/*--

Κυριακή, 23 Μαρτίου 2014

Σταυρός καί Θεοτόκος: Ἡ χαρούμενη συνοδοιπορία πρός τό Σταυρώσιμο καί Ἀναστάσιμο Πάσχα

      
*Ὁμιλία τοῦ π. Εὐαγγέλου Παχυγιαννάκη στόν Κατανυκτικό Ἑσπερινό τήν Κυριακή τῆς Σταυροπροσκυνήσεως, 27 Μαρτίου 2011, στόν Ἱερό Μητροπολιτικό Ναό τοῦ Ἁγίου Γεωργίου Ἱεράπετρας

Αφοῦ εὐχαριστήσω τόν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη, τῆς Θεοσώστου αὐτῆς Ἐπαρχίας κύριον κύριον Εὐγένιο γιά τήν εὐγενική πρόσκληση*, πού μέ τιμᾶ ἰδιαίτερα, νά παραστῶ καί νά ὁμιλήσω στόν ἀποψινό Κατανυκτικό Ἑσπερινό της Γ´ Κυριακῆς τῶν Νηστειῶν, γνωστῆς ὡς Κυριακῆς τῆς Σταυροπροσκυνήσεως, καί ἀφοῦ εὐχαριστήσω καί ὅλους ἐσᾶς τούς ἐκ τοῦ ἱεροῦ καταλόγου ἀδελφούς καί ὅλους τούς ἀδελφούς καί ἀδελφές ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, εἰσέρχομαι ἀμέσως στήν ἀνάπτυξη τοῦ θέματος πού ἔχω τήν τιμή νά παρουσιάσω στήν ἀγάπη σας: «Σταυρός καί Θεοτόκος: Ἡ χαρούμενη συνοδοιπορία πρός τό Σταυρώσιμο καί Ἀναστάσιμο Πάσχα».


Εἶναι γνωστό σέ ὅλους μας, Σεβασμιώτατε Πάτερ καί Δέσποτα, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί καί ἀδελφές, ὅτι ἡ ἐκκλησιαστική περίοδος πού διανύομε, ἡ περίοδος τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς εἶναι μία πορεία. Εἶναι πορεία ἀσκήσεως καί μάλιστα ἐπίπονης ἀσκήσεως καί ὁδοιπορίας, ὄντας τό κατ᾽ ἐξοχήν στάδιο τῶν ἀρετῶν, καιρός μετανοίας, νηστείας, ταπεινοφροσύνης, αὐτογνωσίας καί συγχωρήσεως, πού ἀρχίζει μέ τό δάκρυ τῆς συντριβῆς καί διαρκοῦς ἐπίκλησης τοῦ ὀνόματος τοῦ Ἰησοῦ καί τελειώνει μέ τό δάκρυ τῆς χαρᾶς, πού πηγάζει ἀπό τό μυστήριο τοῦ Σταυροῦ καί τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ. Καί ἡ πορεία αὐτή, ὅπως καί κάθε πορεία, γιά νά γίνει εὔκολη, ὅσο δύσκολη κι ἄν εἶναι, ἤ ἄν φαίνεται, πρέπει νά ἔχει καλούς συνοδοιπόρους. Ὅταν ἔχεις καλούς συντρόφους, μή φοβᾶσαι τό ταξίδι ὅσο δύσκολο κι ἄν εἶναι, λέει ὁ σοφός λαός.

Πολύ δέ περισσότερο, ὅταν, σ’ αὐτή τή δυσκολοδιάβατη πορεία τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς ἔχομε συνοδίτες πού δέν μπορεῖ νά ὑπάρξουν ἄλλοι πολυτιμότεροι ἀπό τόν Τίμιο Σταυρό καί τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο. Παρά δέ τῷ Σταυρῷ τοῦ Σωτῆρος ἡ Παρθένος Μαρία, ὅπως καί τό πρωί τῆς μιᾶς Σαββάτων, σκοτίας ἔτι οὔσης πάλι ἡ Παρθένος Μαρία, τήν ὁποίαν ὑπήντησεν ὁ ἀναστάς Κύριος, σύμφωνα μέ τό ἀναστάσιμο Ἀπολυτίκιο, δωρούμενος τῷ κόσμῳ τήν ζωήν. Σταυρός καί Θεοτόκος: οἱ Φίλοι καί συνέκδημοι τοῦ σαρκωθέντος Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ ἀπό τήν Φάτνη ὥς τόν Φρικτόν Γολγοθά καί τό Κενό Μνημεῖο τῆς Ἀναστάσεως. Ἀλλά καί οἱ πεφιλημένοι συνοδοιπόροι τῶν υἱῶν τῶν ἀνθρώπων ἀπό τή μήτρα στό μνῆμα κι ἀπό τό μνῆμα ὡς νέα μήτρα τό πέρασμα στήν ὄντως Ζωή.

Δύο ὑπάρξεις, δύο ὀντότητες ἤ, ἄν θέλετε, κατά θεολογικήν ἔννοια καί ἀξία δύο πρόσωπα: τό πρόσωπο τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου καί τό πρόσωπο τοῦ Τιμίου καί Ζωοποιοῦ Σταυροῦ, διότι καί ὁ Σταυρός τοῦ Χριστοῦ, ὅπως καί τό ἱερόν Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ δέν εἶναι πράγματα οὔτε ἀντικείμενα, εἶναι πρόσωπον, ἀφοῦ τό πρόσωπο τοῦ Σωτῆρος φανερώνεται μέσα ἀπό τό εὐαγγέλιό Του, ἀποκαλύπτεται δέ καί ἐκφράζεται μέσα ἀπό τό μυστήριο τοῦ Σταυροῦ. Ὁ Σταυρός εἶναι ἡ χαρά μας, ἡ ζωή μας, τό κήρυγμά μας, ἡ ἐσχατολογική μας ἐλπίδα. Τόν Σταυρόν ἠγίασε, ὁ ἐν αὐτῷ ὑψωθείς Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ, Κύριος Ἰησοῦς καί ἡ Θεοτόκος πλάι στόν Σταυρό συνοδοιπορεῖ μετ’ ἁπάσης τῆς κτίσεως ἀπαρχῆς μέχρι τῶν ἐσχάτων. Σταυρός καί Θεοτόκος εἶναι μεταξύ τους συνδεδεμένα ἀχώριστα καί συνακολουθοῦν τό ἀνθρώπινο γένος ἀπό τήν προπτωτική στήν πτωτική καί μέχρι τή μεταπτωτική κατάσταση τοῦ σύμπαντος κόσμου - στήν ἐπέκεινα τοῦ παρόντος αἰῶνος ἀτελεύτητη Βασιλεία τοῦ Χριστοῦ.

