/*--

Τετάρτη, 12 Φεβρουαρίου 2014

Το Τέλος της Ιστορίας στην Εσχατολογία του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου

        
1. Εισαγωγικά

Αυτό που διαφοροποιεί τη χριστιανική πίστη από οποιαδήποτε άλλη θρησκευτική ή μεταφυσική πεποίθηση, είναι η φύση της εσχατολογίας της. Η χριστιανική εσχατολογία δεν εξαντλείται ούτε στο μεταθανάτιο μέλλον του ανθρώπου (όπως πιστεύει η ελληνική φιλοσοφία), ούτε σε κάποια επερχόμενη κοσμική καταστροφολογία (σύμφωνα με την ιουδαϊκή αποκαλυπτική), πολύ περισσότερο δεν καταγράφεται ως ρητορική παράδοση (που την βρίσκει κανείς στα εγχειρίδια της Δογματικής). Είναι η "ένταση" που εντοπίζεται εγγενώς στην Εκκλησία, σαρκώνεται στους προδρομικούς άξονες της "εγρήγορσης" και της "υπέρβασης" ενώ σηματοδοτεί τη σχέση Ανθρώπινου και Θείου, Ιστορίας και Μεταϊστορίας, Κόσμου και Βασιλείας. Σ' αυτή τη διάσταση, η Εκκλησία ως "μεθόριος" ανάμεσα στην Ιστορία και τα Έσχατα, αποκαλύπτεται ως η ασυγχήτως, πλην αδιαιρέτως αλληλοπεριχώρηση των δύο αυτών μεγεθών. Η πίστη της Εκκλησίας δεν μπορεί παρά να είναι εσχατολογική, η εσχατολογία δεν μπορεί παρά να υποστασιάζεται ως ζωή της Εκκλησίας. Πώς, όμως, εξάγεται η παραπάνω διαπίστωση από καινοδιαθηκικά συμφραζόμενα; 

Στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού εκπληρώθηκαν όλες τις παλαιοδιαθηκικές μεσσιανικές προφητείες: ο "έσχατος Αδάμ" (Α΄ Κορ. 15:45), φανερώθηκε "επ' εσχάτου των χρόνων δι' υμάς" (Α΄ Πετρ. 1:20), σταυρώθηκε και αναστήθηκε ως "απαρχή των κεκοιμημένων" (Α΄ Κορ. 15:20), "σφραγισάμενος ημάς και δούς τον αρραβώνα του πνεύματος εν ταις καρδίαις ημών" (Β΄ Κορ. 1:22). Έτσι ο λαός του, η "μία ποίμνη" (Ιω. 10:16) που ζει την πραγματικότητα της "εσχάτης ώρας" (Α΄ Ιω. 2:18), πορεύεται ανακαινιστικά μέσα στον κόσμο, αιμοδοτώντας τον συνεχώς με την ελπίδα του: αναμένει την ένδοξη επιστροφή του Κυρίου, ο οποίος θα τελειώσει την Ιστορία, δηλαδή τη μορφή και "το σχήμα του κόσμου τούτου" (Α΄ Κορ. 7:31), και θα εγκαινιάσει την ατέλεστη Όγδοη ημέρα της Βασιλείας του, "ίνα η ο Θεός τα πάντα εν πάσι" (Α΄ Κορ. 15:28). 

2. Τα πορίσματα της καινοδιαθηκικής έρευνας 

Μια πρώτη ανάγνωση του κατά Ιωάννην ευαγγελίου θα οδηγήσει τον προσεκτικό μελετητή σε ένα βασικό συμπέρασμα: τα μεγάλα εσχατολογικά γεγονότα του Τέλους, που η Εκκλησία αναμένει να συμβούν στο άγνωστο μέλλον, εδώ μοιάζουν να έχουν ήδη πραγματοποιηθεί. Η Δευτέρα Παρουσία του Χριστού θεωρείται γεγονός, ιδίως μέσα από τους αποχαιρετιστήριους λόγους του, η Aνάσταση των νεκρών συντελείται μπροστά μας, η Τελική Κρίση γίνεται παροντική, η Βασιλεία του Θεού ως αιώνια ζωή λειτουργεί εδώ και τώρα. Φυσικά, δεν λείπουν κάποιες αναφορές στο Τέλος της Ιστορίας, στην "έσχατη ημέρα", των οποίων τη φιλολογική θέση και θεολογική σημασία πολλοί ερευνητές προσπάθησαν να εξηγήσουν. 

Με τον C. H. DODD αρχίζει συμβατικά η σύγχρονη κριτική του προβλήματος. Υποστήριξε ότι ο συγγραφέας του ευαγγελίου γνωρίζει την παραδοσιακή ιουδαϊκή εσχατολογία περί του Τέλους της Ιστορίας (τις αναφορές της οποίας λαμβάνει ως προσθήκες), όμως συνειδητά την υποβαθμίζει, προτάσσοντας το "εδώ και τώρα", την αντίληψη μιας ήδη "πραγματοποιηθείσας" εσχατολογίας. 

