/*--

Δευτέρα, 24 Μαρτίου 2014

ΑΠΟ ΤΑ ΝΕΚΡΩΣΙΜΑ «ΕΥΛΟΓΗΤΑΡΙΑ» ΩΣ ΤΗ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ: ΜΥΘΟΙ, ΤΥΠΟΙ, ΕΙΚΟΝΕΣ ΚΑΙ Η ΓΛΩΣΣΑ ΤΗΣ ΔΟΓΜΑΤΙΚΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ

   
Συχνά λησμονείται το ότι η γλώσσα της θεολογίας και, εν προκειμένω, της δογματικής θεολογίας ―ως αναπόσπαστου λειτουργικού μέλους της σύνολης θεολογικής μαρτυρίας, που δεν διαιρεί Αγία Γραφή, πατερική θεολογία, ιστορία, ηθική και δογματική διδασκαλία―, είναι γλώσσα τυπολογική και εικονική ή εικονιστική, με άλλα ομοούσια λόγια, μυθική και παραβολική.1 Τούτο το γεγονός, δίχως άλλο, στερεί τη θεολογία και την εκφορά της από τις δυναμικές που μπορεί να αποκτήσει στην προσπάθειά της να προσεγγίζει τον άνθρωπο και να προσλαμβάνεται από αυτόν, απαντώντας στα φλέγοντα ερωτήματα, στις υπαρξιακές ανάγκες και αγωνίες του. 


Η ίδια η πράξη της υιοθέτησης μιας τέτοιας γλώσσας από τη θεολογία εμπεριέχει την επίγνωση, ότι αν δεν εκφραστεί σε κάθε εποχή με τα μέσα της τέχνης, της λογοτεχνίας και του εκάστοτε πολιτισμού ευρύτερα, κινδυνεύει να εκπέσει σε απολίθωμα του παρελθόντος, ενώ, οι δογματικές αλήθειες της να μεταβληθούν σε μουσειακό κατάλοιπο άλλων εποχών, που υπολείπεται της ζωντανής πνοής του παρόντος και αφορά μόνο τους ιθύνοντες της ιστορίας του δόγματος ―ακαδημαϊκούς και ελάχιστους άλλους. Στο σύντομο σχόλιό επάνω σε αυτό το ζήτημα-πρόβλημα, που ακολουθεί, μέσω παραδειγμάτων από την εκκλησιαστική παράδοση αλλά και τη σύγχρονη λογοτεχνία, επιχειρώ να διαλευκάνω τη φύση της μυθικής, εικονικής και εικονιστικής εκφοράς της θεολογίας, η οποία είναι δυνατόν να προβάλλει τις δογματικές αλήθειες της Εκκλησίας και να θίξω δύο συναφή θέματα: πρώτον, ποιά θα πρέπει να είναι στον σημερινό κόσμο η γλώσσα της (δογματικής) θεολογίας και, δεύτερον, πόσο θεμιτό, δυνατό ή ακίνδυνο είναι να αντικρίσει και να αξιοποιήσει κανείς την εκκλησιαστική τέχνη και την καλλιτεχνική κατάθεση ευρύτερα, παραβλέποντας το δογματικό περιεχόμενό τους, ή αντλώντας επιλεκτικά από αυτό.2

Επιλέγω ως πρώτο ενδεικτικό παράδειγμα από τα κείμενα της εκκλησιατικής παράδοσης τα νεκρώσιμα «ευλογητάρια». Σε αυτά, που εντάσσονται οργανικά στην επιμνημόσυνο ακολουθία, συναντά κανείς πλήθος εικόνων και παρομοιώσεων σε μια απόπειρα να σκιαγραφηθεί η μακαριότητα του επέκεινα, την οποία η λατρεύουσα κοινότητα εύχεται να απολαύσει η ίδια και, ασφαλώς, ο εκλιπών αδελφός. Μαζί και οι περιγραφές του αμαυρωμένου ―και όχι κατεστραμμένου― από την αμαρτία κατ’ εικόνα, της Τριαδικής θεότητας αλλά και μία χαρακτηριστική απόδοση της κόλασης:

