/*--

Σάββατο, 11 Ιανουαρίου 2014

Διδακτοί Θεού

     
1. Διδακτοί Θεού

..όταν μιλάμε για την γνώση του Θεού, δεν εννοούμε λογική κατανόηση, αλλά προσωπική συνάντηση με τον Θεό. Όταν ο άνθρωπος δοθεί ολοκληρωτικά στο Θεό και ποθήσει να Τον συνάντησει με λαχτάρα στη ψυχή του, τότε, αφού περάσει μέσα από τό σκοτεινό νέφος της αγνωσίας, έρχεται ο ίδιος ο Θεός σ᾽αυτόν, και κάνει τα πάντα γύρω του φωτεινά, και του αποκαλύπτεται. «Αυτός αποκαλύπτει τα βαθειά και τα απόκρυφα. Αυτός γνωρίζει όσα καλύπτει το σκοτάδι και αυτός έχει το φως», λέει ο προφήτης Δανιήλ (2:22). Πρέπει, όμως, ο άνθρωπος να πεινάσει και να διψάσει πραγματικά για τον Θεό (Ψαλ. 41:3. Ιερεμ. 38:25).

Όποιος, όμως, απόκτησει την γεύση της παρουσίας του Θείου φωτός, θα αισθανθεί την αδυναμία του και την μεγάλη αναξιότητα του και θα αναφώνησει τους λόγους της αμαρτωλής γυναίκας: «Κύριε, η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή, την σην αισθομένη Θεότητα…» 

Όλοι οι πατέρες της Εκκλησίας συμφωνούν στο σημείον αυτό και διακηρύττουν ότι η γνώση του Θεού είναι θείο δώρο και όχι αποτέλεσμα ανθρώπινης προσπάθειας. Κανείς δεν μπορεί να γνωρίσει τον Θεό, αν δεν γίνει «διδακτός Θεού». «Δεν υπάρχει άλλο μέσο για να γνωρίσουμε τον Θεό από του να ζήσουμε σε κοινωνία μαζί Του», λέει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος. Επίσης, ο άγιος Νείλος ο Ασκητής διδάσκει: «θεολόγος είναι αυτός που προσεύχεσαι αληθινά, και αυτός που προσεύχεται αληθινά είναι θεολόγος» (Περί προσευχής, 61). 

2. Οι προϋποθέσεις της θεογνωσίας 

Ο Θεός δεν αποκαλύπτεται στον άνθρωπο που τον αναζητάει με τη λογική του. Αποκαλύπτεται σ εκείνον που θα τον αγαπήσει: «Εάν κανείς αγαπάει τον Θεό, ο Θεός τον γνωρίζει» (Α’ Κορ. 8:3). Εκείνος που θα αγαπήσει με την καρδιά του τον Θεό, θα ακούση την φωνή Του να τον καλεί να εισέλθει στο σκοτεινό νέφος και να ανεβεί στο όρος της αποκάλυψής Του. 

Όμως, ο άνθρωπος, για να συνάντησει τον Θεό, πρέπει να έχει ταπείνωση (Ματθ, 5:3, 18:3, Α’ Πέτρ. 5:5) και ακόμη, να έχει καθαρότητα στην καρδιά του (Ψαλ. 33:19). «Μακάριοι οι καθαροί τη καρδία ότι αυτοί τον Θεόν όψονται», λέει ο Κύριος (Ματθ. 5:8). 

Όλα όμως αυτά δεν αρκούν για να λάβει ο άνθρωπος τη θεία αποκάλυψη. Πρέπει ακόμη να ακολουθήσει και την διδαχή του Χριστού. «Όποιος παραβαίνει και δεν μένει πιστός στη διδαχή του Χριστού δεν έχει το Θεό μέσα του». Αντίθετα, «Εκείνος που μένει πιστός στη διδαχή του Χριστού, αυτός έχει και τον Πατέρα και τον Υιό μέσα του» (Β΄ Ιωάν. 9). Επίσης, «Εκείνος που πράττει το καλό είναι του Θεού, ενώ εκείνος που πράττει το κακό, δεν έχει δεί τον Θεό» (Γ’ Ιωάν. 11). 