Αργότερα, όμως, με την πρόταση του R. BULTMANN, η εκδοχή της "προσθήκης" τέθηκε ως κεντρικός άξονας της έρευνας: οι αναφορές περί του Τέλους της Ιστορίας αντιμετωπίζονται ως προϊόν ενός μεταγενέστερου "εκκλησιαστικού αναθεωρητή", που θέλησε να συνδέσει την ιωάννεια εσχατολογία με την παραδοσιακή ιουδαιοχριστιανική. Ως τέτοιες, πρέπει λοιπόν να τις απορρίψουμε, διότι δεν είναι αυθεντικές. Η μόνη αυθεντική, είναι η "υπαρξιακή" εσχατολογία που βρίσκεται κυρίαρχη στην συντριπτική έκταση του κειμένου. 

Η παραπάνω μπουλτμάνεια διαπίστωση έγινε σημείο αναφοράς της μεταγενέστερης κριτικής και συνεχίστηκε -παραλλαγμένη έστω- όπως την περιγράφει συνοπτικά ο D. MOODY SMITH. Ο W. WILKENS [Die Entstehungsgeschichte des vierten Evangeliums, Zollikon: Evangelisher Verlag, 1958] λέει ότι οι αναφορές περί Τέλους είναι προσθήκες, αλλά ταυτόχρονα πιστεύει ότι δεν καθίστανται γι' αυτόν τον λόγο λιγότερο "ιωάννειες". Δέχεται, δηλαδή ότι μπορεί να προήλθαν είτε από τον ίδιο τον συγγραφέα είτε από έναν κύκλο μαθητών του Ιωάννη, που συνδύασαν την αρχική παράδοση με την ερμηνεία της. Στο ίδιο περίπου μήκος κύματος κινούνται οι E. LOHSE και R. SCHNACKENBURG. Ο πρώτος αναφέρει ότι ακόμα κι αν δεν είναι προσθήκες, υποδεικνύουν την προσωπική ευθύνη του ανθρώπου που θα αποφασίσει τη τελική στάση του απέναντι στον σαρκωμένο Λόγο. Ο δεύτερος τονίζει ότι οι αναφορές περί του Τέλους δεν μπορεί να είχαν αγνοηθεί από τον συγγραφέα, όμως τις υποβαθμίζει, προκειμένου να αναδείξει την βασική "υπαρξιακή" πτυχή της εσχατολογίας, τον "ατομικισμό της σωτηρίας", όπως τoν αποκαλεί. 

Έτερος μπουλτμάνειος μαθητής, ο S. SCHULZ, [Untersuchungen zur Menschensohn-Christologie im Johannesevangelium, Zugleich ein Beitrag zur Methoden-geschichte der Auslengug des 4. Evangeliums (Gottingen: Vandenhoeck and Ruprecht, 1957)] ακολουθεί έναν διαφορετικό δρόμο. Πιστεύει ότι το αποκαλυπτικό υλικό του ευαγγελίου δεν είναι δευτερεύουσας, αλλά πρωτεύουσας σημασίας, αντανακλώντας πολύ πρωταρχικές παραδόσεις. Μαζί του φαίνεται ότι συμφωνεί και ο B. LINDARS, ο οποίος ξεχωρίζει τον σημαντικό ρόλο των ιουδαϊκών-χριστιανικών παραδόσεων που μας αποκαλύπτονται πίσω από το Δ΄ Ευαγγέλιο. Κλείνοντας, αξίζει ν' αναφέρουμε και τις θέσεις του W. MARXSEN. Σε έναν μάλλον υπερβολικό τόνο, υποστηρίζει ότι οι αναφορές περί του Τέλους της Ιστορίας καταλαμβάνουν τη θέση "διορθωτικών" εκκλησιαστικών προσθηκών ("correctional interpolations"). Κατ' αυτόν, το αρχικό κείμενο του Ιωάννη ήταν μια διαμαρτυρία ενάντια στο εσχατολογικό έλλειμμα του παρόντος ("a protest against the eschatological 'emptying' of the present"), μια σύνθεση η οποία εξέφραζε τη διαμάχη του ("conflict") με την χριστιανική παράδοση. 

Στους αντίποδες του τόνου που έδωσε ο BULTMANN και οι μαθητές του, βρίσκονται αρκετοί άλλοι ερευνητές, οι οποίοι δείχνουν να υπερβαίνουν το φιλολογικό πρόβλημα των αναφορών περί Τέλους της Ιστορίας, εμμένοντας στην θεολογική σημασία και σπουδαιότητά τους για την χριστιανική κοινότητα. Ο O. CULLMANN αναδεικνύει το γεγονός της εσχατολογικής έντασης ανάμεσα στην πρώτη και δεύτερη παρουσία του Χριστού, μέσα από το Δ΄ ευαγγέλιο, προτείνοντας και εδώ το δικό του ερμηνευτικό κλειδί της "ιστορίας της σωτηρίας". Υπερθεματίζοντας αυτήν την άποψη ο C. K. BARRETT, δηλώνει πώς το Δ΄ ευαγγέλιο μένει πιστό στην κλασική εσχατολογική αντίληψη της Καινής Διαθήκης. Σ' αυτό το κείμενο, περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο, εκφράζεται άμεσα η πεποίθηση που θέλει το Τέλος της Ιστορίας δομικό στοιχείο της καινοδιαθηκικής πίστης. Τέλος, ο R. E. BROWN στο πολύτιμο υπόμνημά του, δέχεται ότι μπορεί οι αναφορές περί του Τέλους της Ιστορίας να είναι προσθήκες -και μάλιστα μιας "δεύτερης έκδοσης" του ευαγγελίου- όμως απηχούν το κήρυγμα του ίδιου του Ιησού. Επέχουν τη θέση ερμηνευτικών διακηρύξεων περί εσχατολογίας, όπως διατύπωσε ο M. E. BOISMARD σε σχετικό άρθρο, ενώ τοποθετήθηκαν για να "ορθοδοξοποιήσουν" το ευαγγέλιο, ώστε να γίνει δεκτό από την πρώτη Εκκλησία. 

