/*--

Σάββατο, 15 Φεβρουαρίου 2014

«Τὸ ὑπὲρ πᾶν ὄνομα»

   
Μιλᾶτε στὸν Ἰησοῦ; Κυκλοφορεῖτε στὰ χείλη σας τὸ λατρευτὸ ὄνομά του; «Ἰησοῦς» εἶναι τὸ ὄνομα «τὸ ὑπὲρ πᾶν ὄνομα» (Φιλιπ. β´ 9), ποὺ γεμίζει μὲ συγκίνηση τὴν ψυχή. Εἶναι τὸ νέκταρ, ποὺ εὐφραίνει τὶς πνευματικὲς αἰσθήσεις. Ὁ ἥλιος, ποὺ ἁπαλύνει τὴν καταχνιὰ τῆς βαρυθυμίας.


Ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ μίκρυνε τὴ δόξα του. «Ἐκένωσεν ἑαυτόν» (Φιλιπ. β´ 7). Πῆρε τὴν ἀνθρώπινη φύση. Τὴν ὑλικὴ καὶ περιορισμένη. Ἔγινε ἴδιος μὲ μᾶς. Ὁ συνοδοιπόρος μας στὴ γῆ, ὁ ὁδηγὸς στὴν ἀναζήτηση, ὁ ἀδελφὸς στὴν ἀγωνία. Μιὰ ὄψη τῆς ταπεινώσεώς του εἶναι καὶ τὸ ὄνομα τὸ ὁποῖο πῆρε. Ἦταν κι εἶναι «πάντων ἐπέκεινα» (Γρηγόριος Ναζιανζηνός). Πάνω ἀπὸ ὅλα τὰ δημιουργήματα καὶ πέρα ἀπὸ ὅλη τὴν κτίση. Ἦταν καὶ εἶναι «οὐδενὶ λόγῳ ληπτός» (ἀκατάληπτος καὶ ἀπερίγραπτος μὲ ὁποιαδήποτε λόγια). Καὶ ὅμως δέχτηκε νὰ ὀνομαστεῖ μὲ λέξεις δανεισμένες ἀπὸ τὰ ἀνθρώπινα λεξιλόγια.

Ὁ ἀρχάγγελος Γαβριὴλ φέρνοντας τὸ μήνυμα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ στὴν Παρθένο Μαρία τῆς εἶπε: «Καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν» (Λουκᾶ α´ 31). Ἔδωσε ἕνα ὄνομα, μὲ τὸ ὁποῖο θὰ μποροῦσε νὰ τὸν προσφωνεῖ ἡ παναγία Μητέρα, ὁ Ἰωσήφ, οἱ μαθητές, οἱ ἄνθρωποι ὅλων τῶν αἰώνων. Αὐτὸ καὶ ἔγινε. Μὲ τὸ ἱερὸ ὄνομα «Ἰησοῦ» φώναζε στοργικὰ τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ καὶ σπλάχνο της ἡ ἁγνὴ Μητέρα τῆς Ναζαρέτ. Μ’ αὐτὸ τὸν προσφωνοῦσαν οἱ Ναζαρηνοί.

Μ’ αὐτὸ τὸν γνώρισαν οἱ Ἀπόστολοι. Μ’ αὐτὸ τὸν ἱκέτεψαν οἱ δέκα λεπροί (Λουκᾶ ιζ´ 13) κι ὁ τυφλὸς Βαρτίμαιος (Μαρκ. ι´ 47, Λουκᾶ ιη´ 38). Μ’ αὐτὸ τὸν ἀναζήτησαν στὴ Γεθσημανῆ οἱ ἀγροίκοι στρατιῶτες. Αὐτὸ ὁ Πιλᾶτος χάραξε πάνω στὸ Σταυρό (Ἰωάν. ιθ´19). Αὐτὸ χρησιμοποίησε ὁ ἄγγελος, γιὰ νὰ μεταδώσει στὶς πονεμένες Μυροφόρες τὸ μήνυμα τῆς Ἀναστάσεως. Τὸ ὄνομα Ἰησοῦς! 

Ἔμεινε γιὰ τὶς ἀνθρώπινες γενεὲς τὸ προσιτὸ ὄνομα τοῦ Θεανθρώπου. Καὶ γιὰ τὶς λεπτὲς κι εὐγενικὲς ψυχὲς τῶν Χριστιανῶν ἡ θελκτικὴ καὶ λατρευτὴ λέξη. Ἡ ἐπίκλησή του ἔγινε παράδοση. Συνήθεια ἱερή, ποὺ μεταδίδεται ἀπὸ μάνα σὲ παιδὶ καὶ ἀπὸ γενιὰ σὲ γενιά. Τὸ βάζουμε μπροστὰ στὶς προσευχές. Τὸ φέρνουμε καὶ τὸ ξαναφέρνουμε στὰ χείλη, καθὼς πραγματοποιοῦμε τὸν ἅγιο διάλογο μὲ τὸν οὐρανό. Ὁ κάθε πιστός, ἁπλὰ κι αὐθόρμητα, στρέφεται στὸν Ἰησοῦ καὶ ἱκετεύει τὸν Ἰησοῦ.