Ἰδιαίτερα αὐτή ἡ συμπόρευση γίνεται πιό φανερή καί πιό κατανοητή κατά τήν περίοδο τῆς Ἁγίας Τεσσαρακοστῆς, ὅπου ὁ ἄνθρωπος τῆς Ἐκκλησίας καλεῖται νά βιώσει σέ μία πνευματική καί οὐσιαστικά ἐπίπονη πορεία ἀσκήσεως τό Σταυρώσιμο καί Ἀναστάσιμο Πάσχα. Στήν Ὀρθόδοξη λατρεία μας ποτέ δέν ἑορτάζονται αὐτά τά σωτηριώδη γεγονότα τῆς Θείας Οἰκονομίας ξεχωριστά. Σταυρός καί Ἀνάσταση εἶναι πάντα μαζί, σφιχτοδεμένα κι ἀδιαχώριστα. Τήν ἡμέρα τῆς Ἀναστάσεως μέ χαρούμενη φωνή ψέλνουμε: «Ὁ Σταυρός Σου, Κύριε, ζωή καί ἀνάστασις ὑπάρχει τῷ λαῷ Σου…» καί ὅταν ὁ Χριστός στήν ὀρθόδοξη εἰκόνα τῆς Ἀναστάσεως βγαίνει θριαμβευτικά ἀπό τό Κενό Μνημεῖο - «ἐσφραγισμένου τοῦ μνήματος» - κρατεῖ τή σημαία τῆς νίκης: τόν Σταυρόν. Τό ἴδιο καί τήν ἡμέρα τῆς Σαυρώσεως, τή Μεγάλη Παρασκευή, κάτω ἀπό τόν σταυρό τοῦ Κυρίου μέ κραυγή γεμάτη ἀπό ἐλπίδα ἀνακράζομε: «Δεῖξον ἡμῖν καί τήν ἔνδοξόν σου ἀνάστασιν…» Σήμερα, Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως, ὄρθρου βαθέως μέ χαρά ψάλλομε: «Ὀρθρίζοντες σέ ἀνυμνοῦμεν Σωτήρ τοῦ κόσμου, εἰρήνην εὑράμενοι τῷ Σταυρῷ σου. Δι’ οὗ ἀνεκαίνισας τό γένος τῶν ἀνθρώπων, φῶς πρός ἀνέσπερον ἄγων ἡμᾶς».

Καί πάντοτε, δίπλα στόν Σταυρό τῆς ἀγωνίας καί τῆς ἐλπίδας, τῆς χαρᾶς καί τῆς δόξας ἡ ὑπέραγνος Μητέρα τοῦ Ἐμμανουήλ, ἡ Παρθένος Μαρία. Ζωντανή εἰκόνα τῆς χαρμολύπης, σμίγει τόν πόνο της καί τή χαρά της μέ τόν πόνο καί τή χαρά κάθε ἀνθρώπου. Κι ἡ κάθε ἀνθρώπινη καρδιά, συμπάσχουσα καί εὐγνωμονοῦσα ἀνταποκρίνεται δεητικά: «Οἱ τήν σήν προστασίαν κεκτημένοι, Ἄχραντε, καί ταῖς σαῖς ἱκεσίαις τῶν δεινῶν ἐκλυτρούμενοι, τῷ Σταυρῷ τοῦ Υἱοῦ σου, ἐν παντί φρουρούμενοι, καταχρέως σέ πάντες, εὐσεβῶς μεγαλύνομεν» (Κάθισμα, Σταυροθεοτοκίον, Τετάρτη δ´ ἑβδομάδος). 

Ὀφείλομε, βέβαια νά τονίσομε, ὅτι στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας δέν ὑπάρχει ξεχωριστή τιμή, εὐλάβεια, προσκύνηση καί πίστη πρός τήν Παναγία. Ὅλα αὐτά εἶναι συνδεδεμένα μέ τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ ὡς Θεανθρώπου, ἀναφορικά μέ τό σωτηριολογικό ἔργο Του. Ἡ δόξα ἀνήκει στόν δοξάσαντα καί δοξάζοντα καί ἡ τιμή στόν τιμήσαντα καί ἀεί τιμῶντα. Ἡ Ἐκκλησία μας τιμᾶ πάντοτε τήν Παναγία μαζί καί σέ σχέση μέ τόν Χριστό καί τά γεγονότα τῆς ἐπιγείου ζωῆς Του, γι’ αὐτό καί οἱ Θεομητορικές ἑορτές της εἶναι συνεπακόλουθες τῶν Δεσποτικῶν ἑορτῶν. Τήν τιμήν της ἡ Παναγία τήν ἀντλεῖ ἀπό τή θεότητα καί τό μεγαλεῖο τοῦ Υἱοῦ της. Εἶναι ἡ ἀειπάρθενος Θεοτόκος, ἡ τεκοῦσα τόν Υἱόν τοῦ Θεοῦ Λόγον, σεσακωμένον.