3. Συγκριτική ανάλυση του Τέλους της Ιστορίας σε Συνοπτικούς και Ιωάννη 

Ποιές είναι, όμως, οι προκείμενες που προσδιορίζουν το Τέλος της Ιστορίας στον Ιωάννη; Οι δομικοί άξονές της, πάνω στους οποίους αναπτύσσονται οι συγκεκριμένες αναφορές; Για να κατανοήσουμε τα παραπάνω ερωτήματα, θα προχωρήσουμε στη συγκριτική ανάλυση του Τέλους της Ιστορίας ανάμεσα στους Συνοπτικούς και τον Ιωάννη. Έτσι, θα εντοπίσουμε όχι μόνο τη θεολογική ιδαιτερότητα του δεύτερου, αλλά και τις διαφοροποιημένες ανάγκες που καλείται ν' αντιμετωπίσει. Η σύγκριση επιχειρείται σε δύο επίπεδα: το φιλολογικό και το θεολογικό. 

Στο φιλολογικό επίπεδο, αντικρίζουμε εξ αρχής μια κυρίαρχη αντιδιαστολή. Στους Συνοπτικούς, οι αναφορές περί του Τέλους αναπτύσσονται σε ολόκληρα κεφάλαια. Πιο συγκεκριμένα, τα μεγάλα εσχατολογικά γεγονότα καταλαμβάνουν το 24ο κεφάλαιο του Ματθαίου, το 13ο κεφάλαιο του Μάρκου και το 21ο κεφάλαιο του Λουκά. Η έκτασή τους και η θέση τους -είναι οι τελευταίες παρακαταθήκες του Ιησού προς τους μαθητές του, πριν ακριβώς από το σταυρικό πάθος του- μαρτυρούν όχι μόνο τη σπουδαιότητά τους, αλλά και τη δομική τους θέση στο πλαίσιο της σύνολης ευαγγελικής αφήγησης. Στο κατά Ιωάννην ευαγγέλιο, οι αντίστοιχες αναφορές βρίσκονται υπό τη μορφή μεμονωμένων στίχων, διασκορπισμένων στο πρώτο μέρος του ευαγγελίου, το "βιβλίο των Σημείων". Παρά την εκ πρώτης όψεως αποσπασματική, και ίσως για πολλούς υποβαθμισμένη παρουσία τους, μια προσεκτικότερη ματιά δείχνει ότι έχουν τοποθετηθεί σε προσεκτικά επιλεγμένα σημεία, τις απηχήσεις και προεκτάσεις των οποίων θα υπογραμμίσουμε στη συνέχεια. 

Επιστρέφοντας στους Συνοπτικούς και περνώντας στο υφολογικό επίπεδο, διακρίνουμε τον έντονο εικονολογισμό τους. Το Τέλος της Ιστορίας τοποθετείται μέσα σε ένα κόσμο που χειμάζεται, ενώ ζωγραφίζεται με τα δοκιμασμένα χρώματα της παραδοσιακής αποκαλυπτικής φιλολογίας. Περιγράφεται όλο το δράμα μιας κτίσης που δοκιμάζεται από τις εσχατολογικές οδύνες πριν από το Τέλος: "πόλεμοι και ακοαί πολέμων" (Ματθ. 24:6, Μαρκ. 13:7), εξεγέρσεις "έθνους επί έθνους και βασιλείας επί βασιλείαν" (Ματθ. 24:7, Μαρκ. 13:8), "σεισμοί μεγάλοι" (Λουκ. 21:11), "λιμοί και λοιμοί" (Λουκ. 21:11), "ακαταστασίες" (Λουκ. 21:9). Περιγράφεται επίσης το ίδιο το Τέλος: ο σκοτισμός του ήλιου, της σελήνης και των άστρων (Ματθ. 24:29, Μαρκ. 13:24, Λουκ. 21:25), η διασάλευση των δυνάμεων του σύμπαντος κόσμου, η φρίκη των ανθρώπων (Λουκ. 21:26) και η έλευση του Χριστού ως "Υιού του ανθρώπου" (Ματθ. 24:30, Μαρκ. 13:26, Λουκ. 21:27), "εν νεφέλη μετά δυνάμεως και δόξης πολλής", ο οποίος, συνεπικουρούμενος από τους αγγέλους που θα σαλπίζουν το μεγαλείο του, θα συνάξει τους εκλεκτούς του. Αντίθετα, από τον Ιωάννη λείπει κάθε λεπτομερειακή περιγραφή, καθώς περιορίζεται μόνο στο ουσιώδες μήνυμα του Τέλους: ότι την "εσχάτη ημέρα" ο Ιησούς, ως Υιός του Ανθρώπου, θα αναστήσει τους νεκρούς και θα κρίνει τον κόσμο. Δεν υπάρχει καμία εντυπωσιακή κρίση, καμία υποβλητική, φαντασμαγορική αφήγηση της Δευτέρας Παρουσίας. 

