/*--

Κυριακή, 12 Ιανουαρίου 2014

« Ένα δάκρυ... »

   
Επειδή είμαστε άνθρωποι και έχουμε συναισθήματα και ζούμε και στιγμές εξαιρετικής ευαισθησίας σ’ αυτό τον κόσμο, θάθελα να αξιολογήσουμε μέσα απ’ αυτές τις γραμμές αυτού του μικρού άρθρου, πόσην αξία μπορεί νάχη ένα δάκρυ, το οποίο έτρεξε μια στιγμή και κανένας δεν το είδε και κανείς δεν το κατάλαβε. Αυτός που δάκρυσε όμως! Αυτός δεν το ξέχασε το δάκρυ του.


Το δάκρυ για να τρέξη γίνεται μια ολόκληρη διεργασία. Κινείται όλος ο συναισθηματικός κόσμος του ανθρώπου και στο τέλος ανταποκρίνεται ο οργανισμός του. Κι απ’ το μάτι, απ’ το όργανο της ηγεμονικώτερης των αισθήσεων, απ’ την πρώτη αυτή και σπουδαία θυρίδα, βγαίνει προς τα έξω ο πόνος, ο στεναγμός, η συμπόνοια, το έλεος, η οργή, η απογοήτευσι, η χαρά, η αγαλλίασις, ο θρίαμβος. Το πρώτο δάκρυ όταν ερχόμαστε στον κόσμο. Το πρώτο κλάμα. Κλάμα ζωής. Κλάμα χαράς. Για το νεογέννητο, κλάμα γιατί βγήκε ξαφνικά απ’ τη βολή του σ’ ένα κόσμο άγνωστο κι αφιλόξενο, άβολο κατ’ αρχήν. Για τη μάνα και τον πατέρα κλάμα χαράς. Έγιναν συνδημιουργοί του Θεού.Άπλωσαν κλάδους σ’ αυτό τον κόσμο. Να! Το νέο τους βλαστάρι. Το τελευταίο δάκρυ στον τάφο.

 Πόσες φορές είχα κλάψει όταν συνώδευα κεκοιμημένους στο Κοιμητήριο ως κληρικός κι έβλεπα τους οικείους να κλαίνε τον άνθρωπό τους. Προ πάντων με τραυμάτιζαν οι λεπτομέρειες. Το σκληρότερο, ν’ απλώνη η μάνα το χεράκι της να χαιρετάη το παιδάκι της με λιγμούς την ώρα που το κατεβάζουν στον τάφο! Αλλά κι άλλα πολλά δάκρυα.

Στους διαδρόμους των Νοσοκομείων, στα λιμάνια, στους σταθμούς, στ’ αεροδρόμια. Αλλά και στις παρελάσεις, στα στάδια, στις αίθουσες της χαράς. Αλλά και πόσα δάκρυα μπροστά σε θαυματουργές Εικόνες του Δεσπότου Χριστού, της Παναγίας, των Αγίων, των Ιερών Λειψάνων τους. Το πιο πικρό δάκρυ; Το δάκρυ της απόγνωσης. Το δάκρυ της μοναξιάς. Το δάκρυ της απαξίωσης. Το δάκρυ της απογοήτευσης από την αγνωμοσύνη. Όταν κυττάς γύρω και δεν μπορεί κανείς να σε βοηθήση, γιατί η ασθένειά σου είναι ανίατη. Γιατί ξαφνικά καταδικάστηκες! Όταν είναι κλεισμένη η πόρτα σου και δεν την χτυπάει κανείς απ’ έξω. Όταν δείχνεις τα έργα των χεριών σου, έργα ζωής, όταν αναλώνεσαι σ’ αυτά, κι οι άνθρωποι που περίμενες να χειροκροτήσουν κουνάνε τους ώμους αδιάφορα. Όταν έχης επενδύσει στη ζωή ενός παιδιού, στη φιλία ενός φίλου, στη συνεργασία ενός συνεταίρου, στη δουλειά ενός εργοδότη, κι αυτοί δεν το γνώρισαν.

