/*--

Παρασκευή, 7 Μαρτίου 2014

Χριστός και Χριστιανοί

     
Πρώτη Κατήχηση
Διάγραμμα

1. Λεγόμαστε Χριστιανοί γιατί συνδεόμαστε μέ τόν Χριστό.
2. Ό Χριστός είναι Θεός καί άνθρωπος, δηλαδή Θεάνθρωπος.
3. Τόν περίμεναν όλοι οί άνθρωποι.
4. Τήν ζωή καί τήν διδασκαλία Του τήν βλέπουμε στήν Άγία Γραφή.
5. Τόν ζουμε στήν Εκκλησία διά των μυστηρίων.
6. Ή παραβολή του ασώτου υίου. 

'Oσοι βαπτίζονται γίνονται μέλη της Εκκλησίας καί ονομάζονται μαθητές Χριστού, Χριστιανοί. Έμεΐς στήν ’Ορθοδοξία προσθέτουμε καί τό επίθετο Ορθόδοξος, γιά νά δείξουμε τήν αληθινή πίστη. Έπειδή υπάρχουν καί Χριστιανοί πού έχουν εσφαλμένες αντιλήψεις γιά τόν Θεό, τόν άνθρωπο καί τήν σωτηρία του ανθρώπου, γ ιαύτό θεωρήθηκε αναγκαίο νά μιλήσουμε γιά Ορθοδόξους Χριστιανούς Τά μέλη της Εκκλησίας ονομάστηκαν Χριστιανοί, γιατί ακολουθουν τόν Χριστό στήν ζωή τους, δηλαδή τηρουν τό θέλημά Του, τίς εντολές Του καί ενώνονται μαζί Του διά των μυστηρίων, ιδιαιτέρως διά του μυστηρίου της θείας Εύχαριστίας.

Ή λέξη Χριστός προέρχεται από τό χρίω καί δηλώνει τόν κεχρισμένο, αύτόν πού χρίστηκε από τόν Θεό. Ταυτίζεται μέ τόν Μεσσία της Παλαιας Διαθήκης. Έτσι, η λέξη Χριστός φανερώνει ότι η ανθρώπινη φύση, πού προσέλαβε τό Δεύτερο Πρόσωπο της Άγίας Τριάδος, χρίσθηκε από τήν θεότητά Του. Αύτό σημαίνει ότι ο Χριστός είναι Θεός καί άνθρωπος, μέ εναν λόγο Θεάνθρωπος.

Επομένως, μέ τό όνομα Χριστός δηλώνουμε ότι ο Θεός έγινε άνθρωπος γιά νά σώση τούς ανθρώπους, χωρίς νά χάση τήν Θεότητά Του. Οί άνθρωποι πάντοτε νοσταλγουσαν τήν σωτηρία, γι’ αύτό περίμεναν λυτρωτή καί σωτήρα. Στήν μνήμη τους διατηρουσαν μιά εύλογημένη ζωή, ταυτοχρόνως βίωναν τήν τραγικότητα της ζωης μέ τόν θάνατο, τίς αρρώστειες, τούς πολέμους, τό μΐσος των ανθρώπων, κ.λπ., γι’ αύτό καί περίμεναν Λυτρωτή. Ύπηρχε δέ μιά υπερανθρώπινη προσδοκία του Λυτρωτου Θεου.

Στήν Κίνα από τόν 6ο αιώνα Χ . αί ,ανέμεναν «τόν άγιον από  τήν δύσιν» ο δέ Κομφούκιος τόν ονομάζει «θεάνθρωπον». Έπίσης οί Βαβυλώνιοι ανέμεναν σωτήρα καί λυτρωτή «ώς ενανθρωπήσαντα θεό». Οί Ινδοί ανέμεναν τήν έλευση ενός σωτηρος πού θά λυτρώση τόν κόσμο καί θά επαναφέρη «τήν αρχέγονον χρυσην εποχήν». Κατά τόν βεδισμό, αρχαία μορφή του Ίνδουϊσμου, ο Θεός του πυρός καί του ηλίου Agni αναμενόταν νά ενανθρωπήση από Παρθένο, αποστελλόμενος από τόν πατέρα του ούρανου «ώς μεσίτης μεταξύ Θεου καί κόσμου». Οί αρχαίοι 'Έλληνες περίμεναν καί αύτοί λυτρωτή καί σωτήρα.