Τέλος, στο θεολογικό επίπεδο, παρατηρούμε ότι οι Συνοπτικοί και ο Ιωάννης συναντιούνται σε ένα σημείο: στην πολύ επεξεργασμένη θεολογία τους σχετικά με το Τέλος της Ιστορίας. Το κάνουν όμως με έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο. Οι Συνοπτικοί, επισημαίνουν το Τέλος της Ιστορίας με μεθοδολογική συνέπεια, συγκροτημένη δομή και θεολογική πληρότητα. Ξεκινούν με την προφητεία για την καταστροφή του Ναού των Ιεροσολύμων (Ματθ. 24:1-2, Μαρκ. 13:1-2), παραθέτουν τα "σημεία" του Τέλους (Ματθ.24:3-14, Μαρκ. 13:3-13, Λουκ. 21:7-11), συνεχίζουν με την εσχατολογική "θλίψη" και τον "διωγμό" των μαθητών (Ματθ. 24:15-22, Μαρκ. 13:14-23, Λουκ. 21:12-19), προειδοποιούν για τους αναμενόμενους ψευδοπροφήτες (Ματθ. 24:23-28), τονίζουν την εμφάνιση του Υιού του Ανθρώπου (Ματθ. 24:29-31, Μαρκ. 13:24-27, Λουκ. 21:25-28), και κλείνουν υπογραμμίζοντας τον άγνωστο χρόνο της συντέλειας και κρίσης (Ματθ. 24:23-34, Μαρκ. 13:32-37, Λουκ. 21:29-33), προτρέποντας παράλληλα σε συνεχή εγρήγορση (Λουκ. 21:34-38). Θα έλεγε κανείς, ότι παρακολουθεί ένα καλογραμμένο κεφάλαιο περί των εσχάτων, παρμένο από κάποιο επίσημο εγχειρίδιο Δογματικής. Από την πλευρά του ο Ιωάννης αρθρώνει τη δική του επεξεργασμένη θεολογία. Αν και δείχνει να γνωρίζει πολύ καλά την κλασική χριστιανική εσχατολογία, εμμένει, ωστόσο, μόνο στα πολύ κεντρικά της σημεία: τον μελλοντικό τόνο, την χριστολογία του Υιού του Ανθρώπου, και ιδίως την ανάσταση, ανάσταση ζωής και ανάσταση κρίσης. 

Τι συμπεράσματα μπορούμε να εξάγουμε από τις παραπάνω επισημάνσεις; Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι κοινότητες των Συνοπτικών και του Ιωάννη γνωρίζουν και αναμένουν το Τέλος της Ιστορίας. Ωστόσο, στις πρώτες φαίνεται να εξυπηρετεί συγκεκριμένους παιδαγωγικούς-κατηχητικούς-διδακτικούς σκοπούς. Τα ευαγγέλια του Ματθαίου, του Μάρκου και του Λουκά θέλουν να διαποιμάνουν τους πιστούς τους, προτάσσοντας όχι απλά τη βεβαιότητα του Τέλους, αλλά εγείροντας επίσης το δέος, τον εντυπωσιασμό, ίσως και τον φόβο. Αντίθετα, το ευαγγέλιο του Ιωάννη επιμένει σε αυτό καθ'αυτό το γεγονός του Τέλους. Οι λίγες, αλλά αριστοτεχνικά τοποθετημένες αναφορές του, αρκούν για να δώσουν τον επιζητούμενο τόνο. Η κοινότητα (ή οι κοινότητες) στις οποίες απευθύνεται το κατά Ιωάννην, ζούν από τώρα μέσα στη μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας μια "άλλη" πραγματικότητα. Γι' αυτό και δεν προειδοποιούν για ενδεχόμενα δεινά ή επερχόμενες εσχατολογικές συμφορές. Σ' αυτούς υπάρχει διάχυτος ο ρεαλισμός της "εδώ και τώρα" σωτηρίας. Έτσι, οι υπάρχουσες αναφορές περί Τέλους ίσως θεωρούνται αρκετές, προκειμένου να διατηρήσουν την παραδοσιακή εσχατολογική αίσθηση. Παρόλα αυτά, με δυσκολία μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι οι αναφορές αυτές δεν είναι προσθήκες, αφού όλα μοιάζουν να συγκλίνουν στη διαπίστωση αυτή: ο ιδιότυπος μελλοντικός τόνος, η ελάχιστη έκτασή τους, η θέση τους στη δομή του κειμένου. Προκρίνονται, παράλληλα, τα εξής ερωτήματα: Γιατί και από ποιόν κρίθηκαν αναγκαίες αυτές οι προσθήκες; Ποιος τις πραγματοποίησε; Ποιο το ιδιαίτερο θεολογικό τους νόημα; Έγιναν για να αποτρέψουν κάποιον ενδεχόμενο κίνδυνο και ποιόν; 

4. Κριτικές αποτιμήσεις 

Για να απαντήσουμε αυτά τα ερωτήματα, πρέπει να ανατρέξουμε στο μεθοδολογικά συμβατό ερμηνευτικό κλειδί: το περιβάλλον μέσα στο οποίο γεννήθηκε το συγκεκριμένο ευαγγέλιο. Το πνευματικό κλίμα της περιοχής, όπου κυριαρχούσε πολιτιστικά ο ελληνισμός -και ειδικότερα, στο θρησκευτικό πεδίο ο γνωστικισμός- άφησε ανεξίτηλα τα σημάδια του στη διαδικασία σχηματισμού του ευαγγελίου, αλλά και της θεολογίας του. 