Όταν άνοιξες διάπλατα την αγκαλιά σου σε κάποιον κι αυτός σου άπλωσε απλά, αδιάφορα το χέρι, να σε χαιρετίση. Αλλά και πόσος πόνος και πόσα δάκρυα σε μια σχέσι που διαλύθηκε. Που πήγε ο πρώτος ενθουσιασμός; Οι όρκοι; Οι αγάπες; Ακόμα και μπροστά στο Θυσιαστήριο ενώθηκαν άνθρωποι κι έγιναν μία σάρκα μπροστά σε Θεό και ανθρώπους! Πως έφθασαν στα δάκρυα; Πως ξέχασαν τα πολλά δάκρυα στα οποία στερεώθηκε η σχέσι τους;

Επιλήσμονες τελικά είμαστε όλοι μας. Ξεχνάμε. Ξεχάσαμε τα τόσα δάκρυα; Τα δάκρυα της προδοσίας μας μας μένουν τώρα; Το μόνο που φέρνει αποτροπιασμό, τα ψεύτικα δάκρυα. Τα δάκρυα του υπολογιστή, του επίβολου, του υποκριτή, που πολλές φορές δεν τα καταλαβαίνουμε, γιατί τα δάκρυα πείθουν, συγκινούν, παραλύουν τας αντιστάσεις.

Μπροστά στα δάκρυα παραδίνεσαι. Αλλοίμονο αν αυτά μας φέρνουν συμφορά. Αλλοίμονο αν αυτά μας φέρουν ποταμούς δακρύων. «Βοήθησέ με ρε φίλε»! λέει δακρυσμένος κι ο χαρτοπαίχτης, κι ο απατεώνας, κι ο κάθε παθιασμένος. Βοηθάς και τότε. Και καλά κάνεις. Ας τις γράφη ο Ουρανός τουλάχιστον αυτές τις θυσίες. Αξιοδάκρυτες κι αυτές. Εδάκρυσε κι ο Κύριος. Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, αναφέρει πόσες φορές, εννέα  φορές να έκλαυσε κι ο Κύριος. Ο Κύριος που τα βλέπει όλα, που ετάζει καρδίας και νεφρούς, δεν εγέλασε ποτέ. Έκλαυσε στο Λάζαρο. Έκλαυσε όταν είδε την Ιερουσαλήμ.

Και σκέφθηκε ότι πέτρα πάνω στην πέτρα δεν θα μείνη. Κι έγινε πράγματι όργωμα η Ιερουσαλήμ η Αγία. Λεηλατήθηκε η πόλις του Θεού. Το θηρίο,το βδέλυγμα της ερημώσεως κάθησε στον ιερώτερο τόπο! Εκεί όπου «εκάθισαν - άλλοτε - θρόνοι εις κρίσιν, θρόνοι επί οίκον Δαβίδ». Εδάκρυσεν η γυναίκα, που μας εκπροσώπησε, κι έφερε όλα τα δάκρυά μας, τα δάκρυα μετανοίας μας κι έπλυνε τα πόδια του Κυρίου μας Ιησού. Βγήκε έξω κι ο Πέτρος, ο Απόστολος ο Πρωτοκορυφαίος, κι έκλαυσε πικρώς».

Είναι λοιπόν δώρο Θεού και το κλάμα. Είναι δώρο Θεού τα δάκρυα. Ένα δάκρυ για τη μάνα, ένα δάκρυ για τον ήρωα της πατρίδος, ένα δάκρυ για τον άνθρωπό μας, ένα δάκρυ μας εξυψώνει. Μας δικαιώνει. Μας καταξιώνει. Μας λούζει. Μας καθαρίζει ψυχή και σώμα. Μας ομορφαίνει. «Λούσω καθ’ εκάστην την κλίνην μου εν δάκρυσίν μου την στρωμνήν μου βρέξω», λέει ο Προφήτης.