Εάν κανείς δεν είναι άνθρωπος αγάπης, εάν δεν έχει ταπείνωση, εάν δεν εξαγνίσει τον εαυτόν του και δεν τηρεί την διδαχή του Χριστού, δεν μπορεί να είναι πραγματικός θεολόγος, δηλαδή, άνθρωπος που να έχει γνωρίσει το Θεό. «Όποιος λέει ότι μένει στο Χριστό, οφείλει να ζεί όπως έζησε και ο Χριστός», λέει ο Απόστολος Ιωάννης (Α’ Ιωάν. 2:6). Για κείνον που δεν εξαγνίζει τον εαυτόν του, ο άγιος Μάξιμος χρησιμοποιεί μιά βαρύτατη έκφραση. Τον χαρακτηρίζει «θεολόγο του δαίμονα».

«Αγαπητοί μου», γράφει ο άγιος Ιωάννης ο Ευαγγελιστής, «τώρα είμαστε παιδιά του Θεού, αλλά ακόμη δεν έχει φανερωθεί τι θα είμαστε. Γνωρίζουμε ότι όταν φανερωθεί Εκείνος, θα είμαστε όμοιοι με Εκείνον, διότι θα τον δούμε όπως είναι. Και οποίος έχει την ελπίδα του σ᾽ Εκείνον, εξαγνίζεται, όπως Εκείνος είναι αγνός… Όποιος αμαρτάνει, δεν τον έχει δεί, ούτε τον έχει γνωρίσει» (Α’ Ιωάν. 3:2-6). 

Η εσωτερική αγνότητα του ανθρώπου δεν αποτελεί μόνο προϋπόθεση της γνώσης του Θεού, αλλά και καρπό της ένωσής του μ Εκείνον. Ο ίδιος ο Κύριος, απευθυνόμενος προς τον Πατέρα, λέει για τους μαθητές του: «Τους κατέστησα γνωστό το Όνομα Σου και θα το καταστήσω γνωστό, για να είναι μέσα τους και η αγάπη με την οποίαν με αγάπησες αλλά και εγώ προσωπικά να είμαι μέσα τους» (Ιωάν. 17:26). 

Η γνώση του Θεού αποτελεί πράξη χαρισματική (Γαλ. 4:9. Ιωάν. 6:44) και προϋποθέτει την προσωπική σχέση του ανθρώπου με τον Χριστό: «Κανείς δεν έρχεται στον Πατέρα παρά μέσον εμού» (Ιωάν. 14:6). «Κανείς δεν γνωρίζει τον Υιό παρά ο Πατήρ, ούτε τον Πατέρα γνωρίζει καλά κανείς παρά ο Υιός και εκείνος στον οποίον θέλει ο Υιός να τον αποκάλυψει» (Ματθ. 11:27). Η προσωπική όμως αυτή σχέση με τον Υιό του Θεού πραγματοποιείται, όπως θα αναφέρουμε, με την παρουσία του Αγίου Πνεύματος (Ιωάν. 14:26, 15:26 16:13 κ.ε.). 

3. Αφετηρία και σκοπός της θεογνωσίας 

Είναι, λοιπόν, τελείως διαφορετική η αφετηρία της γνώσης του Θεού μέσα στην Εκκλησία από ό,τι είναι στην φιλοσοφική αναζήτηση. Διαφορετικός είναι επίσης και ο σκοπός της γνώσης του Θεού μέσα στην Εκκλησία. Τον σκοπό αυτό διακήρυξε ο Χριστός με μεγάλη σαφήνεια στην προσευχή Του προς τον Πατέρα: «Για να είναι μέσα τους», λέει, «η αγάπη με την οποίαν με αγάπησες και εγώ προσωπικά να είμαι μέσα τους» (Ιωάν. 17:26). 