4.α Ο γνωστικός κίνδυνος 

Όπως υποστηρίζεται, η αρχαία Εκκλησία ανέχτηκε στους κόλπους της ισχυρά γνωστικά ρεύματα, η πνευματικότητα των οποίων τόνιζε εξόχως τη σωτηριολογική σημασία της γνώσης και την ανιστορικότητα. Ιδίως οι κοινότητες που ανήκαν στο "κλίμα" του Αποστόλου Ιωάννη, φαίνεται ότι αντιμετώπιζαν σοβαρό πρόβλημα από γνωστικούς ή γνωστικίζοντες κύκλους. Οι τελευταίοι απέρριπταν την σάρκωση του Λόγου, δηλαδή δεν ομολογούσαν "Ιησούν Χριστόν εν σαρκί εληλυθότα" (Α΄ Ιω. 4:3). Αυτός είναι και ο λόγος που χαρακτηρίζονται από τον ευαγγελιστή ως "αντίχριστοι" (Α΄ Ιω. 2:18, 22). Τα γνωστικίζοντα αυτά στοιχεία, εκτός από τη σχετικοποίηση της χριστολογικής πίστης, πρέπει να θεωρείται βέβαιο ότι απολυτοποιούσαν το γεγονός της "εδώ και τώρα" σωτηρίας. Συνεπείς στην γνωστική τους πνευματικότητα, εικάζουμε ότι δεν θα ανέμεναν καμιά τελική επέμβαση του Θεού στην Ιστορία, καμιά μεταϊστορική πραγματικότητα, όπως την προσδιόριζε η πίστη στο Τέλος της Ιστορίας. Αν η υπόθεση αυτή είναι ορθή και με δεδομένο τον κυρίαρχο τόνο της "πραγματοποιηθείσας" εσχατολογίας στο κατά Ιωάννην ευαγγέλιο, φτάνουμε σε ένα λογικό συμπέρασμα: οι γνωστικίζοντες των ιωάννειων κοινοτήτων θεωρούσαν (και κατ' επέκταση χρησιμοποιούσαν) το αρχικό κείμενο σύμφωνα με τις δικές τους κατανοήσεις και προϋποθέσεις. 

Έτσι, δεν είναι δύσκολο να εικάσουμε την πρωταρχική ανάγκη που οδήγησε στην εισαγωγή αυτών των προσθηκών κατά τις επόμενες εκδόσεις του ευαγγελίου. Τα χωρία που προσδιορίζουν το Τέλος της Ιστορίας, ακυρώνουν την γνωστική κατανόησή του, καθώς δείχνουν ότι η μυστηριακή -και ίσως μυστικιστική- ατμόσφαιρα του ευαγγελίου δεν είναι ο καινούριος κόσμος του Θεού, αλλά ο εικονισμός του. Η "πρόσωπον προς πρόσωπον" εμπειρία του "καινού" θα φανερωθεί στην "εσχάτη ημέρα", όταν ο Χριστός -πιστός στην υπόσχεσή του ότι θα ξαναγυρίσει- θα οδηγήσει "τους τα αγαθά ποιήσαντες εις ανάστασιν ζωής, τους δε τα φαύλα πράξαντες εις ανάστασιν κρίσεως" (Ιω. 5:29). Υπ' αυτήν την έννοια, η αυθεντική κατανόηση της εσχατολογίας -και κατ' επέκταση της σύνολης θεολογίας- του κατά Ιωάννην ευαγγελίου, αναδεικνύεται και ταυτόχρονα αναδεικνύει την "ιστορία της σωτηρίας", δηλαδή την εσχατολογική ένταση ανάμεσα στο ήδη τετελεσμένο, "το εκ μέρους" (Εκκλησία) και το αναμενόμενο, "το τέλειον" (Βασιλεία). 

4.β Οι εκκλησιαστικές συνδηλώσεις του Τέλους της Ιστορίας 

Πώς εκφράζεται αυτή η διαλεκτική στα επίμαχα σημεία του ευαγγελίου; Μπορούμε σχηματικά να διαμορφώσουμε τρείς ομάδες χωρίων που δείχνουν αυτή τη λειτουργία: α) τη χριστολογία των "σημείων", β) την τριαδολογική σωτηριολογία, γ) την ευχαριστιολογία. 

