/*--

Παρασκευή, 21 Μαρτίου 2014

Η ΚΑΡΔΙΑ ΤΗΣ ΜΑΝΑΣ

      
Μιά μάνα καθόταν κοντά στό μικρό της παιδάκι. Ἦταν πολύ θλιμμένη. Φοβόταν πώς θά πέθαινε. Τό παιδάκι ἦταν κάτωχρο. Τά ματάκια του κλειστά καί ἡ ἀναπνοή του μόλις πού ἀκουγόταν. Ποῦ καί ποῦ ἀνάσαινε βαθιά σάν νά στέναζε. Καί ἡ μητέρα του θωροῦσε ὅλο καί πιό θλιμμένα τό φτωχό πλασματάκι. Τότε ἀκριβῶς κάποιος χτύπησε τήν πόρτα. Ἡ μητέρα ἄνοιξε. Μπῆκε τότε ἕνας φτωχός γεροντάκος τυλιγμένος μέ ἕνα χοντρό μάλλινο ροῦχο, γιατί ἔξω ἦταν ἄγριος χειμώνας. Τά πάντα ἔξω ἦταν σκεπασμένα μέ χιόνι καί πάγο. Ὁ ἄνεμος σφύριζε ἄγρια καί μαστίγωνε ἀλύπητα τό πρόσωπο τοῦ ὅποιου ὁδοιπόρου. Ἐπειδή ὁ γέρος ἔτρεμε ἀπ’ τό κρύο, μόλις τό παιδάκι ἀποκοιμήθηκε γιά λίγο, βγῆκε ἡ μάνα ἔξω ἀπό τό δωμάτιο καί ἑτοίμασε στό γέροντα ἕνα ζεστό. Ἡ μητέρα ξανακάθισε στό κάθισμά της δίπλα στό γέροντα, κοίταξε μέ βλέμμα τρυφερό τό ἄρρωστο παιδάκι της, πού ἀνάσαινε ὅλο καί πιό βαριά καί κράτησε στοργικά τό λεπτό του χεράκι.


Τί λές, εἶπε ἡ μητέρα στόν γέροντα, θά μπορέσω νά κρατήσω τελικά κοντά μου τό μικρό μου παιδί; Πιστεύω, πώς ὁ Κύριός μας δέν θά θελήσει νά μοῦ τό πάρει.

Ὁ γέροντας, πού ἦταν ὁ ἴδιος ὁ θάνατος, κούνησε τό κεφάλι του, ἀλλά μέ τέτοιο τρόπο, πού σήμαινε καί ναί καί ὄχι. Ἡ μητέρα χαμήλωσε τό βλέμμα της. Δάκρυα καυτά κύλισαν στά μάγουλά της. Τό κεφάλι της ἔγινε βαρύ. Τρεῖς νύχτες καί τρεῖς μέρες δεν ἔκλεισε μάτι. Καί τώρα ἔνιωθε ἀκατανίκητη τήν ἀνάγκη νά κλείσει τά μάτια της, ἔστω καί γιά λίγο. Τήν πῆρε γιά λίγο ὁ ὕπνος, μόνο γιά λίγο ὅμως, γιατί ἀμέσως τινάχτηκε ξαφνικά, ἐνῶ ἔτρεμε ἀπό τό κρύο.

Τί εἶναι αὐτό πάλι; εἶπε κοιτάζοντας γύρω της. Νόμιζε πώς ὀνειρευόταν. Ἀλλά ὄχι! Ἦταν ξύπνια. Ὅμως τό γεροντάκι εἶχε ἐξαφανιστεῖ! Τό ἴδιο καί τό ἀγαπημένο της παιδί! Τό εἶχε πάρει μαζί του. Στή γωνιά τό παλιό ρολόι τοῦ τοίχου γύριζε, ὁλοένα γύριζε. Τό βαρύ μολυβένιο του βαρίδι γλίστρησε στό δάπεδο. Μπούμ! ἀκούστηκε στή γαλήνη, πού βασίλευε μέσα στό δωμάτιο. Καί τό ρολόι σώπασε κι αὐτό. Ἡ φτωχή μητέρα πετάχτηκε ἔξω ἀπ’ τό σπίτι καί φώναζε ἀναζητώντας τό παιδί της. Ἐκεῖ ἔξω, μέσα στά χιόνια, καθόταν μιά γυναίκα ντυμένη μέ μαῦρο μακρύ φόρεμα. Αὐτή εἶπε στή μητέρα. «Ὁ θάνατος ἦταν στό σπίτι σου. Τόν εἶδα, πού ἔφευγε βιαστικός μέ τό παιδί στήν ἀγκαλιά του. Τρέχει πιό γρήγορα ἀπ’ τόν ἄνεμο καί ποτέ δέν δίνει πίσω ὅ,τι πῆρε».

