/*--

Παρασκευή, 14 Μαρτίου 2014

«ΗΛΘΕΝ Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ ΕΝ ΤΗͺ ΚΥΠΡΩͺ ΕΙΣ ΧΩΡΑΝ ΛΑΡΝΑΞ»

           
Στὸ βιβλίο τῶν Πράξεων τῶν Ἀποστόλων ἀναφέρεται πὼς μετὰ τὸ λιθοβολισμὸ τοῦ πρωτομάρτυρα Στεφάνου «οἱ χριστιανοὶ ποὺ εἶχαν διασκορπιστεῖ... ἔφτασαν ὡς τὴ Φοινίκη, τὴν Κύπρο καὶ τὴν Ἀντιόχεια». Σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση ἀνάμεσα σ’ αὐτοὺς ποὺ ἔφθασαν στὴν Κύπρο ἦταν καὶ ὁ φίλος του Χριστοῦ Λάζαρος. Στὸ Συναξαριστὴ τῆς Κωνσταντινούπολης (10ος – 12ος αἰώνας) ἀναφέρεται πὼς ὁ Λάζαρος «ἔζησε μετὰ τὸ ἐκ νεκρῶν αὖθις ἀναβιῶσαι ἔτη δεκαοκτώ, προχειρισθεὶς ἐπίσκοπος ἐν τῇ εἰρημένῃ Κιτιαίων πόλει παρὰ Πέτρου τοῦ Ἀποστόλου».


Τὸ Συναξάριο τοῦ Τριωδίου γράφει πώς: «Οἱ ἀρχιερεῖς καὶ τὸν Λάζαρον ἀποκτεῖναι διενοήθησαν, διότι πολλοὶ αὐτὸν ὀρῶντες (μετὰ τὴν ἀνάστασή του ἀπὸ τὸ Χριστό), Χριστῷ προσετίθεντο. Αλλ’ ἐκεῖνος τὰ σκεπτόμενα ἐγνωκώς, πρὸς τὴν Κύπρον νῆσον διαδιδράσκει (καταφεύγει)». Καὶ συνεχίζει πὼς «ζώντας ἐκεῖ, στὴν Κύπρο, ἀργότερα ὁ Λάζαρος χειροτονεῖται ἀρχιερέας Κιτίου ἀπὸ τοὺς Ἀποστόλους, ἐννοεῖται τοὺς Βαρνάβα, Παῦλο καὶ Μάρκο». Καὶ καταλήγει ἡ ἀναφορὰ τοῦ Τριωδίου πὼς «μετὰ τὴν ἀνάστασή του, ὁ Λάζαρος, τίποτε τὸ ἀγλύκαστο δὲν ἔτρωγε κι ὅτι τὸ ὠμοφόριό του (διακριτικὸ ἄμφιο τῶν ἐπισκόπων) τοῦ τὸ χάρισε ἡ πάναγνη τοῦ Θεοῦ μητέρα ποὺ τὸ ‘φτιαξε μὲ τὰ δικά της χέρια».

Πολὺ ἀργότερα βρίσκουμε μία ἄλλη γραπτὴ ἀναφορά, ἀρκετὰ παραλλαγμένη ὅτι ἡ Παναγία ὄχι μόνο χαρίζει στὸν πρῶτο ἐπίσκοπο Κιτίου τὸ ὠμοφόριό του, ἀλλὰ ἡ ἴδια ἔρχεται στὴν Κύπρο καὶ τὸ δωρίζει στὸ Λάζαρο. Ὁ Δαμασκηνὸς Στουδίτης, λόγιος ἐπίσκοπος ποὺ ἔζησε τὸν 16ο αἰώνα, γράφει τὰ ἑξῆς ἐνδιαφέροντα: «Ἐκεῖ (στὴν Κύπρο) λέγουσιν ὅτι ἡ Παναγία, ἀκόμη ὅταν ἦτο σωματικῶς εἰς τὴν γῆν, τοῦ ὑπῆγεν ἕνα ὠμόφορον, τὸ ὁποῖον ὠμόφορον ἡ Παναγία μοναχή της τὸ ἔκαμε μὲ τὰ χέρια της». Ὅπως σημειώνει καὶ ὁ γνωστὸς Κύπριος λόγιος Κωνσταντῖνος Σπυριδάκης, σὲ σχετικὸ μὲ τὸ θέμα ἄρθρο του στὶς «Κυπριακὲς Σπουδές», «ἢ παρὰ Δαμασκηνῷ Στουδίτῃ μνεία τοῦ θρύλου τούτου προϋποθέτει τὴν ὕπαρξιν ἀκόμη παλαιοτέρας παραδόσεως. Ἡ φρᾶσις αὐτοῦ “ἐκεῖ λέγουσιν” ἀσφαλῶς τοιαύτην γραπτὴν ἢ προφορικὴν παράδοσιν ὑπαινίσσεται» (τ. Η΄, 1944).

