/*--

Σάββατο, 15 Μαρτίου 2014

Η ΦΙΛΟΚΑΛΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΣΚΕΨΗ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΚΑΙ Η ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ ΤΗΣ

       
Εἶναι ἀδύνατο, στά περιορισμένα ὅρια αὐτῆς τῆς παρουσίασης, νά ἀσχοληθοῦμε ἐξαντλητικά μέ τό σύνολο τῆς θεολογικῆς παραγωγῆς καί σκέψης τοῦ ὁσίου Νικοδήμου. Κατά συνέπεια θά ἐπικεντρωθοῦμε σ’ ἐκεῖνα τά σημεῖα τῆς θεολογικῆς του προσφορᾶς πού διαζωγραφοῦν τήν ἰδιοπροσωπία τοῦ νέου ἑλληνισμοῦ, πού ὁ ἅγιος πρότεινε.


Ὁ στόχος τῆς πνευματικῆς ἀνάτασης τοῦ πολύπαθου ὑπόδουλου Γένους μέσα ἀπό τήν ἐργογραφία τοῦ Νικοδήμου, δέν εἶναι κάτι πού εἰκάζεται σήμερα. Ἤ, πολύ περισσότερο, μία ἰδεολογική ἑρμηνεία τῆς σκέψης του. Ἀποτελεῖ ἐκπεφρασμένη συνείδηση τοῦ ὁσίου, τόσο στόν φίλο καί πνευματικό του ἀδελφό ἅγιο Μακάριο Νοταρά, ὅσο καί στά προοίμια πολλῶν ἔργων του. Ἡ συνειδητή αὐτή πράξη δέν ἔχει τόν χαρακτήρα κοσμικῆς μεταρρύθμισης ἀλλά τόν χαρακτήρα προβολῆς τῆς διαχρονίας τοῦ ἀνακαινισμένου, τοῦ θεωμένου ἀνθρώπου, ἀπέναντι στίς ἀπόπειρες γέννησης, τήν ἴδια ἐποχή, τοῦ περίκλειστου δυτικοῦ ὑποκειμένου. Ἕνας ἄλλος ἄνθρωπος, τό Πρόσωπο τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐμπειρίας πού δεξιώνεται τίς ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ καί οἰκοδομεῖ προσωπική σχέση μαζί Του, εἶναι τό πρότυπο ἀλλά καί, ἐν τινι μέτρῳ, τό ὄνειρο τοῦ Νικοδήμου Ἁγιορείτη. 

Πρός τήν κατεύθυνση αὐτή στοιχοῦν ἔργα του ὅπως ὁ «Συναξαριστής» καί τό «Νέον Μαρτυρολόγιον». Στό πρῶτο θά προτείνει κείμενα ποιητικά τῆς ἁγιοπνευματικῆς συγκρότησης τοῦ ἀνθρώπου, τούς βίους τῶν ἁγίων, πού μετά τήν περίοδο τῆς Εἰκονομαχίας, ἄρχισαν νά διαβάζονται στίς τράπεζες τῶν μονῶν, παράλληλα μέ τήν εἰσαγωγή τῶν ἀκολουθιῶν τους στή λατρεία.

Κατά τήν ἀκολουθία τοῦ ἑορταζόμενου ἁγίου (ἕκτη ὠδή τοῦ κανόνα στόν Ὄρθρο), διαβάζονταν, σέ συνοπτική μορφή, ὁ βίος τοῦ ἁγίου τῆς ἡμέρας, δηλαδή τό Συναξάριόν του. Προοδευτικά ἄρχισαν νά συγκροτοῦνται οἱ πρῶτες συλλογές οἱ ὁποῖες θά καταλήξουν στό συνθετικό ἔργο πού θά πραγματοποιήσουν ὁ Συμεών ὁ Μεταφραστής κατά τόν 9ο αἰώνα καί ὁ διάκονος τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας Μαυρίκιος τόν 11ο αἰώνα.

