοβόμουνα τὸ θάνατο. Στὸν Χριστὸ θὰ πήγαινα. Ὅπως σᾶς εἶπα, ἔλεγα ὄχι μὲ ἰδιοτέλεια, ὄχι γιὰ νὰ μοῦ δώσει τὴν ὑγεία μου. Τὴν αἰσθανόμουνα μὲ μία λέξη.»

«Τὸ τέλειο εἶναι νὰ μὴν προσευχόμαστε γιὰ τὴν ὑγεία μας. Νὰ μὴν εὐχόμαστε νὰ γίνομε καλά, ἀλλὰ νὰ γίνομε καλοί. Κι ἐγὼ γιὰ τὸν ἑαυτό μου αὐτὸ εὔχομαι, σᾶς λέω. Ἀκούσατε; Ὄχι καλοί, δηλαδὴ ἐνάρετοι, ‘νὰ γίνομε αὐτό, αὐτό, αὐτό…’, ἀλλὰ ν’ ἀποκτήσομε θεῖο ζῆλο΄ ν’ ἀφηνόμαστε μὲ ἐμπιστοσύνη στὴν ἀγάπη Του΄ νὰ προσευχόμαστε μᾶλλον γιὰ τὴν ψυχή μας. Καὶ τὴν ψυχή μας θὰ τὴν ἐννοοῦμε ἐνσωματωμένη μέσα στὴν Ἐκκλησία, ποὺ κεφαλὴ τῆς εἶναι ὁ Χριστός, μαζὶ μὲ ὅλους τους συνανθρώπους μας καὶ μὲ ὅλους τους ἐν Χριστῷ ἀδελφούς. Κι ἐγὼ ἀνοίγω τὰ χέρια καὶ προσεύχομαι γιὰ ὅλους. …Μήπως καὶ γιὰ μένα, ποῦ νιώθω αὐτὸ τὸ ζῆλο, αὐτὴ τὴ λατρεία [γιὰ τοΧριστὸ] δὲν συμβαίνει αὐτό, τὸ νὰ μὴν ὑποκύπτω στὴν ἀρρώστια οὔτε στὸν καρκίνο, ἂν καὶ αἰσθάνομαι τὸ σῶμα μου νὰ εἶναι σάπιο; Δὲν πρέπει νὰ μιλάω, ἀλλ’ ἡ ἀγάπη μου γιὰ σᾶς καὶ γιὰ ὅλο τὸν κόσμο, δὲν μ’ ἀφήνει νὰ σιωπήσω. Μιλώντας, οἱ πνεύμονές μου μένουν χωρὶς ὀξυγόνο καὶ εἶναι μεγάλο κακό, γιατί παθαίνει ἡ καρδιά. Ἔπαθα κάτι πολὺ χειρότερο ἀπὸ ἔμφραγμα. Ὅμως ζῶ. Δὲν εἶναι αὐτὸ τοῦ θεοῦ ἐπέμβαση; Ναί, καὶ ἐγὼ κάνω ὑπακοὴ στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, στὴν ἀρρώστια. Ὑπομένω ἀγόγγυστα καί… μὲ ἀγανάκτηση γιὰ τὸν ἑαυτό μου, διότι ‘οὐδεὶς καθαρὸς ἀπὸ ρύπου’ [Ἰώβ, 14, 4]. Εἶμαι ἄσχημα, νοσεῖ καὶ τὸ πνεῦμα μου.»«ὁ νοῦς τετραυμάτισται, τὸ σῶμα μεμαλάκισται, Νοσεῖ τὸ πνεῦμα΄ ὁ λόγος ἠσθένησεν, Ὁ βίος νενέκρωται, τὸ τέλος ἐπὶ θύραις΄ Διὸ μοί, τάλαινα ψυχή, τί ποιήσεις, Ὅταν ἔλθη ὁ Κριτὴς ἀνευρῆσαι τα σὰ;»3