Στόν Προμηθέα Δεσμώτη λέγεται ότι ο λυτρωτής του Προμηθέως, πού προσηλώθηκε στόν Καύκασο καί υπέφερε φρικτά, λόγω της ασεβείας του πρός τόν Θεό Δία, θά είναι τέκνο της Παρθένου Ίους καί του Θεου. Ό Σωκράτης στήν απολογία του αναφέρεται στόν Λυτρωτή πού πρόκειται νά στείλη ο Θεός από ενδιαφέρον γιά τό ανθρώπινο γένος. Ύπηρχε διάχυτη η αντίληψη στούς Έλληνες ότι υπάρχει καί ενας άλλος άγνωστος Θεός, γι’ αύτό καί στήν Αθήνα είχαν αφιερώσει ενα άγαλμα μέ τήν επιγραφή: «τω αγνώστω Θεω». Τήν ϊδια αναζήτηση καί προσδοκία παρατηρούμε καί στούς Ρωμαίους, αλλά καί σέ όλους τούς λαούς. Φυσικά οί Ιουδαίοι περίμεναν τόν Λυτρωτή καί σωτήρα, αφού οί Προφήτες καί ιδιαιτέρως ο Προφήτης Ήσαΐας - πού εχει χαρακτηρισθη ο μεγαλοφωνότατος των Προφητών καί πέμπτος Ευαγγελιστής - περιέγραψαν πολλές λεπτομέρειες από τήν ελευση, τήν ζωή καί τό πάθος του Υίοϋ του ανθρώπου.

Έτσι, αυτός ο Θεός πού περίμεναν όλοι οί αιώνες καί όλοι οί άνθρωποι είναι ο Χριστός. Στό πρόσωπό Του ενώθηκε ο Θεός καί ο άνθρωπος. Γεννήθηκε εκ Πνεύματος Αγίου από τήν Παρθένο Μαρία. Ή σύλληψη καί η γέννησή Του ηταν θαυματουργικές. Ό Υίός του Θεου εγινε υίός του ανθρώπου γιά νά σώση τόν άνθρωπο. ’Άν μελετήσουμε τούς λόγους Του καί τά ε'ργα Του, θά διαπιστώσουμε ότι υπερέχει σαφώς από όλους τούς άλλους αρχηγούς θρησκειών. Ένώ εκείνοι ηταν άνθρωποι, αυτός είναι Θεάνθρωπος.

Μίλησε γιά τήν αγάπη, τήν καθαρότητα της καρδίας καί τών διαθέσεων, νίκησε τήν άμαρτία, τόν διάβολο καί τόν θάνατο, αναστήθηκε εκ νεκρών. Κανένας αρχηγός θρησκείας δέν είναι αναστημένος. Ό Χριστός αναστήθηκε καί ε'τσι νίκησε τόν θάνατο καί τόν διάβολο. Γι’ αυτό είναι ο μοναδικός Θεάνθρωπος.