Το πρώτο μεγάλο, μοναδικό δάκρυ, το δάκρυ του Αδάμ. Αιώνιος θρήνος, ο Αδαμιαίος θρήνος. Ω, τι αποδοκιμασία! Τι πίκρα! Διωγμός με καταδίκη. Ο Άγγελος επιτιμητής με ρομφαία μας διώχνει απ’ τον Παράδεισο. Χάσαμε τη Βασιλεία μας. Αντίδοτο τα δάκρυα της Παναγίας, στο Σταυρό του Κυρίου. «Πως Σε κηδεύσω Θεέ μου; η πως συνδόσιν ειλήσω;».

Και από τότε ποτάμι τα δάκρυα της μετανοίας. Χρέος τώρα τα δάκρυα. Χρωστάμε πολλά δάκρυα για τη σωτηρία μας. Μεγάλη διδασκαλία τα δάκρυα της μετανοίας. Να λοιπόν ποιός βλέπει τα δάκρυα. Ποιός τα υπολογίζει και ποιός τα βραβεύει. Μόνον ο Κύριος. Ανοιχτή η αγκαλιά στον άσωτο υιό. Δάκρυα μετανοίας ο υιός. Δάκρυα μετανοίας εμείς. Δάκρυα συμπόνοιας, αγάπης, στοργής, δάκρυα χαράς ο Πατέρας, ο Θεός, ο Κύριος. Αυτοί είναι οι πρώτοι καρποί οι «άξιοι της μετανοίας». Το πρώτο
δάκρυ της μετανοίας είναι ικανό να κινήση ένα μηχανισμό να δουλέψη όπως δουλεύη μια μηχανή όταν την θέσουμε σε λειτουργία, δίνοντας την πρώτη κίνησι στον κινητήρα της, και να μας φθάση ψηλά. Όχι μόνο να μας αποκαταστήση ηθικά αλλά να μας δικαιώση, να μας σώση, να μας αγιάση. Να μας βγάλη στη χώρα του φωτός. Να μας δώση την επτάχορδη λύρα των Μυστηρίων της Πίστεώς μας, να άδουμε το άσμα, το νέο, το καινό στον Αγαπητό. Στον Κύριο και Θεό μας. Αδελφοί μου, ας μην ξεχνάμε τα δάκρυα στο χρέος. Ας κλαίμε για τα κρίματά μας, τις αμαρτίες μας, τις αμέλειές μας, τις παραλείψεις μας. Ας κλαίμε για το κλάμα που χρωστάμε.

Ας δακρύζουμε για τα δάκρυα που οφείλουμε. Κι ας στεκόμαστε υπεύθυνα, μπροστά στα δάκρυα. Ποιός είδε ένα δάκρυ που έτρεξε στο σκοτάδι; στη μοναξιά; Ποιός πήρε χαμπάρι για ένα δάκρυ που έτρεξε κρυφά, δειλά; Όμως τι καλλιέργεια δείχνει αυτό το δάκρυ! Τι καλλιέργεια φέρνει! Δεν τρέχει έτσι ένα δάκρυ. Δεν πάει χαμένο κανένα δάκρυ. Αλοίμονο μόνο σ’ αυτόν για τον οποίο έτρεξε ένα δάκρυ και δεν είχε την ευαισθησία, την αξία να το καταλάβη. Αυτός όμωςπού του χάρισε αυτό το δάκρυ τούδωσε ένα θησαυρό του οποίου την αξία δεν είναι εις θέσιν να καταλάβη. Κι αν είναι η μάνα, ο πατέρας αυτοί που δάκρυσαν για το παιδί τους,τότε όπως έλεγαν οι παλαιοί, «ένα μαγκάλι κάρβουνο αναμμένα βάζει στο κεφάλι του» αυτός ο γυιός κι αυτή η κόρη. Και μακάρι να προλάβουν να το εξοφλήσουν σ’ αυτό τον κόσμο αυτό το βάρος. Αλλά και πόση χάρι και αξία έχουν κάποια δάκρυα!