Πές μου, σέ παρακαλῶ, εἶπε ἡ πονεμένη μάνα, ποιόν δρόμο πῆρε; Δεῖξε μου τό δρόμο κι ἐγῶ θά τόν βρῶ.

Ξέρω ποιόν δρόμο πῆρε, εἶπε ἡ μαυροφορεμένη γυναίκα, πού δέν ἦταν ἄλλη ἀπό τή Νύχτα. Προτοῦ, ὅμως, σοῦ δείξω τό δρόμο, πρέπει νά μοῦ τραγουδήσεις ὅλα τά τραγούδια, πού τραγούδησες στό παιδί σου. Μοῦ ἀρέσουνε τόσο πολύ! Τά ἔχω  ξανακούσει πολλές φορές, ὅταν τά τραγουδοῦσες.

Θά σοῦ τά τραγουδήσω ὅλα, ὅλα, εἶπε ἡ μάνα, ἀλλά μή μέ ἐμποδίζεις τώρα. Εἶναι ἀνάγκη νά συναντήσω τόν θάνατο, νά βρῶ τό παιδί μου!

Ἡ Νύχτα δέν ξαναμίλησε. Ἔμεινε σιωπηλή καί σοβαρή. Τότε ἡ μάνα ἔπλεξε τά χέρια της καί τραγούδησε καί ἔκλαψε. Και ἦταν τόσο πολλά τά τραγούδια της! Μά ἀκόμα πιό πολλά τά δάκρυά της.

Ἡ Νύχτα τότε τῆς εἶπε: Πήγαινε πρός τά δεξιά, στό σκοτεινό δάσος. Ἐκεῖ εἶδα τό θάνατο νά πηγαίνει μέ τό παιδάκι σου. Προχώρησε βαθιά μέσα στό δάσος ἡ μάνα. Ὅμως ἐκεῖ διασταυρώνονταν τά μονοπάτια. Δέν ἤξερε πιά πρός τά πού νά πάει. Ἐκεῖ ἀκριβῶς ἦταν κι ἕνας ἀγκαθωτός θάμνος. Δέν εἶχε οὔτε φύλλα, οὔτε λουλούδια. Πῶς νά ἔχει, ἀφοῦ τῶρα ἦταν χειμώνας; Στά κλαδιά του κρέμονταν μονάχα κρύσταλλα πάγου.

Μήπως εἶδες τό θάνατο νά περνάει ἀπό ἐδῶ μέ τό παιδάκι μου στήν ἀγκαλιά του; ρώτησε ἡ μάνα.

Καί βέβαια τόν εἶδα, εἶπε ὁ θάμνος. Δέ σοῦ λέω ὅμως ποιό μονοπάτι πῆρε, ἄν δέν μέ ζεστάνεις πρῶτα στή μητρική σου ἀγκαλιά. Εἶμαι τόσο παγωμένος, σέ λίγο θά παγώσω ὁλότελα καί θά πεθάνω. Ἡ μάνα ἀγκάλιασε τότε σφιχτά στό στῆθος της τό θάμνο, γιά νά ζεσταθεῖ. Τ’ ἀγκάθια του μπήχτηκαν στίς σάρκες της. Τό αἷμα ἀνάβλυζε καυτό ἀπ’ τίς πληγές τῆς μάνας. Ὅμως ὁ θάμνος ζεστάθηκε. Καινούργια πράσινα φύλλα σκέπασαν τά κατάξερα κλωνιά του καί ἀνθοί πρόβαλαν πάνω σ’ αὐτά καταμεσίς στήν παγωμένη χειμωνιάτικη νυχτιά. Τόσο θερμή ἦταν ἡ καρδιά τῆς πονεμένης μάνας! Ὁ θάμνος τότε τῆς ἔδειξε τό μονοπάτι, πού ἔπρεπε νά πάρει

