/*--

Τετάρτη, 22 Ιανουαρίου 2014

Ἀθυμία - Ἀκηδία - Χαρά ἐν Κυρίῳ

   
Προλεγόμενα

Ισως ὁ τίτλος προκαλέσει στόν ἀναγνώστη ξενισμό καί ἀπορία, ὅμως τά φαινόμενα τῆς ἀθυμίας καί τῆς ἀκηδίας στήν ἐποχή μας ἔχουν λάβει τρομακτικές διαστάσεις. Αὐτό ὀφείλεται ὄχι μόνο στήν οἰκονομική κρίση πού διέρχεται ὁ τόπος μας, ἀλλά κυρίως στήν πνευματική ἀδυναμία πού διαπιστώνει κανείς στήν χρονική περίοδο πού διανύουμε. Ἄν καί τό πρόβλημα αὐτό ἀναδείχθηκε στίς ἡμέρες μας, ἐντούτοις ἀπό τήν ἐμφάνιση τῶν Μεγάλων Πατέρων, γίνεται λόγος καί προτείνονται μέσα γιά τήν ἀντιμετώπισή του. Ἡ βιωμένη Πατερική ἐμπειρία εἶναι ἀκόμα μία διέξοδος στά ἀδιέξοδα. Ἀπό αὐτό τόν πλοῦτο θά καταθέσουμε κάποιες βασικές σκέψεις εὐθύς ἀμέσως.


Τί εἶναι ἡ ἀθυμία-ἀκηδία

Οἱ ὡς ἄνω λέξεις παράγονται ἀπό τά ρήματα «ἀθυμέω» καί «ἀκηδέω» ἀντιστοίχως. Ἀθυμία σημαίνει ἔλλειψη θάρρους, ὀλιγοψυχία, ἀδημονία, λύπη, ἀπελπισία. Ἄθυμος εἶναι ὁ στερούμενος θυμοῦ, θάρρους, ὁ ἀμβλύς τήν ψυχήν. Ἀκηδία σημαίνει ἀδιαφορία, ἀδράνεια, νάρκωσις ἐκ θλίψεως ἤ ἐξαντλήσεως1. Καί οἱ δύο ὅροι συναντιοῦνται στήν Πατερική Γραμματεία. Γιά τόν μέν πρῶτο ὁ Ἰωάννης Χρυσόστομος χρησιμοποιεῖ χαρακτηριστικές εἰκόνες γιά νά ἀναδείξει τό ἀμείλικτο πρόσωπο τῆς ἀθυμίας. Πράγματι λέγει «ἡ ἀθυμία εἶναι φοβερό βασανιστήριο, ὀδύνη ἄρρητη καί πικρότερη ἀπό κάθε ποινή καί τιμωρία.

Διότι μιμεῖται τό ἰοβόλο σκουλήκι, πού ἐγγίζει ὄχι μόνο τή σάρκα, ἀλλά καί τήν ἴδια τήν ψυχή, καί εἶναι καί σκῶρος ὄχι μόνο τῶν ὀστέων, ἀλλά καί τῆς διάνοιας, καί δήμιος συνεχής πού δέν ξεσχίζει μόνο τά πλευρά, ἀλλά καί καταστρέφει τή δύναμη τῆς ψυχῆς· ἐπίσης εἶναι καί νύχτα παντοτινή, σκότος ἄφεγγο, τρικυμία καί ζάλη, πυρετός ἀφανής, πού κατακαίει δυνατότερα ἀπό κάθε φλόγα, καί πόλεμος χωρίς ἀνακωχή, νόσος πού σκιάζει πολλά ἀπό τά βλεπόμενα»2. Γιά τόν δέ δεύτερο ὁ Ἰωάννης Σιναΐτης περιγράφει μέ μεστό λόγο τήν ἔννοιά του. «Ἀκηδία σημαίνει, παράλυσις τῆς ψυχῆς καί ἔκλυσις τοῦ νοῦ, ὀκνηρία καί ἀδιαφορία πρός τήν ἄσκησι, μῖσος πρός τίς μοναστικές ὑποσχέσεις. 

(Ἡ ἀκηδία εἶναι ἀκόμη) αὐτή πού μακαρίζει τούς κοσμικούς, πού κατηγορεῖ τόν Θεόν ὅτι δέν εἶναι εὐσπλαγχνικός καί φιλάνθρωπος, πού φέρνει ἀτονία τήν ὥρα τῆς ψαλμωδίας καί ἀδυναμία τήν ὥρα τῆς προσευχῆς»3. Ἐπίσης μέ ἀφορμή τή Β΄ διδασκαλία τοῦ Ἀββᾶ Δωροθέου, ὁ σχολιαστής τῶν κειμένων ἀποδίδει δύο ἔννοιες στόν ὅρο ἀκηδία: «Ἡ μιά ἔχει στενό καί ἡ ἄλλη εὐρύτερο χαρακτήρα. Μέ τή στενή ἔννοια ἀκηδία εἶναι ἡ ἀμέλεια, ἡ ἀδιαφορία, ἡ παραίτηση ἀπό κάθε πνευματική ἐργασία (π.χ. ψαλμωδία, προσευχή, μελέτη, ἐξαγόρευση λογισμῶν κτ.λ.).