Σὲ μεταγενέστερη γραπτὴ κυπριακὴ παράδοση ἀναφέρεται ὅτι ἡ Παναγία ἦρθε στὴν Κύπρο ὕστερα ἀπὸ πρόσκληση τοῦ ἰδίου τοῦ ἁγίου Λαζάρου. Ἡ παράδοση αὐτὴ ποὺ διασώζεται σὲ χειρόγραφο του 15ου αἰώνα καὶ σὲ δύο χειρόγραφα 18ου αἰώνα ποὺ φέρουν τὸ γενικὸ ἁγιορείτικο τίτλο τῆς παράδοσης τῆς Παναγίας δηλ. «Ἀνάμνησις μερικὴ περὶ τοῦ Ἄθω ὄρους, τὰ λεγόμενα Πάτρια». Τὰ κύπρια χειρόγραφα πρόσθεσαν στὸν τίτλο αὐτὸ ἀμέσως μετὰ καὶ τὸν τίτλο «καὶ ἀπόδειξις ὅτι πώς ἦλθεν ἡ κυρὰ δέσποινα ἡ Θεοτόκος ἐν τῇ νήσῳ Κύπρῳ εἰς χώραν Λάρναξ». Ἐπειδὴ λοιπὸν ἡ κυπριακὴ παράδοση αὐτὴ διασώθηκε προσκολλημένη μὲ τὴν ἁγιορείτικη περὶ τῆς Παναγίας, θεωρήθηκε ἀπὸ ὁρισμένους πὼς καὶ αὐτὴ εἶναι ἁγιορείτικη καὶ μάλιστα ρωσσικὴ ἢ τῆς μονῆς τῶν Ἰβήρων. Μόλις ὅμως τὸ 1896 βρίσκουμε δημοσιευμένη στὴ ρωσσικὴ γλῶσσα τὴν κυπριακὴ αὐτὴ παράδοση («Διηγήσεις περὶ τοῦ ἐπιγείου βίου τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου», Ἱερὰ Μονὴ Ἁγ. Παντελεήμονος, Ἅγ. Ὄρος – Πετρούπολη 1869).

Ὅμως καθόλου δὲν πρέπει νὰ τὴ θεωρήσουμε ὡς τέτοια. Ἀντίθετα, ὁ μοναχός της μονῆς τῆς Ἁγίας Τριάδας στὴν Καρπασία ποὺ ἀντέγραψε τὴν παράδοση αὐτὴ γύρω στὰ 1730, εἶχεν ὑπόψη του τὴν παλαιότερη παράδοση ποὺ σώθηκε ἀπὸ τὸ Δαμασκηνὸ Στουδίτη. Στὸ τέλος τῆς ἀφήγησής του ὁ μοναχὸς Ἀκάκιος παραθέτει τὰ ἑξῆς: «Ὅτι πὼς ἦλθεν ἡ Παναγία εἰς τὴν Κύπρον καὶ ἤφερεν τοῦ ἁγίου Λαζάρου ὠμοφόριον τὸ μαρτυρεῖ καὶ σοφώτατος Δαμασκηνὸς ὁ Στουδίτης εἰς τὸ βιβλίον του, ὅπου τὸ ὀνόμασε Θησαυρὸν εἰς τὸ Συναξάριν τοῦ ἁγίου Λαζάρου εἰς τὸ τέλος τοῦ αὐτοῦ συναξαρίου ἀμήν».