Ὁ π. Παϊσιος ἀπὸ τὸ 1949 (25 ετών), ὡς φαντάρος εἶχε προβλήματα ὑγείας στοὺς πνεύμονες΄ τὸ 1956 ἔκανε θεραπεία γιὰ φυματίωση χωρὶς βελτίωση, καθὼς οἱ αἱμοπτύσεις συνεχίζονταν, καί τελικὰ χειρουργήθηκε γιὰ βρογχεκτασία τὸ 1966, μὲ νοσηλεία 4 μηνῶν. Ἀπὸ τὸ χρόνο αὐτῆς τῆς ἐπέμβασης, λόγω κακῆς ἀντίδρασης στὴν ἀντιβίωση, εἶχε μεγάλο πρόβλημα στὸ ἔντερο ποὺ τὸν ταλαιπώρησε γιὰ ὅλα του τὰ χρόνια μὲ αἱμορραγίες καὶ πόνους΄ τὸ 1987, ἀφοῦ ὑπέφερε χρόνια ἀπὸ καὶ ἀπὸ κήλη, ἔκανε ἐγχείρηση βουβωνοκήλης. Ο ίδιος για αυτά μιλά στο βιβλίο Οικογενειακή ζωή «Ὅταν ἐρχόταν κόσμος, ζοριζόμουν. Πέρασε ἐκεῖνο, μετὰ ἄρχισε ἡ αἱμορραγία. Ἑλκώδη κολίτιδα, μοῦ εἶπαν. Ἄλλη ἱστορία... Πᾶνε ἑπτὰ χρόνια μὲ αἱμορραγίες, μὲ πόνους... Ἀλλὰ μὴ στεναχωριέστε΄ μόνο νὰ εὔχεστε γιὰ τὴν ὑγεία τῆς ψυχῆς μου. Γιατί, ἂν ἐμεῖς ποῦ ἔχουμε λίγο φόβο Θεοῦ, δὲν κάνουμε ὑπομονή, τί θὰ κάνουν οἱ κοσμικοί;

Ὅταν ἔχεις κι ἐσὺ κάποιον πόνο, σκέφτεσαι τὸν πόνο τοῦ ἄλλου, ἔρχεσαι στὴν θέση του καὶ πονᾶς πιὸ πολὺ γιὰ ‘κεῖνον. Ὁ πόνος ὁ δικός σου δηλαδὴ σὲ βοηθάει νὰ καταλάβεις τὸν πόνο τῶν ἄλλων. Καὶ ὅταν δέχεσαι μὲ χαρὰ τὸν δικό σου πόνο, δίνεις στοὺς πονεμένους παρηγοριά.»

Ἕνας ἄνθρωπος μὲ ζωὴ γεμάτη σωματικοὺς πόνους, τὃν Ὀκτώβρη τοῦ 1993 πῆγε γιὰ ἐξετάσεις λόγω ἠλεοὺ καὶ διαπιστώθηκε προχωρημένος καρκίνος ἐντέρου, ἀλλὰ χωρὶς μεταστάσεις. Ξεκίνησε ἀκτινοθεραπεία καὶ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 1994 ἀφαιρέθηκε ὁ ὄγκος τοῦ παχέος ἐντέρου, διαπιστώθηκαν ὅμως καὶ μεταστάσεις σὲ πνεύμονες καὶ συκώτι, γιὰ τὶς ὁποῖες ὑποβλήθηκε σὲ χημειοθεραπεία. «Και πριν από την εγχείρηση [στο μοναστήρι] στη Σουρωτή και στο νοσοκομείο και μετά πάλι στο μοναστήρι, περνούσαν πολλοί να τον δουν, να πουν τα βάσανά τους και να του ζητήσουν συγχώρεση. Αυτό πρόσθετε κόπο και ταλαιπωρία στους πόνους της ασθενείας του, αλλά ήταν αναπόφευκτο». Στο ίδιο βιβλίο λέει:

«Πάντως ἄλλο εἶναι νὰ μαθαίνεις ὅτι ἀρρώστησε κάποιος καὶ ἄλλο εἶναι νὰ ἀρρωσταίνεις ὁ ἴδιος. Τότε καταλαβαίνεις τὸν ἄρρωστο. Ἄκουγα «χημειοθεραπεῖες» καὶ νόμιζα ὅτι εἶναι «χυμοθεραπεῖες», δηλαδὴ ὅτι κάνουν στοὺς καρκινοπαθεῖς θεραπεία μὲ χυμούς, μὲ φυσικὲς τροφές! Ποῦ νὰ ξέρω; Τώρα ὅμως κατάλαβα τί ταλαιπωρία εἶναι.

- Οἱ χημειοθεραπεῖες, Γέροντα, εἶναι πιὸ δύσκολες ἀπὸ τὶς ἀκτινοβολίες;
- Πιὸ δύσκολες; Ὅλα, καὶ οἱ ἀκτινοβολίες καὶ οἱ χημειοθεραπεῖες εἶναι... Τὸ χειρότερο εἶναι πού σου κόβουν τὴν ὄρεξη΄ἐνῶ πρέπει νὰ φᾶς καλά, δὲν μπορεῖς νὰ φᾶς καθόλου. Καὶ οἱ γιατροί σου λένε: «Πρέπει νὰ τρῶς». Ἔμ, πὼς νὰ φᾶς, ἀφοῦ ὅλα αὐτά σου κόβουν τὴν ὄρεξη καὶ σὲ κάνουν πτῶμα! Ὅταν ἔκανα ἀκτινοβολίες, ἐνῶ καιγόμουν, δὲν μποροῦσα νὰ πιῶ καθόλου νερό. Μοῦ ἐρχόταν νὰ κάνω ἐμετό, αἰσθανόμουν ἀπέχθεια ἀκόμη καὶ γιὰ τὸ νερό.