Αφετηρία λοιπόν της γνώσης του Θεού είναι η προσωπική συνάντηση με τον Χριστό και τέρμα της η αγάπη, η οποία είναι έκφραση της ζωής της Αγίας Τριάδας, δηλαδή η συμμετοχή του ανθρώπου στην ζωή αυτή. «Εγώ να είμαι μέσα τους και Εσύ μέσα μου, για να τελειοποιηθούν μέχρις ότου γίνουν ένα… Για να είναι μέσα τους η αγάπη με την οποίαν με αγάπησες και εγώ προσωπικά να είμαι μέσα τους» (Ιωάν. 17:23, 26). 

Η αφετηρία της γνώσης του Θεού είναι ο Χριστός. Αυτό υπογραμμίζει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης στην αρχή του Ευαγγελίου του: «Και ο Λόγος σαρκώθηκε και έμεινε ανάμεσά μας, και είδαμε τη δόξα του, μίαν δόξα την οποίαν έχει ένας μονογενής Υιός από τον Πατέρα του, γεμάτος χάρη και αλήθεια» (Ιωάννης 1,14). Σκοπός και τέλος της γνώσης του Θεού είναι η «εν Χριστώ» ζωή, δηλαδή, η τελεία ενότητα του ανθρώπου με το Χριστό. 

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίον το κήρυγμα των Αποστόλων είχε πάντοτε σαν αρχή του το πρόσωπο του Χριστού και σαν σκοπό του τον σύνδεσμο με το Χριστό και τη σωτηρία «εν Χριστώ» (Πράξ, 4:12, 5:28-32).

4. Η πρόκληση του Σταυρού 

Το πρόσωπο του Χριστού αποτελεί την αφετηρία και το τέρμα της θεογνωσίας και της λυτρώσεως του ανθρώπου. Αυτό είναι το Ευαγγέλιο, το σωτήριο μήνυμα το οποίο μας έφερεν ο Κύριος. Αυτό, όμως, δεν το δέχτηκαν ούτε οι Ιουδαίοι της εποχής των Αποστόλων, ούτε οι εθνικοί. Η ενσάρκωση του Χριστού και ιδιαίτερα ο Σταυρός Του και ο θάνατος Του ήταν για τους πρώτους σκάνδαλο και για τους δεύτερους μωρία. Κι᾽αυτό συνέβη, διότι ο Σταυρός του Χριστού, όπως και η ενσάρκωσή Του, ήταν μεγάλη πρόκληση για την ανθρώπινη λογική. 

«Το κήρυγμα του Σταυρού σ εκείνους που χάνονται είναι μωρία, αλλά σε μας που σωζόμαστε είναι η δύναμη του Θεού» (Α’ Κορ. 1:18). «Οι Ιουδαίοι θέλουν θαύματα, και οι Έλληνες ζητούν σοφία, εμείς όμως, κηρύττουμε τον Χριστό Σταυρωμένο. Αυτός ακριβώς ο Σταυρωμένος Χριστός είναι για τους Ιουδαίους σκάνδαλο, και για τους Έλληνες μωρία, αλλά για κείνους που έχουν κληθεί, είτε Ιουδαίοι είτε Έλληνες, ο Σταυρωμένος Χριστός είναι η δύναμη και η σοφία του Θεού. Διότι, εκείνο που θεωρείται θεία μωρία, είναι σοφώτερο από την σοφία των ανθρώπων και εκείνο που θεωρείται αδυναμία του Θεού, είναι ισχυρότερο από την δύναμη των ανθρώπων» (Α’ Κορ. 1:22-25, και Γαλ. 5:11). 

Θα έλεγε κανείς ότι στο σημείο αυτό προκαλεί ο Απόστολος και τους Ιουδαίους και τους Εθνικούς. Δεν αισθάνεται την ανάγκη να στηρίξει λογικά το κήρυγμα του, ούτε κατέχεται από συναίσθημα μειονεξίας γι’ αυτό. Αντίθετα, το πράττει ενσυνείδητα με σκοπό να μην στηρίξει την πίστη των ανθρώπων με βάση την δύναμη των ανθρώπινων λόγων και της ανθρώπινης σοφίας, αλλά με «πειστικότητα πνεύματος και δύναμης, για να μη είναι η πίστη θεμελιωμένη πάνω στην σοφία των ανθρώπων αλλά στην δύναμη του Θεού». «Κηρύττουμε», λέει, «την μυστική σοφία του Θεού, που ήταν κρυμμένη, και την οποίαν προώρισε ο Θεός προ των αιώνων προς δόξαν μας» (Α’ Κοριν. 2:4-7). 