Αὐτό μπορεῖ νά ὀφείλεται εἴτε στή δίβουλη ἤ ἄβουλη ἐμπάθεια καί ἀνωριμότητα κάποιο εἴτε καί στή συνέργεια τοῦ δαίμονα μ’ αὐτόν. Μέ τήν εὐρύτερη ἔννοια ἀκηδία εἶναι γενική ψυχοσωματική κατάσταση πού χαρακτηρίζεται ἀπό ἀρνητισμό ὑπαρξιακό, ἀπό ἀϋπνία καί ἀνορεξία, ἀπό ἀπελπισία καί μελαγχολία, ἀπό ἀνερμάτιστες καί ‘‘συγκεχυμένες’’ σκέψεις καί ἀπό τάση αὐτοκαταστροφῆς, ἀπό κατάκριση ‘‘τῶν πάντων’’ καί ἀπό ἀδράνεια τόση πού φτάνει κανείς στό σημεῖο οὔτε νά ἀπλώνει τό χέρι του γιά νά φάει ἕνα κομμάτι ψωμί»4.

Ἀπό τήν παραπάνω προσέγγιση ἀντιλαμβανόμεθα ὅτι οἱ δύο αὐτοί οἱ ὅροι δέν ἀπέχουν πολύ ἑρμηνευτικά ἀπό τό σύγχρονο ὅρο «κατάθλιψη», τό ὁποῖο ὡς πρόβλημα ἔχει λάβει μεγάλες διαστάσεις στίς ἡμέρες μας καί οἱ πολλαπλές συνέπειες πού προκαλεῖ εἶναι σοβαρότατες. Προέλευση τῆς ἀθυμίας - ἀκηδίας Σαφῶς καί οἱ δύο νοσηρές καταστάσεις εἶναι φαινόμενα μεταπτωτικά. Προπτωτικά ὁ ἄνθρωπος πολιτεύεται ὅπως οἱ Ἄγγελοι, δέν ἔχει ἀνάγκες καί ἡ ἐπικοινωνία του μετά τοῦ κτίστου εἶναι διαρκής. Κατά τόν Ἰωάννη Χρυσόστομο, οἱ πρωτόπλαστοι «μέχρι τήν παράβασιν ἐζοῦσαν, ὡσάν ἄγγελοι, μέσα εἰς τόν παράδεισον, χωρίς νά φλέγονται ἀπό τήν ἐπιθυμίαν τῆς σαρκός, οὔτε νά πολιορκοῦνται ἀπό ἄλλα πάθη, οὔτε νά ὑπόκεινται εἰς τάς φυσικάς ἀνάγκας, ἀλλ’ ἀφοῦ ἐδημιουργήθησαν ἐντελῶς ἄφθαρτοι καί ἀθάνατοι, δέν εἶχαν ἀνάγκην οὔτε ἀπό τήν περιβολήν τῶν ἐνδυμάτων…»5. Σύμφωνα μέ τόν ἴδιο Πατέρα ἡ πτώση συμπαρέσυρε πολλά, τά ὁποῖα πρίν ἦσαν περιττά, καί «κατέστησαν ἀναγκαῖα ἀργότερα ἐξ αἰτίας τῆς ἰδικῆς μας ἀδυναμίας καί αὐτά καί ὅλα τά ἄλλα, αἱ πόλεις, αἱ τέχναι, τό φόρεμα τῶν ἐνδυμάτων, καί τό ὑπόλοιπον πλῆθος τῶν ἀναγκῶν. Διότι ὅλα αὐτά τά ἔσυρε μαζί του ὁ θάνατος εἰσελθών εἰς τήν ζωήν τῶν ἀνθρώπων»6.

Ὡς λοιπόν μεταπτωτικά φαινόμενα τόσο ἡ ἀθυμία ὅσο καί ἡ ἀκηδία θά πρέπει νά ἑρμηνεύονται, καί σέ ὅποια πρόσωπα ἐντοπίζονται νά ξερριζώνονται ἄμεσα, δεδομένου ὅτι οἱ ἀρνητικές αὐτές καταστάσεις δέν κάνουν καμία διάκριση. Συγκλονιστικό παράδειγμα ἡ Διακόνισσα Ὀλυμπιάδα, ἡ ὁποία πλήν τῶν ἄλλων ὑπέστη τό μαρτύριο τῆς ἀθυμίας καί μέ τήν σθεναρή χειραγώγηση τοῦ πνευματικοῦ της πατρός τό ἀντιμετώπισε. Ἀπό τίς ἐπιστολές πού τῆς ἀπηύθυνε ὁ γέροντάς της ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος, κυρίως σέ τρεῖς γίνεται ἐκτενής λόγος γιά τό θέμα αὐτό. Ἐκτός ἀπό τίς πατρικές προτροπές τοῦ ψυχοανατόμου Ἰωάννου, «σκέδασον τῆς ἀθυμίας τό νέφος… ἀπόθου τό βαρύ τῆς ἀθυμίας φορτίον»7, τήν ὀνομάζει «ἄκαιρον καί ὀλεθρίαν»8, ὀδυνηρότερη ἀπό τό θάνατοκαί τή συγκρίνει μέ τό σκοτάδι τῆς νύχτας λέγοντας: «Τό σκότος τῆς νύχτας δέν εἶναι τέτοιο, ὅπως εἶναι ἡ νύχτα τῆς ἀθυμίας, πού δέν φθάνει κατά τόν νόμο τῆς φύσεως, ἀλλά προκαλεῖται ἀπό σκότωση τῶν λογισμῶν· εἶναι φοβερή καί ἀφόρητη, ἔχει πρόσωπο ἀμείλικτο, εἶναι ὠμότερη ἀπό κάθε τύραννο, δέν ὑποχωρεῖ γρήγορα σέ κανένα ἀπό ἐκείνους πού ἐπιχειροῦν νά τή διαλύσουν, ἀλλά κρατεῖ πολλές φορές τήν κυριαρχημένη ψυχή στερεωτέρα ἀπό διαμάντι, ὅταν αὐτή δέν ἔχει πολλή φιλοσοφική διάθεση»10.