- Γέροντα, ἂν κάνατε λίγο νωρίτερα τὴν ἐγχείρηση...
- Τί νωρίτερα; Ἐγὼ δὲν κάνω προσευχὴ νὰ περάσει, γιατί ἔτσι συμπάσχω μὲ τὸν κόσμο ποὺ ὑποφέρει. Καταλαβαίνω πιὸ πολύ τους πονεμένους καὶ συμμετέχω στὸν πόνο τους. Ἄλλωστε καὶ ἐμένα μὲ ὠφελεῖ πνευματικά. Ζητάω μόνο νὰ μπορῶ λίγο νὰ ἐξυπηρετοῦμαι καὶ νὰ ἐξυπηρετῶ. Ὅ,τι θέλει ὅμως ὁ Θεός.

- Γέροντα, ἔγινε ἡ τελικὴ διάγνωση. Ὁ ὄγκος ποὺ ἔχετε εἶναι καρκίνος, καὶ μάλιστα ἄγριος.
- Φέρε ἕνα μαντήλι νὰ χορέψω τὸ «Ἔχε γεια, καημένε κόσμε»! Ἐγὼ ποτὲ δὲν χόρεψα στὴν ζωή μου, ἀλλὰ τώρα ἀπὸ τὴν χαρά μου ποὺ πλησιάζει ὁ θάνατος θὰ χορέψω.

- Γέροντα, ὁ γιατρὸς εἶπε ὅτι πρέπει νὰ γίνουν πρῶτα ἀκτινοβολίες, γιὰ νὰ συρρικνωθεῖ ὁ ὄγκος, καὶ μετὰ νὰ γίνει ἐπέμβαση.
- Κατάλαβα! Πρῶτα θὰ βομβαρδίσει ἡ ἀεροπορία καὶ μετὰ θὰ γίνει ἡ ἐπίθεση! Λοιπὸν θὰ πάω ἐπάνω καὶ θὰ σᾶς φέρω νέα!... Μερικοί, ἀκόμη καὶ γέροι, ἄν τους πεῖ ὁ γιατρὸς «θὰ πεθάνεις» ἢ «πενήντα τοῖς ἑκατὸ ὑπάρχει ἐλπίδα νὰ ζήσεις», στεναχωριοῦνται. Θέλουν νὰ ζήσουν. Τί θὰ βγάλουν; Ἀπορῶ! Ἂν εἶναι κανεὶς νέος, ε, κάπως δικαιολογεῖται, ἀλλὰ ἕνας γέρος νὰ κάνη προσπάθεια νὰ ζήση, αὐτὸ δὲν τὸ καταλαβαίνω. Ἄλλο εἶναι νὰ κάνη μιὰ θεραπεία, γιὰ νὰ μπορεῖ νὰ ἀντέξει κάπως τὸν πόνο. Δὲν θέλει δηλαδὴ νὰ παρατείνει τὴν ζωή του, ἀλλὰ θέλει μόνο νὰ εἶναι λίγο πιὸ ὑποφερτοὶ οἱ πόνοι καὶ νὰ αὐτοεξυπηρετεῖται, μέχρι νὰ πεθάνει΄αὐτὸ ἔχει νόημα.

- Γέροντα, παρακαλοῦμε τὸν Θεὸ νὰ σᾶς δώσει παράταση ζωῆς.
- Γιατί, Ὁ Ψαλμὸς δὲν λέει ὅτι ἑβδομήκοντα εἶναι τὰ χρόνια της ζωῆς μας;
- Προσθέτει ὅμως ὁ Ψαλμωδὸς καὶ «ἐὰν ἐν δυναστείαις, ὀγδοήκοντα»...
- Ναί, ἀλλὰ λέει καὶ «τὸ πλεῖον αὐτῶν κόπος καὶ πόνος», ὁπότε καλύτερη ἡ ἀνάπαυση στὴν ἄλλη ζωή!

- Μπορεῖ, Γέροντα, κάποιος ἀπὸ ταπείνωση νὰ μὴν αἰσθάνεται ἕτοιμος πνευματικὰ γιὰ τὴν ἄλλη ζωὴ καὶ νὰ θέλει ἀκόμη νὰ ζήση, γιὰ νὰ ἑτοιμασθεῖ;
- Αὐτὸ εἶναι καλό, ἀλλὰ ποῦ νὰ ξέρει ὅτι, ἂν ζήση κι ἄλλο, δὲν θὰ γίνει χειρότερος;

- Γέροντα, πότε συμφιλιώνεται κανεὶς μὲ τὸν θάνατο;
- Ποτέ; Ἅμα ζεῖ μέσα του ὁ Χριστός, τότε εἶναι χαρὰ ὁ θάνατος. Ὄχι ὅμως νὰ χαίρεται ποὺ θὰ πεθάνει, γιατί βαρέθηκε τὴν ζωή του. Ὅταν χαίρεσαι τὸν θάνατο, μὲ τὴν καλὴ ἔννοια, φεύγει ὁ θάνατος καὶ πάει νὰ βρεῖ κανέναν φοβητσιάρη!»