Ὅμως, μέ τό πέρασμα τοῦ χρόνου ἡ γλώσσα αὐτῶν τῶν Συναξαριστῶν δέν ἦταν κατανοητή. Ἄν καί ὁ Συναξαριστής τοῦ Μαυρίκιου, σέ ἀρχαΐζουσα γλώσσα, κυκλοφοροῦσε σέ χειρόγραφες συλλογές, ἦταν ἐπιτακτική ἡ μετάφρασή του. Μία τέτοια μετάφραση πραγματοποιήθηκε τόν 16ο αἰώνα ἀπό τόν Μάξιμο Μαργούνιο. Κατά μαρτυρία τοῦ Ἁγιορείτη Νικόδημου, ἡ μετάφραση αὐτή ὑπῆρξε «ἀσαφής καί κακόφραστος καί ἀηδής», κατά συνέπεια παραγκωνισμένη καί δύσχρηστη, ἰδιαίτερα γιά τό μορφωτικό ἐπίπεδο τῆς ἐποχῆς τοῦ ἁγίου μας. Ἔτσι ἀναλαμβάνει ὄχι μόνον μία νέα μετάφραση ἀλλά μία κριτική ἔκδοση, συμβουλευόμενος χειρόγραφα ἀπό τίς βιβλιοθῆκες τοῦ Ὄρους ἀλλά καί τό τυπωμένο ἔργο τοῦ Μαργούνιου. Μέ διορθώσεις καί ἐκτενεῖς ὑποσημειώσεις πραγματοποιεῖ ἕνα ἀξιοθαύμαστο ἔργο, πού, ἄν καί ὁ ἴδιος δέν πρόλαβε νά τό δεῖ τυπωμένο, ἀκόμη τρέφει καί ἀναζωογονεῖ μίαν ὑπαρξιακή καί ὄχι πουριτανική προσέγγιση τῆς σωτηρίας καί τῆς ἁγιότητας. 

Τῆς ἴδιας ὑφῆς καί λογικῆς εἶναι καί τό δεύτερο ἔργο του, τό Νέο Μαρτυρολόγιο. Συνιστᾶ τήν διαχρονική ἀποκάλυψη τῆς ἁγιότητας στό ἐκκλησιαστικό σῶμα, ἀπό τήν ἐποχή τῶν ἀρχαίων μαρτύρων μέχρι τήν ἐποχή του. Τό βιβλίο αὐτό εἶναι τό συναξάρι τῶν νεομαρτύρων. Δεκάδες χιλιάδες Ἕλληνες, κυρίως ὅσοι εἶχαν ἀλλαξοπιστήσει καί ἐπανέρχονταν στήν Ὀρθοδοξία, πλήρωναν μέ τό αἷμα τους τή θέλησή τους ν’ ἀνήκουν στό σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Πράξη πού ἀποκαλύπτει, γιά μία ἀκόμη φορά, τήν ὀντολογική διάσταση τοῦ ἐκκλησιαστικῶς ἀνήκειν. Τό ὅτι δηλαδή, τό νά εἶσαι χριστιανός εἶναι ὑπόθεση ζωῆς καί θανάτου καί ὄχι ἕνα ἀκόμη σύνολο πεποιθήσεων, μία ἀκόμη ἰδεολογία. Μία ἀλήθεια πού, δυστυχῶς, λησμονεῖται κάθε φορὰ πού ὁ ἐλεύθερος βίος τείνει νά θεσμοποιήσει τό ἐκκλησιαστικό γεγονός. Εἴτε κατά τήν περίοδο τοῦ ἔνδοξού μας βυζαντινισμοῦ, εἴτε στόν ἐκκοσμικευμένο νεοελληνικό μας βίο. Πάντως, τό βιβλίο εἶχε καί σαφῆ προσανατολισμό ἐνδυνάμωσης τοῦ ὑπόδουλου ἑλληνισμοῦ ὑπέρ τῆς ἐλευθερίας του. Σέ κάποιο σημεῖο τοῦ ἔργου του ὁ Νικόδημος γράφει χαρακτηριστικά: «Πῶς δέν εἶναι πρέπον νά εὐχαριστεῖ τινάς τόν Θεόν βλέποντας ὑπό κάτω εἰς τόν σκληρόν ζυγόν καί τήν αἰχμαλωσίαν τῶν νῦν κρατούντων τόσους ἀθλητάς; Οἱ ὁποῖοι διά νά φυλάξουν τήν ἐλευθερίαν καί εὐγένειαν τῆς χριστιανικῆς πίστεως, κατεφρόνησαν… κάθε σωματικήν ἀπόλαυσιν καί παρέδωκαν προθύμως τόν ἑαυτόν τους εἰς θάνατον;».

Τό ἔργο ὅμως πού θά σημαδέψει τήν προσωπικότητα τοῦ Νικοδήμου εἶναι ἡ Φιλοκαλία. Μέ τόν ὅρο Φιλοκαλία ἐννοοῦμε πρωτίστως μία ἀνθολογία κειμένων μέ σαφῆ θεματική: Τήν ἀσκητική μέθοδο προσοικείωσης τῆς Χάρης τοῦ Θεοῦ ἀπό τόν ἄνθρωπο, τή δεξίωση τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἀσκητική αὐτή μέθοδος ὀνομάστηκε «νήψις» καί «ἡσυχία» καί οἱ ἀσκητές πού τήν ἐφάρμοζαν νηπτικοί ἤ ἀσκητικοί πατέρες. Πρόκειται γιά μία ἀνθολογία  διαφορετικῶν συγγραφέων, τά κείμενα τῶν ὁποίων περιλαμβάνονται σ’ αὐτήν καί χρονολογοῦνται ἀπό τόν 4ο ἕως τόν 15ο αἰώνα.