Ἡ εὐλάβεια πρός τήν Παναγία ἐκφράζεται πάντοτε στό τέλος κάθε λειτουργικῆς ἑνότητος, τῆς ὁποίας κάθε ὁμάδα ὕμνων, Κανόνων, Ἰδιομέλων, Προσομοίων κ.λπ. καταλήγει μέ τό Θεοτοκίον, δηλαδή μ᾽ ἕναν ἰδιαίτερον ὕμνο πρός τήν Παναγία. Οἱ Τετάρτες καί οἱ Παρασκευές ὅλου τοῦ χρόνου, πού εἶναι ἀφιερωμένες στόν Σταυρό, εἶναι ἀφιερωμένες καί στήν Θεοτόκο μέ ὕμνους πού ὀνομάζονται Σταυροθεοτοκία καί ἔχουν περιεχόμενο σταυρικό. Ἐνδεικτικό εἶναι τό Σταυροθεοτοκίον, πού ψάλλεται κάθε Τρίτη καί Πέμπτη βράδυ, στό τέλος τοῦ Μεγάλου Ἀποδείπνου: «Σφαγήν σου τήν ἄδικον, Χριστέ, ἡ Παρθένος βλέπουσα, ὀδυρωμένη ἐβόα σοι, τέκνον γλυκύτατον, πῶς ἀδίκως πάσχῃς; Πῶς τῷ ξύλῳ κρέμασαι ὁ πᾶσαν γῆν κρεμάσας τοῖς ὕδασι; Μή λίπῃς μόνην με, εὐεργέτα πολυέλεε, τήν μητέρα καί δούλην σου δέομαι». 

Στήν περίπτωση συμπόρευσης τοῦ Τιμίου Σταυροῦ μέ τήν Θεοτόκο ἔχομε τήν ἐκπλήρωση τῆς προφητείας τοῦ δικαίου Συμεών, πού, ὑποδεχόμενος τόν Χριστό ὡς βρέφος τεσσαρακονθήμερο, ἀπευθυνόμενος πρός τήν Παναγία Μητέρα Τοῦ εἶπε: «καί σοῦ δέ αὐτῆς τήν ψυχήν διελεύσεται ρομφαία, ὅπως ἄν ἀποκαλυφθῶσιν ἐκ πολλῶν καρδιῶν διαλογισμοί» (Λουκ. 2,35). Προφανῶς ἡ προφητεία αὐτή ἀναφέρεται στόν πόνο τῆς Παναγίας ὡς Μητέρας, ὅταν θά ἔβλεπε τόν Υἱόν καί Θεόν της γυμνόν, κρεμάμενον ἐπί τοῦ Σταυροῦ, «μή ἔχοντος εἶδος οὐδέ κάλλος». Γιατί ἡ Παναγία κατά τή γέννηση τοῦ Χριστοῦ δέν ὑπέφερε, παρ’ ὅλη τή φτώχεια καί τήν ἀστοργία τῶν ἀνθρώπων, ὑπέφερε ὅμως στό Πάθος Του καί αὐτό ἀκριβῶς περιγράφεται στό α΄ τροπάριο τῆς Θ´ ᾨδῆς τοῦ Μεγάλου Σαββάτου: «Ἐπί τῷ ξένῳ σου τόκῳ τάς ὠδίνας φυγοῦσα, ὑπερφυῶς ἐμακαρίσθην, ἄναρχε Υἱέ. Νῦν δέ σέ, Θεέ μου, ἄπνουν ὁρῶσα νεκρόν, τῇ ρομφαίᾳ τῆς λύπης σπαράττομαι δεινῶς. Ἀλλ’  ἀ ν ά σ τ η θ ι  ὅπως μεγαλυνθήσωμαι».

Πρίν δύο ἡμέρες ἑορτάσαμε τήν μεγάλη Θεομητορική ἑορτή τοῦ Εὐαγγελισμοῦ καί ψ ά λ λ α μ ε συγχρόνως καί τήν Γ΄ Στάση τῶν Χαιρετισμῶν στήν Παναγία μας. Καί θά ᾽λεγε κανείς ὅτι σ’ αὐτές τίς ἡμέρες, ἀπό τήν Παρασκευή ἕως καί σήμερα, συμπυκνώνεται ὅλο τό μυστηριακό νοηματικό πλέγμα τοῦ Σταυροῦ, τῆς Θεοτόκου καί τοῦ Σταυρωσίμου καί Ἀναστασίμου Πάσχα. Σέ ἕνα ἀπό τά Χαῖρε αὐτῆς τῆς ὁμάδος τῶν ὡραιότατων καί λαοφίλητων Χαιρετισμῶν στήν Παναγία μας, ψάλαμε, ἀπευθυνόμενοι στήν Παναγία: «Χαῖρε δι᾽ ἧς ἐλύθη παράβασις. Χαῖρε δι’ ἧς ἠνοίχθη παράδεισος». Ὁ στίχος αὐτός μᾶς ἐπαναφέρει στή μνήμη τόν ἀπολεσθέντα Παράδεισο τῆς τρυφῆς. Τότε ἡ παρακοή τῆς Εὔας στήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ γίνεται πρόξενος ἀθετήσεως τοῦ θείου προστάγματος καί ἐξώσεως τῶν πρωτοπλάστων ἐκ τοῦ Παραδείσου, μέ τίς γνωστές συνέπειες γιά ὅλο τό ἀνθρώπινο γένος. 

Ἔκτοτε βρισκόμαστε στήν μακράν τοῦ Θεοῦ χώρα τῆς ἐξορίας, τῆς πτώσεως, τῆς φθορᾶς καί διαφθορᾶς, τῆς ἁμαρτίας, τῆς ἀποστασίας καί ἀλλοτρίωσης. Τώρα, μέ τήν ὑπακοή τῆς Παρθένου Μαρίας στό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἔχομε τή δημιουργία τῆς Νέας Εὔας, τῆς ὁποίας ἡ ὁλόψυχη συγκατάθεση νά γίνει Μητέρα τοῦ Θεοῦ, λύει τήν ἀρχαία παράβαση τῆς πρώτης Εὔας. Ἔτσι, ἡ Μαρία γίνεται Θεοτόκος καί ἀνοίγει ξανά τόν Παράδεισο τῆς τρυφῆς. Ἡ πρώτη Εὔα ὁδηγεῖ τό ἀνθρώπινο γένος στόν θάνατο καί στό ἀφεγγές σκοτάδι τοῦ Ἅδου. Ἡ Νέα Εὔα, ἡ Παναγία, ἀνοίγει τήν θύρα πρός τή ζωή. Δίνει τή δυνατότητα ξανά συνομιλίας τοῦ πλάσματος μέ τόν Πλάστη καί παρέχει τή βεβαιότητα οἰκειώσεως τῆς θείας χάριτος. Μέ τή Θεοτόκο καί διά τῆς Θεοτόκου ἐπιτυγχάνεται ὁ ἀρχετυπικός προσδιορισμός τῆς παραδείσιας εὐδαιμονίας, μέ τήν ὑπακοή καί τήν ἄσκηση ἐν ἐλευθερίᾳ καί ἀγάπῃ καί ἡ πραγμάτωση τοῦ «κατ’ εἰκόνα» εἰς τό «καθ’ ὁμοίωσιν».