Σύμφωνα μὲ μαρτυρία τοῦ γιατροῦ τοῦ Γεωρ. Μπλατζά, κάποια ἡμέρα ο γέροντας τοῦ εἶπε ὅτι ἡ θεραπεία θὰ σταματήσει, γιατί «Τώρα δὲν μπορῶ νὰ κάνω τίποτε. Χθὲς θέλησα νὰ προσευχηθῶ γονατιστὸς καὶ δὲν μπόρεσα. Δὲν μπορῶ νὰ δῶ κανέναν΄ ἔληξε ἡ ἀποστολή μου. Αὐτὸ ἦταν. Ἐδῶ θὰ μὲ ἀφήσετε. Ὕστερα ρώτησε: μπορῶ νὰ πίνω λίγο νερὸ ἢ στειμμένο καρπούζι; Τίποτε ἄλλο. Καὶ θὰ σὲ παρακαλέσω, θὰ ἔρθεις ἄλλη μιὰ φορὰ καὶ μετὰ δὲν θὰ ξανάρθεις.»

«Τὴν τελευταία φορὰ ποὺ τὸν εἶδα», λέει ὁ γιατρός του, … «ἑπτὰ ἡμέρες πρὶν κοιμηθῆ, φαίνεται ἤμουν στενοχωρημένος. Πολλὲς φορὲς μὲ ἀπασχολοῦσε τὸ θέμα, ἂν αὐτὸ ποὺ κάνουμε στοὺς ἀρρώστους εἶναι τὸ σωστό. Μοῦ εἶπε: ‘Ἄκουσε Γιῶργο. Ὅλα ἔγιναν ὅπως ἔπρεπε. Ἄξιος ὁ μισθός σου. Μὴ στενοχωριέσαι. Ἤθελα νὰ ξέρης, ὅποτε μὲ χρειασθῆς, θὰ εἶμαι κοντά σου’. -Γέροντα, τὸ συκώτι σᾶς πρήστηκε καὶ σᾶς πονάει, τοῦ εἶπα, γιατί εἶχε κάνει μεταστάσεις φοβερές. Χαμογέλασε καὶ μοῦ εἶπε: ‘Ά, αὐτὸ εἶναι τὸ καμάρι μου, μὴ στενοχωριέσαι. Αὐτὸ μὲ κράτησε ὡς τὰ ἑβδομῆντα, καὶ αὐτὸ τώρα μὲ στέλνει, ὅσο πιὸ γρήγορα μπορεῖ, ἐκεῖ ποὺ πρέπει νὰ πάω. Μὴ στενοχωριέσαι γι’ αὐτό, μιὰ χαρὰ εἶμαι.»

Από το βίο του:
« Ὤρισε τὴν θέση τοῦ τάφου καὶ ἔδωσε ἐντολὲς καὶ ὁδηγίες σχετικὰ μὲ τὸν τρόπο κηδείας του. Ἐπάνω στὸν …τάφο τοῦ … χαράχθηκε τὸ ποιῆμα ποὺ γράφτηκε ἀπὸ τὸν ἴδιο: ‘Ἐδῶ τελείωσε ἡ ζωὴ/ ἐδῶ καὶ ἡ πνοή μου, /ἐδῶ το σῶμα θὰ θαφτῆ /θὰ χαίρη κι ἡ ψυχή μου. /Ὁ Ἅγιός μου κατοικεῖ, /αὐτὸ εἶναι τιμή μου. /Πιστεύω αὐτὸς θὰ λυπηθῆ /τὴν ἄθλια ψυχή μου. /Θὰ εὔχεται στὸ Λυτρωτὴ /νάχω τὴν Παναγιὰ μαζί μου.

