/*--

Δευτέρα, 31 Μαρτίου 2014

Ποιός εἶναι ὁ ἐσωστρεφής ἄνθρωπος;

   
Ὁ ἐσωστρεφής εἶναι αὐτός, πού στήν οὐσία μισεῖ τό Θεό καί τούς ἀνθρώπους. Τρέχει ἀπελπισμένα γιά τήν ἀπόκτηση χρόνου καί χρήματος καί μετά ἐπιστρέφει στόν δικό του κόσμο, πού καί ἐξωτερικά εἶναι φτιαγμένος γιά νά θεραπεύει τήν ἐσωτερική του νοσηρή κατάσταση. Ἔτσι, στό σπίτι του ἤ στό δωμάτιό του ἔχει δημιουργήσει τό δικό του βασίλειο, ἔχει ὅλες τίς ἀνέσεις, πού χρειάζεται γιά νά ζεῖ δέσμιος του ἀπομονωμένου ἑαυτοῦ του. Ἀφιερώνει ὧρες ἀπομονωμένος στό διαδίκτυο, γιατί ἔτσι «τή βρίσκει». Μισεῖ καί ἀποστρέφεται τόν κόσμο καί τόν ἄνθρωπο, διότι «τό ἴδιον φιλεῖ»1. Μπορεῖ νά εἶναι ἀρκετά ἐπικοινωνιακός, ἀλλά τήν ἴδια στιγμή ζεῖ χωρίς Θεό, ζεῖ ὡς ἄτομο καί κατά συνέπεια ἀκοινώνητος καί ἀπομονωμένος.


Αὐτή ἡ ἀπομόνωση εἶναι προσωπική του ἐπιλογή, πού σημαίνει ὅτι δέν ἀντιλαμβάνεται τό κενό τῆς ὑπάρξεώς του. Κι ἄν κάποιες φορές ἡ φωνή τῆς συνειδήσεώς του τόν ἐλέγξει, τότε προφασίζεται ὅτι ἐπιλέγει τήν ἀπομόνωση ἐν ὀνόματι τῆς ἀξιοπρέπειας καί τῆς πνευματικῆς προστασίας. Ἐπιλέγει μέ ποιούς θά συναναστραφεῖ γιά νά μήν ρίξει τό ἐπίπεδό του, γιά νά ἐξασφαλίσει «ποιότητα», ξεχνώντας πώς αὐτή ἡ μικρή, ἐκ πρώτης ὄψεως ἀπομόνωση, ὁδηγεῖ στή μεγάλη, στήν ἀπόλυτη ἐσωστρέφεια, πού δυστυχῶς στό τέλος γίνεται φιλοσοφία καί στάση ζωῆς.

Ὁ ἐσωστρεφής ἄνθρωπος περιορίζει τήν ὕπαρξή του στό παρόν, διότι δέν ἀσχολεῖται καθόλου μέ τό πνευματικό του μέλλον δηλαδή μέ τήν μετά θάνατο ζωή. Ἔτσι ἀφήνει τόν καιρό νά κυλᾶ ἀνεκμετάλλευτος, χωρίς νά τόν ἀξιοποιεῖ, χωρίς νά τόν «ἐξαγοράζει» κατά τή ρήση τοῦ Ἀποστόλου. 

Ὁ πνευματικά ἐσωστρεφής ἄνθρωπος εἶναι ὁ θρησκευόμενος ἄνθρωπος καί ὄχι ὁ πιστός. Αὐτός δέν ἐντάσσει τόν ἑαυτό του στό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, ἤ διότι λανθασμένα πιστεύει ὅτι ἡ Ἐκκλησία σώζει ταχυδακτυλουργικά μέ αὐτά πού κάνει (Μυστήρια λατρεία) καί λέει (διδασκαλία) καί ὄχι μέ αὐτό πού εἶναι (κοινωνία προσώπων) ἤ διότι ἔχει ἀναγάγει τήν πίστη σέ θρησκευτική ἰδεολογία κατά τά πρότυπα τῆς Δύσης. Εἶναι ἀπόλυτα θρησκευόμενος καί πιστεύει ἀκράδαντα στήν ἐξατομίκευση τοῦ χριστιανισμοῦ ἤ καλύτερα στήν θρησκειοποίηση τοῦ ἀτομισμοῦ του. Μέ ἄλλα λόγια διαχωρίζει τόν ἑαυτό του ἀπό τό ζῶντα Θεό ἀκολουθώντας τό μοιραῖο λάθος τῶν πρωτοπλάστων καί ἐπιδιώκοντας τήν ἀπομονωμένη καί «προσωπική σωτηρία».