Κατανοοῦμε λοιπόν ὅτι ἀφενός μέν δέν πρόκειται γιά ἕνα ἀσήμαντο θέμα, ἀφοῦ ἔχει τόσο ἰσχύ στόν ἄνθρωπο καί λαμβάνει τέτοιες προεκτάσεις καί ἀφετέρου ὅτι ἡ ἀναλυτική παρουσίασή του θά ὁδηγήσει καί στήν κατά τό δυνατόν ἐξάλειψή του.

Χαρακτηριστικά ἀθυμίας

Ἡ ἀθυμία ὡς αἰτία πολλῶν κακῶν, ἔχει πολλές ὀνομασίες. Ὁ Ἰωάννης Χρυσόστομος τή χαρακτηρίζει ἐπιπροσθέτως ὡς τό χειρότερο κακό. «Ἁπάντων τῶν παθημάτων χαλεπώτερον ἀθυμία καί ὁ κολοφών καί τό κεφάλαιον τῶν δεινῶν»11. Σέ ἑρμηνευτική του ὁμιλία εἰς Κολοσσαεῖς ὑποστηρίζει ὅτι εἶναι χειρότερη ἀπό κάθε δοκιμασία. «Πάσης βασάνου οὐ χείρων ἡ ἀθυμία»12.

Ὁ ἴδιος Πατήρ ὡς ἄριστος παιδαγωγός ἀπαριθμεῖ στά ἔργα του τίς συνέπειες τῆς ἀθυμίας, εἰσηγούμενος φυσικά καί τά μέσα γιά τή φυγάδευσή της. Πρώτη συνέπεια διπλή εἶναι ἡ ἀχρήστευση τῆς φρενός καί ὁ καταποντισμός τῆς ψυχῆς. «Ἡ γάρ ὑπερβολή τῆς ἀθυμίας ἴσχυε καί τῶν κατά φύσιν πολλάκις ἐκβαλοῦσα φρενῶν, ὑποβρύχιον ποιῆσαι τήν ψυχήν καί πρός ἅπαντα ἄχρηστον ἐργάσασθαι τά καλά»13. Δεύτερη σχετιζόμενη μέ τήν προηγούμενη εἶναι ὁ σκοτισμός τοῦ λογικοῦ μέ συνέπεια νά μή γεννᾶ λογικές σκέψεις καί ἡ καταβολή τῆς δυνάμεως τῆς ψυχῆς νά ὁδηγεῖ στήν κατάρρευση. «Ἡ γάρ ἀθυμία καί αἱ συνεχεῖς φροντίδες δειναί καταβαλεῖν ψυχῆς δύναμιν καί εἰς ἀσθένειαν καταγαγεῖν τήν ἐσχάτην… Ἀθυμία καί ἀγωνία καί φροντίς, πολλάκις δέ καί θυμός, ἐπεσκότησε τῷ τάς διανοίας καθαρῷ καί τά τικτόμενα οὐκ ἀφῆκε προελθεῖν εἰλικρινῆ»14. Τρίτη συνέπεια εἶναι ὅτι ὁ ἄνθρωπος δέν ἔχει διάθεση νά ἀκούσει τίποτε, ἔστω καί ἐάν τά λεγόμενα εἶναι ἐνδιαφέροντα, πολυσήμαντα, σωτήρια, λόγῳ τῆς νοσηρῆς καταστάσεως τῆς ψυχῆς του. «Ψυχή γάρ ἅπαξ ἀθυμίας πλησθεῖσα, πρός πᾶσαν ἀκρόασίν ἐστιν ἀνεπιτήδειος»15. Τήν ἴδια ἄποψη διατυπώνει καί ὁ Μέγας Βασίλειος λέγοντας ὅτι, «ὥσπερ δέ ἡ φροντίς πρᾶγμά ἐστιν ἀγαθόν, οὕτω πάλιν ἡ ἀθυμία καί ἡ ἀπόγνωσις καί τό δυσελπίστως ἔχειν πρός σωτηρίαν τῶν βλαπτόντων ἐστί τήν ψυχήν»16.