2. Ὁ π. Ἀλέξανδρος Σμέμαν, Ρῶσος ἱερέας τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας τῆς Ἀμερικῆς, μὲ ἀξιόλογη ἀκαδημαϊκὴ καριέρα καὶ σπουδαῖο συγγραφικὸ ἔργο, 62 ἐτῶν, τὸ Δεκέμβριο τοῦ 1983, ἔφυγε λόγω καρκίνου, ποὺ διαγνώστηκε σὲ καταληκτικὸ στάδιο περίπου ἕνα χρόνο νωρίτερα, τὸ Σεπτέμβριο τοῦ 1982. Μέχρι καὶ ἕναν μήνα πρὶν τὸ θάνατό του ἔγραφε τὸ τελευταῖο του βιβλίο Εὐχαριστία, ἀναγνωρισμένου κύρους στὸ χῶρο τῆς ὀρθόδοξης θεολογίας, ὅπως καὶ ὅλα τα προηγούμενα. Ἃς δοῦμε πὼς ἀναφέρεται ὁ ἴδιος σὲ αὐτὴ τὴν περίοδο τῆς ζωῆς του, μέσα ἀπὸ τὸ Ἡμερολόγιό του:

«7/9/1982
Ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τοῦ καλοκαιριοῦ, κάτι ἔχει σπάσει στὴν ὑγεία μου –μόνιμος πονοκέφαλος, καὶ τώρα ζαλάδα, ἔλλειψη ἰσορροπίας ὅταν περπατῶ, καί, τελικά, ἕνα τρομακτικὸ ἀδυνάτισμα τῆς μνήμης μου: ὀνόματα,γεγονότα. Σήμερα γιὰ πρώτη φορὰ ἀνησύχησα. Τί νὰ εἶναι ἄραγε; Ἡλικία, ἀρρώστια ἢ καὶ τὰ δύο;

25/9/1982
Τέταρτη ἡμέρα στὸ νοσοκομεῖο τῆς Νέας Ὑόρκης. Ἀρκετοὶ ὄγκοι στὸ κεφάλι μου, πολλὲς ἐξετάσεις. Εἶναι ἀνιαρὸ νὰ γράφω γιὰ ὅλα αὐτά, καὶ θὰ ἔπαιρνε πολὺ χρόνο. Γράμματα, λουλούδια, ἕνα αἴσθημα γιὰ κάτι ποὺ δὲν τὸ ἀξίζω… Πόσο ἁπλά, πόσο ἀπίστευτα ἁπλά, ν’ ἀλλάζει ὅλη ἡ προοπτική, μέσα σὲ μιὰ στιγμή. Υπῆρχε ἕνας ἁπλὸς κόσμος, σαφὴς κι ἀγαθός, καὶ ἀπὸ τότε; Ἑορτὴ τοῦ Ἁγίου Σεργίου [ὁ γιὸς τοῦ γιορτάζει]. Περιμένω τὸν πατέρα Μιχαὴλ μὲ τὴ θεία Κοινωνία.

Κυριακή, 3/10/1982
Δέκατη τρίτη μέρα στὸ νοσοκομεῖο. Ἐξετάσεις, περισσότερες ἐξετάσεις. Γενικά, δόξα τῷ Θεῶ, ἠρεμία, σιγῆ, εἰρήνη. Παρουσία τῆς Λιάνας [ἡ σύζυγός του] καὶ τῶν κοριτσιῶν, τῆς Ἀννιᾶς καὶ τῆς Μάσα. Γράμματα, κάρτες. Πίσω ἀπὸ τὸ παράθυρό μου μιὰ ἔκτακτη θέα τῆς Νέας Ὑόρκης, τοῦ Κουϊνσμπορω, τοῦ Μιντάουν, τοῦ ποταμοῦ, τῶν οὐρανοξυστῶν. Καὶ λιακάδα, κάθε μέρα λιακάδα. Ὅλα γύρω μου, ἀγάπη καὶ ἀνησυχία! Ὁ πατὴρ Μιχαὴλ μόλις ἔφυγε μετὰ τὴ Θεία Κοινωνία: ‘…ἔνθα ὅ των ἑορταζόντων ἦχος ὁ ἀκατάπαυστος καὶ ἡ ἀπέραντος ἡδονὴ τῶν καθορώντων τού Σου προσώπου τὸ κάλλος τὸ ἄρρητον..’. Πίστη, ἐλπίδα καὶ ἀγάπη.

4/10/1982
Δέκατη τέταρτη μέρα στὸ νοσοκομεῖο. Βρίσκομαι σὲ ἕνα δωμάτιο πλημμυρισμένο ἀπὸ φῶς καὶ περιμένω γιὰ τὴν ἀπόφαση σχετικὰ μὲ τὴ θεραπεία. Χθές, ὅπως καὶ κάθε μέρα, ἦρθαν ἐπισκέπτες. Τόσες εὐγενικὲς λέξεις, τόση ἀγάπη, προσευχές. Τὰ αἰσθάνομαι σχεδὸν σωματικά. Χθές μου τηλεφώνησε ὁ Σέργιος ἀπὸ τὴ Μόσχα, ὁ ἀδελφός μου Ἀνδρέας ἀπὸ το Παρίσι, ὁ ξάδελφός μου πατὴρ Μιχαὴλ Ὀσόργκιν ἀπὸ τὴ Γαλλία. Παρουσία τῆς Λιάνας καὶ τῆς Μάσα. Σχεδὸν εὐτυχία. Χθὲς ἐπιχείρησα γιὰ πρώτη φορὰ νὰ δουλέψω [στὸ βιβλίο ποὺ ἔγραφε]΄ ξεκίνησα νὰ δουλεύω πάνω στὸ [κεφάλαιο] ‘Μυστήριο τοῦ Ἀγίου Πνεύματος’. Τί μὲ κάνει ὅμως νὰ μὴν μπορῶ νὰ δουλέψω; Μιὰ ἐσωτερικὴ ἀναταραχὴ πού μου ἔχει προκαλέσει τὸ νοσοκομεῖο. Περιμένω κάτι ὅλη τὴν ὥρα, κι αὐτὴ ἡ ἀναμονὴ μ’ ἐμποδίζει ἀπὸ τὸ νὰ αὐτοσυγκεντρωθῶ.