Λεγόμαστε Χριστιανοί γιατί πιστεύουμε ότι Αυτός είναι ο αληθινός Θεός καί γιατί τηρουμε τίς εντολές Του στήν προσωπική μας ζωή. Επιδιώκουμε νά προσαρμόσουμε τήν ζωή μας στήν δική Του ζωή. Ό Χριστός δέν είναι ενας τέλειος φιλόσοφος καί ενας καλός νομοθέτης, δέν είναι ενας ηθικολόγος καί ενας αρχηγός μιας θρησκείας, ε'στω καί της πιό τέλειας, αλλά ο νικητής του θανάτου, του διαβόλου καί της άμαρτίας. Δέν ηλθε γιά νά αλλάξη άπλώς τίς εξωτερικές συνθήκες ζωης του ανθρώπου, αλλά γιά νά άγιάση τόν άνθρωπο, νά τόν μεταμορφώση, νά τόν θεώση, νά τόν κάνη υίό κατά Χάριν του Θεου. Έκεΐνος είναι κατά φύσιν Υίός του Θεου (φυσικό παιδί), εμεΐς πρέπει νά γίνουμε κατά Χάριν παιδιά του Θεου (υίοθετημένα παιδιά).

Τήν επίγεια ζωή του Χριστου τήν βλέπουμε μέσα στήν Καινή Διαθήκη, ιδιαιτέρως στά τέσσερα Ευαγγέλια, πού έγραψαν οί μαθητές Του. Έκεΐ υπάρχουν λίγα στοιχεία από τήν γέννηση καί τήν ανατροφή Του. Κυρίως περιγράφονται τρία σημεΐα.

Πρώτον, τί είπε ο Χριστός, δεύτερον, τί εκανε ο Χριστός καί τρίτον, τί επαθε ο Χριστός γιά τούς ανθρώπους. Τό τί είπε ο Χριστός τό βλέπουμε στούς λόγους, τίς παραβολές καί τήν διδασκαλία Του. Τό τί εκανε ο Χριστός τό βλέπουμε στά θαύματα τά όποια έπετέλεσε, τόσο από ευσπλαγχνία καί αγάπη γιά τούς ανθρώπους όσο καί γιά νά υπογραμμίση υψηλές διδασκαλίες. Δηλαδή, θεράπευσε τόν έκ γενετής τυφλό γιά νά αποκα-λύψη τήν αλήθεια ότι Αυτός είναι τό φως του κόσμου. Τό τί επαθε ό Χριστός, τό βλέπουμε στά πάθη πού υπέστη γιά τήν σωτηρία του ανθρωπίνου γένους.

Φυσικά, συνέχεια των παθων είναι καί η ανάστασή Του, πού σημαίνει ότι ό Χριστός ώς Θεός ανέστησε τήν ανθρώπινη φύση, η οποία πέθανε έπάνω στόν Σταυρό. Μέσα στά τρία αυτά σημεία φαίνεται καθαρά τό Πρόσωπο, τό ε'ργο καί η αποστολή του Χριστού. Βέβαια, αυτό τό μεγάλο ε'ργο του Χριστού, όπως καί τήν θεότητά Του, έμεΐς δέν τήν διαβάζουμε μόνον στή Αγία Γραφή, αλλά τήν βιώνουμε μέσα στήν Εκκλησία. Μέ τό μυστήριο του Βαπτίσματος γινόμαστε μέλη του Σώματος του Χριστου καί βιώνουμε στήν προσωπική μας ζωή τό Πάθος, τόν Σταυρό, τήν Ταφή καί τήν Ανάσταση του Χριστου. ’Έτσι ζουμε όλα αυτά τά γεγονότα στήν ζωή μας. Μέ τό Βάτισμα πεθαίνουμε κατά κόσμον καί ένταφιαζόμαστε.

Αυτό φανερώνει η τριπλή κατάδυση στήν κολυμβήθρα. Μέ τήν θεία Κοινωνία λαμβάνουμε τό ϊδιο τό Σωμα του Χριστου μέσα μας καί μέ τήν θέωση αναλαμβανόμαστε μαζί μέ τόν Χριστό. Επομένως, είμαστε Χριστιανοί, μαθητές του Χριστου, γιατί ενωνόμαστε μαζί Του. Όπως ο μαθητής στό σχολείο εχει πρότυπο ζωης του τόν δάσκαλο, ετσι καί έμεΐς εχουμε πρότυπο ζωης καί πολιτείας τόν Χριστό. Όπως ο ζωγράφος εχει / υποψη του ενα πρότυπο καί αυτό θέλει νά παραστήση, ετσι καί έμεΐς εχουμε πρότυπο της ζωης μας τόν Χριστό καί θέλουμε νά μεταμορφώσουμε τήν ζωή μας, νά τήν κάνουμε έν Χριστώ ζωή.