Ἐδῶ παρουσιάζεται ἔντονα τό φαινόμενο τῆς θρησκευτικῆς ἐσωστρέφειας, πού δέν σημαίνει κυρίως τήν ἀλλοτρίωση τῆς θρησκείας, ὅσο τήν μεταποίηση τῆς Ἐκκλησίας σέ προσωπική θρησκευτική ὑπόθεση, ἡ ὁποία θά μᾶς ἐξασφαλίσει ἰδιοτελῆ ὀφέλη. Πολύ σωστά ἔχει σημειωθεῖ ὅτι στόν ἐσωστρεφῆ ἄνθρωπο ἀπουσιάζει ἡ προσωπική ἀναζήτηση τοῦ ζῶντος Θεοῦ διά τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, ὅπερ σημαίνει τήν ἐν Χριστῷ εὐχαριστηριακή κοινωνία τῶν προσώπων. Λείπει αὐτό πού συνιστᾶ τήν προσωπική συμμετοχή στό κοινό ἐκκλησιαστικό βίωμα: «πότε ἤξω καί ὀφθή σομαι τῷ προσώπῳ τοῦ Θεοῦ»2. 

Χωρίς αὐτό τό οὐσιῶδες στοιχεῖο, δυστυχῶς, ἐνίοτε καί ὁ σεβασμός πρός τά ἱερώτατα πρόσωπα τῶν σύγχρονων Γερόντων, ἀψευδῶν μαρτύρων τῆς ἐκκλησιαστικῆς θεοκοινωνίας, ἀλλά καί ἡ προσκύνηση τῶν ἱερῶν καί θαυματουργῶν κειμηλίων μας, ὅπως καί ὁ ἐκκλησιασμός, κατά κανόνα σέ ἀρκετούς ἤ καί περισσότερους, προσλαμβάνει τή μορφή ἐξαγορᾶς ἀτομικῶν θρησκευτικῶν ἀγαθῶν, χωρίς τό βαθύ πένθος τῆς ριζικῆς προσωπικῆς μετάνοιας γιά τήν ὑπαρξιακή μας ἀσωτία καί χωρίς τό συγκλονισμό τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐπιστροφῆς στό «σύν Χριστῷ εἶναι». Μᾶς κινεῖ ὁ μεταπτωτικός ἀτομισμός καί ζεῖ μέσα μας, ἡ κοσμικότητα3.

Ἔτσι ὁ ἐσωστρεφής μπορεῖ νά ἀναπαύεται στό Ναό, διότι ἐκεῖ ἐκπληρώνει τά θρησκευτικά του καθήκοντα, βρίσκει ἠρεμία καί γαλήνη, ἀποκτᾶ ἀρετές γιά νά κοσμήσει τόν ἑαυτό του, καταξιώνεται θρησκευτικά, μαθαίνει νά ζεῖ ὄμορφα, νά ἀπολαμβάνει πνευματική εὐημερία, ἀνθρώπινη δικαιοσύνη καί ἀπόλυτη ἐλευθερία4. Στά μυστήρια μετέχει γιά νά ἐξαγιασθεῖ, καί ὄχι γιά νά ἑνωθεῖ μέ τό Θεό. 

Μέ τήν ἐξομολόγηση καθαρίζεται γιά νά ἀπολαύσει κατόπιν τήν «λαμπρότητα τῆς ψυχῆς του». Ὅταν ἁμαρτάνει, δέν λυπᾶται, γιατί ἀπομακρύνθηκε ἀπό τό Θεό, ἀλλά διότι ὁ ἴδιος λερώθηκε, καί ὅταν κοινωνεῖ δέν κοινωνεῖ γιά νά ἑνωθεῖ μέ τό Θεό, ἀλλά διότι μέ τή Θεία Κοινωνία ἀποκτᾶ χάρη, ἐξαγιάζεται, «λαμβάνει μπόνους». Ὑπερτονίζει τήν ἀτομική διάσταση τῶν μυστηρίων καί λησμονεῖ τόν ἐκκλησιολογικό χαρακτήρα τους5. Τό χειρότερο δέ ἀπό ὅλα εἶναι ὅτι ἐνῶ θέλει νά ζήσει πνευματικά δέν ἀναζητᾶ τό Χριστό.