«Ἄν ὁ Χριστός εἶναι ἡ ‘‘εἰκόνα’’ τοῦ Πατρός, ἡ Παναγία εἶναι ἡ ‘‘εἰκόνα’’ τῆς νέας δημιουργίας, ἡ νέα Εὔα, πού ἀνταποκρίνεται στόν νέἈδάμ, ἐκπληρώνοντας τό μυστήριο τῆς ἀγάπης. Εἶναι ἡ νέα Εὔα λόγῳ τῆς ἀπαντήσεως πού ἔδωσε στό αἴτημα τοῦ Θεοῦ: ‘‘Ἰδού ἡ δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά τό ῥῆμά σου’’. Ἐκείνη τή στιγμή ξεπεράστηκαν ὅλες οἱ ἀνθρώπινες ‘‘δομές’’ πού εἶχαν ξεκινήσει μέ τήν ἀποξένωση τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τόν Θεό-ἐλευθερία καί ἐξουσία, δικαιώματα καί ὑποχρεώσεις κ.λπ. Ἡ νέα ζωή δέν εἰσῆλθε στόν κόσμο ὡς ζωή ‘‘ἐξουσίας’’ καί ‘‘ὑποταγῆς’’, ἀλλ’ ὡς ζωή κοινωνίας καί ἀγάπης» (Ἀλ. Σμέμαν, Η ΠΑΝΑΓΙΑ, σελ. 85). Στοχαστικά μένομε στόν Παράδεισο τῆς τρυφῆς. Πλάι στόν τύπο τῆς Παναγίας ὑπάρχει ὁ τύπος τοῦ τιμίου καί ζωοποιοῦ Σταυροῦ. Γύρω ἀπό τό δένδρο τῆς «γνώσεως τοῦ καλοῦ καί τοῦ κακοῦ» παίχθηκε τό δράμα ὁλοκλήρου τῆς ἀνθρωπότητος. Τότε ὁ διάβολος γύρω ἀπό αὐτό τό δένδρο χρησιμοποίησε μία παρθένο, τήν Εὔα, γιά τήν πτώση μας καί τώρα, γύρω ἀπό ἕνα δένδρο, τό δένδρο τοῦ Σταυροῦ, ὁ Χριστός χρησιμοποίησε τήν Παρθένο Μαρία γιά τή σωτηρία μας.

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, σέ μιά ὁμιλία του Εἰς τό κοιμητήριον καί τόν Σταυρόν, κάνει μία ὑπέροχη ἀναφορά: «Παρθένος, καί ξύλον, καί θάνατος τῆς ἥττης ἡμῶν ἦν τά σύμβολα. Παρθένος ἦν ἡ Εὔα, οὔπω γάρ ἄνδρα ἐγίνωσκε. Ξύλον ἦν τό δένδρον, καί θάνατος ἦν τό ἐπιτίμιον τοῦ Ἀδάμ. Ἀλλ’ ἰδού, πάλιν παρθένος, καί ξύλον, καί θάνατος, τά τῆς ἥττης σύμβολα ταῦτα, καί τῆς νίκης ἐγένετο σύμβολα. Ἀντί γάρ τῆς Εὔας, ἡ Μαριάμ. Ἀντί τοῦ ξύλου τοῦ εἰδέναι τό καλόν καί τό πονηρόν, τό ξύλον τοῦ Σταυροῦ. Ἀντί τοῦ θανάτου τοῦ Ἀδάμ, ὁ θάνατος τοῦ Χριστοῦ. Εἶδες, δι᾽ ὧν ἐνίκησε, διά τούτων αὐτόν ἡττώμενον; Περί τό δένδρον κατηγωνίσατο τόν Ἀδάμ ὁ διάβολος, περί τόν σταυρόν κατεπάλαισε τόν διάβολον ὁ Χριστός. Καί ξύλον, τό μέν ἔπεμπεν εἰς ἄδην, τό δέ καί τούς ἀπελθόντας ἐκεῖθεν ἀνεκαλεῖτο. Πάλιν ξύλον, τό μέν τόν αἰχμάλωτον γυμνόν ἔκρυψε, τό δέ τόν νικητήν γυμνόν ἐφ’ ὑψηλοῦ πᾶσιν ἐδείκνυ. Καί θάνατος, ὁ μέν τούς μετ’ αὐτόν κατέκρινεν, ὁ δέ καί τούς πρό αὐτοῦ γενομένους ἀνέστησε».