Την ίδια διδασκαλία διακηρύττουν ήδη οι Προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης, τους οποίους επικαλείται και ο Απόστολος (Α’ Κοριν. 1:19-20). «Μάταια με σέβονται διδάσκοντες διδασκαλίες και εντολές ανθρώπων. Γι αυτό, ιδού εγώ θα αποφασίσω να μετακινήσω το λαό αυτό. Θα τους εξορίσω, και θα εξαφανίσω τη σοφία των σοφών, και θα εκμηδενίσω τη σύνεση των συνετών» (Ησ. 29:13-14). 

5. Η δύναμη του Πνεύματος 

Η γνώση του Θεού, η αληθινή πίστη, είναι αποτέλεσμα του κηρύγματος του Σταυρού. Όμως, το κήρυγμα μόνο του δεν είναι ικανό να φανερώσει στους ανθρώπους το Θεό. Όπως το κήρυγμα έχει την πηγή του στον Θεό, ο οποίος αποκαλύφθηκε στο πρόσωπο του Χριστού, έτσι και η αποδοχή αυτού του κηρύγματος από τον άνθρωπο πηγάζει από το Άγιο Πνεύμα, το οποίο οδηγεί τον άνθρωπον στον Χριστό. «Εμείς δεν λάβαμε το πνεύμα του κόσμου», λέει ο Απόστολος, «αλλά το Πνεύμα που προέρχεται από τον Θεό, για να γνωρίσουμεν εκείνα που μας χάρισε ο Θεός» (Α’ Κορ. 2:12). 

«Ας μιλήσουμε όχι με λόγια που δίδαξε η ανθρώπινη σοφία, αλλά με λόγια που δίδαξε το Άγιο Πνεύμα, ερμηνεύοντας τα πνευματικά πράγματα σε πνευματικούς ανθρώπους: Ο φυσικός άνθρωπος δεν δέχεται όσα προέρχονται από το Πνεύμα του Θεού, διότι γι’ αυτόν είναι μωρία, αφού δεν μπορεί να τα καταλάβει, και εφόσον πρέπει να εξετάζονται πνευματικά. Ο πνευματικός όμως άνθρωπος κρίνει τα πάντα, ενώ ο ίδιος δεν κρίνεται από κανέναν. Διότι ποιός γνώρισε την σκέψη του Κυρίου, ώστε να διδάξει; εμείς όμως, έχουμε τον νου του Χριστού» (Α’ Κορ. 2:13-16, Ησ. 40:13). 

Δεν πρόκειται, λοιπόν, εδώ δια «πειστικούς λόγους ανθρώπινης σοφίας», αλλά για «πειστικότητα πνεύματος και δύναμης, για να μην είναι η πίστη μας θεμελιωμένη πάνω στην σοφία των ανθρώπων αλλά πάνω στη δύναμη του Θεού» (Α’ Κορ. 2:4-5). 

Τα ανωτέρω μας βοηθούν να κατανοήσουμε γιατί πολλοί άνθρωποι δεν κατώρθωσαν να βρουν τον δρόμο που οδηγεί στην αλήθεια και στην ζωή, τον δρόμο, δηλαδή, που οδηγεί στον Χριστό. Κατανοούμε επίσης, γιατί οι Απόστολοι, πριν την Πεντηκοστή, δεν μπόρεσαν να γνωρίσουν τον Κύριο και να αντιληφθούν τη δόξα Του. Ακόμη και οι τρεις εκείνοι μαθητές, που παραβρέθηκαν στο όρος της Μεταμόρφωσης, δεν βίωσαν εκεί ολόκληρο το μεγαλείο της δόξας του Κυρίου. Το απολυτίκιο της Εκκλησίας μας το λέει αυτό πολύ χαρακτηριστικά, όταν παρουσιάζει το Χριστό να δείχνει στους μαθητές Του τη δόξα Του «καθώς ηδύναντο», δηλαδή, όπως εκείνοι μπορούσαν να την αντικρύσουν και όχι ολόκληρο το μεγαλείο της δόξας Του. 