Ἀναζητάει ἀδιάκοπα τὸν Ἰησοῦ ὁ ἀσκητής, μὲ τὴ σύντομη, ἀλλὰ γεμάτη περιεχόμενο καὶ νόημα καὶ φλόγα ἱκεσία: «Κύριε, Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με τὸν ἁμαρτωλό». Ἀλλὰ τὸν ἐπικαλεῖται κι ὁ ἄνθρωπος τοῦ μόχθου καὶ τῆς βιοπάλης μὲ τὴν ἰσχυρὴ κραυγή «Χριστέ μου» ἢ μὲ τὸ ζωντανὸ «Κύριε, ἐλέησον», ποὺ ἀφήνει κάθε τόσο ν’ ἀναπηδάει ἀπὸ τὰ πονεμένα του στήθη. Τὸν ἐπικαλούμαστε ὅλοι στὸν ναὸ μὲ τὶς ὑπέροχες προσευχές.

Αὐτὲς τὶς προσευχὲς δὲν μποροῦμε οὔτε κἄν νὰ τὶς ἀπαριθμήσουμε. Εἶναι πολλές, πάρα πολλές. Καὶ σπαρμένες σ’ ὁλόκληρη τὴ λειτουργικὴ ζωή. Ἀναφέρουμε χαρακτηριστικὰ μιά, γιατὶ εἶναι ἡ πιὸ θαυμαστὴ σύνθεση τῆς ἀγάπης καὶ τῆς ἱκεσίας. Εἶναι ὁ Κανόνας τοῦ Θεοκτίστου τοῦ Στουδίτου, ὁ γνωστὸς μὲ τὴν ἐπιγραφή: «Κανὼν ἱκετήριος εἰς τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν» (στὸ Ὡρολόγιο τῆς Ἐκκλησίας μας).

Στὸν Κανόνα αὐτὸ τὸ πάθος τοῦ ποιητὴ εἶναι τόσο ἰσχυρό, ἡ λαχτάρα τοῦ Ἰησοῦ τόσο ἔντονη, ποὺ σοῦ δίνει τὴν ἐντύπωση πὼς ὄχι μὲ τὰ χείλη, ἀλλὰ μὲ τὴν καρδιὰ ἀσπάζεται ἀδιάκοπα τὰ ἄχραντα πόδια τοῦ Ἀγαπημένου του καὶ ἀποθέτει στὴ βάση τοῦ Σταυροῦ του τὰ πιὸ θερμὰ λόγια τῆς λατρείας. Οἱ λέξεις, σὰν νὰ εἶναι φτωχές, ἐπιστρατεύονται ἡ μιὰ μετὰ τὴν ἄλλη. Ὁ προσευχόμενος ποιητὴς φωνάζει: «Ἰησοῦ γλυκύτατε Χριστέ», «Ἰησοῦ μακρόθυμε», «Ἰησοῦ Σωτήρ μου», «Ἰησοῦ μου πολυέλεε». Ἀναζητάει τὸν Ἰησοῦ καὶ ταυτόχρονα τὸν λατρεύει.

Αὐτὴ ἡ ἱερὴ παράδοση μᾶς κληροδοτεῖται ὄχι σὰν ἱστορία, ἀλλὰ σὰν τρόπος ζωῆς. Οἱ ἥρωες τῆς μαρτυρικῆς Ἐκκλησίας καὶ οἱ ἅγιοι ὅλων τῶν ἐποχῶν μὲ τὸ προσωπικό τους παράδειγμα καὶ μὲ τὶς σκέψεις τους καὶ μὲ τὶς ἀνατάσεις τους μᾶς συμβουλεύουν νὰ ἔχουμε πρόχειρο στὴ σκέψη καὶ στὴν καρδιὰ καὶ στὰ χείλη τὸ ὄνομα τοῦ Ἀρχηγοῦ μας καὶ Λυτρωτή μας Ἰησοῦ.

Ἀπὸ τὶς γραπτὲς συμβουλὲς μεταφέρουμε δυό. Ἡ μία προέρχεται ἀπὸ τὸν ἅγιο Παυλῖνο, ἐπίσκοπο Νόλης (354-431): «Τὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ εἶναι γιὰ τὸ στόμα νέκταρ καὶ γιὰ τὴ γλώσσα μέλι... Εἶναι μιὰ ζωντανὴ ἀμβροσία... Ὅταν κανεὶς τὴ γευτεῖ γιὰ μιὰ φορά, δὲν θὰ θέλει νὰ τὴν ἀποχωριστεῖ».

Ἡ δεύτερη συμβουλὴ βγῆκε ἀπὸ τὴ γραφίδα τοῦ ἁγίου Συμεὼν τοῦ Θεσσαλονίκης (ιε´ αἰῶνας): «Κάθε εὐσεβὴς πρέπει αὐτὴ τὴν ὀνομασία (τὸ ὄνομα δηλαδὴ τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ) νὰ λέει διὰ παντὸς σὰν προσευχὴ καὶ μὲ τὸν νοῦ καὶ μὲ τὴ γλώσσα καὶ καθιστὸς καὶ κινούμενος καὶ νὰ βιάζει πάντοτε γι’ αὐτὸ τὸν ἑαυτό του. Θέλει δὲ εὕρει μεγάλη γαλήνη καὶ χαρά, καθὼς ξέρουν μὲ τὴν πείρα ὅσοι περὶ αὐτῆς φροντίζουν».

Τὸ σημαντικότερο πνευματικὸ γεγονὸς τῆς ζωῆς μας θὰ ἦταν νὰ νιώθουμε πὼς μᾶς συντροφεύει ὁ Λυτρωτής μας, ὁ Ἰησοῦς, στὴν ἀγωνία καὶ στὸν πόνο, ἀλλὰ καὶ στὴ χχαρὰ καὶ στὴν ἐπιτυχία τῆς γήινης πορείας μας.

πηγή : Ὀρθόδοξον Χριστιανικὸν Περιοδικόν.
Ὄργανον Ἀδελφότητος Θεολόγων ἡ «ΖΩΗ»

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...