Η πηγή που διασώζει τις αφήγησεις των "Σημείων", δηλαδή των μεσσιανικών έργων του Ιησού, χρωματίζεται από το Τέλος της Ιστορίας. Το πρώτο παράδειγμα είναι η θεραπεία του παραλυτικού (κεφ. 5). Με τη συγκεκριμένη πράξη του ο Ιησούς πετυχαίνει την αναστολή των δυνάμεων της Ιστορίας, στην οποία κυριαρχεί η φθορά. Ο άνθρωπος που είχε "τριάκοντα και οκτώ έτη εν τη ασθενεία αυτού" (Ιω. 5:5) λαμβάνει το δώρο της ζωής από αυτόν που το έφερε δικαιωματικά. Αλλά το δικαίωμα που έχει ο Ιησούς από τον Πατέρα δεν είναι μόνο η εξουσία να ζωοποιεί στο πλαίσιο της Ιστορίας, όντας "η ανάστασις και η ζωή" (11:25), αλλά πολύ περισσότερο η εξουσία να κρίνει την Ιστορία: "ο λόγος ον ελάλησα κρινεί αυτόν εν τη εσχάτη ημέρα" (12:48). Και αυτό συμβαίνει διότι ο Ιησούς είναι ο ερχόμενος Υιός του Ανθρώπου: "και εξουσίαν έδωκεν αυτώ κρίσιν ποιείν, ότι υιός ανθρώπου εστίν. Μη θαυμάζετε τούτο, ότι έρχεται ώρα εν η πάντες οι εν τοις μνημείοις ακούσουσιν της φωνής αυτού και εκπορεύσονται οι τα αγαθά ποιήσαντες εις ανάστασιν ζωής, οι δε τα φαύλα πράξαντες εις ανάστασιν κρίσεως" (Ιω. 5:27-29). Διακρίνουμε σαφέστερα αυτή την προοπτική στην ανάσταση του Λαζάρου. Η έγερση ενός νεκρού που "ήδη όζει, τεταρταίος γαρ εστιν" (Ιω. 11:39), φανερώνει ότι δεν ήταν παρά ένα εσχατολογικό "σύμβολο", ένα ιστορικό ίχνος μιας άλλης πραγματικότητας, που η κοινότητα ακόμα την προσδοκά: "αναστήσεται εν τη αναστάσει εν τη εσχάτη ημέρα" (11:24). Όλα τα μεσσιανικά "σημεία", όση ένταση και αλήθεια κι αν κρύβουν, δεν είναι το Τέλος. Είναι ιστορικές προλήψεις μιας άλλης τάξης, είναι τα "απ' αλλού φερμένα" έργα, που καταξιώνουν χριστολογικά και αναβιβάζουν αξιολογικά την Ιστορία, χωρίς όμως ποτέ να την εξιδανικεύουν. Είναι γεγονότα μοναδικά, διότι παραπέμπουν σε Αυτό-Που-Δεν-Έχει-Έρθει-Ακόμα. 

Όσον αφορά στην τριαδολογική σωτηριολογία του 6ου κεφαλαίου, εδώ το Τέλος της Ιστορίας επικυρώνει την αντι-γνωστική, δηλαδή εσχατολογική κατανόησή τους. Ο Πατέρας και ο Υιός δεν είναι δύο γνωστικοί "αιώνες", αλλά δύο διακεκριμένες θείες υποστάσεις, δύο διαφορετικά πρόσωπα. Το ζήτημα της σωτηρίας που πραγματεύεται αυτή η ομάδα χωρίων (Ιω. 6:39, 40, 44) αρθρώνεται πάνω σε τρία βασικά σημεία. Πρώτον, η σωτηρία επιτυγχάνεται όχι μέσω της γνώσης, αλλά της πίστης στον υιό (Ιω. 6:40). Δεύτερον, η πρωτοβουλία της σωτηρίας ανήκει στον Πατέρα, και όχι στον άνθρωπο, όπως υποδηλώνουν οι φράσεις "παν ό δέδωκέν μοι", "ελκύση αυτόν". Τρίτον, η καθολική σωτηρία θα έλθει μεταϊστορικά, με την Ανάσταση. Η ορολογία που χρησιμοποιείται εδώ είναι ιδιαίτερα σημαντική. Η φράση "αναστήσω αυτόν εν τη εσχάτη ημέρα" είναι μοναδική, καθώς είναι η μόνη φορά που τόσο άμεσα διακηρύσσεται ότι η ανάσταση είναι έργο του Ιησού Χριστού. 

Επιπλέον, το Τέλος της Ιστορίας έχει μια ιδιαίτερη λειτουργία στην ευχαριστιολογία του ευαγγελίου: "Ο τρώγων μου την σάρκα και πίνων μου το αίμα έχει ζωήν αιώνιον, καγώ αναστήσω αυτόν εν τη εσχάτη ημέρα" (Ιω. 6:54). Το πρώτο ημιστίχιο με την επισήμανση "τρώγειν την σάρκα/πίνειν το αίμα" απηχεί άμεσα τον γνωστικό σακραμενταλισμό, τα μυστηριακά δείπνα στα οποία ο θεός σφαγιαζόταν και τρωγόταν από τους πιστούς του, προκειμένου οι τελευταίοι να μετέχουν στον αέναο κύκλο της ζωής, του θανάτου και της αναγέννησης. Ωστόσο, η φράση "αναστήσω αυτόν εν τη εσχάτη ημέρα" τοποθετεί το μυστήριο όχι σε σακραμενταλιστικά, αλλά σε ευχαριστιακά-εσχατολογικά πλαίσια. Αυτό σημαίνει ότι η "αιώνια ζωή" της Ευχαριστίας, η μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας, δεν είναι η Βασιλεία του Θεού, αλλά η προληπτική, λειτουργική της φανέρωση, αφού ο θάνατος, παρά τη ρεαλιστική συντριβή του, παραμένει ο "έσχατος εχθρός" που μένει να νικηθεί "εν τη αναστάσει εν τη εσχάτη ημέρα". 