Κατανοούμε, ακόμη, γιατί οι μαθητές εγκατάλειψαν το Χριστό επάνω στο Σταυρό και ήταν φοβισμένοι (Ματθ. 26:56, Μάρ. 14:50, Ιωάν. 20:19), και γιατί δεν διακήρυξαν αμέσως την ανάσταση του Χριστού μετά την φανέρωσή Του σ᾽αυτούς. Στην πραγματικότητα, οι Απόστολοι γνώρισαν το Χριστό μόνον μετά την Πεντηκοστή. Μόνον τότε άρχισαν το κήρυγμα, χωρίς πλέον να αισθάνονται κανένα φόβο για την αντίδραση των Ιουδαίων και των Εθνικών: κήρυτταν τότε με δύναμη και εξουσία (Πράξ. 4:1-20). 

6. Γιατί υπάρχουν άθεοι; 

Ο Απόστολος Ιάκωβος κάνει βασική διάκριση μεταξύ της σοφίας της «άνωθεν κατερχόμενης» και της «σοφίας» την οποία χαρακτηρίζει ως «επίγεια, κοσμική και δαιμονική» (Ιάκ. 3:15). Η δεύτερη «σοφία» είναι εκείνη που αποδεσμεύεται τελείως από το Θεό. Είναι εκείνη που δεν καταλήγει στη δόξα του Θεού, αλλά στη δόξα του ανθρώπου που είναι χωρίς Θεό. Γι’ αυτό και χαρακτηρίζεται ως «δαιμονιώδης» (Γέν. 3:4 κ.ε.). 

Η πρώτη ὅμως «σοφία» δεν οφείλεται στην προσπάθεια του ανθρώπου και γι’ αυτό διατηρείται κρυμμένη από τους «σοφούς και συνετούς» αυτού του κόσμου. Αποκαλύπτεται μόνον στα «νήπια» (Ματθ. 11:25. Λουκ. 10:21), και στα «μωρά του κόσμου», στα «αγενή» και στα «εξουθενημένα», ώστε «κανείς άνθρωπος να μην μπορεί να καυχηθεί ενώπιον του Θεού» (Α’ Κορ. 1:27-29). 12

Όσα αναφέραμε, μας βοηθούν να εξηγήσουμε, γιατί πολλοί άνθρωποι συναντούν δυσκολία στο να παραδεχθούν τα δόγματα της Εκκλησίας μας. Αυτό συμβαίνει, επειδή στηρίζονται αποκλειστικά και μόνον στις δικές τους δυνάμεις και αναζητούν κάτι που δεν μπορούν να το «βαστήξουν» μόνο μ αυτές. Διότι, όπως είναι φανερό, τα πράγματα του Θεού δεν είναι δυνατόν να προσαρμοσθούν πλήρως στις δυνατότητες της ανθρώπινης σκέψης. Ο Θεός δεν είναι δυνατόν να γνωρισθεί από τον άνθρωπο με τον τρόπο που ο άνθρωπος επιθυμεί να γνωρίσει τον Θεό. 

«Η σοφία», λέει ο Σοφός Σολομών, είναι «ατμός της δύναμης του Θεού και απόρροια της δόξας του Παντοκράτορος». Είναι «απαύγασμα του αιωνίου φωτός και ολοκάθαρο κάτοπτρο της ενέργειας του Θεού και εικόνα της αγαθότητάς του» (Σοφ. Σολ. 7:25-26). «Ποιός γνώρισε την δική Σου βουλή, χωρίς να του χορηγήσεις Εσύ σοφία, και χωρίς να του στείλεις το Άγιό Σου Πνεύμα από τους ουρανούς;» ρωτάει ο ίδιος (Σοφ. Σολ. 9:17). 