1/6/1983 Τελευταία καταχώρηση
Γιὰ ὀκτὼ μῆνες δὲν ἔγραψα τίποτε σὲ αὐτὸ τὸ ἡμερολόγιο. Ὄχι πὼς δὲν εἶχα τίποτε νὰ πῶ΄ ἀντίθετα, ποτὲ δὲν πιστεύω πὼς εἶχα περισσότερες σκέψεις, ἐρωτήματα κι ἐμπνεύσεις΄ ἐπειδὴ ὅμως φοβόμουν συνεχῶς γιὰ τὸ [πνευματικὸ] ὕψος ποὺ θὰ μὲ ἔφερνε ἡ ἀρρώστια μου, φοβόμουν ἐπίσης καὶ γιὰ τὴν πτώση ἀπὸ αὐτό. Τοὺς πρώτους μῆνες, πρὶν ἀπὸ τὸ Πάσχα, ἔγραψα καὶ ἐργάστηκα. Ξαφνικά μου γεννήθηκε ἡ ἔντονη ἐπιθυμία νὰ ἐμφανιστοῦν τὰ Ἀγγλικά μου βιβλία στὰ Ρώσικα, ἂν καί, δυστυχῶς, δὲν ἔχουν γραφτεῖ μὲ Ρώσικο ὕφος, καὶ μιὰ μετάφραση δύσκολα μεταφέρει αὐτὸ ποὺ νομίζω πὼς πρέπει νὰ εἰπωθεῖ. Ἔντονη ἡ παρουσία τῆς Λιάνα. Ἂν δὲν βρισκόταν κοντά μου, πιστεύω πὼς δὲν θὰ εἶχα αὐτοὺς τοὺς οὐσιαστικὰ εἰρηνικοὺς καὶ βαθεῖς ὀκτὼ μῆνες. Ὁ Ἀνδρέας ἦρθε τρεῖς φορές. Ὁ Σέργιος ἦρθε τρεῖς φορές. Ἡ Μάσα καὶ ὁ πατὴρ Ἰωάννης [ὁ γαμπρὸς τοῦ] ἦρθαν ξανὰ καὶ ξανά… Τί εὐτυχία ἦταν ὅλα αὐτά!

Ὁ πατὴρ Ἀλέξανδρος τέλεσε τὴν τελευταία του Θεία Λειτουργία ἐδῶ, μαζί μας τὴν ἡμέρα τῶν Εὐχαριστιῶν, στὶς 24 Νοεμβρίου. Ὅσοι ἀπὸ ἐμᾶς συμπροσευχήθηκαν μαζί του σ’ αὐτὸ τὸ παρεκκλήσι ἐκείνη τὴν ἡμέρα, θυμοῦνται πώς, στὸ τέλος τῆς Λειτουργίας, μᾶς κάλεσε ὅλους ἐμᾶς νὰ εὐχαριστήσουμε τὸ Θεὸ –γιὰ τὴ Λειτουργία ποὺ μόλις εἴχαμε τελέσει, γιὰ τὴ χαρὰ καὶ τὴν κοινωνία ποὺ μᾶς ἔχει δοθεῖ στὴν ἁγία Ἐκκλησία, γιὰ τὴν κοινή μας διακονία στὸ Σεμινάριο τοῦ Ἁγίου Βλαδίμηρου, γιὰ τὶς οἰκογενειακές μας χαρές, γιὰ τὰ παιδιὰ γύρω μας, ἀκόμη καὶ γιὰ τὸν θόρυβο ποὺ μερικὲς φορὲς αὐτὰ κάνουν στὴν ἐκκλησία. …Ὁ πατὴρ Ἀλέξανδρος ἦταν ἕτοιμος καὶ εὐχαριστημένος,πρακτικὰ μέχρι τὴν τελευταία του ἀναπνοή, νὰ εὐχαριστεῖ τὸ Θεὸ γιὰ ὅλα, καὶ μὲ τὸν τρόπο αὐτὸν κέρδισε μιὰ ὁλοφάνερη νίκη, ἕνα σαφῆ θρίαμβο πάνω στὸν πόνο και στὸν ἴδιο τὸν θάνατο.

