/*--

Κυριακή, 26 Ιανουαρίου 2014

ΤΑ ΕΛΑΤΗΡΙΑ ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ

      
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ διήρχετο ὁ Ἰησοῦς τὴν ῾Ιεριχώ· καὶ ἰδοὺ ἀνὴρ ὀνόματι καλούμενος Ζακχαῖος, καὶ αὐτὸς ἦν ἀρχιτελώνης, καὶ οὗτος ἦν πλούσιος, καὶ ἐζήτει ἰδεῖν τὸν Ἰησοῦν τίς ἐστι. Καὶ οὐκ ἠδύνατο ἀπὸ τοῦ ὄχλου, ὅτι τῇ ἡλικίᾳ μικρὸς ἦν. Καὶ προδραμὼν ἔμπροσθεν ἀνέβη ἐπὶ συκομορέαν, ἵνα ἴδῃ αὐτόν, ὅτι δι᾽ ἐκείνης ἤμελλε διέρχεσθαι. Καὶ ὡς ἦλθεν ἐπὶ τὸν τόπον, ἀναβλέψας ὁ Ἰησοῦς εἶδεν αὐτὸν καὶ εἶπε πρὸς αὐτόν· Ζακχαῖε, σπεύσας, κατάβηθι· σήμερον γὰρ ἐν τῷ οἴκῳ σου δεῖ με μεῖνε. Καὶ σπεύσας κατέβη, καὶ ὑπεδέξατο αὐτὸν χαίρων. Καὶ ἰδόντες πάντες διεγόγγυζον λέγοντες ὅτι παρὰ ἁμαρτωλῷ ἀνδρὶ εἰσῆλθε καταλῦσαι. Σταθεὶς δὲ Ζακχαῖος εἶπε πρὸς τὸν Κύριον· ἰδοὺ τὰ ἡμίση τῶν ὑπαρχόντων μου, Κύριε, δίδωμι τοῖς πτωχοῖς, καὶ εἴ τινός τι ἐσυκοφάντησα, ἀποδίδωμι τετραπλοῦν. Εἶπε δὲ πρὸς αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς ὅτι σήμερον σωτηρία τῷ οἴκῳ τούτῳ ἐγένετο, καθότι καὶ αὐτὸς υἱὸς Ἀβραάμ ἐστιν. Ἦλθε γὰρ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ζητῆσαι καὶ σῶσαι τὸ ἀπολωλός.(ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ Λουκᾶ ιθ΄ 1-10)


Καὶ εἴ τινός τι ἐσυκοφάντησα, ἀποδίδωμι τετραπλοῦν».

Τὴ στιγμὴ ποὺ στεκόταν ὁ Ζακχαῖος ἐμπρὸς στὸν Κύριό μας καὶ ἔκανε τὴν δημόσια ἐξομολόγησή του, ὁμολόγησε καὶ τὴν ἁμαρτία τῆς συκοφαντίας. «Ἂν τυχὸν ὡς τελώνης, Κύριε, μεταχειρίσθηκα συκοφαντία καὶ ψεύδη καὶ εἰσέπραξα ἀπὸ κάποιον περισσότερα ἀπ᾽ ὅσα ἔπρεπε, τοῦ τὰ ἐπιστρέφω τετραπλάσια» εἶπε ὁ ἀρχιτελώνης. Στὴν ὁμολογία του αὐτὴ ἔχουμε μία αἰτία τοῦ ἐγκλήματός του εἰς βάρος τῶν ἀνθρώπων. Εἶναι τὸ ἄνομο κέρδος, ἡ αἰσχροκέρδεια, ποὺ λέει ὁ λαός μας. Χωρὶς νὰ γνωρίζει ὁ συνάνθρωπός μας τίποτε, ἔρχεται ὁ συκοφάντης καὶ τὸν καρφώνει μὲ μία ψευδὴ ἀναφορὰ καὶ καταγγελία. Καὶ μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ πλουτίζει ὁ διαβολεὺς ρουφώντας τὸ αἷμα τοῦ ἀδικουμένου καὶ ἀπροστάτευτου ἀνθρώπου. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἔγκλημα μία τέτοια πράξη; Ἐγκληματίας δὲν θὰ πρέπει νὰ ὀνομασθεῖ ὁ συκοφάντης; Δὲν εἶναι ὅμως μόνο αὐτὸς ὁ λόγος ποὺ κάνει τὸν ἄνθρωπο νὰ στήνει τὸν ἱστὸ τῆς ἀράχνης, τὴ βδελυρὴ συκοφαντία. Εἶναι καὶ δύο ἄλλες αἰτίες ποὺ λέγονται

ΜΙΣΟΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΠΑΘΕΙΑ

Ἐφ’ ὅσον «διάβολον τὴν συκοφαντίαν ἐξευρεῖν βέβαιον», δὲν εἶναι καθόλου παράδοξον ὁ διαβολεὺς καὶ συκοφάντης ἄνθρωπος, νὰ κινεῖται στὸ ἔγκλημά του ἀπὸ τὸ μίσος καὶ τὴν ἐκδίκηση. Ὁ Σατανᾶς ἐπειδὴ μίσησε τὴν εὐτυχία τοῦ ἀνθρώπου μέσα στὸν παράδεισο, ἐξαπάτησε τοὺς πρωτοπλάστους μὲ τὰ ψευδῆ καὶ συκοφαντικά του λόγια. Ἔβλαπτε τὴν ἀνθρωπότητα ὁλόκληρη ἐκείνη τὴν στιγμή, χωρὶς νὰ τὸν ἔχει πειράξει κανείς μας ἀπολύτως. Τὸ ἴδιο γίνεται καὶ μὲ τὰ παιδιά του, μὲ τοὺς συκοφάντες. Λυπᾶται ὁ συκοφάντης γιατὶ ὁ συνάνθρωπός του ἔχει τὴν εὐτυχία καὶ τὴν γαλήνη στὸ σπίτι του. Δημιουργεῖται μέσα του ἡ ἀντιπάθεια. Ἂς μὴ τὸν ἔβλαψε ὁ ἄλλος, θέλει νὰ τὸν πληγώσει, νὰ τὸν βλάψει, νὰ τὸν δεῖ νὰ κλάψει πικρά.

Αὐτὴ ἡ ἐνέργεια τέρπει καὶ εὐχαριστεῖ τὴν πωρωμένη καρδιά του. Τί ἀπόλαυση θὰ πεῖτε εἶναι αὐτὴ ποὺ δημιουργεῖ τόση ταραχή; Ὁ συκοφάντης βλέπετε ἔφτιαξε τὸν ἑαυτό του ἔτσι, ὥστε ὁ νοῦς του νὰ σκέπτεται ὅλο τὸ κακό, ἡ γλώσσα του νὰ στάζει χολὴ καὶ τὰ πόδια του νὰ τρέχουν γιὰ νὰ χύσουν αἷμα. Ταλαίπωρος καὶ δυστυχὴς ἄνθρωπος! Καὶ ὅλη αὐτὴ ἡ μηχανορραφία γίνεται ὄχι φανερά, ἀλλὰ κρυφὰ καὶ ὕπουλα. Ἔτσι μποροῦμε νὰ προσθέσουμε στὰ κίνητρα τῆς συκοφαντίας καὶ δύο ἄλλα ἀκόμη. Λέγονται: ΑΝΑΝΔΡΙΑ ΚΑΙ ΔΟΛΙΟΤΗΣ

Χτυπάει στὰ σκοτεινὰ ὁ συκοφάντης. Δὲν ἔχει τὸ θάρρος, τὴν ἀνδρεία, νὰ παλέψει στὰ φανερά. Εἶναι ἕνας δειλός, ἕνας ἄνανδρος, χωρὶς καρδιὰ καὶ δύναμη. Ἕνας ἔνοχος ποὺ δὲν ἔχει τὸ θάρρος νὰ κινδυνεύσει σὲ μιὰ μάχη. Ἕνας ψεύτης ποὺ δὲν ἀντέχει νὰ σηκώσει τὶς συνέπειες τοῦ κακουργήματός του. Ἕνας ποὺ ἡ κοινωνία τὸν θεωρεῖ καρκίνωμα καὶ μόνο ἡ μακροθυμία τοῦ Κυρίου καὶ τὰ σπλάχνα τῶν οἰκτιρμῶν τοῦ Θεοῦ τὸν ἀνέχονται, μήπως καὶ μετανοήσει κάποτε καὶ ἐξομολογηθεῖ, ὅπως ὁ ἀρχιτελώνης. Ἔτσι ἀρχίζει τὸ ροκάνισμα τῆς ὑπολήψεως καὶ τῆς τιμῆς τοῦ ἄλλου μὲ τὸν ψίθυρο. «Σφάζει μὲ τὸ γάντι» ὅπως λέει ὁ λαός μας. Ἀρχίζει ἀπ’ ἀλλοῦ τὴ συζήτηση γιὰ νὰ τὴ φέρει ἐκεῖ ποὺ αὐτὸς θέλει.