Ζεῖ «πνευματικά» δίχως Χριστό, προσπαθεῖ νά θέσει κάποιους ὅρους στή ζωή του γιά νά ἐπαναπαύσει τή συνείδησή του, ξεχνώντας ὅτι πνευματική ζωή σημαίνει συνεχής καί ἀέναη ἀναζήτηση τοῦ Χριστοῦ. Θά μπορούσαμε διαφορετικά νά τόν περιγράψουμε σάν τούς Φαρισαίους, πού ζοῦσαν μέ ἀπόλυτη πνευματική ἐσωστρέφεια καί ἡ σχέση τους μέ τό Θεό ἦταν ἰδιοτελής καί χρησιμοθηρική. Εἶναι σαφές ὅτι ἡ ἐσωστρέφεια, πού μᾶς ὠθεῖ στό νά προγραμματίζουμε τήν προσωπική μας σωτηρία, ἔχει ἐπηρεάσει καθοριστικά τήν ὅλη μας παρουσία μέσα στήν ἐκκλησιαστική ζωή. 

Ἡ ἐκκλησιαστική ζωή ἔχει μεταποιηθεῖ σέ θρησκευτικότητα καί αὐτό μποροῦμε νά τό διακρίνουμε ἔντονα στήν ἐκκλησιαστικότητα τῶν νέων ἀνθρώπων, τούς ὁποίους τόσο ματαιόδοξα καυχόμαστε ὅτι φέραμε στήν Ἐκκλησία. Ἡ ὑποτυπώδης «ἐκκλησιαστικότητα» τῆς νέας γενιᾶς συνιστᾶ μᾶλλον μία ἐπιλεκτική ἰδιωτική ὑπόθεση συναισθηματισμοῦ, ὑπό τόν ὁποῖο συστεγάζονται πρωτίστως ἄλλες προτεραιότητες ἀσύμβατες πρός τήν «ἀληθῆ Θεοῦ λατρείαν» π.χ. ἡ ἐλευθεριότητα τῶν σχέσεων, ἡ πίεση γιά νομιμοποίηση κάθε ἁμαρτίας, ἡ δημιουργία μίας θρησκείας στά μέτρα μας, δίχως ἐκκλησιασμό, ἐξομολόγηση, νηστεία, ἐλεημοσύνη κ.ἄ.. Αὐτό ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα τήν σχεδόν ὁλοκληρωτική ἀντίληψη γιά μία ἀτομιστική θρησκευτικότητα μέ ποικίλες διαβαθμίσεις μέχρι καί ἀπορρίψεως τῆς παραδοσιακῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς μέχρι καί τῆς ἀπορρίψεως τοῦ πλησίον6!

Ἀπορρίψεως σέ τέτοιο βαθμό, ὥστε ἡ ἀναγνώριση τοῦ πλησίον σήμερα νά θεωρεῖται φαινόμενο πλάνης, ἀφοῦ ἡ ἀποστροφή καί ἡ ἀπομόνωση εἶναι τό πρότυπο, πού παρουσιάζει ἡ σύγχρονη νέα ἐποχή. Τό ἦθος θεωρεῖται ὀπισθοδρόμηση, ἡ ταπείνωση καί ἡ σύνεση ἀδυναμία, ἡ σεμνότητα καί ἡ ἀγάπη πρός τόν ἄλλο μωρία. Πρέπει νά ξεκαθαρίσουμε, ὅμως, ὅτι «ἡ Ἐκκλησία μιλᾶ γιά ἦθος καί ἠθική, κι ὄχι γιά ἠθικισμό, γιά εὐσέβεια κι ὄχι γιά εὐσεβισμό, γιά γνησιότητα, ἀληθινότητα, ντομπροσύνη, φιλότιμο καί ἀνυποκρισία. Μισεῖ τήν ἁμαρτία κι ὄχι τόν ἁμαρτωλό κατά τήν ἐξαίσια ἁγιοπατερική διδαχή7.