Περπάτησε, περπάτησε ὅσο μποροῦσε πιό γρήγορα ἡ μάνα χωρίς οὔτε στιγμή νά χάσει κι οὔτε γιά λίγο νά σταθεῖ νά ξαποστάσει. Ἔτσι ἔφτασε στήν ἀκτή μιᾶς θάλασσας. Ὅμως δέν βρίσκονταν ἐκεῖ οὔτε καράβι, μά οὔτε καί βάρκα. Ἡ θάλασσα δέν ἦταν τόσο παγωμένη, γιά νά μπορέσει νά τήν κρατήσει ἐπάνω της ὁ πάγος. Μά οὔτε πάλι τόσο ρηχή, γιά νά μπορέσει νά τή διασχίσει περπατώντας στό βυθό της. Καί ὅμως ἔπρεπε νά περάσει, ἄν ἤθελε νά βρεῖ τό παιδάκι της. Ἔσκυψε τότε χαμηλά κι ἄρχισε νά πίνει τό νερό τῆς θάλασσας. Ὅμως ἦταν ἀδύνατο νά πιεῖ ὅλο τό νερό τῆς θάλασσας, γιά νά ἀνοίξει ὁ δρόμος. Δέν μπορεῖ νά τό κάνει αὐτό ἕνας ἄνθρωπος. Ὅμως ἡ πονεμένη μάνα σκεφτόταν μήπως γίνει κάποιο θαῦμα, γιά νά μπορέσει να καταπιεῖ ὅλη τή θάλασσα.

Ὄχι, αὐτό δέ γίνεται τῆς εἶπε τότε ἡ θάλασσα. Θά ἤθελα ὅμως νά κάνουμε οἱ δυό μας μιά συμφωνία, γιά νά σέ ἀφήσω νά περάσεις. Μοῦ ἀρέσει νά μαζεύω ὄμορφα μαργαριτάρια. Τά δικά σου μάτια εἶναι τά πιό φωτεινά καί τά πιό λαμπερά ἀπ’ ὅσα μέχρι τώρα εἶδα. Ἄν μοῦ τά δώσεις, θά σέ πάρω στή ράχη μου καί θά σέ μεταφέρω στό θερμοκήπιο τοῦ θανάτου. Ἐκεῖ μένει ὁ θάνατος καί φροντίζει καί καλλιεργεῖ λουλούδια καί δέντρα. Κάθε λουλούδι καί κάθε δέντρο εἶναι κι ἀπό μιά ἀνθρώπινη ζωή.

Καί τί δέ θά ’δινα, γιά νά μπορέσω νά πάω ὥς τό παιδί μου, ἀπάντησε μέ δάκρυα ἡ μάνα. Καί ἔκλαψε τόσο πολύ, ὥσπου τά μάτια της ἔπεσαν στό βυθό τῆς θάλασσας καί ἔγιναν ἐκεῖ ἀτίμητα μαργαριτάρια. Κι ἡ θάλασσα, πιστή στό λόγο της, τή σήκωσε στή ράχη της καί τή μετέφερε στήν ἀπέναντι ἀκτή. Ἐκεῖ βρισκόταν ἕνα θαυμάσιο εὐρύχωρο σπίτι. Ἡ φτωχή μάνα δέν ἦταν σέ θέση νά μαντέψει, ἄν ἦταν κάποιο βουνό μέ δάσος καί σπηλιές ἤ ἄν ἦταν κάτι ἄλλο. Ἡ μάνα δέν ἔβλεπε πιά. Τά μάτια της τά εἶχε δώσει στή θάλασσα.

Πῶς θά μπορέσω νά βρῶ τό θάνατο, πού ἔφυγε μαζί μέ τό παιδί μου, ἀναρωτήθηκε ἡ μάνα.