Ἄλλοτε πάλι ἐγκωμιάζει τὸ πρόσωπο ποὺ μισεῖ καὶ μέσα στὰ ἐγκώμια ἀφήνει μία μόνο λέξη-νάρκη, ποὺ εἶναι μὲ πανουργία τοποθετημένη, ὥστε νὰ φέρει τὸ ἀποτέλεσμα ποὺ ποθεῖ. Σᾶς χαιρετᾶ μὲ ἐγκαρδιότητα καὶ ἐνῶ νομίζετε ὅτι σᾶς κτυπᾶ στὴν πλάτη ἀπὸ ἀγάπη, ἐκεῖνος ἐρευνᾶ ποιὸ σημεῖο εἶναι καταλληλότερο γιὰ νὰ σᾶς μπήξει τὸ μαχαίρι. Καὶ ὅλα αὐτὰ γιατὶ δὲν ἀνέχεται τὸν ἄλλο νὰ εἶναι ἀνώτερός του. Δὲν προσπαθεῖ ὁ συκοφάντης νὰ ἐντείνει τὶς δυνάμεις του γιὰ νὰ ὑψωθεῖ κι’ αὐτὸς λίγο καὶ νὰ σμικρύνει τὴν ἀπόσταση ποὺ τὸν χωρίζει ἀπὸ τοὺς ἄλλους. Θέλει νὰ κατεβοῦν οἱ ἄλλοι στὸ ἐπίπεδο τὸ δικό του. Ὁ λασπωμένος δὲν φροντίζει νὰ καθαρισθεῖ, ἀλλὰ ἀγωνίζεται νὰ ρίξει καὶ στοὺς ἄλλους λάσπες. Ἔτσι ἱκανοποιεῖ τὴν μανία του ἐναντίον τῶν τίμιων ἀνθρώπων.

Ἡ γλῶσσα-ὀχιά, ἡ γλῶσσα-δηλητήριο, ἀδελφοί, δηλαδὴ ἡ συκοφαντία, εἶναι κακούργημα ὅπως εἴπαμε. Προσοχὴ λοιπόν. Ἐχθρὲ στόπ! Σήμερα ἐπισημάναμε μερικὰ αἴτια τοῦ κακοῦ. Ἂς ἐρευνήσουμε τὸν ἑαυτό μας μήπως καμιὰ τέτοια πικρὴ ρίζα κακίας ὑπάρχει μέσα μας. Ἂς τὴν ξεριζώσουμε. Τὸ κακὸ ποὺ κάνει ἕνας λόγος μας συκοφαντικὸς δὲν ξέρουμε πόσα κακὰ θὰ φέρει καὶ τί ἔκταση θὰ λάβει. Μιὰ κακὴ πράξη γίνεται καὶ τελειώνει. Τὸ ἀποτέλεσμά της μᾶς εἶναι γνωστό. Μὰ ἡ συκοφαντία περνᾶ ἀπὸ στόμα σὲ στόμα καὶ δυναμώνει σὰν τὴ σπίθα ποὺ γίνεται φλόγα. Ἀνανεώνεται, παραποιεῖται καὶ μεγαλοποιεῖται ὁ συκοφαντικὸς λόγος καὶ φέρνει ζημιὰ καὶ πόνο πολύπλευρο. «Πολυσχιδὲς» εἶναι τὸ κακό. «Νέους καὶ γέροντας, ἄρχοντας καὶ δυνάστας καθεῖλε συκοφαντία» λέει ὁ Μέγας Βασίλειος. Σὰν τὰ φτερὰ τῆς κότας εἶναι ἡ συκοφαντία, ποὺ ὅταν σκορπιστοῦν δὲν μαζεύονται.

πηγή : Ὀρθόδοξον Χριστιανικὸν Περιοδικόν.
Ὄργανον Ἀδελφότητος Θεολόγων ἡ «ΖΩΗ»


+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...