Ὅπως παρατηρεῖ ὁ ἐπίσκοπος Διοκλείας Κάλλιστος Were «ἡ ἔκδοση τῆς Φιλοκαλίας ἀποτελεῖ θεμελιῶδες καί ἀναπόσπαστο μέρος τῆς ἐπιστροφῆς στίς ρίζες τῆς πατερικῆς παράδοσης πού ἐπιδίωξαν οἱ Κολλυβάδες, μέ πρωτεργάτες τούς ἁγίους Νικόδημο καί Μακάριο. Οἱ Κολλυβάδες στράφηκαν πρός τούς πατέρες, ἀντιμετωπίζοντάς τους ὄχι ὡς ἀρχαιολογικά κειμήλια ἑνός μακρινοῦ παρελθόντος ἀλλά ὡς ζωντανούς ὁδηγούς τῶν συγχρόνων τους χριστιανῶν. Σκοπός τους ἦταν νά μή μείνει στά ράφια τῶν λογίων, ἀλλά νά ἀλλάξει τή ζωή τῶν ἀνθρώπων… Κατά τήν ἴδια ἔννοια εἶναι σημαντικό τό γεγονός ὅτι οἱ ἅγιοι Νικόδημος καί Μακάριος δέν προόριζαν τή Φιλοκαλία ἀποκλειστικά γιά τούς μοναχούς ἀλλά καί γιά τούς λαϊκούς, ὄχι μόνο γιά τούς εἰδικούς ἀλλά γιά ὅλους τοὺς χριστιανούς». «Εἰς κοινήν τῶν Ὀρθοδόξων ὠφέλειαν», ὅπως ἀναγράφεται στή σελίδα τοῦ τίτλου.

Ἡ φιλοκαλία ἐκδόθηκε τό 1782, μόλις ἑπτά χρόνια πρίν τό ξέσπασμα τῆς Γαλλικῆς Ἐπανάστασης. Στό γέρμα τοῦ 18ου καί στήν αὐγή τοῦ 19ου αἰώνα, ὅταν ἡ δυτική Εὐρώπη ἀποθέωνε τό ἄτομο ὡς τό κοινωνικό ἔκτυπο τῆς στροφῆς της στό ὑποκείμενο, ὅταν ἡ φιλοσοφική καί θεολογική πραγματικότητα τῆς ἑσπερίας ἐξαντλοῦνταν στήν ἀποθέωση τῆς νοησιαρχίας, τήν ἰδεολογικοποίηση τῆς ἐπιστήμης, τόν φορμαλισμό καί τήν συντήρηση ἀντίστοιχα, ὁ ἅγιος Νικόδημος καί οἱ Κολλυβάδες προέβαλαν τό πρόσωπο καί τή θέωση τοῦ ἀνθρώπου. Στά δεσμά τῆς ἀπολυτοποίησης τοῦ ὑποκειμένου (ἀπό τά ὁποῖα μέχρι σήμερα ἀγωνίζεται νά ξεφύγει ἡ δυτική σκέψη, εἴτε μέ τή διϋποκειμενικότητα τοῦ Hambermas, εἴτε μέ τήν ἐσωτερικοποίηση τοῦ Ἄλλου, ὅπως ὁ Ricoeur), ἡ Φιλοκαλία ἀντιπροτείνει τή θραύση τοῦ ὑποκειμένου, μέ τήν ἐκκοπή τοῦ οἰκείου θελήματος, τήν ἀπαλλαγή ἀπό τά πάθη, τή φυλακή τοῦ νοός, τήν προσευχή καί τή μετάνοια, τή δεξίωση τῆς Χάρης, μ’ ἕναν λόγο τή θέωση. 