4.γ Η "ποιητική" λειτουργία της Εκκλησίας 

Όσον αφορά το ποιος πραγματοποίησε τις προσθήκες του Τέλους της Ιστορίας, η απάντηση δεν μπορεί να είναι άλλη από τη μόνη ιστορικά και θεολογικά συμβατή: η εκκλησιαστική κοινότητα. Είναι η Εκκλησία που καταγράφει και διαμορφώνει τα ιερά της κείμενα, δηλαδή την εσχατολογική της εμπειρία, υπακούοντας στη λογική της ανασύνθεσης του "κόσμου τούτου", με την οποία χαρακτήρισε και την κανονική παράδοσή της. Αν θέλαμε να ερμηνεύσουμε ευρύτερα τη σημασία του Τέλους της Ιστορίας στο κατά Ιωάννην ευαγγέλιο, θα λέγαμε ότι είναι ένα ενδεικτικό "παράδειγμα" της "ποιητικής" λειτουργίας της Εκκλησίας. Η δημιουργική δυναμική της, εκφραζόμενη ως "αισθητική", θεολογική παρέμβασης, μπορεί να αποτιμηθεί ως πραγματικότητα "ποιητικής" τάξης. Συγκροτεί, έτσι, έναν πολυποίκιλο, γραπτό καμβά, ο οποίος, όμως, εδράζεται σε μια σταθερή βάση: στο αίτημα για "την ενότητα της πίστεως και την κοινωνία του Αγίου Πνεύματος". Γι' αυτό η διάκριση είναι υπαρκτή και απαραίτητη: ο Χριστός είναι το "τέλος" του Νόμου (Ρωμ. 10: 4), η αρχή και το τέλος (Αποκ. 21: 6, 22: 13), το Α και το Ω (Αποκ. 1: 8, 11), "το πλήρωμα του Νόμου και των Προφητών αυτός υπάρχων...ο πληρώσας πάσαν την οικονομίαν του Πατρός", αλλά για τους χριστιανούς το Τέλος της Ιστορίας δεν έχει έρθει ακόμη. Είναι η γόνιμη, πολυεπίπεδη διαπλοκή του ιστορικού "τώρα" με την εσχατολογική προσδοκία του "όχι ακόμα", είναι η πρωταρχή που διατρέχει όχι μόνο την ευαγγελική, αλλά ολόκληρο το οικοδόμημα της εκκλησιαστικής Παράδοσης. 

Το Τέλος της Ιστορίας στην εσχατολογία του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου 

Σήμερα, όταν μιλάμε για εσχατολογία, δεν εννοούμε πια την παραδοσιακή, δογματική αντίληψη περί του Τέλους της Ιστορίας, τουλάχιστον δεν εννούμε μόνον αυτή. Η εσχατολογία είναι το πλαίσιο αναφοράς όλης της χριστιανικής εμπειρίας, άρα ως τέτοια προσδιορίζει πρωτογενώς την φύση της εκκλησιαστικής κοινότητας. Γι' αυτό, η πεποίθηση περί του επερχόμενου Τέλους του χρόνου και του κόσμου, είναι από τις βασικότερες και πιο φορτισμένες θεολογικά της χριστιανικής σκέψης. Η εισήγηση διαπραγματεύεται την συγκεκριμένη αντίληψη, αλλά και τις προεκτάσεις της, έτσι όπως εξάγονται από το ευαγγέλιο του Ιωάννη. 

Το εν λόγω ευαγγέλιο παρουσιάζει μια σημαντική ιδιαιτερότητα σε αυτό το ζήτημα. Οι προκείμενες αναφορές, όπως έχουν μελετηθεί από την καινοδιαθηκική επιστήμη, τόσο σε φιλολογικό, όσο και σε θεολογικό επίπεδο, μας αφήνουν την βάσιμη αίσθηση ότι αποτελούν "προσθήκες". Είναι δηλαδή χωρία, τα οποία εισήχθησαν κάποια στιγμή στο διαμορφούμενο σώμα του ευαγγελίου, προκειμένου να εξυπηρετήσουν κάποια ειδική στοχοθεσία. Μπορούμε να υποθέσουμε τόσο τους ιστορικούς, όσο και τους θεολογικούς λόγους που οδήγησαν στην παραπάνω διαπίστωση. Αυτό γίνεται, εκκινώντας από τη συγκριτική ανάλυση των περί Τέλους χωρίων, ανάμεσα στα Συνοπτικά ευαγγέλια (του Ματθαίου, του Μάρκου και του Λουκά) και του κατά Ιωάννην. Οι αναφορές των Συνοπτικών δείχουν ότι οι κοινότητες που τα διαμόρφωσαν, απαρτίζονταν από πιστούς πολύ εξοικειωμένους με το επερχόμενο Τέλος της Ιστορίας. Παρουσιάζουν μια θεολογία πολύ επεξεργασμένη, θεματολογικά δομημένη, εικονολογικά δυνατή, με έντονες επιρροές από την παραδοσιακή ιουδαϊκή εσχατολογία. Αντίθετα, οι αντίστοιχες περικοπές του Ιωάννη, μας αποκαλύπτουν αρχικά μια κοινότητα (ή κοινότητες) που είναι απόλυτα εξοικειωμένη(-ες) με την αντίληψη του Τέλους της Ιστορίας. Ωστόσο, φαίνεται να μην έχει τόση σημασία η όποια επίσημη διδασκαλία περί αυτού, καθώς οι συγκεκριμένες αναφορές είναι ελάχιστες, πολύ περιορισμένες σε έκταση, με μορφή που θυμίζει μάλλον "μετεωρίτες", όχι τυχαίως και ατάκτως εριμμένους, αλλά πολύ προσεκτικά, αριστοτεχνικά τοποθετημένους. Το κέντρο βάρους μοιάζει να πέφτει όχι στη φιλολογία περί Τέλους, αλλά στο ίδιο το Τέλος. 