Η ιστορία παρουσιάζει πολλά παραδείγματα ανθρώπων, που αστόχησαν στην αναζήτηση του Θεού, επειδή στηρίχθησαν στις δικές τους δυνάμεις και σε ανθρώπινες δυνατότητες. Πολλοί προ Χριστού φιλόσοφοι και διανοητές προσπάθησαν να γνωρίσουν τον Θεό με την λογική τους. Ήταν, λοιπόν, φυσικό να αποτύχουν. Και άλλοι μεν κατέληξαν σε πλήρη άρνηση του Θεού και διακήρυξαν ότι δεν υπάρχει Θεός, άλλοι πάλι είπαν, ότι υπάρχει κάποια ανώτερη δύναμη, ένας απρόσωπος Θεός, ο οποίος όμως δεν έρχεται σε προσωπική σχέση με τον άνθρωπο. 

Ο Θεός είναι η οδός, και η αλήθεια, και η ζωή (Ιωάν. 14:6). Δεν μπορεί, συνεπώς, να είναι μακρυά μας, να είναι απρόσωπο ον, το οποίο δεν έρχεται σε σχέση με τον άνθρωπο και δεν ενδιαφέρεται για τον κόσμο, όπως υποστηρίζουν μερικοί. «Θεός εγγίζων εγώ ειμί, λέγει Κύριος, και ουχί Θεός πόρρωθεν», δηλ. Εγώ είμαι Θεός που βρίσκομαι κοντά σας, και όχι Θεός που μένει μακρυά, λέει ο Κύριος μέσω του προφήτου. Και προσθέτει: «Δεν είμαι Εγώ που πληρώ τον ουρανό και την γη» (Ιερεμ. 23:23-24, και Δευτ. 4:7); «Εγώ είμαι ο Θεός των πατέρων σας», λέει στον Μωυσή, «ο Θεός του Αβραάμ, ο Θεός του Ισαάκ και ο Θεός του Ιακώβ» (Έξ. 3:6, και Ματθ. 22:32, Μάρ. 12:26). 

Ο Θεός λοιπόν, ο Σωτήρ του ανθρώπου, δεν βρίσκεται μακρυά του, είναι κοντά του, μέσα του. Αποκαλύπτεται από το Πνεύμα του Θεού στην καρδιά του ανθρώπου (Ιωάν. 14:26. Α’ Ιωάν. 2:20, 27). Για να γίνει αυτό, πρέπει ο άνθρωπος να παραδεχθεί την αδυναμία του, να καθαρίσει την καρδιά του με ταπείνωση και μετάνοια και να ζητήσει να του αποκαλυφθεί ο Θεός. Αν δεν το πράξει αυτό, είναι καταδικασμένος να μείνει χωρίς το ζωοδότη Θεό, άθεος. Όλοι όμως οι «άθεοι» δεν ανήκουν σ᾽αυτή την κατηγορία. 

Μερικοί άνθρωποι, που είναι βυθισμένοι στην αμαρτία και στα σαρκικά πάθη, αρνούνται το Θεό, γιατί η πίστη σ᾽ Αυτόν θα είχε συνέπειες στην καθημερινή τους συμπεριφορά (Παρ. 28:5, Ψαλμ. 13:1). Αντίθετα, με την ἀρνησή τους τον εκλαμβάνουν σαν ένα απόμακρο ον που δεν ενδιαφέρεται για την ζωήν του ανθρώπου, και έτσι μπορούν ήσυχα να συνεχίσουν την άτακτη ζωή τους, χωρίς να υπάρχει κίνδυνος ελέγχου. 

«Ο Κύριος όμως», λέει η Σοφία Σολομώντος, «βρίσκεται από εκείνους που δεν προκαλούν τον Θεό, και αποκαλύπτεται σ᾽εκείνους που δεν απιστούν σ᾽αυτόν». «Διότι οι διεστραμμένοι λογισμοί χωρίζουν τον άνθρωπο από τον Θεό, και η πρόκληση της Παντοδυναμίας του απομακρύνει τους άφρονες. Η Σοφία δεν εισέρχεται σε πονηρή ψυχή, ούτε κατοικεί σε σώμα υποδουλωμένο στην αμαρτία. Διότι το Άγιο Πνεύμα της παιδαγωγίας αποστρέφεται το δόλο, στέκεται μακρυά από πονηρές σκέψεις, και  απομακρύνεται από εκεί που πλησιάζει η αδικία» (Σοφ. Σολ. 1:2-5). 