Καί εἶναι γι᾽ αὐτό πού γνώρισε μίαν ἀπίστευτη διάδοση καί στόν χῶρο τῆς δυτικῆς Εὐρώπης. Ἀρκεῖ νά ξαναθυμίσουμε τόν τίτλο μέτόν ὁποῖο ἡ γαλλική Le Monde σχολίασε τήν εἴσοδο τῆς χώρας μας στήν Ε.Ε.: «Καλωσορίζουμε στήν Εὐρώπη τή χώρα τῆς Φιλοκαλίας»! Ἡ ἀπήχηση τοῦ ἔργου αὐτοῦ στόν ὀρθόδοξο, καί ὄχι μόνον, κόσμο, μέ πρῶτον τό σλαβικό,ἀναμφίβολα ξεπερνᾶ ἀκόμα καί τίς προθέσεις τῶν πρωτεργατῶν της. Μόλις ἕνδεκα χρόνια ἀπό τή δημοσίευσή της στά ἑλληνικά, ὁ Παΐσιος Βελιτσκόφσκι μεταφράζει τό ἔργο στά σλαβονικά. Τήν πρώτη ἔκδοση τῆς Φιλοκαλίας στή γλώσσα αὐτή τό 1793, ἀκολούθησε μία δεύτερη στά ρωσικά, τό 1877. Ἡ δεύτερη αὐτή ἐπαυξημένη ἔκδοσημεταφράστηκε ἀπό τόν ἅγιο Θεοφάνη τόν Ἔγκλειστο. Καί οἱ δύο αὐτές ἐκδόσεις ἀνατυπώθηκαν πολλές φορές στή διάρκεια τοῦ 19ου αἰώνα καί γνώρισαν πολύ εὐρύτερη ἀπήχηση ἀπό τίς ἑλληνικές ἐκδόσεις τῆς Φιλοκαλίας.

Ὡστόσο, ἡ πραγματική ἐποχή τῆς Φιλοκαλίας δέν ἦταν οὔτε ὁ 18ος αἰώνας μέ τούς Κολλυβάδες, οὔτε ἡ «Ἁγία Ρωσία» τοῦ 19ου αἰώνα, ἀλλά τό δεύτερο μισό τοῦ 20ου αἰώνα, τά χρόνια, δηλαδή, πού ἀκολούθησαν τό δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Ἡ τρίτη ἔκδοσή της στά ἑλληνικά γίνεται τά ἔτη 1957- 1963, κυκλοφόρησε εὐρύτατα καί ἀνατυπώθηκε στά μέσα τῆς δεκαετίας τοῦ ’70. Μεταφράστηκε μάλιστα καί στά νέα ἑλληνικά. Ἡ ρουμανική μετάφραση ἐμφανίστηκε τό 1946, ὑπό τήν ἐποπτεία ἑνός ἀπό τούς κορυφαίους θεολόγους τῆς χώρας αὐτῆς, τοῦ π. Δημητρίου Staniloae. Σπουδαιότατο ρόλο στή διάδοση τῆς Φιλοκαλίας στή Δύση ἔπαιξε ἡ Μεγάλη Βρετανία. Ἀπό τό 1950 μέχρι τό ’54 μεταφράστηκε τό ἔργο σέ δύο τόμους μέ τήν ἐκδοτική φροντίδα τοῦ Ἄγγλου ὀρθοδόξου Gerald Palmer, ἀργότερα ὑπῆρξε ἐντελέστερη ἔκδοση ἀπό τό ἑλληνικό κείμενο, ἀπό τόν διάσημο οἶκο Faber and Faber. Τό παράδειγμα τῆς Βρετανίας ἀκολούθησαν πολλές δυτικές χῶρες. Τό ἔργο μεταφράστηκε στά γαλλικά, τά γερμανικά, τά ἰταλικά, τά ἱσπανικά καί τά φιλανδικά, καί ἐξακολουθεῖ
νά μεταφράζεται.

Τό ἀνθρωπολογικό πρότυπο τοῦ ἀνακαινισμένου προσώπου πού προέβαλε ὁ Νικόδημος, ἄνοιξε νέους ὁρίζοντες στή δυτική διανόηση καί γονιμοποίησε τήν ἐποχή τῆς μετανεωτερικότητας, μέ μία πανδαισία πνευματικῶν προϊόντων πού πολλές φορές λαμβάνουμε στήν Ἑλλάδα ὡς ἀντιδάνειο. Ὅπως τούς τόμους τῆς Φιλοκαλίας στά ἀγγλικά, πού ἔλαβε ὁ Σεφέρης ἀπό τόν T.S. Eliot μέ τήν ἀφιέρωση: «τά σά ἐκ τῶν σῶν».

Θεόφιλου Ἀμπατζίδη,
Θεολόγου

πηγή :  ΛEIMΩNAPIOΝ 
ΔΙΜΗΝΙΑΙΟ ΦΥΛΛΑΔΙΟ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΔΙΔΑΧΗΣ
ΕΚΔΟΣΗ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΣΕΡΒΙΩΝ ΚΑΙ ΚΟΖΑΝΗΣ

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...