Δέν ἦρθε ἀκόμα ἐδῶ, τῆς ἀποκρίθηκε μιά φωνή. Ἦταν μιά γερόντισσα, πού φρόντιζε τό σπίτι τοῦ θανάτου. Πῶς ὅμως μπόρεσες νά ἔρθεις ὥς ἐδῶ; τή ρώτησε. Ποιός σέ βοήθησε;

Ὁ Κύριος μέ βοήθησε, ἀποκρίθηκε ἡ μάνα. Πιστεύω πώς κι ἐσύ θά φανεῖς σπλαχνική. Πές μου, θά μπορέσω νά βρῶ τό παιδί μου;

Δέν τό ξέρω, εἶπε ἡ γερόντισσα. Καί ἐσύ πάλι δέ βλέπεις. Πολλά λουλούδια καί δέντρα μαράθηκαν ἀπόψε κι ὁ θάνατος, ὅπου νά ’ναι, ἔρχεται γιά νά τά μεταφυτέψει. Θά ξέρεις πώς κάθε ἄνθρωπος ἔχει τό δέντρο του ἤ τό λουλούδι τῆς ζωῆς του ἐδῶ. Ἐξωτερικά φαίνονται σάν τ’ ἄλλα φυτά. Τοῦτα ἐδῶ ἔχουν καρδιά, πού χτυπάει. Καί ἡ καρδιά τῶν παιδιῶν κι αὐτή τό ἴδιο πάλλει. Πάρε αὐτόν τό δρόμο. Ἴσως ἀναγνωρίσεις τήν καρδιά τοῦ παιδιοῦ σου. Ὅμως, πές μου, τί θά μοῦ δώσεις, ἄν σοῦ πῶ, τί πρέπει νά κάνεις ἔπειτα;

Δέν ἔχω τίποτε πιά νά δώσω, εἶπε ἀναστενάζοντας μέ πόνο ἡ μάνα. Ὅμως, θά μποροῦσα νά πάω ὥς τήν ἄκρη τοῦ κόσμου γιά χατήρι σου.

Δέν ὑπάρχει καμμιά ἀνάγκη νά πᾶς ὥς ἐκεῖ, εἶπε ἡ γερόντισσα. Μπορεῖς ὅμως νά μοῦ δώσεις τά ὄμορφα μαῦρα σου μαλλιά. Τό ξέρεις καί ἡ ἴδια πόσο ὡραία εἶναι. Μοῦ ἄρεσαν πάρα πολύ. Ἀντί γι’ αὐτά θά σοῦ δώσω τά δικά μου ἄσπρα μαλλιά. Κάτι εἶναι κι αὐτό.

Αὐτό εἶναι ὅλο; Τίποτε ἄλλο μή μοῦ ζητήσεις. Τα μαλλιά μου σοῦ τά δίνω μετά χαρᾶς! Καί τῆς ἔδωσε τά δικά της μαῦρα μαλλιά καί πῆρε τά ἄσπρα τῆς γερόντισσας. Ἔπειτα πῆγαν στό μεγάλο θερμοκήπιο τοῦ θανάτου. Ἐκεῖ ἔβλεπε κανείς λογῆς- λογῆς λουλούδια καί δέντρα χίλιων λογιῶν. 