Η θεογνωσία, λοιπόν, απαιτεί καθαρότητα καρδιάς και αγνότητα διάθεσης. Ο πονηρός άνθρωπος, όπως άλλωστε και ο διάβολος, που είναι η προσωποποίηση κάθε πονηρίας και κάθε πειρασμού, δεν μπορεί ποτέ να φθάσει στην αληθινή γνώση του Θεού, οσονδήποτε και εάν ερευνήσει, έστω και εάν αποστηθίσει ολόκληρη την Αγία Γραφή. Για το θέμα αυτό είναι χαρακτηριστικός ο δεύτερος πειρασμός του Χριστού: 

Όπως μας αναφέρει ο Ευαγγελιστής, το πονηρό πνεύμα φέρνει το Χριστό στο άκρο της στέγης του Ναού και του λέει: «Εάν είσαι Υιός του Θεού, πέσε κάτω, διότι είναι γραμμένο στη Γραφή ότι θα διάταξει τους αγγέλους να σε προσέχουν και να σε σηκώσουν στα χέρια τους, για να μη σκοντάψει το πόδι σου σε πέτρα» (Ματθ. 4:6. Ψαλμ. 90:11). 

Εδώ φαίνεται ότι η διάθεση του Σατανά δεν ήταν αγνή. Δεν ζητούσε ο Σατανάς προσωπική ένωση με τον Χριστό, δηλαδή πραγματική θεογνωσία. Αντίθετα, ήθελε να παρασύρει τον Κύριο σε πράξη που πονηρή, διότι δεν θα ήταν αυτό που του ζητούσε πράξη εμπιστοσύνης, αγάπης και υπακοής στο θέλημα του Πατέρα. Δεν είχε σχέση με το θείο σχέδιο, αλλά απετελούσε έκφραση υποταγής στο σχέδιο του Σατανά. 

Γι’ αυτό το λόγο και ο Κύριος του απαντάει: «Είναι επίσης γραμμένο ότι δεν πρέπει να πειράξεις τον Κύριο και Θεό σου» (Ματθ. 4,7, Λουκ. 4,12, Δευτ. 6,16, Α’ Κορ. 10,9 και Αριθμ. 21,5-6). Όποιος, λοιπόν, δεν ξεκινάει με αγνή διάθεση, ποτέ δεν θα φθάσει στην θεότητα του Κυρίου και ποτέ δεν θα μπορέσει να ενωθεί μαζί Του, οσο κι᾽ άν ερευνήσει, οσο κι᾽ άν μελετήσει την Αγία Γραφή. 

«Δίψασε η ψυχή μου για τον ζώντα Θεό, πότε να έλθω και να δω το πρόσωπο του Θεού» (Ψαλμοί 41,3)! Εκείνος που θα ποθήσει το Θεό με όλη τη ψυχή του και θα τρέξει σαν διψασμένο ελάφι στις πηγές των υδάτων (Ψαλ. 41:2), δηλαδή στο Χριστό (Ιωάν. 4:10,14, 7:37), αυτός θα λάβει το «ύδωρ το ζων» (Ιωάν. 4:10). Εκείνος που μόνος του θα προσπαθήσει να σβύσει τη δίψα του, δεν θα το πετύχει ποτέ. «Εγώ θα δώσω σε όποιον διψάει από την πηγή του ύδατος της ζωής» (Αποκ. 21:6). «Οποιος διψάει ας ἔλθει, και όποιος θέλει ας λάβει το ύδωρ της ζωής δωρεάν» (Αποκ. 22:17, και Ησ. 55:1)

ΕΦΟΔΙΟ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ Βασική Δογματική Διδασκαλία

Πρωτοπρεσβυτέρου Αντωνίου Γ. Αλεβιζόπουλου δθ, δφ
Διασκευή π. Γεωργίου Διον. Δράγα, δθ

πηγή : “THE FORERUNNER”
A quarterly publication of  Saint John the Baptist  Hellenic Orthodox Church

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...