Ἡ ἀναφορά αὐτή τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου μᾶς ὑπενθυμίζει τό δοξαστικό τῶν ἑσπερίων τοῦ Τιμίου Σταυροῦ: «Δεῦτε ἅπαντα τά ἔθνη, τό εὐλογημένον ξύλον προσκυνήσωμεν, δι’ οὗ γέγονεν ἡ αἰώνιος δικαιοσύνη, τόν γάρ προπάτορα Ἀδάμ ὁ ἀπατήσας ἐν ξύλῳ τῷ Σταυρῷ δελεάζεται καί πίπτει κατενεχθείς πτῶμα ἐξαίσιον ὁ τυραννίδι κρατήσας τοῦ βασιλείου πλάσματος. Αἵματι Θεοῦ ὁ ἰός τοῦ ὄφεως ἀποπλύνεται, καί κατάρα λέλυται καταδίκης δικαίας, ἀδίκῳ δίκῃ τοῦ δικαίου κατακριθέντος. Ξύλῳ γάρ ἔδει τῷ ξύλῳ ἰάσασθαι καί πάθει τοῦ ἀπαθοῦς τά ἐν ξύλῳ λῦσαι πάθη τοῦ κατακρίτου…». Συνεχίζοντας ὁρισμένες ἄλλες ἀντιστοιχίες Σταυροῦ καί Παναγίας βλέπομε ὅτι στήν Γ΄ Στάση τῶν Χαιρετισμῶν, πού προείπαμε, ἡ Παναγία χαιρετίζεται ὡς «ξύλον εὐσκιόφυλλον, ὑφ’ οὗ σκέπονται πολλοί». Καί ὡς «δένδρον ἀγλαόκαρπον ἐξ οὗ τρέφονται πολλοί». Ἀλλά καί ὁ Σταυρός τοῦ Σωτῆρος ὑψούμενος εἰς τό μέσον τῆς Ἁγίας Τεσσαρακοστῆς ἑρμηνεύεται ἀπό τούς Πατέρες ὡς τό δένδρον τό πλατύφυλλο, ὅπου, κάτω ἀπό τήν παχιά σκιά του, κάθονται νά ξαποστάσουν οἱ ὁδοιπόροι καί νά πάρουν κουράγιο γιά νά συνεχίσουν τόν ἀνάντη δρόμο τῆς πρό τοῦ Πάσχα ἀσκήσεως. Ὅπως, ἐπίσης, ἡ τροφή μέ τήν ὁποία τρέφονται οἱ πιστοί εἶναι τά Δῶρα τῆς Ἐσταυρωμένης Ἀγάπης πού ἔρρευσαν ἀπό τή θυσία τοῦ Κυρίου πάνω στόν Σταυρό.

Στό σημεῖο αὐτό ταυτίζονται Σταυρός καί Παναγία. Ἡ Παναγία ἔγινε «γῆ ζωοδότις» καί τό χωράφι τό γόνιμο πού βλάστησε τόν «κόκκο τοῦ σίτου», τόν Χριστό(Θεοφάνης). Ἀπό τά σπλάχνα της πλάστηκε τό πανάγιον σῶμα καί αἷμα τοῦ Κυρίου κι ἔγινε ἡ Ἀειπάρθενος «θεία Τράπεζα, ἡ προσφέρουσα ἐξ ἑαυτῆς τήν κοινήν ἀμβροσίαν…καί τό ζωοποιόν νέκταρ, τήν σάρκα δηλαδή καί τό αἷμα τοῦ ἐξ αὐτῆς ἀρρήτως ἀναβλαστήσαντος» (ὅ.π.). Ἔτσι, τά Δῶρα τῆς σταυρικῆς Θυσίας τοῦ Χριστοῦ εἶναι δῶρα τῆς παναγίας Μητρός Του «ἡ τό ἴδιον γάλα καθ’ ἑκάστην ἀφθόνως τούτῳ παρεχομένη πρός βρῶσιν ἅμα καί πόσιν, ἀπόλαυσίν τε καί εὐφροσύνην». Γι’ αὐτό σέ κάθε θεία Λειτουργία ὁ Χριστός εἶναι «νυμφίος καί πανηγυριάρχης» (Κύριλλος Ἀλεξανδρείας) καί ἡ «ἀνύμφευτος Νύμφη ἡ φιλότιμος ἑστιάτωρ καί τροφός τῶν καλεσμένων» (βλ. Ἱερομον. Γρηγορίου, Ἡ Θεία Λειτουργία, σελ. 292-3). 

Ἐνδεικτικό τῆς ἀμέσου σχέσεως τοῦ ζωοποιοῦ Σταυροῦ καί τῆς Θεοτόκου, μέ τό Σταυρώσιμο καί Ἀναστάσιμο Πάσχα, εἶναι τό Ἐξαποστειλάριο Θεοτοκίον τῆς Κυριακῆς της Σταυροπροσκυνήσεως, πού ἀκούσαμε σήμερα τό πρωί. Ἄς τό προσέξομε: «Τό ξύλον ἐν ᾧ Πάνσεμνε τάς ἀχράντους παλάμας, ὑπέρ ἡμῶν ἐξέτεινε, προσπαγείς ὁ Υἱός σου, νῦν εὐσεβῶς προσκυνοῦμεν. Δός ἡμῖν τήν εἰρήνην καί τά κοσμοσωτήρια Πάθη, καί τήν λαμπράν, καί κοσμοχαρμόσυνον προσκυνῆσαι, τοῦ Πάσχα κυριώνυμον, καί φωσφόρον ἡμέραν». Προεικόνιση τῆς Παναγίας ἦταν ἡ φωτεινή στήλη πού ὁδηγοῦσε τόν πλάνητα λαόν μέσα στήν ἔρημο, δείχνοντάς του τόν δρόμο γιά τή γῆ τῶν πατέρων του. Τώρα ἐγκωμιάζεται ἡ Παναγία ὡς «πύρινος στύλος» καί «σκέπη τοῦ κόσμου, πλατυτέρα νεφέλης» (γράμμα Λ΄, στ. δ΄), πού παρέχει νέους προσανατολισμούς στόν περιπλανώμενο ἄνθρωπο, πού σκουντουφλᾶ μέσα στήν ἄγρια νύχτα τῶν παθῶν καί ἡδονῶν τοῦ βίου, προσπαθώντας νά βρεῖ, νά ἀνακαλύψει τόν ἀληθινό προορισμό του. 