Ἦταν ὅμως αὐτὴ ἡ Λειτουργία, τὴν ἡμέρα τῶν Εὐχαριστιῶν, πραγματικὰ ἡ ‘τελευταία’ του Λειτουργία; Ἡ Χριστιανικὴ πίστη μᾶς τὸ λέει καθαρά: ὄντως, ὄχι. Ἐπειδὴ γνωρίζουμε πὼς κάθε φορᾶ ποὺ τελεῖται ἡ Εὐχαριστία, ἑνώνει ἐν Χριστῷ ζωντας καὶ κεκοιμημένους, τοὺς ἁγίους ὅλων των ἐποχῶν,καὶ ὅλους τους ἀδελφοὺς καὶ τὶς ἀδελφές μας ποὺ ἦταν –καὶ εἶναι ἀκόμη- τόσο ἀγαπητοί. Ἔτσι σ’ αὐτὸ τὸ παρεκκλήσι, ὁ πατὴρ Ἀλέξανδρος θὰ συνεχίσει πάντοτε ν’ ἀναπέμπει εὐχαριστίες στὸ Θεὸ μαζί μας, καὶ θὰ εἴμαστε ἕνα μαζί του σ’ αὐτὴ τὴν Εὐχαριστία.» [π. Ἰωάννης Μέγιεντορφ]

Ὁ π. Ἐπιφάνιος Θεοδωρόπουλος χειρουργήθηκε τὸ Δεκέμβριο τοῦ 1982 γιὰ ἕλκος στομάχου καὶ ἀφαιρέθηκαν τὰ 3/4 τοῦ στομάχου, καὶ τὸ 1983 διαγνώστηκε καρκίνος. Ἡ κατάσταση τοῦ χειροτέρευε συνεχῶς, ἀκόμη καὶ μετὰ τὸ 2ο χειρουργεῖο τοῦ 1988, μὲ ἀρκετοὺς πόνους καὶ ἐμετούς, χωρὶς νὰ ἀνακουφίζεται στὸ τέλος ἀπὸ τὰ παυσίπονα. Τὶς τελευταῖες ἑβδομάδες ἦταν ἀνάσκελα στὸ κρεβάτι τοῦ λόγω τῶν ἔντονων πόνων. Κάποια στιγμή, τὶς τελευταῖες μέρες πρὶν τὸ θάνατό του, εἶπε: «Νὰ ἤξερες, πόσο λειαίνει τὸν ἀκατέργαστον Ἐπιφάνιον ὅλη αὐτὴ ἡ ταλαιπωρία», πόσο δηλαδὴ ἔνιωθε νὰ μειώνονται τὰ ‘ἀγκάθια’ ποὺ εἶχε ἐσωτερικά, τώρα ποὺ πλησίαζε τὸ τέλος καὶ βρίσκονταν σὲ αὐτὴν τὴν κατάσταση.
Κάποια στιγμὴ ποῦ συζητοῦσε μὲ τὰ πνευματικά του παιδιὰ –γιατί ἦταν ἄγαμος κληρικὸς- τὰ διαδικαστικά της κηδείας τοῦ ρωτήθηκε: «Γέροντα, δὲν φοβάστε τὸ θάνατο;» ἀπάντησε: «Ὄχι,δὲν τὸν φοβᾶμαι καθόλου τὸν θάνατο. Καὶ δὲν τὸν φοβᾶμαι, ὄχι βεβαίως ἕνεκα τῶν ἔργων μου, ἀλλὰ ἐπειδὴ πιστεύω εἰς τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ.»

ΑΣΘΕΝΟΚΕΝΤΡΙΚΗ ΚΙ ΟΧΙ ΑΣΘΕΝΕΙΟΚΕΝΤΡΙΚΗ ΟΠΤΙΚΗ4

Εἶναι ἡ ὥρα ποῦ εἶναι δύσκολο νὰ προσεγγίσεις τοὺς ἀνθρώπους μὲ ὁτιδήποτε λιγότερο ἀπὸ τὴν ἀλήθεια ποῦ κουβαλᾶς, εἰλικρινά, ἔντιμα, χωρὶς ὑπεκφυγές, ἀναγνωρίζοντας τὶς δύσκολες ὧρες ἢ καὶ χρόνια ποῦ περνοῦν, καὶ κρατώντας στὸ πίσω μέρος τοῦ μυαλοῦ σου ὅτι κι αὐτοί, ὅπως ἐμεῖς τώρα, ἦταν ὑγιεῖς, γεμάτοι σχέδια καὶ ἐλπίδες, ποῦ ἀφοροῦσαν καιτους δικούς τος ἀνθρώπους, οἰκογένεια καὶ φίλους, καὶ πλέον ματαιώνονται' τουλάχιστον τὰ ἐπίγεια.