Αὐτό βεβαίως δέν μᾶς ἀπαλλάσσει ἀπό τήν μετάνοια καί τόν αὐτοέλεγχο. Ἀντίθετα μάλιστα, ὅταν ἐξαφανίζουμε τήν αὐτοκριτική καί τόν αὐτοέλεγχο, ἐνῶ παράλληλα καλλιεργοῦμε τήν κριτική πρός ὅλους καί ὅλα, ὅταν ξαφνικά ἀνακαλύπτουμε τά κακῶς κείμενα τῶν ἱερέων καί τῶν ἀρχιερέων, τῶν πολιτικῶν καί τῶν ἐκπαιδευτικῶν, ὅταν ἐμεῖς πρῶτοι συνειδητοποιοῦμε τήν πνευματική πτώση, τό ἠθικό κατρακύλισμα καί συναισθανόμαστε τήν καταστροφή, πού πλησιάζει, χωρίς νά ἐπιρρίπτομε εὐθύνη στόν ἑαυτό μας, τότε πρέπει νά ἀνησυχοῦμε, διότι ἡ ἐσωστρέφεια εἶναι πιθανόν νά ἔχει κατακυριεύσει καθοριστικά ὅλες τίς πτυχές τῆς ζωῆς μας.

Ὡστόσο, δέν ὑποστηρίζεται ὅτι ἡ κρίση δέν θά ὑπάρχει στή ζωή μας καί ὅτι δέν θά τεθοῦν θέματα πρός κρίση καί ἐξέταση. Τό πρόβλημα, ὅμως, παρουσιάζεται, ὅταν ὁ πνευματικά ἐσωστρεφής καλλιεργεῖ μία μόνιμη τακτική σφοδρῆς κριτικῆς τῶν ἄλλων προσώπων καί τῶν ἄλλων πραγμάτων, μία τακτική κινδυνολογίας καί καταστροφολογίας, διότι ἁπλά τρομάζει νά κρίνει τόν ἑαυτό του. Ἔτσι προκαλεῖ ἐντύπωση τό ὅτι κάποιοι «ξαφνικάἀ νακάλυψαν τήν ὀρθότητα, ὡσάν ἡ Ἐκκλησία ἐπί αἰῶνες νά ἦταν σέ νάρκη, κι ἐκεῖνοι νά ὑπῆρξαν οἱ θεόπλαστοι διορθωτές τῶν κακῶς κειμένων τῆς Ἐκκλησίας, ὄψιμοι σωτῆρες της, σχολαστικοί, ὀρθο λογιστές, ἀνελεήμονες, ἀκριβοδίκαιοι καί ἄτεγ κτοι»8.

Ἔσχατο σημεῖο ἐσωστρέφειας εἶναι τό ὅτι ὁ ἐσωστρεφής δέν νιώθει τήν ἀνάγκη καί τήν ἐπιθυμία γιά προσευχή, δηλαδή γιά ἐπικοινωνία μέ τό ζῶντα Θεό. Ὁ ἐσωστρεφής συνήθως δέν προσεύχεται. Κι ἄν προσεύχεται ἀποσπασματικά, τό κάνει γιά νά ἐκπληρώσει τό θρησκευτικό του χρέος, κι ὄχι γιά νά ἐπικοινωνήσει ὡς υἱός μέ τόν πατέρα. Ἔτσι ἀπασχολεῖ τή διάνοιά του μέ χίλια πράγματα καί δέν τήν ἀφήνει ἐν ἐλευθερίᾳ νά ἀγαπήσει καί νά γνωρίσει τό Θεό.

Ἀντίθετα ὁ πνευματικός ἄνθρωπος εἶναι αὐτός πού προσπαθεῖ στή μνήμη του νά διατηρεῖ ἔντονα τήν ἐνθύμηση τοῦ Θεοῦ. Βιάζει τήν ὕπαρξή του ὥστε νά σκέφτεται λιγότερο τόν ἑαυτό του καί περισσότερο τό Θεό. Καί τό νά σκέπτεται τό Θεό εἶναι σημαντικό, διότι αὐτή ἡ σκέψη τόν ἐλευθερώνει ἀπό τήν ἀπασχόληση τοῦ ἑαυτοῦ του. Ἔτσι μποροῦμε νά ἑρμηνεύσουμε τό «ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε» τοῦ Ἀποστόλου Παύλου.Εἶναι σαφές ὅτι στόν κόσμο τοῦτο δέν ζοῦμε φυσιολογική ζωή καί δέν θεωρούμαστε φυσιολογικοί ἄνθρωποι, ὅταν δέν ζοῦμε σέ κοινωνία μέ τό Θεό.