Τά παραπάνω πού καταθέσαμε ἀφοροῦν σαφῶς τήν ὑπερβολική ἀθυμία, ἡ ὁποία «εἶναι βλαβερότερη ἀπό κάθε δαιμονική ἐνέργεια… Διότι ὁ Θεός ἐφύτεψε τήν ἀθυμία στήν φύση μας, ὄχι γιά νά τή χρησιμοποιοῦμε γιά τό τίποτα καί παράκαιρα καί σέ περιπτώσεις πού δέν ἐνδείκνυνται, οὔτε γιά νά φθείρουμε τόν ἑαυτό μας, ἀλλά γιά νά ἀποκομίζουμε ἀπό αὐτήν μεγάλα κέρδη. Πῶς δέ εἶναι δυνατόν νά ἀποκομίσουμε κέρδη; Ὅταν τήν χρησιμοποιοῦμε στήν κατάλληλη ὥρα· καί κατάλληλη ὥρα γιά ἀθυμία δέν εἶναι ὁ καιρός πού ὑποφέρουμε, ἀλλά ὁ καιρός πού ἐνεργοῦμε κακῶς»17.

Τρόποι ὑπερβάσεως τῆς ἀθυμίας

Ἕνα ἀπό τά μέσα ἐκδιώξεως τῆς ἀθυμίας εἶναι ἡ προσπάθεια ἐκρίζωσης τῶν παθῶν καί ἡ προσευχή. Αὐτό ἐκφράζει ὁ ὑμνογράφος ὅταν ἀπευθύνεται στήν Θεοτόκο λέγοντας: «Παθῶν με ταράττουσι προσβολαί, πολλῆς ἀθυμίας, ἐμπιπλῶσαι μου τήν ψυχήν· εἰρήνευσον, κόρη τῇ γαλήνῃ, τῇ τοῦ Υἱοῦ καί Θεοῦ σου, Πανάμωμε»18. Ὁ ἴδιος ποιητής σέ ἄλλο σημεῖο τοῦ Παρακλητικοῦ Κανόνος παρακαλεῖ τή θεομήτορα, «τόν ψυχικόν τάραχον καί τῆς ἀθυμίας τήν ζάλην διασκεδάσαι μου»19. Τήν παρέμβαση τῆς Ἀειπαρθένου ἐκζητᾶ καί ὁ ὑμνογράφος Μανουήλ ὁ ῥήτωρ λέγοντας: «Νοητή νεφέλη, τοῦ ἀδύτου φάους νεῦσον πρός δέησιν, ἁγνή τοῦ δούλου σου, καί τήν πολλήν ἀθυμίαν ἥ συνέχει με διάλυσον· ἵνα μεγαλύνω σε, τήν ὄντως ὑπερένδοξον»20.

Μαζί μέ τίς προσευχές καί ἱκεσίες ὁ χρυσοῤῥήμων Ἰωάννης ἐπιστρατεύει καί τή λογική, ἡ ὁποία συνεισφέρει στήν ἀπόκρουση τῆς ἀθυμίας. «Ἄν τούτοις περιφράξῃς σεαυτόν πανταχόθεν καλῶς, τοῖς μέν λογισμοῖς ἀποτειχίζων τῆς ἀθυμίας τήν ἔφοδον, ταῖς δέ εὐχαῖς καί ταῖς σαυτοῦ καί ταῖς ἑτέρων τοῦτο ἰσχυρόν τό τεῖχος ποιῶν, ταχέως αἰσθήσῃ τόν καρπόν τῆς παιδείας»21.

Ἕνα ἀκόμα πνευματικό μέσο εἶναι ἡ μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Ἡ προσεκτική ἀνάγνωση καί ἐμβάνθυνση ἀφανίζει τήν ἀθυμία. «Προσέχωμεν τῇ τῶν Γραφῶν ἀναγνώσει. ἐάν γάρ τῇ Γραφῇ προσέχῃς, ἐκβάλλει σου τήν ἀθυμίαν, φυτεύει σου τήν ἡδονήν, ἀναιρεῖ τήν κακίαν, ριζοῖ τήν ἀρετήν, οὐκ ἀφίησιν ἐν θορύβῳ πραγμάτων τά τῶν κλυδωνιζομένων πάσχειν»22.