Ὡς κοινωνία προσώπων καὶ Θεοῦ στὴν ἐπίγεια καὶ τὴν αἰώνια ζωὴ ἡ Ἐκκλησία μιλώντας γιὰ νοσηλευτικὴ –ἢ καὶ ὁποιαδήποτε ἐνέργεια λογιζόμενη ὡς κοινωνικὴ προσφορὰ- μιλᾶ γιὰ τὸν πνευματικὸ χαρακτήρα αὐτοῦ του τρόπου ζωῆς: δὲν ὑφίσταται δικαίωμα τοῦ ἀσθενοῦς ἢ καθῆκον τοῦ φροντιστῆ ἀλλὰ τρόπος ὕπαρξης ἀγαπητικὸς ἐν κοινωνία ἀνθρώπων καὶ Θεοῦ ἢ ἀκοινωνησία, ποὺ ταυτίζεται μὲ ἔννοιες πολὺ βαρύτερες ἀπὸ τὴν ἁπλὴ ἔλλειψη προσφορᾶς στοὺς συνανθρώπους. «Ἡ ἐπικοινωνία νοσηλευτῆ – ἀσθενῆ ἑρμηνεύθηκε ἀπὸ τοὺς Πατέρες ὡς ἡ προτύπωση τῆς κάθετης καὶ ὁριζόντιας κοινωνικότητας, δηλαδὴ τῆς κοινωνίας τοῦ ἀνθρώπου μὲ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους ὡς προϋπόθεση τῆς κοινωνίας του μέ το Θεό5» σύμφωνα μὲ τὴν εὐαγγελικὴ ὑπενθύμιση καὶ προτροπή: «ἀσθενὴς ἤμην καὶ ἐπισκέψασθε μὲ». Κάθε ἀνθρώπινο πρόσωπο λογίζεται ὡς εἰκόνα Χριστοῦ, καὶ ἡ 
παρεχόμενη φροντίδα ἀπαιτεῖ προθυμία, ταπεινὴ καρδιὰ καὶ νοῦ, καὶ τὸν μέγιστο σεβασμὸ γιὰ τὸν ἄνθρωπο ποὺ μᾶς παρέχει τέτοια εὐκαιρία διακονίας καὶ μίμησης Θεοῦ.

Ὁ φροντιστὴς εἶναι λοιπόν, μιμητὴς Θεοῦ, ὅταν προσφέρει ἀπὸ τὴν ἀγάπη ποὺ κι ὁ ἴδιος εἰσπράττει στὶς δικές του στιγμές ἀνάγκης, λιγότερο ἢ περισσότερο ἐμφανεῖς. Πλησιάζοντας τὸν ἀσθενῆ γιὰ νὰ ἀκούσουμε τη δική του ἱστορία, νὰ κουβεντιάσουμε τὶς δικές του ἔννοιες, θυμούμενοι ὅτι δὲν ἐξαντλεῖται ἡ ὕπαρξή του μόνο σε ὅτι ἀναγράφεται στὴν ἰατρικὴ τοῦ καρτέλα, ἀφοῦ κανεὶς «νεφροπαθὴς δὲν ἔχει ἢ δὲν εἶναι μόνο νεφρό»6, μποροῦμε νὰ μποῦμε στὸ ταξίδι ποὺ κάνει καὶ νὰ μάθουμε ἀπὸ αὐτό, ὡς ἄπειροι στὴν ἀσθένεια καὶ τὸν πόνο καὶ ἀληθινὰ μικροὶ μπροστὰ στὰ ὑπαρξιακὰ ζητήματα.

τῆς
ΜΑΡΙΑΝΝΑΣ ΔΡΕ – ΛΑΙΖΗΝΟΥ, Θεολόγου

Σημειώσεις

1 Νικολάου, μητρ. Μεσογαίας & Λαυρεωτικῆς, Από το καθ’ ημέραν στο καθ’ ομοίωσιν, ἔκδ. Εν πλώ, Ἀθήνα 2008
2 Αύτοθι, σελ. 483-484
3 Αύτοθι, σελ. 485, α΄ τρόπάριο θ΄ ωδής του Μεγάλου Κανόνα Αγ. Ανδρέου Κρήτης
4 Σταυρόπουλος, Αλεξανδρος, Μ., Θεολογική θεμελίωση της ποιμαντικής των ασθενών
5 Παπαφιλιπποπουλου, Ιω., Η σύγχρονη νοσηλευτική και η θεολογική κέψη των Πατέρων της Εκκλησίας
6 Σταυρόπουλος, Αλεξανδρος, Μ., Θεολογική θεμελίωση της ποιμαντικής των ασθενών

πηγή :  H ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...