Ἐδῶ βρίσκονταν τριαντάφυλλα, παρά πέρα χρυσάνθεμα, καί πιό ἐκεῖ γαρύφαλλα ἐξαίσια. Μερικά φαίνονταν γερά, ἄλλα ἄρρωστα. Νερόφιδα ἀναπαύονταν πάνω σ’ αὐτά καί μαῦρες καραβίδες ἔσφιγγαν μέ τίς τανάλιες τους τό κοτσάνι τους. Ἀλλοῦ πάλι ὑψώνονταν μεγαλόπρεπα πλατάνια, ὡραιότατες φοινικιές, περήφανες βαλανιδιές, κι ἀλλοῦ μοσχοβολοῦσε θυμάρι μέ ὄμορφα λιλά λουλουδάκια. Κάθε δέντρο καί κάθε λουλούδι εἶχε τό ὄνομά του. Ὅλα ἀντιπροσώπευαν ἀνθρώπινες ζωές στόν κόσμο ἐτοῦτον. Καί ἦταν ζωές ἄλλες ἀπ’ τήν Κίνα, ἄλλες ἀπ’ τή Γροιλανδία, ἄλλες ἀπ’ τήν Εὐρώπη καί γενικά ἀπ’ ὅλον τόν κόσμο. Ἔβλεπε κανείς δέντρα μεγάλα νά εἶναι φυτρωμένα σέ μιά μικρή γλάστρα, ἕτοιμη νά σπάσει. Κι ἔβλεπε ἐπίσης σέ κάποιες μεριές μερικά ἀρρωστιάρικα λουλούδια σέ παχειά γῆ μέ λίπασμα ἄφθονο, πολύ φροντισμένα, παραχαϊδεμένα θά ’ λεγες. Ἡ φτωχή ὅμως μάνα ἔσκυβε στά πιό μικρά λουλουδάκια κι ἄκουγε τήν ἀνθρώπινη καρδούλα τους νά χτυπάει. Δέν ἄργησε ἀνάμεσα στά ἑκατομμύρια λουλούδια νά ἀναγνωρίσει τήν καρδιά τοῦ παιδιοῦ της.

Αὐτό εἶναι τό λουλούδι τοῦ παιδιοῦ μου, ἔκραξε ξαφνικά ἡ μάνα μέ ἀπέραντη συγκίνηση καί ἅπλωσε τά χέρια της σ’ ἕνα μικρό μπλέ κρόκο, πού ἔγερνε ἄρρωστος τό κεφαλάκι του σέ μιά πλευρά.

Μήν τό ἀγγίζεις! Φώναξε ἡ γερόντισσα. Στάσου ὅμως ἐδῶ κι ὅταν ἔρθει ὁ θάνατος –τόν περιμένω ἀπό στιγμή σέ στιγμή– μήν τόν ἀφήσεις νά ξερριζώσει τό λουλούδι. Γιά νά φοβηθεῖ, ἀπείλησέ τον πώς ἄν τό ξερριζώσει, θά ξερριζώσεις κι ἐσύ ὅσα λουλούδια θά βρεθοῦν μπροστά σου. Εἶναι ὑπεύθυνος ἀπέναντι στό Θεό γιά κάθε λουλούδι καί δέν ἐπιτρέπεται χωρίς ἄδεια τοῦ Θεοῦ νά ξερριζωθεῖ κανένα. Ξαφνικά μιά παγερή πνοή ἔγινε αἰσθητή, ὅπως τότε στό δωμάτιο μέ τό παιδί της. Ἡ τυφλή μάνα κατάλαβε πώς ἦταν ὁ θάνατος, πού εἶχε ἔρθει.

Πῶς μπόρεσες νά βρεῖς τό δρόμο ὥς ἐδῶ; ρώτησε ἔκπληκτος. Πῶς μπόρεσες νά ἔρθεις μάλιστα καί πρίν ἀπό μένα;

Εἶμαι μάνα, ἀπάντησε ἁπλά ἡ μάνα. Καί ἡ μάνα τρέχει πιό γρήγορα κι ἀπ’ τό θάνατο!

Ὁ Θάνατος ἅπλωσε τό μακρύ του χέρι στό τρυφερό λουλουδάκι, πού ἦταν τό λουλούδι τοῦ παιδιοῦ της, ἀλλά ἡ μάνα τό προστάτεψε μέ τά χέρια της τόσο καλά, μά καί τόσο προσεκτικά, ὥστε δέν ἄγγιξε οὔτε ἕνα φυλλαράκι του. Ὁ Θάνατος τότε φύσηξε μέ τήν παγωμένη πνοή του πάνω στά χέρια της, κι ἦταν ἡ πνοή του τόσο παγωμένη, πιό παγωμένη κι ἀπ’ τόν κρύον ἄνεμο, ὥστε τά χέρια της ἔπεσαν κάτω ἀδύναμα πιά.

Δέν μπορεῖς νά κάνεις τίποτα ἐνάντια στό ἔργο μου, εἶπε ὁ Θάνατος.