Ό άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέγει ότι μέσα στά Ευαγγέλια ο Χριστός λέγεται οδός, γιατί δι’ Αυτου αναβαίνουμε στόν Πατέρα, θεμέλιος λίθος γιατί Αυτός τά στηρίζει όλα, ρίζα γιατί χάρη σ’ Αυτόν ανθίζουμε, ποιμένας γιατί Αυτός μας τρέφει, άμνός γιατί Αυτός θυσιάστηκε γιά μας καί μας έσωσε, ζωή γιατί, ένω ήμασταν νεκροί κατά τήν άμαρτία, Αυτός φως γιατί μας απάλλαξε από τό σκοτάδι, Ίμάτιο γιατί Τόν ενδυθήκαμε μέ τό Βάπτισματα ενω ήμασταν γυμνοί, τράπεζα γιατί Τόν τρωμε μέ τά μυστήρια, οίκος γιατί ζουμε μέσα σ’ Αύτόν, ένοικος γιατί είμαστε ναοί Του.

Όλα αύτά τά ονόματα, πού τά περισσότερα ο Ίδιος μέ τήν διδασκαλία Του μας αποκάλυψε, φανερώνουν ποιό είναι τό έ'ργο του Χριστου, ποιός είναι ο σκοπός γιά τόν οποΐο έγινε άνθρωπος, αλλά καί ποιά είναι η σχέση μας μέ Αύτόν. Δέν είναι άπλως ενας αρχηγός θρησκείας, δέν είναι ενας κοινωνικός μεταρρυθμιστής, αλλά τό φως καί η ζωή μας, η κεφαλή καί ο άγιασμός μας, ο Σωτήρας καί Λυτρωτής μας, ο Πατέρας καί η Μητέρα μας. Καί αύτή η σχέση μέ τόν Χριστό είναι πραγματική, οργανική καί όχι αφηρημένη καί στοχαστική. Τό ότι λεγόμαστε Χριστιανοί δείχνει αύτήν τήν οργανική καί ούσιαστική σχέση μαζί Του.

Μεταξύ αύτων πού είπε ο Χριστός στούς μαθητές Του διασώζονται καί οί περίφημες παραβολές. Παραβολές λέγονται μερικές εικόνες καί ίστορίες πού είπε ο Χριστός, μέσα στίς οποίες κρύβονται μεγάλες αλήθειες. Γιά παράδειγμα, χρησιμοποιώντας ο Χριστός τήν παραβολή των γάμων, φανέρωσε ότι η θεία Εύχαριστία, καθώς επίσης καί η Βασιλεία του Θεου είναι πνευματικός γάμος, αφου συνάπτει τόν άνθρωπο πραγματικά μέ τόν Θεό.

Μιά από τίς παραβολές του Χριστου είναι καί η παραβολή του ασώτου υίου (Λουκ. ιε', 1132). Πρόκειται γιά μιά περίφημη παραβολή μέσα στήν οποία κρύπτονται μεγάλες αλήθειες. Μπορεΐ κανείς νά πη ότι αποκαλύπτεται ποιός είναι ο σκοπός της ενανθρωπήσεως του Χριστου, τί είναι η πτώση του ανθρώπου, ποιό είναι τό έργο της Εκκλησίας καί πως μπορεΐ κανείς νά σωθη. Μέσα στά πλαίσια αύτά φανερώνεται ολόκληρη η χριστιανική ζωή.