Τό ἴδιο χαρακτηρίζεται καί ὁ Τίμιος Σταυρός, ὡς «φωστήρ, τοῖς ἐν σκότει φαίνων, καί ἀστήρ τόν κόσμον αὐγάζων» (Χαιρετισμοί τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, γράμμα Φ΄, στ΄ α΄). Οἱ ἄνθρωποι πορεύονται ἀπροστάτευτοι κι ἀκαθοδήγητοι μέσα στόν κόσμο, μέ μόνους ὁδηγητές τά ἔνστικτά τους, γι’ αὐτό διεκδικοῦν καί ἐκδικοῦνται, μάχονται καί ἀντιμάχονται, σταυρώνονται καί σταυρώνουν τούς συνανθρώπους τους. Ὁ Τίμιος Σταυρός εἶναι ὁ καθοδηγητικός φάρος πού ἐκπέμπει φωτεινά σήματα ὑπομονῆς, συγγνώμης, θυσίας καί ἀγάπης κι ἀφήνει στά πέρατα τοῦ κόσμου ὡς αἰώνιο παράδειγμα πώς, γιά νά χαρεῖς τήν Ἀνάσταση πρέπει νά περάσεις πρῶτα ἀπό τήν αἰσχύνη, τή μωρία καί τό σκάνδαλο τοῦ Σταυροῦ.

Ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης στό σημεῖο αὐτό κάνει μία ὑπέροχη ἀναφορά γιά τόν καθένα μας: «Ἄμποτε, ἀδελφέ, νά εἶναι καί εἰς σέ ὁ Σταυρός τοῦ Κυρίου φῶς νοητόν, φωτίζων μέν τόν νοῦν καί τήν διάνοιάν σου μέ τάς ἀκτίνας τῆς θείας γνώσεως καί σοφίας, θέλγων δέ καί γλυκαίνων τήν καρδίαν σου μέ τήν χάριν τοῦ ἐν αὐτῷ σταυρωθέντος Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ. Ὥσπερ γάρ ὁ πύρινος ἐκεῖνος καί φωτεινός στύλος, ὡδήγει τούς Ἰσραηλίτας ἐν τῇ ἐρήμῳ, κατά τόν καιρόν τῆς νυκτός καί δέν ἄφηνεν αὐτούς νά πλανηθοῦν εἰς τήν στράταν, οὕτω καί ὁ Σταυρός τοῦ Κυρίου ἐδόθη εἰς σέ, χριστιανέ, διά νά σέ φωτίζει καί νά σέ ὁδηγεῖ μέσα εἰς τό σκότος τῆς παρούσης ζωῆς καί νά μή σέ ἀφήνει νά πλανηθεῖς εἰς τούς κρημνούς τῆς ἁμαρτίας…». Ὁ Σταυρός, ἐπίσης, προσφωνεῖται: «Ἱλαστήριον ἁπάντων» (ε´ τροπ. Ζ΄ ᾨδῆς τῶν Χαιρετισμῶν τοῦ Τιμίου Σταυροῦ), ἀλλά καί στήν Θεοτόκο ἀπευθύνομε τόν χαιρετισμό: «Ἱλαστήριον τοῦ κόσμου, χαῖρε, ἄχραντε Δέσποινα» (β΄ τροπ. Δ΄ ᾨδῆς τοῦ Κανόνος τῶν Χαιρετισμῶν).

Ἡ μέν Θεοτόκος ἐφανέρωσε τόν Θεόν Λόγον στούς ἀνθρώπους, μέ συνέπεια «τό μεσότειχον τῆς ἔχθρας καθελοῦσα, εἴρηνην ἀντεισῆξε καί τό βασίλειον ἠνέῳξεν». Ὁ δέ Τίμιος Σταυρός ἐβάστασε πάνω τοῦ ὅλο τό εὖρος τῆς μεγάλης ἀγάπης καί ποτίστηκε μέ τό αἷμα «τοῦ ἀμώμου καί ἀσπίλου Χριστοῦ» (Α´ Πέτρ. 1, 19). Ὁ Σταυρός τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ ἔσχατη ἀποκάλυψη τῆς φιλανθρωπίας καί ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, πού ἀνοίγει μία νέα ἐποχή καί ἀπεργάζεται μία νέα ζωή στήν ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητος. Εἶναι τό μέγα θαῦμα τῆς ἐλευθερίας καί τό κορύφωμα τῆς παντοδυναμίας τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, πού πεθαίνει γιά νά ζήσει ὁ κόσμος. Μέσα σέ ἕναν κόσμο πού ὁ ἕνας ἀντιμάχεται τόν ἄλλο κι ὁ ἕνας γιά τόν ἄλλο γίνεται λύκος, πού συνεχῶς καταβουλιάζει μέσα στήν κακεντρέχεια καί τό μίσος, στή μικροψυχία καί τή βία, στίς ἀπειλές, στήν ἐκδίκηση καί στά πάθη τῆς φθορᾶς καί διαφθορᾶς, ὁ Σταυρός τοῦ Χριστοῦ ἔρχεται νά μᾶς ὑπενθυμίσει τήν ἀξία ἄνθρωπος! Καί ἡ ἀξία τοῦ ἀνθρώπου δέν ἔγκειται στή δύναμη ἤ τήν ἐξουσία, τή φρενίτιδα τῶν ἀπαιτήσεων καί τῶν δικαιωμάτων, στήν προκλητική τυραννική βία ἤ τήν ἀνταπόδοση βίας, ἀλλά στήν κένωση, στή σταυρική ἀποδοχή τοῦ πλησίον, στή δύναμη πού γυμνώνει ἀπό κάθε ἐπιθυμία αὐτούς πού ἀγαποῦν χάρη ἐκείνων πού ἀγαποῦνε κι ἀκόμη πιό πέρα ἀπό ἐκείνους σ’ ἐκείνους πού τούς ἐχθρεύονται.

