/*--

Παρασκευή, 28 Μαρτίου 2014

Η ΘΕΙΑ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑ ΩΣ ΦΑΝΕΡΩΣΗ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ

         
Ι.) Η θεμελιακή αφετηρία της Εκκλησίας

Η Εκκλησία από την πρώτη στιγμή της ιστορικής της φανέρωσης, είναι μια κοινότητα λατρευτική, μια Σύναξη «επί το αυτό», όπως περιγράφεται στις Πράξεις των Αποστόλων (Πραξ.2:42-47). Οι χριστιανοί συναζόμενοι «εν αγαλλιάσει και αφελότητι καρδίας» τελούν αυτό που τους παρέδωσαν οι Απόστολοι και εκείνοι με τη σειρά τους παρέλαβαν από τον Κύριο Ιησού Χριστό, «εγώ γαρ παρέλαβον από του Κυρίου ο και παρέδωκα υμίν» (Α΄ Κορ.11:23), την τέλεση της Θείας Ευχαριστίας. 


Αφετηριακό γεγονός είναι ο Μυστικός Δείπνος που τέλεσε ο Ιησούς Χριστός με τη συμμετοχή των Μαθητών Του. Ο Χριστός στην ομοτράπεζη σύναξη θα δώσει ένα «καινό» περιεχόμενο1 και άπαξ και δια παντός θα την καταστήσει κεντρικό γεγονός της Εκκλησίας, ένα Ευχαριστιακό γεγονός, μια Ευχαριστιακή Σύναξη. Στις ομοτράπεζες συνάξεις συγκροτούνται, μετά την ημέρα της Πεντηκοστής, «οι πρώτες κατ’ οίκον Εκκλησίες» και σ’ αυτές αναπτύσσεται το ιεραποστολικό έργο του Χριστού2.Ο Υιός και Λόγος του Θεού, ο Οποίος Ενηνθρώπησε και Θυσιάστηκε προς χάριν των ανθρώπων, τώρα στις Ευχαριστιακές Συνάξεις παρίσταται στο Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας για να γίνουν ένα Σώμα οι χριστιανοί μεταξύ τους και να ενωθούν μαζί Του, την Κεφαλή του Σώματος, την Κεφαλή της Εκκλησίας «ότι εις άρτος, εν σώμα οι πολλοί εσμέν· οι γαρ πάντες εκ του ενός άρτου μετέχομεν» (Α΄Κορ.10:17). Σχηματικά, θα μπορούσαμε να περιγράψουμε τα παραπάνω, ως εξής: Χριστός –Μυστικός Δείπνος/Θεία Ευχαριστία – Εκκλησία αποτελούν μία αρραγή, αδιατάρακτη ενότητα. Η αλληλοπεριχωρούμενη αυτή πραγματικότητα, ή υπάρχει στο σύνολό της, ή απλά δεν υφίσταται.

ΙΙ.) Το περιεχόμενο της «Λειτουργικής ανάμνησης»

Κέντρο της λατρευτικής ζωής της Εκκλησίας είναι η Θεία Λειτουργία. Μέσα σ’ αυτήν τελείται το Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. Η χριστιανική πίστη είναι θρησκεία λειτουργική και η Εκκλησία είναι πρωτίστως λατρεύουσα κοινότητα3. Ο άνθρωπος μέσα στην Εκκλησία μεταμορφώνεται σ’ ένα λειτουργικό, σ’ ένα δοξολογικό όν4, που ολόκληρη η ύπαρξή του γίνεται σαρκωμένη προσευχή: «ψαλώ τω Θεώ μου έως υπάρχω» (Ψαλμ. 104,33). Καθοριστική σημασία στην Ορθόδοξη λειτουργική παράδοση διαδραματίζει η ορθή κατανόηση της «ανάμνησης» των λόγων και των πράξεων του Ιησού Χριστού, κατά τη διάρκεια του Μυστικού Δείπνου5.

Η «ανάμνηση» ως επανάληψη των λόγων και των πράξεων του Χριστού στο Μυστικό Δείπνο άπτεται της ιστορικής μνήμης, μεταφέροντας στα μέλη της χριστιανικής κοινότητας όσα έγιναν κατά το Τελευταίο Δείπνο του Χριστού με τους μαθητές του. Πάνω σ’ αυτό το ιστορικό γεγονός θεμελιώνεται η παράδοση του Μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας.