Μπορεῖ ὁ Κύριός μας νά καταλύσει τό ἔργο σου, ἀποκρίθηκε ἡ μάνα.

Ὅμως κι ἐγώ τό θέλημά του δέν κάνω; εἶπε ὁ Θάνατος. Εἶμαι ὁ κηπουρός του. Παίρνω τά λουλούδια του καί τά δέντρα του καί τά μεταφυτεύω στό μεγάλο κῆπο του Παραδείσου, πού βρίσκεται σέ ἄγνωστη κι ἀλαργινή γιά σᾶς χώρα. Δέν μπορῶ ὅμως νά σοῦ πῶ λεπτομέρειες γιά τή ζωή τους ἐκεῖ.

Δός μου τό παιδί μου, ἔκραξε μέ ἀπελπισία ἡ μάνα κλαίοντας κι ἅρπαξε μέ τά χέρια της δυό ὄμορφα λουλούδια καί φώναξε μέ ἀπόγνωση στό Θάνατο:

Θά σοῦ ξεριζώσω ὅλα τά λουλούδια! Εἶμαι τόσο ἀπελπισμένη, πού δέν ξέρω πιά τί κάνω.

Μή! Μή τά ἀγγίξεις! Φώναξε τρομαγμένος ὁ Θάνατος. Λές πώς εἶσαι δυστυχισμένη. Καί ὅμως, νά, πού θέλεις νά κάνεις καί μιά ἄλλη μάνα δυστυχισμένη!

Μιά ἄλλη μάνα! Ἐπανέλαβε μηχανικά ἡ μάνα. Μιά ἄλλη μάνα! Ἡ φτωχή μάνα ἄφησε προσεκτικά τά δυό λουλούδια.

Πάρε πίσω τά δυό σου μάτια, εἶπε τότε ὁ Θάνατος. Τά ψάρεψα στή θάλασσα. Ἔλαμπαν τόσο πολύ! Δέν ἤξερα ὅμως πώς ἤτανε τά δικά σου μάτια. Πάρτα πίσω. Τώρα εἶναι πιό φωτεινά ἀπό πρίν. Καί τώρα κοίταξε στό βάθος τοῦ πηγαδιοῦ ἐκεῖ παρακάτω. Θά σοῦ πῶ τό ὄνομα τῶν δυό λουλουδιῶν, πού ἤθελες νά ξερριζώσεις. Καί θά ἰδεῖς ὅλο τους τό μέλλον. Θά ἰδεῖς καί ὅλη τους τήν ἀνθρώπινη ζωή. Θά ἰδεῖς τί πήγαινες νά καταστρέψεις…

Ἡ μάνα κοίταξε στό βάθος τοῦ πηγαδιοῦ, τί ἤταν ὅμως ἐκεῖνο πού ἔβλεπε;

Θεέ μου! ἀναφώνησε. Ἦταν κάτι ἔκτακτο, κάτι τό ἀπερίγραπτα καί θαυμαστά ὄμορφο νά βλέπει πῶς τό λουλούδι ἔγινε εὐλογία γιά τόν κόσμο. Πόση εὐτυχία καί χαρά σκόρπιζε γύρω του!

Ἔπειτα κύταξε τή ζωή τοῦ ἄλλου λουλουδιοῦ. Ὅμως ἔφριξε ἀπό ὅ,τι εἶδε. Ἡ ζωή τοῦ ἄλλου λουλουδιοῦ ἦταν ζωή φρίκης καί τρόμου. Παντοῦ σκορποῦσε τήν τυραννία, τό ἔγκλημα, τήν καταστροφή αὐτός, πού τή ζωή του ἔβλεπε νά ξετυλίγεται. Τέτοιος ἐγκληματίας δέν εἶχε ξαναφανεῖ στόν κόσμο, πού αὐτός ζοῦσε, καί ἔσπερνε τή δυστυχία καί τόν τρόμο γύρω του.

Καί τά δυό μποροῦν νά γίνουν, ὄχι βέβαια ταυτόχρονα, ἀλλά ἤ τό ἕνα ἤ τό ἄλλο, εἶπε τότε ὁ Θάνατος.