Σεβασμιώτατε, ἀδελφοί μου! Μέ τή βοήθεια, τή χάρη καί τήν ἀνοχή τοῦ Θεοῦ προχωρᾶμε. Βρισκόμαστε ἐν πορείᾳ πρός τό Σταυρώσιμο καί Ἀναστάσιμο Πάσχα. Καί ἡ πορεία μας αὐτή ὅσο δύσκολη καί κουραστική, λόγῳ τῶν πολλῶν πειρασμῶν καί τῆς πνευματικῆς ἀσκήσεως καί ἄν εἶναι, γίνεται ἀνάλαφρη καί χαρούμενη ὅταν ἔχομε συνοδοιπόρους τόν Τίμιον Σταυρόν καί τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο. «Σταυρός ὁ φύλαξ πάσης της οἰκουμένης» ψάλλομε καί προσκυνώντας αὐτόν ἐν πίστει, τήν ἁγίαν τοῦ Κυρίου Ἀνάστασιν δοξάζομεν. Εἶναι ὁ προάγγελος «τάς αὐγάς φωτοβολῶν» τῆς «λαμπρᾶς καί κοσμοχαρμοσύνου τοῦ Πάσχα…φωσφόρου ἡμέρας». Σήμερα, Κυριακή τῆς Σταυροπροσκυνήσεως, νιώθομε τόσο ἔντονα αὐτόν τόν παλμό τῆς χαρᾶς καί τῆς λύπης, τῆς Σταύρωσης καί τῆς Ἀνάστασης! Τό πρωί στήν κωδωνοκρουσία τοῦ Ὄρθρου ἀκούσαμε τίς Καταβασίες τῆς ἑορτῆς: «Ὁ θειότατος προετύπωσε πάλαι Μωσῆς ἐν Ἐρυθρᾷ θαλάσσῃ…», τονισμένες στόν χαρούμενο ἦχο α´ καί στό ἴδιο μέλος, μέτρο καί ρυθμό τῶν Καταβασιῶν τοῦ Πάσχα: «Ἀναστάσεως ἡμέρα…» καί στήν Θ΄ ᾨδή ψάλαμε τόν Εἱρμό τῆς Θεοτόκου: «Ὤ, Μῆτερ, Παρθένε καί Θεοτόκε ἀψευδής, ἡ τεκοῦσα ἀσπόρως Χριστόν τόν Θεόν ἡμῶν, τόν ἐν Σταυρῷ ὑψωθέντα σαρκί, σέ οἱ πιστοί ἅπαντες ἀξίως, σύν τούτῳ νῦν μεγαλύνομεν».

Μόνο ὁ Σταυρός τοῦ Χριστοῦ μπορεῖ νά σηκώσει τούς σταυρούς μας καί τούς σταυρούς ὅλων τῶν ἀνθρώπων. Ὁ λαός τοῦ Θεοῦ πορεύεται σταυροφόρος, πρός τήν νέα πολιτεία, τήν ἄνω Ἱερουσαλήμ, τό αἰώνιον Πάσχα, ὡς συντεταγμένη φάλαγγα πολιτῶν τοῦ σταυρικοῦ πολιτεύματος. Πορεύεται σταυρωμένος μέ τόν συσταυρωμένο Κύριο τῆς Δόξης, πού γίνεται Σταυροφόρος καί Κυρηναῖος μαζί. Αὐτός, ὅμως, «Ὁ λαός πού δέν εἶναι τό ἐπινόημα ἤ ἡ μαριονέτα τῶν ἀρχόντων ἤ τῶν πολιτικῶν ἤ τῶν ἐθνοσωτήρων, πού τόν θεωροῦν κτῆμα τους ἥ τόν ναρκώνουν μέ τίς ὑποσχέσεις τους ἤ τόν θυμοῦνται μόνο στήν ἄσκηση τῆς ἐξουσίας τους» (Βλ.: π. Μιχ. Καρδαμάκη, Στήν Παναγία τοῦ Δεκαπενταύγουστου, σελ. 30). 

Καί, ὁπωσδήποτε, ὄχι ὁ ἀνώνυμος ὄχλος τοῦ μαζανθρώπου, πού καταβουλιάζει συνεχῶς ἀσθμαίνοντας μέσα σ’ ἕνα ὁμαδικό χαμάμι. Ἀλλά ὁ λαός τοῦ Θεοῦ, ὁ ἐπώνυμος λαός, ἀφοῦ ὁ καθένας χωριστά ἔχει τήν προσωπική κλήση του, χαραγμένη μέ τό σημεῖον τοῦ Σταυροῦ καί εἶναι σφραγισμένος μέ τό ἀνεξάρνητον ὄνομά του. Αὐτός ὁ λαός πού θά χαθεῖ ὄχι ὅταν τοῦ λείψουν οἱ ἰδεολογίες, γιατί αὐτές ἀλληλοχτυπιοῦνται, ἀλληλοαναιροῦνται κι ἀλληλοκαταστρέφονται, ἀλλά ὅταν τοῦ λείψει ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, δηλαδή ὁ θεμελιακός νόμος τῆς σταυρωμένης ἀγάπης, τό κήρυγμα τοῦ Σταυροῦ, πού εἶναι ὁ πιό ἄμεσος τρόπος νά ζεῖς τίς αὐταπαρνήσεις σου στίς ἀνάγκες τῶν ἄλλων καί τήν ἐθελούσια σκλαβιά γιά τήν ἐλευθερία τῶν ἄλλων.

Καί πλάι στόν Σταυρό ἡ Γυνή, ἡ περιβεβλημένη τόν ἥλιον (Ἀποκ. 12.1). Ὅ,τι τιμαλφέστερο καί ὡραιότερο ἔχει τό ἀνθρώπινο γένος νά προσφέρει ὡς Δῶρο πρός τόν Δωρητήν: ἡ Παρθένος Μαρία, ἡ Μητέρα τοῦ Θεοῦ καί Μητέρα ὅλων τῶν ἀνθρώπων, πού ἔζησε τήν ὀδύνη τῆς θυσίας καί τῆς ὁλοπόρφυρης ἀγάπης τοῦ Σταυροῦ. Κι αὐτή ἡ κλήση τοῦ φιλευσπλάχνου Θεοῦ, πού θέλησε νά τῆς χαράξει τά σπλάχνα μέ τή δίστομη ρομφαία του ὁ σκληρός πόνος τῆς ἀδικίας, τῆς ἀπανθρωπιᾶς, τῆς κακουργίας, τῆς ἔδωσε τό χάρισμα νά συμπαρίσταται στόν πολύμορφο καί ποικιλώνυμο πόνο τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ συνολικά καί χωριστά στόν καθένα