Όμως, η έννοια της «ανάμνησης», έχει ένα πολύ βαθύτερο και ουσιαστικότερο περιεχόμενο. Στην ευχή της Αναφοράς, στη Θεία Λειτουργία του Χρυσοστόμου, λέγονται τα εξής: «Μεμνημένοι τοίνυν της σωτηρίου ταύτης εντολής, και πάντων των υπέρ ημών γεγενημένων· του σταυρού, του τάφου, της τριημέρου αναστάσεως, της εις ουρανούς αναβάσεως, της εκ δεξιών καθέδρας, της δευτέρας και ενδόξου πάλιν παρουσίας», δηλ. «Με την ανάμνηση, λοιπόν, αυτής της σωτήριας εντολής και όλων όσων έγιναν για εμάς και ιδιαιτέρως ενθυμούμενοι το σταυρικό θάνατο, την ταφή, την τριήμερο ανάσταση, την ανάληψη στους ουρανούς και την εγκατάστασή του στα δεξιά του Πατέρα, κι ακόμα την ένδοξη δεύτερη παρουσία Του».

«Η σωτήρια ταύτη εντολή», που αναφέρεται στην ευχή της Αναφοράς του Χρυσοστόμου, δεν είναι άλλη, παρά η εντολή που απηύθυνε ο Χριστός στους μαθητές Του, κατά την τέλεση του Μυστικού Δείπνου: «τούτο ποιείτε εις την εμήν ανάμνησιν» (Λουκ.22:19). Επίσης, στο τέλος της ευχής της Αναφοράς, λέγεται κάτι πολύ σπουδαίο, κάτι που προκαλεί την ανθρώπινη λογική: μάς καλεί να θυμηθούμε «τη δεύτερη και ένδοξη παρουσία» του Χριστού. Η ανάμνηση, στα όρια της βιολογικής ύπαρξης, σημαίνει την επαναφορά παρελθόντων γεγονότων στη μνήμη μας. Ανάμνηση μελλοντικών γεγονότων, το λιγότερο που θα μπορούσε να πει κάποιος, είναι παράδοξο, αδιανόητο. Ακόμα, σύμφωνα με την πλατωνική φιλοσοφία, η ψυχή «αναμιμνήσκεται» εκείνα που είχε ζήσει κατά την προΰπαρξή της στον «κόσμο των ιδεών» και τώρα στην επί γης παρουσία της, ανακαλεί στη μνήμη της αυτά που ήδη γνώριζε.

Στο Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας δεν πρόκειται για τη βιολογική ανάμνηση, αλλά για την «λειτουργική ανάμνηση», η οποία είναι θεοφανική ανάμνηση. «Εδώ η πράξη της αναμνήσεως φανερώνει το γεγονός που θυμίζει, το καθιστά σύγχρονο και παρόν6». Τα μέλη της Εκκλησίας καθίστανται αυτόπτες και αυτήκοοι μάρτυρες του απολυτρωτικού έργου του Χριστού, των γεγονότων της θείας Οικονομίας. Αυτό συμβαίνει με τη χαρισματική παρουσία του Αγίου Πνεύματος μέσα στο Σώμα της Εκκλησίας7. 

Οι πιστοί γίνονται κοινωνοί και συμμέτοχοι όλης της ζωής και του έργου του Χριστού. Με τη Θεία Ευχαριστία «εδώ και τώρα» εν Χριστώ, ολόκληρη η γραμμή της Σωτηρίας γίνεται φανερή, όλα τα γεγονότα της θείας Οικονομίας γίνονται πραγματικά8.Με τη βοήθεια συμβολικών εκφράσεων και πράξεων όλη η ζωή του Ιησού, από τη Γέννηση ως τη Δευτέρα ένδοξη Παρουσία Του, φανερώνεται μπροστά στη Σύναξη των πιστών9.Η Ευχαριστία είναι αληθινή αποκάλυψη της ζωής και του απολυτρωτικού έργου του Χριστού. Δεν πρόκειται για απλή υπενθύμιση μακρινών γεγονότων, ή για ψυχολογικού τύπου θρησκευτική εμπειρία, αλλά για υπαρξιακό γεγονός. Η Εκκλησία, δια της Ευχαριστίας, συνεχίζει μέσα στον κόσμο το έργο της Σωτηρίας του ανθρώπου. Δεν πρόκειται απλά για μια επανάληψη του Μυστικού Δείπνου, αλλά η Ευχαριστία είναι ο ίδιος ο Μυστικός Δείπνος10