Στὴ συνέχεια παραθέτουμε τὸ σχετικὸ ἀπόσπασμα τῶν χειρογράφων ποὺ ἀναφέρουν τὸν ἐρχομὸ τῆς Παναγίας στὴν Κύπρο ἀπὸ μετάφραση Κυριάκου Χατζηιωάννου («Ἡ ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς πηγάς», ἔκδ. Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Κύπρου 1971 καὶ 1985 ). «Καὶ ὁ τετραήμερος Λάζαρος ἦταν στὴ νῆσο Κύπρο γιὰ τὸ φόβο τῶν Ἰουδαίων καὶ χειροτονήθηκε ἐκεῖ ἐπίσκοπος ἀπὸ τὸν Βαρνάβα τὸν Ἀπόστολο· μὰ ἤθελε νὰ πάῃ νὰ δῆ τὴ μητέρα τοῦ Ἰησοῦ καὶ δὲν τολμοῦσε ἐξ αἰτίας τῶν Ἰουδαίων τῶν Ἱεροσολύμων κι ἦταν σὲ μεγάλη στεναχώρια. Σὰν κατάλαβε ἡ ἁγία Θεοτόκος τὴν ἀπαρηγόρητή του ἀπογοήτευση, τοῦ ‘γραψε νὰ τῆς στείλῃ ἕνα καραβάκι γιὰ νὰ ‘ρθῇ ἐκείνη σ’ αὐτὸν καὶ νὰ ἰδωθοῦν· κι αὐτὸς καταχαρούμενος τῆς τὸ ἔστειλε ἀμέσως· κι αὐτὴ ἀφοῦ πῆρε τὸν Ἰωάννη τὸν θεολόγο κι εὐαγγελιστή κι ἔφτιαξε δῶρα γιὰ τὸν Λάζαρο ἕνα ὠμοφόριο κι ἐπιμανίκια, ἀνέβηκαν στὸ καράβι καὶ ταξίδευαν γιὰ τὴν Κύπρο.

Μὰ σὰν φύσηξε ἕνας δυνατὸς ἄνεμος παρέσυρε κι ἔφερε τὸ πλοῖο, μακριά, στὸ ὄρος Ἄθω, στὸ λιμάνι τὸ λεγόμενο τοῦ Κλήμεντος. Αὐτὸ ἦταν οἰκονομία τοῦ Θεοῦ γιὰ νὰ μὴ μείνῃ οὔτε κι αὐτὴ χωρὶς κόπο κατὰ τὸν χαιρετισμὸ τοῦ ἀγγέλου καὶ τὸ ὄρος ἦταν γεμάτο εἴδωλα (γιατί ἐκεῖ ἦταν τὸ ἱερὸ τοῦ Ἀπόλλωνος)... Τότε λοιπὸν ἀπὸ ὅλα τὰ εἴδωλα ἤ καλύτερα ἀπὸ ὅλους τους δαίμονες ἀκούστηκε μία κραυγὴ μ’ ἕνα βούισμα ποὺ λέγε· “Ἄντρες τοῦ Ἀπόλλωνος ὅλοι, πηγαίνετε στὸ λιμάνι τοῦ Κλήμεντος καὶ προσκυνῆστε καὶ προϋπαντῆστε τὴν Μαρία (τὴ μητέρα) τοῦ μεγάλου Θεοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ”… 