Καί ἄν τοῦ Χριστοῦ τό πανάγιο κορμί συνεχίζει νά αἱμοστάζει, ὡσότου ὑπάρχει ἕνας πονεμένος κι ἀδικημένος ἄνθρωπος στόν κόσμο, τό ἴδιο καί τῆς Παναγίας Μητέρας, ὡσότου ὑπάρχουν πονεμένοι καί θλιμμένοι ἄνθρωποι πάνω στή γῆ, δέν θά στερέψουν ποτέ τά δάκρυα πρός τόν Υἱόν καί Θεόν της, νά γίνει ἵλεως. Ἵλεως γιά ὅλους τους ἀνθρώπους ὅπου κι ἄν βρίσκονται, σέ ὅποια μακρινή χώρα τῆς ἀσωτίας κι ἄν προσπαθοῦν νά χορτάσουν μέ τά ξυλοκέρατα τῆς ἀποστασίας. Γιατί ἀκόμη καί σ’ αὐτούς πού θητεύουν στήν ἀσχήμια τῆς ἁμαρτίας ὑπάρχει μία ἔστω μικρή σπίθα θεϊκή στά κατάβαθα τῆς καρδιᾶς τους καί ἀπό αὐτή τήν κρυμμένη σπίθα ἡ Θεοτόκος Μαρία, ἡ Ἀμόλυντος, ἡ Πάντων Χαρά, μέ τίς πρεσβεῖες της προσπαθεῖ νά ἀνάψει τή φλόγα τῶν ἀρετῶν καί τήν ὀμορφιά τῆς συγγνώμης, νά κλάψει ὁ καθείς γιά τά κρίματά του καί νά ἐπιστρέψει μετανοιωμένος στήν ἀγκαλιά τοῦ Θεοῦ. 

«Ἡ Παναγία εἶναι ἡ ἔκφραση προστασίας καί μεσιτείας. Ταυτίζεται μέ ὅλους ὅσοι ὑποφέρουν, μέ τή ζωή τοῦ ἀνθρώπου σ’ αὐτό τόν κόσμο, πού εἶναι τραγωδία καί πόνος. Γίνεται ἔτσι ἡ εἰκόνα τῆς Ἐκκλησίας ὡς Μητέρας» (Βλ.: Ἀλ. Σμέμαν, ὅ.π., σελ. 122). Ἡ ρομφαία πού διαπέρασε τήν καρδιά τῆς Θεοτόκου δέν ἦταν μόνο ὁ πόνος γιά τόν Υἱόν τοῦ Θεοῦ καί τόν Υἱόν τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλά γιά ὅλους τους υἱούς τῶν ἀνθρώπων. «Διηγήσατο ὁ Ἀβᾶς Ἰωσήφ», διαβάζομε στό Γεροντικό, «ὅτι εἶπεν ὁ Ἀβᾶς Ἰσαάκ, ὅτι ἐκαθήμην πρός τόν Ἀβᾶ Ποιμένα, καί εἶδον αὐτόν ἐν ἐκστάσει γενόμενον. Καί ἐπειδή εἶχον πρός αὐτόν πολλήν παρρησίαν, ἔβαλον αὐτῷ μετάνοιαν καί παρεκάλεσα αὐτόν λέγων: εἰπέ μοι, ποῦ ἦς; ὁ δέ ἀναγκασθείς εἶπεν: ὁ ἐμός λογισμός, ὅπου ἡ Ἁγία Μαρία ἡ Θεοτόκος ἔστηκε καί ἔκλαιεν ἐπί τοῦ Σταυροῦ τοῦ Σωτῆρος. Καί ἐγώ ἤθελον πάντοτε οὕτω κλαίειν».

Καί ἐμεῖς, ἀδελφοί μου, ἄς φέρομε τήν σκέψη μας πρός τόν Τίμιον καί Ζωοποιόν Σταυρόν, τόν ὁποῖον, χείλεσιν ἀναξίοις, ἀξιωθήκαμε νά προσκυνήσομε σήμερα ἐν μέσῳ τῆς Ἁγίας Τεσσαρακοστῆς, ὅπου ἡ πάναγνος Θεοτόκος θρηνεῖ γιά τούς ἐσταυρωμένους ὅλου τοῦ κόσμου. Καί, ὅσα ἀπό τήν ἀρχή τῆς ὁμιλίας μας ἀναφέραμε, θά κλείσομε ὡς ἀνακεφαλαίωση μέ τό α´ προσόμοιο τοῦ Μικροῦ Ἑσπερινοῦ τῆς σημερινῆς Γ΄ Κυριακῆς τῶν Νηστειῶν: «Ἵνα τοῦ Ἀδάμ, ἀφανίσῃς τήν κατάραν, σάρκα τήν ἡμῶν, προσλαμβάνεις δίχα ρύπου. Σταυροῦσαι δέ καί θνήσκεις, Ἰησοῦ ὑπεράγαθε, ὅθεν τόν Σταυρόν σου καί τήν λόγχην, σπόγγον καί τόν κάλαμον, τούς ἥλους, πιστῶς σέβομεν, καί τήν Ἀνάστασιν τήν σήν, ἰδεῖν ἐξαιτούμεθα», διά πρεσβειῶν τοῦ Ἁγίου ἐνδόξου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου τοῦ Τροπαιοφόρου, πού ἀπόψε μᾶς φιλοξένησε σ’ αὐτόν ἐδῶ τόν πάνσεπτον ἱερόν Ναόν του, καί δι’ εὐχῶν τοῦ ἁγίου δεσπότου ἡμῶν. Ἀμήν

Πρωτ. Εὐαγγέλου Παχυγιαννάκη,
Θεολόγου-συγγραφέως

πηγή : Ἄγκυρα Ἐλπίδος
Διμηνιαῖο Ὀρθόδοξο Περιοδικό τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ἱεραπύτνης καί Σητείας

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...