Τέταρτο μέσο κατά τόν φωστῆρα τῆς Ἀντιοχείας εἶναι ἡ χρήση ὑποστηρικτικῶν, παρηγορητικῶν λόγων καί ἡ ἐπίκληση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τά ὁποῖα λειτουργοῦν ὡς τρόπος καθαρισμοῦ τῶν ψυχικῶν τραυμάτων. «Ἄν προκειμένου γιά σωματικές πληγές, δέν παύουν οἱ ἰατροί νά τίς πλύνουν καί νά τίς καθαρίζουν, ἕως ὅτου ἰδοῦν ὅτι θεραπεύθηκε ἡ πληγή, πολύ περισσότερο πρέπει νά τό ἐφαρμόζουμε αὐτό, ὅταν πρόκειται γιά ψυχικά τραύματα. Γιατί καί ἡ ἀθυμία εἶναι τραῦμα τῆς ψυχῆς καί πρέπει συνεχῶς νά τό μαλακώνουμε μέ λόγια καλωσύνης. Γιατί συνήθως δέν ἐλαττώνει τόσο τό πρήξιμο τοῦ σώματος τό ζεστό νερό, ὅσο εἶναι φυσικό νά ἀνακουφίζει τήν ἀρρώστια τῆς ψυχῆς ἡ δύναμη τῶν παρηγορητικῶν λόγων. Ἐδῶ δέν ἔχουμε ἀνάγκη ἀπό σφουγγάρι, ὅπως οἱ ἰατροί, ἀλλά ἀντί γιά σφουγγάρι θά μεταχειρισθοῦμε τή γλώσσα. Δέ χρειαζόμαστε φωτιά ἐδῶ γιά νά ζεστάνουμε τό νερό, ἀλλά ἀντί γιά φωτιά θά χρησιμοποιήσουμε τή Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος»23.

Πλήν ὅσων ἔχουμε ἀναφέρει ὁ σοφός Ἱεράρχης Ἰωάννης ἐνισχύοντας πατρικά τήν Ὀλυμπιάδα καταθέτει καί ἄλλα πνευματικά ὅπλα. Ἕνα ἀπό αὐτά εἶναι ἡ σκέψη ὅτι γιά κάθε δοκιμασία ὁ Θεός ἐπιφυλάσσει μεγάλη ἀμοιβή ἀγαθῶν, σέ ὅσους μέ ὑπομονή καί καρτερία τήν ὑπομείνουν. Μάλιστα εἰς τήν 10η ἐπιστολή ἐπανέρχεται τρεῖς φορές σ’αὐτό τό θέμα. Σέ μία ἀπό αὐτές συνιστᾶ: «Ὑπομένοντας τέτοια τιμωρία λοιπόν, νά προσδοκᾶς μεγάλες ἀμοιβές, πολλά βραβεῖα, ἄφατα ἀντίδωρα, λαμπρά καί ἀνθισμένα στεφάνια γιά τούς τόσους ἀγῶνες. Διότι ὄχι μόνο τό νά κάνει κανείς κάτι καλό, ἀλλά καί τό νά πάθει κάτι κακό φέρει μεγάλες ἀμοιβές καί μεγάλα ἔπαθλα. Και πρός αὐτόν τόν λόγο θά βαδίσω τώρα, πού εἶναι καλό καί σέ σένα καί σέ ὅλους καί ἱκανός νά προγυμνάσει σέ ὑπομονή καί νά διεγείρει πρός καρτερία καί δέν ἀφήνει νά παραλύει κανείς πρός τούς ἱδρῶτες τῶν παθημάτων»24.

Ἐπιπροσθέτως θεωρεῖ ὁ θεῖος ἀνήρ ὅτι ἡ ἀθυμία ἀντιμετωπίζεται μέ τή δοξολογία τοῦ ὑψίστου καί τήν ἀπόδοση εὐγνωμοσύνης σ’ αὐτόν. «Θά παρακαλέσω τήν εὐλάβειά σου ἐκεῖνο πού πάντοτε σέ παρακαλοῦσα, δηλαδή καί ν’ ἀπαλλαγεῖς ἀπό τήν ἀθυμία, καί νά δοξάζεις τόν Θεό (κάτι πού πάντοτε ἔκαμνες καί ἐξακολουθεῖς νά κάμνεις), ἀποδίδοντας εὐγνωμοσύνη σ’ αὐτόν γιά ὅλα αὐτά τά φοβερά καί ὀδυνηρά πράγματα. Διότι ἔτσι καί σύ ἡ ἴδια θά κερδίσεις τά μέγιστα ἀγαθά, καί θά δώσεις θανάσιμο πλῆγμα στόν διάβολο, καί θά προσφέρεις σέ μένα πολλή παρηγοριά, καί θά μπορέσεις μέ πολλή εὐκολία νά ἐξαφανίσεις τό νέφος τῆς ἀθυμίας, καί θ’ἀπολαύσεις καθαρή γαλήνη. Μή παραδίνεσαι λοιπόν στήν ἀποχαύνωση, ἀλλά βγαίνοντας μέσα ἀπό τόν καπνό αὐτόν (διότι, ἄν θέλεις, θά διασκορπίσεις εὐκολώτερα ἀπό καπνό ὅλη αὐτή τήν ἀθυμία), δήλωσέ μου πάλι αὐτό, ὥστε καί ἀπό μακριά νά ἀποκτῶ πολλή εὐφροσύνη ἀπό τά γράμματα αὐτοῦ τοῦ εἴδους»25.