Καὶ χάρηκε ἡ ἁγία Θεοτόκος μεγάλη χαρὰ κι ἀναγαλλίασε ἡ ψυχή της γιὰ τὰ γενόμενα καὶ εἶπε· “Δόξα στὸν ἅγιο Θεό, ποὺ εὐαρεστήθηκε ἔτσι νὰ γίνουν· γιατί αὐτὸ τὸ ὄρος μου δόθηκε στὸ δικό μου κλῆρο ἀπὸ τὸ γιὸ καὶ Θεό μου”… “Γιέ μου καὶ Θεέ, εὐλόγησε αὐτὸ τὸν τόπο καὶ χύνε τὴν εὐσπλαχνία σου πάνω σ’ αὐτόν… Κι εἶπε ”. Καὶ ἀφοῦ εὐχαρίστησε τὸν Θεὸ γιὰ ὅλα κι εὐλόγησε τὸν τόπο καὶ τὸν λαὸ κι ἀφοῦ μπῆκε στὸ πλοῖο ξεκίνησαν καὶ γιὰ τὸ ταξίδι στὴν Κύπρο.Μὰ ὁ Λάζαρος ἦταν σὲ ἀγωνία καὶ πολλὴ στεναχώρια γιὰ τὴ μητέρα τοῦ Ἰησοῦ καὶ γιὰ τὸ πλοῖο καὶ γιὰ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἦταν μέσα καὶ νομίζοντας πὼς ναυάγησαν θρηνοῦσε ἀπαρηγόρητα γιὰ τὴ συμφορὰ ἐνῶ τὸ πλοῖο πλησίασε στὴν Κύπρο κι ἀνέβηκαν στὴ στεριὰ κι ἦρθαν στὸ Λάζαρο. Κι ὁ Λάζαρος σὰν τοὺς εἶδε τὰ ’χασε ὁλότελα, μὰ ἡ μητέρα τοῦ Ἰησοῦ τὴ λύπη του τὴ μετέτρεψε σὲ χαρὰ κι ἀφοῦ τοῦ δῶσε καὶ τὰ δῶρα, ποὺ ἔφερε ἀπὸ τὴν Ἱερουσαλήμ, τὸ ὠμοφόριο καὶ τὰ ἐπιμανικία, τοῦ διηγήθηκε αὐτὰ ποὺ ἔγιναν στὸν Ἄθω. Κι ἔδωσαν χαρὰ ὁ ἕνας στὸν ἄλλο (ὅπως ἦταν σωστό) κι ἀνεχώρησαν ἀφοῦ δόξασαν τὸ Θεό.  Τὴν ἔστειλε λοιπὸν πάλι μὲ πλοῖο καὶ τοὺς ἀνθρώπους τοῦ πλοίου στὸ ἐξωτερικὸ κι ἐκεῖνο τὸν χρόνο κοιμήθηκε (πέθανε) καθὼς τὸ λέει ἡ ἱστορία τοῦ δικαίου Λαζάρου».

Ὁ Καθηγητὴς Ἰωάννης Συκουτρῆς τὸ 1913 σὲ ἄρθρο του στὸ περιοδικὸ «Κυπριακὰ Χρονικά» ἔγραψε πὼς οἱ ἀρχαῖες τοπικὲς Ἐκκλησίες καὶ μάλιστα τῆς περιοχῆς τῆς Παλαιστίνης εἶχαν τὴν τάση νὰ συνδέουν τὴν ἵδρυσή τους μὲ γνωστὰ πρόσωπα τῆς Κ.Δ. Καὶ μάλιστα τῶν ἰδίων τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν συγγενῶν τοῦ Κυρίου. Καὶ συνεχίζει: «Δὲν εἶναι λοιπὸν ἀπίθανον ὅτι ἡ τόσον παλαιὰ Ἐκκλησία τῆς Κύπρου ὑπερηφανεύετο ὅτι τὴν ἐπεσκέφθη αὐτὴ ἡ μήτηρ τοῦ ἱδρυτοῦ τῆς χριστιανικῆς θρησκείας. Ἡ σιωπὴ τῶν παλαιῶν ἐκκλησιαστικῶν συγγραφέων δὲν εἶναι λόγος σπουδαῖος…».

Πάντως ὅποια καὶ ἂν εἶναι ἡ παράδοση ἢ ὑπόθεση γιὰ τὴν ἄφιξη τῆς Παναγίας στὴν Κύπρο, σίγουρα κανένας δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ἰσχυρισθεῖ πὼς τοῦτο εἶναι «ἐφάμαρτο» νὰ λέγεται ἢ καὶ ἀκόμη νὰ γίνεται ἀποδεκτό.

Γεωργίου Κάκκουρα
 Διδάκτωρ Θεολογίας, Ἀν. Διευθυντὴς στὴ Μέση Ἐκπαίδευση

Πνευματική Διακονία, ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΑΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...