Για ένα παιδί αγαπημένο που έφυγε. Που το λαχτάραγες να το βλέπης, να το ζης, να το χαίρεσαι, κι αυτό κόπηκε σαν ένα λουλούδι πρώϊμα! Για ένα σύζυγο η μια σύζυγο που δεν πρόλαβες να τους χαρής, να τους ζήσης, που τους λαχταρούσες κι είχες κάνει όνειρα να γεράσης μαζί τους. Για μια μάνα η ένα πατέρα που θυσιάστηκαν σ’ αυτό τον κόσμο για την οικογένειά τους κι έγιναν δάσκαλοι της θυσίας. Για ένα παληκάρι γενναίο, που χάθηκε στους αιθέρες, στα βουνά, στις θάλασσες, για την πατρίδα, «υπέρ πίστεως και πατρίδος». Για ένα δάσκαλο που μας δίδαξε τα γράμματα τα ιερά και μας άνοιξε τα μάτια! Για έναν αδελφό η μια αδελφή που μας ενδυνάμωναν μ’ ένα χάδι τους, που μας εμψύχωναν μ’ ένα λόγο τους. Που τους είχαμε αποκούμπι. Για έναν συγγενή που ήξερε τις ανάγκες μας και στη δύσκολη ώρα άπλωνε το χέρι και μας έδινε ο,τι μπορούσε.

Αυτό όμως που για μας ήτανε βάλσαμο. Αλλά ένα δάκρυ χρωστάμε σ’ αυτούς που στερέωσαν αυτόν τον κόσμο με τον τρόπο τους. Που έφτιαξαν Νόμους, που τους υπερασπίστηκαν. Τους γιατρούς, τους θεράποντες, τους νοσηλευτές, τις νοσοκόμες, τους συνοδούς. Τους μεγάλους και μικρούς ευεργέτες της πατρίδος, του έθνους. Όλους όσους αγωνίστηκαν για ιδανικά. Αυτούς που μας παρέδωσαν Αρχές για να ζήσουμε. Που παγίωσαν παραδόσεις που μας δίνουν χαρές κι ομορφαίνουν τη ζωή. Που θυσιάσθηκαν σε διάφορους βωμούς. Της Επιστήμης, της Τέχνης, της φιλανθρωπίας. Όμως εμείς εκτός από τους γονείς μας τους αγιασμένους και τους οικείους μας, χρωστάμε πολλά δάκρυα σ’ αυ- τούς που μας δίδαξαν την πίστη. Στους Γεροντάδες μας. Στους Πνευματικούς μας Πατέρες. Στους Ιερείς των Ενοριών που μεγαλώσαμε. Στις Μοναχές που μεγαλώσαμε κοντά τους. Σ’ όλους αυτούς που στήριξαν και στηρίζουν την Εκκλησία. Με λόγο, με ομολογία, με παράδειγμα, με θυσίες. Και τέλος, ένα δάκρυ και για τον εχθρό. Γιατί διάλεξε να είναι εχθρός. Γιατί ζει το δράμα του. Ένα δάκρυ και γι’ αυτόν, για το χατήρι του Χριστού, αφού μας είπε να τον αγαπάμε.

Εμείς ωστόσο, τελειώνοντας, ας ευχηθούμε τα δάκρυα των ανθρώπων νάναι δάκρυα χαράς, μέχρι να βρεθούμε εκεί που δεν υπάρχει πόνος, λύπη, στεναγμός. Εκεί που θα γελάσουν και θα χαρούν οι κλαίοντες. Εκεί αφαιρεθήσεται «παν δάκρυον». Δεν έχουν θέσι εκεί τα δάκρυα...
του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Λαρίσης και Τυρνάβου κ. Ιγνατίου

πηγή : To Tάλαντο
Περιοδικό που εκδίδεται από το Γραφείο Νεότητας της Ιεράς Μητροπόλεως Λαρίσης και Τυρνάβου.


+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...