Ὑπάρχει ὅμως καί ἄλλος τρόπος ἀντιμετωπίσεως. Με ἀφορμή χωρία26 τοῦ Ἀποστόλου Παύλου πού ἀναφέρονται στή χαρά στίς ἑρμηνευτικές προσεγγίσεις του ὁ μελιστάλακτος ῥήτωρ, ἐπισημαίνει ὅτι ὁ χριστιανός πρέπει να χαίρεται ἀκόμα και ὅταν τοῦ συμβαίνουν λυπηρά γεγονότα. «Αὐτή εἶναι ἡ μέγιστη χαρά· τέτοια ἦταν καί ἡ χαρά τῶν Ἀποστόλων. χαρά, πού ἀποφέρει ψυχικό κέρδος, χαρά ἀπό τά δεσμωτήρια, χαρά ἀπό τά μαστίγια, ἀπό τούς διωγμούς, ἀπό τίς κακολογίες, χαρά πού ἀπό τίς θλίψεις γενικά ἔχει την ἀρχή, τή ρίζα και τήν ἀφορμή,· γι’ αὐτό καί καταλήγει σέ καλό τέλος. 

Ἀντίθετα ἡ χαρά τοῦ κόσμου ἀρχίζει μέν ἀπό τά εὐχάριστα, καταλήγει ὅμως στά δυσάρεστα. Οὔτε ἐγώ ἐμποδίζω νά χαίρεσθε τή χαρά τοῦ Κυρίου, καί παρά πολύ σᾶς συμβουλεύω. Μαστιγώνονταν οἱ Ἀπόστολοι, καί χαίρονταν. δένονταν καί εὐχαριστοῦσαν· λιθοβολοῦνταν καί κήρυτταν. Αὐτή καί ἐγώ τή χαρά θέλω· ἀπό κανένα σωματικό δέν ἔχει τήν ἀρχή της, ἀλλά ἀπό πνευματικά πράγματα. Δέν εἶναι δ υ ν α τ ό  ἐκεῖνος πού  χ α ί ρ ε τ α ι  κατά τή συνήθεια τοῦ  κ ό σ μ ο υ  αὐτοῦ, νά  χ α ί ρ ε τ α ι  συγχρόνως καί κατά τή χαρά τοῦ Θεοῦ. διότι ὁ καθένας πού χαίρεται κατά τή συνήθεια τῆς χαρᾶς τοῦ κόσμου, χαίρεται γιά τόν πλοῦτο, γιά τίς ἀπολαύσεις τῆς ζωῆς, γιά δόξα καί ἐξουσία, καί ἀπό ἀλαζονεία· ἐκεῖνος ὅμως πού χαίρεται τή χαρά πού τοῦ δίνει ἡ ἕνωσή του μέ τό Θεό, χαίρεται γιά τήν προσβολή πού παθαίνει γι’ αὐτόν, γιά τήν φτώχεια του, γιά τήν ἀκτημοσύνη του, γιά τήν νηστεία, γιά τήν ταπεινοφροσύνη. Βλέπεις, ὅτι οἱ ὑποθέσεις εἶναι ἀντίθετες;»27.

Ἑρμηνεύοντας κείμενα τοῦ προφήτου Ἡσαΐα, ὁ πολυτάλαντος Ἀρχιερεύς ὁρίζει τή χαρά ὡς ἀκολούθως: «Χαρά γάρ ἐστι καταθυμίων πλήρωσις καί ἡδέων ἀπόλαυσις καί ἀνιαρῶν λήθη»28. Μέ τή λέξη ἀνιαρά ἐννοεῖ τά δυσάρεστα μεταξύ τῶν ὁποίων συγκαταλέγεται καί ἡ ἀθυμία. Ἡ χαρά ὅμως ἐπιτυγχάνεται μέσω τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ θείου νόμου καί ἐκπληρώσεως τῶν ἐντολῶν· «Ἡ τῆς ἐντολῆς πλήρωσις χαράν εἴωθεν ἐμποιεῖν τῷ τήν ἀρετήν ἀσκοῦντι»29. Ἡ χαρά ἀκόμα εἶναι ἀποτέλεσμα ἐσωτερικοῦ πλούτου καρδιᾶς καί στροφῆς πρός τά ἄνω. Ἑρμηνεύοντας τόν Δ΄ Ψαλμόν μετά παρρησίας γράφει: «Ἡ εὐφροσύνη δέν ὑπάρχει στά ἐξωτερικά πράγματα, οὔτε στούς δούλους, οὔτε στό χρυσάφι καί στό ἀσήμι, οὔτε στά φορέματα, οὔτε στό πλούσιο τραπέζι, οὔτε στό ὕψος τοῦ ἀξιώματος, οὔτε στό μέγεθος τῆς κατοικίας. Γιατί αὐτή ἡ εὐφροσύνη δέν εἶναι τῆς καρδιᾶς, ἀλλά μόνον τῶν ματιῶν. Πραγματικά, πολλοί ἀπό αὐτούς πού τά κατέχουν αὐτά, νομίζουν ὅτι ἡ ζωή εἶναι ἀβίωτη καί ἔχουν μόνιμα μέσα στήν ψυχή τους καμίνι ἀθυμίας, γιατί καταποντίζονται μέσα στό πλῆθος τῶν φροντίδων καί πιέζονται ἀπό τούς συνεχεῖς φόβους. Ἀλλά γιά μένα λέει ὁ Ψαλμωδός, ἡ εὐφροσύνη δέν βρίσκεται σ’ αὐτά, ἀλλά στήν πνευματική καρδιά, στή σκέψη τήν ἀσώματη, πού σκέπτεται τά ἄϋλα καί ἀθάνατα»30.