Ο πραγματικός ιερουργός κάθε Ευχαριστίας είναι ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός. Ο Ιωάννης Χρυσόστομος, λέει χαρακτηριστικά: «Ο τότε ταύτα ποιήσας εν εκείνω τω δείπνω, ούτος και νυν αυτά εργάζεται....Αύτη εκείνη εστίν η τράπεζα, και ουδέν έλαττον έχει. Ου γαρ εκείνην μεν ο Χριστός, ταύτην δε άνθρωπος δημιουργεί· αλλά και ταύτην αυτός» (Υπόμνημα εις τον Άγιον Ματθαίον τον Ευαγγελιστήν). Ο Μυστικός Δείπνος ήταν μια προσφορά της Θυσίας του Σταυρού στην προοπτική της Αναστάσεως. Στην ευχή της Αναφοράς του Μ. Βασιλείου, διαβάζουμε: «Τούτο ποιείτε εις την εμήν ανάμνησιν· οσάκις γαρ αν εσθίητε τον άρτον τούτον, και το ποτήριον τούτο πίνητε, τον εμόν θάνατον καταγγέλετε, την εμήν ανάστασιν ομολογείτε....». Η δύναμη της Αναστάσεως του Χριστού και η σημασία της Θυσίας του Σταυρού φανερώνονται στην ολότητά τους μέσα στο Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, «φάρμακον αθανασίας, αντίδοτον του μη αποθανείν αλλά ζην εν Ιησού Χριστώ δια παντός» (Ιγνατίου, Εφ. 20,2).

ΙΙΙ.) Η έννοια του «χρόνου» κατά τη χριστιανική πίστη

Σ’ αυτό το σημείο πρέπει να κάνουμε μια διάκριση ανάμεσα στον κοσμικό, το βιολογικό, τον κατακερματισμένο χρόνο, αυτόν που έχει υποστεί τις αρνητικές συνέπειες της πτώσης του ανθρώπου και τον ιερό, το λειτουργικό, τον υπαρξιακό χρόνο. Ιδιαίτερα δε, ανάμεσα στην αρχαιοελληνική σκέψη και τη χριστιανική πίστη, υπάρχει ριζική αντίθεση για το πώς αντιλαμβάνονται την έννοια του «χρόνου». Η πρώτη, ερμηνεύοντας την πραγματικότητα ως αυθύπαρκτη και αιωνίως επαναλαμβανόμενη, αντιλαμβάνεται το «χρόνο» κατά τρόπο κυκλικό και μέσα σ’ αυτήν την πορεία τα πάντα επαναλαμβάνονται11. 

Για τη χριστιανική πίστη, σύμφωνα με την οποία τα πάντα έχουν δημιουργηθεί από το Θεό, ο «χρόνος» κατανοείται ευθύγραμμα, γραμμικά. Υπήρξε «αρχή» θα υπάρξει και «τέλος». Είναι πολύ χαρακτηριστικό, ότι η Αγία Γραφή αρχίζει με το «Εν αρχή εποίησεν ο Θεός...» (Γεν.1:1) και τελειώνει με το «αμήν, ναι έρχου, Κύριε Ιησού» (Αποκ.22:20).Για την αρχαιοελληνική σκέψη, καθοριστικό ρόλο στη ζωή του ανθρώπου διαδραματίζει η «μοίρα», η «ειμαρμένη», ενώ για τη χριστιανική πίστη ο Θεός, η Πρόνοια του Θεού. Ο Θεός είναι ο Κύριος του κόσμου και της ιστορίας. 

Ο Χριστός, στον Οποίο «κατοικεί παν το πλήρωμα της θεότητος σωματικώς»(Κολ.2,9), με την Ενσάρκωση και Ενανθρώπησή Του εισέρχεται μέσα στην ανθρώπινη ιστορία συνεχίζοντας το σχέδιο της θείας φιλανθρωπίας, της θείας Οικονομίας. Ο Θεός είναι Εκείνος που επιλέγει ορισμένα χρονικά σημεία, τους «καιρούς», κατά την έκφραση της Καινής Διαθήκης, που θα πραγματώσει τα διάφορα στάδια του θεϊκού σχεδίου της Σωτηρίας12 «καιρούς ους ο Πατήρ έθετο εν τη ιδία εξουσία» (Πραξ.1:7).