Διαφορετικά, εἴμαστε ἄνθρωποι ψυχικοί καί ὄχι πνευματικοί. Εἴμαστε ἄνθρωποι ἐγκεφαλικοί καί ὄχι καρδιακοί. Γιά τόν ψυχικό ἄνθρωπο μιλάει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «Ψυχικός δέ ἄνθρωπος οὐ δέχεται τά τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ»9. Εἶναι ὁ ἄνθρωπος πού εἶναι κλειστός στήν ὑπερβατικότητα, ὁ ἐπίγειος, αὐτός πού ἀσχολεῖται μόνον μέ τίς μέριμνες τοῦ κόσμου. Ὁ ψυχικός ἄνθρωπος δέν ζεῖ ἀκέραια τήν ἀνθρώπινη διάστασή του, ἀλλά ζεῖ περιορισμένος στόν ἑαυτό του. Ὁ ψυχικός ἄνθρωπος εἶναι ἐκεῖνοςπού περιορίζει τήν ἐπίγεια ζωή, πού δέν ἔχει ἄλλη προοπτική, πού δέν ζεῖ τήν πληρότητα τῆς ὑπάρξεώς του, σέ ἀντίθεση μέ τόν πνευματικό ἄνθρωπο. Ὁ ψυχικός ἄνθρωπος, πού μπορεῖ νά ἀποτελεῖ γιά τήν κλασική ψυχιατρική μοντέλο φυσιολογικοῦ ἀνθρώπου, στήν πραγματικότητα εἶναι ἀσθενής. Διότι τό πνεῦμα μέσα του βρίσκεται «ἐν ὑπνώσει»10. 

Μόνο στόν πνευματικό ἄνθρωπο τό πνεῦμα βρίσκεται σέ ἐγρήγορση, ἀπελευθερωμένο, ἀναπτυγμένο, φωτισμένο, ἐπιτελώντας τή φυσιολογική του λειτουργία, πού εἶναι νά ζεῖ σέ ἕνωση μέ τό Θεό καί τόν πλησίον. Διαφορετικά μιλοῦμε γιά ἔσχατη ἀλλοτρίωση, ὅπως χαρακτηριστικά περιγράφει ἡ Ὀρθόδοξη Πατερική Θεολογία ἀναφερόμενη στό φαινόμενο τῆς ἐσωστρέφειας11.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Ἰωάν. 15,19
2. Ψάλμ. 41, 3.
3. Μητροπολίτου Γουμενίσης Δημητρίου, Ἐκκοσμίκευση καί Ἐκκλησία. Στή συλλογική ἔκδοση: «Ἐκκλησία καί ἐκκοσμίκευση», Ἐκδόσεις Μυριόβιβλος, Α΄ Ἔκδοση, Ἀθήνα 2003, σελ. 49.
4. Ἀρχιμανδρίτου Μακαρίου Γρινιεζάκη, Ποιμένες καί Ποι μενόμενοι. Τό ἱερατικόν ἦθος καί οἱ ποιμαντικές προσδοκίες τῆς Ἐκκλησίας, Ἐκδόσεις Ἀκρίτας, Α΄ Ἔκδοση, Ἀθήνα 2006, σελ. 81.
5. Πρωτοπρεσβυτέρου Βασιλείου Καλλιακμάνη, Ὁ ἐκκλησιο λογικός χαρακτήρας τῆς ποιμαντικῆς. Λεντίῳ ζωννήμενοι ΙΙ, Ἐκδόσεις Μυγδονία, Θεσσαλονίκη 2005, σελ. 167.
6. Μητροπολίτου Γουμενίσης Δημητρίου, ὅ. π., σελ. 43.
7. Μοναχοῦ Μωυσέως Ἁγιορείτου, Ἀνάγκη μεγάλης αὐτο κριτικῆς.
8. Μωυσέως Μοναχοῦ Ἁγιορείτου, Ἡ θεολογία τῆς γκρί νιας, Περιοδικό Σύναξη, Τεῦχος 85, Ἰανουάριος$Μάρτιος
2003.
9. Α΄ Κορ. 2,14.
10. Ρωμ. 11, 8.
11. Jean$Claude Larchet, Στάρετς Σέργιος, Μετάφραση: Εὐαγγελία Δ. Κισλά$Κοντογουλίδου, Ἐκδόσεις Ἀκρίτας, Α΄ Ἔκδοση, Ἀθήνα 2006, σελ. 121.

τοῦ Ἀρχιμανδρίτου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου Μακαρίου Γρινιεζάκη

πηγή : Η ΟΔΟΣ 
ΤΡΙΜΗΝΙΑΙΟ ΦΥΛΛΑΔΙΟ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΔΙΔΑΧΗΣ ΕΚΔΟΣΗ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΡΟΔΟΥ 

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...