Ὁ Μέγας Βασίλειος δίδει καί ἄλλη μία διάσταση στό θέμα μας ἐξετάζοντας τούς λόγους γιά τούς ὁποίους ὀφείλει ὁ χριστιανός νά χαίρεται. Εἰς τό ἔργο του περί εὐχαριστίας τούς ἀπαριθμεῖ ὡς ἑξῆς: «Ἤρθαμε στήν ὕπαρξη καί τή ζωή, ἐνῶ δέν ὑπήρχαμε. Δημιουργηθήκαμε σύμφωνα μέ τήν εἰκόνα τοῦ Δημιουργοῦ. Ἔχουμε νοῦ καί λογικό πού συμπληρώνουν τή φύση μας, μέ τά ὁποῖα ἐγνωρίσαμε τό Θεό. Καί ὅταν μέ αὐτά ἐξετάζουμε προσεκτικά τά κάλλη τῆς φύσεως, διαβάζουμε καί ἀναγνωρίζουμε, σάν νά εἶναι γράμματα βιβλίου, τή μεγάλη πρόνοια καί σοφία τοῦ Θεοῦ σέ ὅλα τά δημιουργήματα. Ἔχουμε τή δυνατότητα νά διακρίνουμε τό καλό ἀπό τό κακό καί ἀπό τήν ἴδια τή φύση ἔχουμε διδαχθεῖ νά ἐκλέγουμε ὅ,τι μᾶς συμφέρει καί νά ἀποστρεφόμαστε τό βλαβερό. Ὅταν ἀποξενωθήκαμε ἀπό τό Θεό, ἐξαιτίας τῆς ἁμαρτίας, πάλι μᾶς ἔφερε κοντά του καί μᾶς ἔκανε οἰκείους του καί μᾶς ἐλευθέρωσε ἀπό τήν ἀτιμωτική δουλεία τῆς ἁμαρτίας μέ τό αἷμα τοῦ μονογενοῦς Υἱοῦ του. Ἐλπίδες ἀναστάσεως, ἀπολαύσεις ἀγγελικῶν ἀγαθῶν, ἡ οὐράνια βασιλεία, τά ἀγαθά πού μᾶς ὑποσχέθηκε καί τά ὁποῖα οὔτε ὁ νοῦς οὔτε ὁ λόγος μποροῦν νά παραστήσουν, ὅλα αὐτά μᾶς ἔχουν δοθεῖ. Πῶς λοιπόν αὐτά νά μή δημιουργοῦν χαρά συνεχῆ καί ἀδιάκοπη καί νά μήν τά θεωροῦμε ὅτι εἶναι ἱκανά νά φέρουν διαρκῆ εὐφροσύνη;»31.

Ἐπιλεγόμενα

Πέρα ἀπό τή διαπίστωση ὑπάρξεως τῆς ἀθυμίας-ἀκηδίας σήμερα, τόν ἀπαραίτητο ὁπλισμό τοῦ πιστοῦ μέ τά μέσα ἐκεῖνα γιά τήν ἀντιμετώπιση ὅλων τῶν λυπηρῶν καταστάσεων, εἶναι ἀνάγκη νά καλέσομε καί τήν πρέσβειρα τοῦ κόσμου, Παναγία. Ἡ ἱκεσία τοῦ ποιητοῦ πρός τή μητέρα τοῦ Λυτρωτοῦ πού εὐθύς ἀμέσως παραθέτομε ἄς γίνει καί δική μας: «Χαρᾶς μου τήν καρδίαν, πλήρωσον Παρθένε, ἡ τῆς χαρᾶς δεξαμένη τό πλήρωμα, τῆς ἁμαρτίας τήν λύπην ἐξαφανίσασα»32.