Οι λόγοι που οδήγησαν σε μια τέτοιου είδους καταγραφή μπορούν να αρθρωθούν μόνο στο επίπεδο της υπόθεσης -δίχως αυτό να μειώνει, φυσικά, την αξία της. Πρέπει να τους εντοπίσουμε, ανασυνθέτοντας το ιστορικό περιβάλλον και συνακόλουθα τις θεολογικές αναγκαιότητες, τα ίχνη των οποίων το ευαγγέλιο διατήρησε ανεξίτηλα. Με δεδομένο το πρόβλημα των γνωστικών, που την εποχή εκείνη διαβιούσαν πότε στο κέντρο, πότε στις παρυφές των χριστιανικών κοινοτήτων, οι αναφορές του Τέλους της Ιστορίας ίσως αποτελούν την απάντηση της Εκκλησίας του Ιωάννη στην ανιστορική, "πραγματοποιηθείσα" εσχατολογία τους, η οποία απολυτοποιούσε το "εδώ και τώρα" της σωτηρίας, χωρίς να αναμένει καμία μεταϊστορική προοπτική. Φυσικά, μια τέτοια εσχατολογία δεν μπορούσε ποτέ και με κανένα τρόπο να γίνει δεκτή από την κοινότητα, αφού εξοβέλιζε και μηδένιζε την βασικότερη υπόσχεση του Κυρίου της: την υπόσχεση για την επιστροφή του. Επιπλέον, οι αναφορές στο Τέλος της Ιστορίας, μέσα από την πηγή των "Σημείων" στην οποία εμφανίζονται κατά κόρον, αναδεικνύουν τη σημαντική θέση που κατέχει η Ιστορία στην χριστιανική θεολογική σκέψη. Η Ιστορία είναι το πεδίο φανέρωσης του Μεσσία, του Ιησού Χριστού, ο οποίος, ιδίως μέσα από τη θεραπεία του παραλυτικού (κεφ. 5, η ζωή ως θεία δωρεά) και την ανάσταση του Λαζάρου (κεφ. 11, η νίκη επί του θανάτου), την καταξιώνει και την αναβιβάζει, χωρίς να την απολυτοποιεί. Τα μεσσιανικά "σημεία" που εκτελεί ο Ιησούς μέσα στην Ιστορία αντλούν την αξία τους από την μεταϊστορική τους "πλήρωση", την Ανάσταση και την Αιώνια Ζωή. Στην ίδια λογική εντάσσεται η σωτηριολογία και η ευχαριστιολογία του κατά Ιωάννην ευαγγελίου. Η σωτηρία που παρέχει η πίστη στην ενότητα Πατρός και Υιού, μόνο στην Ανάσταση της "εσχάτης ημέρας" που θα ενεργήσει ο Ιησούς Χριστός θα είναι μια καθολική πραγματικότητα. Στην ίδια προοπτική, η Ευχαριστία, αποτελεί μόνο την πρόγευση της αιώνιας ζωής της Βασιλείας, όχι την πληρότητά της, καθώς ο "έσχατος εχθρός", ο θάνατος, μέλλει να νικηθεί τελειωτικά από τον Αναστημένο Κύριο στην Ανάσταση των "απ' αιώνων" νεκρών. 

Η ερμηνευτική προσέγγιση του Τέλους της Ιστορίας, όπως την επιχειρήσαμε παραπάνω, σκοπεύει να αναδείξει μια σημαντικότατη πτυχή του εκκλησιαστικού τρόπου που συχνά υποτιμούμε: την "ποιητική" λειτουργία της Εκκλησίας. Στη λογική της ανασύνθεσης "του κόσμου τούτου" στην οποία κλήθηκε η Εκκλησία, δεν μπορεί να εξαιρέσει τη διαμόρφωση των ιερών της κειμένων. Χωρίς, βέβαια, να αμφισβητείται η έννοια της κανονικότητας των ευαγγελίων ή η κανονική παράδοση εν γένει, οφείλουμε να κατανοήσουμε πώς η Εκκλησία είναι αυτή που γέννησε τα ευαγγέλια, τα οποία με τη σειρά τους αντανακλούν πολλές επεξεργασίες, αναθεωρήσεις και προσθήκες -όλες εκκλησιαστικού χαρακτήρα, εξυπηρετώντας πολύ συγκεκριμένες και μελετημένες ιστορικές και ποιμαντικές ανάγκες. Η μελέτη τους από εμάς, μας βοηθά να επισημάνουμε κατ' αρχήν την αίσθηση της Ιστορίας που διατηρεί ανέκαθεν η εκκλησιαστική κοινότητα, καθώς και να υπογραμμίσουμε τον μεταμορφωτικό δυναμισμό της. Οι ιωάννειες προσθήκες του Τέλους της Ιστορίας γίνονται ένα πολύ συγκεκριμένο παράδειγμα της "ποιητικής" τάξης της Εκκλησίας.


 Του Δημήτρη Αρκάδα, Θεολόγου 
    Σάββατο 20 Ιανουαρίου 2001

πηγή : ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΘΕΟΛΟΓΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...