Καθοριστική προϋπόθεση για την πραγμάτωση κάθε φάσης της Σωτηρίας είναι το «πλήρωμα» του χρόνου, μια έκφραση που απαντά συχνά στην Καινή Διαθήκη13. Ένα θεϊκό σχέδιο για να πραγματωθεί περνάει από διάφορες διαδοχικές φάσεις έως ότου ολοκληρωθεί εντελώς και αποκαλυφθεί πλήρως στους ανθρώπους. Ολόκληρη η ιστορία της Σωτηρίας νοηματοδοτείται από ένα κεντρικό σημείο: το γεγονός Χριστός.:  Στο Πρόσωπό Του  «πληρούται», εκπληρώνεται η Παλαιά Διαθήκη και εγκαινιάζεται η Καινή. Ο Ιησούς Χριστός είναι το Πλήρωμα της Αποκαλύψεως14.

Ο Χριστός, ως «ο Έσχατος Αδάμ» (Α΄Κορ.15:45), στο Πρόσωπό Του Ανακεφαλαιώνει τον άνθρωπο κι όλη την Κτίση, προσφέροντάς τους στο Θεό-Πατέρα για να αποκατασταθεί η διακοπείσα κοινωνία Θεού και Δημιουργίας15. Όπως, πολύ χαρακτηριστικά, λέει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος: «Ό δε ήνωται τω Θεώ τούτο και σώζεται» (Επιστ. 101, προς Κληδόνιον, PG 37,181, 184).
(συνεχίζεται)

Πρωτοπρεσβυτέρου
Γεωργίου Μανουσάκη

Σημειώσεις : 

1 Βλ. Αντωνόπουλος Α., «Η Ερμηνευτική Διαχρονικότητα στην Ορθόδοξη Θεολογία», στο «Διαχρονικές συνιστώσες της χριστιανικής θεολογίας στην Ορθοδοξία», τ. Γ΄,ΕΑΠ,Πάτρα 2002, κεφ. 3, σ.σ. 221-222
2 Στο ίδιο, σ. 224
3 Βλ. Φλωρόφσκυ Γ., «Θέματα Ορθοδόξου Θεολογίας», εκδ. Άρτος Ζωής, Αθήνα2, 1989,σ.159
4 Βλ. Ευδοκίμωφ Π., Η Προσευχή της Ανατολικής Εκκλησίας, μετ. Μαρία Παπαζάχου-Δημήτριος Τζέρπος, εκδ. Αποστολική Διακονία, Αθήνα2,1982,σ.19
5 Βλ. Αντωνόπουλος Α., «Η Ερμηνευτική Διαχρονικότητα στην Ορθόδοξη Θεολογία», στο «Διαχρονικές συνιστώσες της χριστιανικής θεολογίας στην Ορθοδοξία», τ. Γ΄,ΕΑΠ,Πάτρα 2002, κεφ. 3, σ.σ. 232-236
6 Βλ. Ευδοκίμωφ Π., Η Προσευχή της Ανατολικής Εκκλησίας, μετ. Μαρία Παπαζάχου-Δημήτριος Τζέρπος, εκδ. Αποστολική Διακονία, Αθήνα2,1982,σ.17
7 Βλ. Γιαγκάζογλου Στ., «Περί Εκκλησίας», στο «Δόγμα, Πνευματικότητα και Ήθος της Ορθοδοξίας», τ. Α΄,ΕΑΠ, Πάτρα 2002, κεφ.3,σ.σ.178-179
8Βλ. Cullmann O., «Χριστός και Χρόνος», μετ. Αρχιμ. Παλ. Κουμάντος, εκδ. Άρτος Ζωής, Αθήνα, 1997,σ.σ.81-83
9 Βλ. Φλωρόφσκυ Γ., «Θέματα Ορθοδόξου Θεολογίας», εκδ. Άρτος Ζωής, Αθήνα2, 1989,σ.σ.166-167
10 Στο ίδιο, σ.σ.88-89
11 Βλ. Cullmann O., «Χριστός και Χρόνος», μετ. Αρχιμ. Παλ. Κουμάντος, εκδ. Άρτος Ζωής, Αθήνα, 1997,σ.64
12 Στο ίδιο, σ.σ.53-63
13Στο ίδιο,σ.66
14Βλ. Φλωρόφσκυ Γ., «Θέματα Ορθοδόξου Θεολογίας», εκδ. Άρτος Ζωής, Αθήνα2, 1989,σ.49
15 Στο ίδιο,σ.33

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...