Μέ άπλά λόγια, η παραβολή περιγράφει τά εξης: Ένας άνθρωπος είχε δύο παιδιά. Κάποτε τό μικρότερο παιδί ζήτησε από τόν πατέρα του τό μερίδιο της περιουσίας πού του ανηκε καί έ'φυγε μακρυά από τό σπίτι του. Έζησε άσωτα, διεσκόρπισε τήν περιουσία καί, ευρισκόμενος σέ μεγάλη στέρηση, έγινε δουλος σέ κάποιον πολίτη, βόσκοντας χοίρους.

Μέσα στήν θλίψη του θυμήθηκε τήν ζωή καί τήν εύτυχία πού επικρατουσε στό πατρικό του σπίτι καί αποφάσισε νά επιστρέψη σ’ αύτό, σάν μισθωτός καί όχι σάν υίός. Ένώ επέστρεφε στό σπίτι, τόν είδε ο πατέρας του πού τόν περίμενε. Έτρεξε πρώτος ο πατέρας του, τόν αγκάλιασε καί τόν φίλησε. Ό άσωτος υίός ζήτησε συγνώμη καί του είπε ότι είναι ανάξιος νά χαρακτηρισθη παιδί του, ότι εχει τήν επιθυμία νά γίνη μισθωτός, αφου δαπάνησε τό μερίδιο της περιουσίας του. Ό πατέρας όμως εδωσε τήν εντολή νά του φορέσουν τήν πρώτη στολή, νά του δώσουν δακτυλίδι στό χέρι καί υποδήματα στά πόδια καί νά σφάξουν τό καλύτερο μοσχάρι. Έτσι άρχισε τό πανηγύρι.

Όταν όμως επέστρεψε τό μεγαλύτερο παιδί του καί ακουσε νά γίνεται γλέντι στό σπίτι του, ζήτησε νά μάθη γιατί συμβαίνουν όλα αυτά. Όταν του είπαν ότι επέστρεψε ο αδελφός του, εκείνος θύμωσε καί δέν ήθελε νά εισέλθη στό σπίτι του. Ό πατέρας του προσπάθησε νά τόν μεταπείση. Έκεΐνος, όμως, χρησιμοποιώντας λογικά επιχειρήματα, ουσιαστικά εκφράζοντας ζήλεια καί φθόνο, δέν ήθελε νά εισέλθη στό σπίτι του καί αφήνεται νά νοηθεί ότι δέν συμμετέσχε τελικά στήν χαρά γιά τήν επιστροφή του «νεκρου» καί χαμένου αδελφου του:Αυτή η περίφημη παραβολή δείχνει όλο τό εργο του Χριστου, αλλά καί τήν ζωή της Έκκλησίας. Θά προσπαθήσουμε στίς επόμενες Κατηχήσεις νά τήν αναλύσουμε περισσότερο καί νά δουμε όλα τά πνευματικά της νοήματα.

Έκεΐνο πού πρέπει νά κρατήσουμε από τήν πρώτη αυτή Κατήχηση είναι ότι ο Χριστός είναι Θεός καί άνθρωπος καί γι’ αυτό ο πραγματικός σωτήρας τών ανθρώπων. Δέν υπάρχει κανείς αλλος σωτήρας καί λυτρωτής. Πάνω σ’ αυτήν τήν πέτρα της πίστεως καί τήν ομολογία πρέπει νά στηρίζεται η χριστιανική ζωή. Όσοι ζουμε μέσα στήν Έκκλησία λεγόμαστε καί είμαστε Χριστιανοί, γιατί πρέπει νά είμαστε στενά συνδεδεμένοι μέ τόν Χριστό, νά τρεφόμαστε από τό Σώμα καί τό Αίμα Του, νά τηρουμε τίς εντολές Του καί νά ζουμε στήν προσωπική μας ζωή όλα τά γεγονότα της ζωης Του.

Του Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου
καί Άγ. Βλασίου κ. Ιεροθέου

πηγή : Περιοδικό  Ο ΠΟΙΜΗΝ
Ι. ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΜΥΤΙΛΗΝΗΣ

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...