Ἀποστόλου Ν. Μπουρνέλη,
Καθηγητῆ Α.Ε.Α.Η. Κρήτης

Παραπομπές

1 Liddell H., Scott R., Μέγα Λεξικόν τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης, Τόμ. Α΄, ἔκδ. Ἰ. Σιδέρης, Ἀθήνα 1997, σσ. 60, 85.
2 Ἰωάννου Χρυσοστόμου, «Τῇ δεσποίνῃ μου, τῇ αἰδεσιμωτάτῃ καί θεοφιλεστάτῃ διακόνῳ Ὀλυμπιάδι», ἐπιστολή Ι΄, Ε.Π.Ε. 37, 453.
3 Ἰωάννου Σιναΐτου, Κλῖμαξ, Λόγ. ΙΓ΄, ἔκδ. Ἱ. Μ. Παρακλήτου, Ὠρωπός Ἀττικῆς, Ἀθήνα 1978, σ. 181.
4 Ἀββᾶ Δωροθέου, Ἔργα ἀσκητικά, ἔκδ. Ἑτοιμασία, ἔκδ. Ἱ. Μ. Ἁγ. Ἰωάννου Προδρόμου Καρέα, Ἀθήνα 1981, σσ. 112-113.
5 Ἰωάννου Χρυσοστόμου, «Εἰς Γένεσιν Ὁμιλ.», ΙΕ΄, Ε.Π.Ε. 2, 397.
6 Ἰωάννου Χρυσοστόμου, «Περί παρθενίας», Ε.Π.Ε. 29, 497.
7 Ἰωάννου Χρυσοστόμου, «Τῇ δεσποίνῃ μου…», ἐπιστολή Ε΄, Ε.Π.Ε. 37, 359.
8 Ἰωάννου Χρυσοστόμου, «Τῇ δεσποίνῃ μου…», ἐπιστολή Η΄, Ε.Π.Ε. 37, 391.
9 Ἰωάννου Χρυσοστόμου, «Εἰς Ὀλυμπιάδα», Ἐπιστολή Ι´, Ε.Π.Ε. 37, 461.
10 Αὐτόθι, σ. 453.
11 Αὐτόθι, σ. 464.
12 Ἰωάννου Χρυσοστόμου, «Εἰς Κολοσσαεῖς», Ὁμιλ. Η΄, 4 PG 62, 357.
13 Ἰωάννου Χρυσοστόμου, «Εἰς τόν πτωχόν Λάζαρον», Λόγ. Δ΄, 5 PG 48, 1013.
14 Ἰωάννου Χρυσοστόμου, «Περί Ἱερωσύνης», Λόγ. Ε΄, 4-5 PG 48, 674.
15 Ἰωάννου Χρυσοστόμου, «Εἰς Ἀνδριάντας», Ὁμιλ. ΙΑ΄, 1 PG 49, 119. Βλ. καί «Εἰς Ἀνδριάντας», Ὁμιλ. Δ΄, 1 PG 49, 59. «Οὐ γάρ ἐστι ψυχήν ὀδυνωμένην, καί νέφει κατεχομένην ἀθυμίας, δυνηθῆναι μετά προθυμίας ἀκοῦσαι τι τῶν λεγομένων».
16 Μεγάλου Βασιλείου, «Πρός ἐλευθέραν», Ἐπιστολή ΡΟΔ΄, PG 32, 652.
17 Ἰωάννου Χρυσοστόμου, «Εἰς Σταγείριον», Λόγ. Γ΄, Ε.Π.Ε. 29, 281, 283.
18 Μ. Ὡρολό γιον, Μικρός Παρακλητικός Κανών, ἔκδ. Α.Δ.Ε.Ε.  Ἀ θ ή ν α 1979, σ. 545.
19 Αὐτόθι, σ. 546.
20 Μανουήλ τοῦ Ρήτορος, «Κανών εἰς τήν Ὑπ ε ρ α γ ί α ν  Θ ε ο τ ό κ ο ν » ,  Ἦχος πλ. Β΄, Θεοτοκάριον Ἁγ. Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, ἔκδ. Ἑλληνικό Γορτυνίας 1996, σ. 133.
21 Ἰωάννου Χρυσοστόμου, «Εἰς Σταγείριον», Λόγ. Γ΄, 14 PG 47, 494.
22 Ἰωάννου Χρυσοστόμου, «Εἰς Εὐτρόπιον», Ὁμιλ. Β΄, 1 PG 52, 397.
23 Ἰωάννου Χρυσοστόμου, «Εἰς Ἀνδριάντας», Ὁμιλ. ΣΤ΄, 1 Ε.Π.Ε 32, 149.
24 Ἰωάννου Χρυσοστόμου, «Τῇ δεσποίνῃ μου…», ἐπιστολή Ι΄, Ε.Π.Ε. 37, 463.
25 Αὐτόθι, σ. 497.
26 Α΄ Θεσ. 5, 16-17. Φιλιπ. 4, 1-4. Γαλ. 5, 22.
27 Ἰωάννου Χρυσοστόμου, «Εἰς τήν προειρημένην ὑπόθεσιν τῆς στάσεως… πάντοτε», Ὁμιλ. ΙΗ΄, 4 Ε.Π.Ε. 32, 569.
28 Ἰωάννου Χρυσοστόμου, «Εἰς Ἡσαΐαν», Ὁμιλ. Α΄, 2 PG 56, 100.
29 Αὐτόθι.
30 Ἰωάννου Χρυσοστόμου, «Εἰς Ψαλμόν Δ΄», 9 Ε.Π.Ε. 5, 177.
31Μεγάλου Βασιλείου, «Περί Εὐχαριστίας» 2-3, Ε.Π.Ε. 6, 84.
32 Μ. Ὡρολόγιον, Μικρός…, ἔνθ. ἀνωτ., σ. 554.

πηγή : Ἄγκυρα Ἐλπίδος
Διμηνιαῖο Ὀρθόδοξο Περιοδικό τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ἱεραπύτνης καί Σητείας.

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...