Ποιό ἀπό τά δυό λουλούδια εἶναι τό λουλούδι τῆς εὐλογίας τοῦ Θεοῦ;

Αὐτό δέν μπορῶ νά σοῦ τό πῶ, ἀποκρίθηκε ὁ Θάνατος. Μπορῶ ὅμως νά σοῦ πῶ πώς μόνο τό ἕνα ἀπ’αὐτά τά λουλούδια μπορεῖ νά εἶναι τό μέλλον τοῦ παιδιοῦ σου. Εἶδες τό μέλλον τοῦ παιδιοῦ σου Διάλεξε τό ἕνα ἀπό τά λουλούδια πού ἔχεις στά χέρια σου. Δέν μπορῶ ὅμως νά σοῦ πῶ ποιό εἶναι τό ἕνα ἤ τό ἄλλο. Θά τολμήσεις ὅμως νά τοῦ ὁρίσεις ἐσύ τό μέλλον του; Θά τολμήσεις;

Ποιό εἶναι τό εὐλογημένο μέλλον τοῦ παιδιοῦ μου; Ἔκραξε τότε μέ λαχτάρα ἡ μάνα.

Πές μου, σέ θερμοπαρακαλῶ, ποιό εἶναι τό εὐλογημένο μέλλον τοῦ παιδιοῦ μου. Σῶσε τό ἀθῶο παιδάκι μου! Σῶσε τό παιδί μου ἀπό τή δυστυχία αὐτή καί ἀπό αὐτό τό φρικτό καί ἀπαίσιο μέλλον, πού μοῦ δημιούργησε φρίκη ἀπερίγραπτη βλέποντάς το. Δεῖξε μου τό καλό!

Διάλεξε μόνη σου! Ἐγώ δέν μπορῶ νά σοῦ πῶ τίποτε.

Ὤ, δέν τολμῶ, ψέλισε μέ ἀπόγνωση ἡ μάνα. Δέν τολμῶ! Πάρε καλύτερα τό παιδί μου τώρα. Πάρτο στό βασίλειο τοῦ Θεοῦ μικρό ἀγγελούδι, ὅπως εἶναι. Λησμόνησε τά δάκρυά μου. Ξέχασε τίς προσευχές μου καί ὅ,τι εἶπα κι ἔκανα ὥς τώρα.

Δέν καταλαβαίνω, εἶπε ὁ Θάνατος. Θέλεις πίσω τό παιδί σου ἤ θέλεις νά τό πάρω μαζί μου στήν ἄγνωστη χώρα τοῦ Θεοῦ;

Ἡ μάνα ἔπεσε στά γόνατα. Ὕψωσε τά χέρια της καί τά πλημμυρισμένα ἀπό δάκρυα μάτια της στόν οὐρανό καί εἶπε ἀπό τά βάθη τῆς καρδιᾶς της: «Κύριε καί Θεέ μου, μήν εἰσακούσεις τήν προσευχή μου. Σέ ἱκέτεψα καί ὅ,τι μέχρι τώρα ἔκανα, γιά νά σώσω τό παιδί μου, ἐφόσον δέν εἶναι σύμφωνα μέ τό θέλημά Σου. Τό δικό Σου θέλημα εἶναι τό πιό σωστό καί τό πιό καλό καί ὄχι τό δικό μου. Ὤ, μή μέ ἀκούσεις, Κύριέ μου. Μήν πραγματοποιήσεις ὅ,τι Σοῦ ζήτησα τόσο ἐπίμονα! «Οὐχ ὡς ἐγώ θέλω, ἀλλ’ ὡς Σύ!» εἶπε ἡ μάνα καί ἔγειρε μέ βαθειά ὑποταγή τό κεφάλι…

Καί ὁ Θάνατος ἔφυγε μέ τό παιδί της, κατευθυνόμενος πρός τήν ἄγνωστη ἀλλά μακάρια χώρα τοῦ Θεοῦ…

Τοῦ Hans Cristian Andersen,
Ἀπόδοση ἀπό τά σουηδικά μέ μικρή διασκευή

πηγή : 

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...