«Των Αγίων ο χορός εύρε πηγήν της ζωής, και θύραν παραδείσου, εύρω καγώ, την οδόν δια της μετανοίας. (…) Ο Παλάμη εκ μην όντων πλάσας με, και εικόνι σου θεία τιμήσας. (…) Εικών ειμί της αρρήτου δόξης σου, ει και στίγματα φέρω πταισμάτων, οικτίρησον το σον πλάσμα Δέσποτα (…), και την ποθεινήν πατρίδα παράσχου μοι, Παραδείσου πάλιν ποιών πολίτην με. Ανάπαυσον ο Θεός τον δούλον σου και κατάταξον αυτόν εν Παραδείσω, όπου χοροί των Αγίων Κύριε, και οι δίκαιοι εκλάμψουσιν ως Φωστήρες. (…) Το τριλαμπές της μιάς Θεότητος, ευσεβώς υμνήσωμεν βοώντες. (…) Φώτισον ημάς πίστει σοι λατρεύοντας, και του αιωνίου πυρός εξάρπασον».3

Χωρίς αμφιβολία τα όσα περιγράφονται στους ποιητικούς στίχους των «ευλογηταρίων» βρίσκονται σε ευθεία συνέχεια και συνηχούν με την αγιογραφική και πατερική διδασκαλία και γλώσσα, προκρίνοντας δογματικές αλήθειες ανθρωπολογικές, θεολογικές και εσχατολογικές. Αρκεί και μόνο η ευρηματικότατη, ευφάνταση λέξη «τριλαμπές», που αναφέρεται στην μία ουσία και στις τρεις υποστάσεις της υπερκόσμιας τριαδικής θεότητας, η οποία ως φως της ζωής εκδηλώνεται μέσω των ενεργειών της, για να αναλογιστεί κανείς την αξία του ποιητικού ενδύματος, ως λειτουργικά συνυφασμένου με το δογματικό περιεχόμενο.4

Έρχομαι, όμως, στα περί παραδείσου ή επέκεινα που εύγλωττα προσεγγίζουν τα «ευλογητάρια». Εδώ τονίζω προκαταρκτικά, πως για προσέγγιση πρόκειται και όχι κυριολεκτική περιγραφή. Η αιώνια ζωή του Χριστιανού, η ανάστασή του εν Θεώ, προβάλλεται, από τη μία, ως παροχή της «ποθεινής» πατρίδας· αυτή είναι η εικόνα και το σύμβολο, που οφείλουμε να ξεκαθαρίσουμε, πως δεν δηλώνει μια κάποια επιστροφή σε ένα μακάριο ειδυλλιακό παρελθόν, αλλά τη συνέχιση μια πορείας με κατάληξη μεν στην παραδείσια πλησμονή, αλλά με ορίζοντες ανοικτούς για άληκτη τελείωση. Ούτε ο παράδεισος της πρωτολογίας υπήρξε κατάσταση στατική, ούτε αυτός της εσχατολογίας δεν δηλώνει τον τερματισμό της προόδου στους κόλπους της θείας αγάπης.5 

Από την άλλη, τα ευλογητάρια, δίνουν εικόνες για το επέκεινα που παραπέμπουν σε οίκο· κατάσταση οικιακή, περιβάλλον κατοίκησης και κοινωνίας ―εξάπαντος εν Χριστώ κοινωνίας: η «πηγή της ζωής», η «θύρα του παραδείσου» και η «οδός» της μεταμέλειας προς το σπίτι· ο Χριστός ως η οδός προς το σπίτι του Πατρός. Αυτό προπορεύεται να ετοιμάσει ο Υιός για τους πιστούς του και είναι σπίτι με «πολλές μονές», αμέτρητα δωμάτια ― όπως μας πληροφορεί το χριστολογικό λόγιο του κατά Ιωάννη.6 

Εικόνες οικειότητας που τιμούν και χρησιμοποιούν την καθημερινή εμπειρία για να μιλήσουν Χριστοκεντρικώς κοινωνικά και κοινοτικά, όπως, εξάλλου, και ο ακόλουθος στίχος των «Αναβαθμών» του αναστάσιμου όρθρου, όπου η επι γης ανθρώπινη επικοινωνία συνιστά τύπο και εικόνα της αιώνιας κατάστασης: «Ιδού δη τι καλόν, ή τι τερπνόν, αλλ’ ή το κατοικείν αδελφούς άμα; εν τούτω γαρ Κύριος, επηγγείλατο ζωήν αιωνίαν».7

Προχωρώ σε περαιτέρω διευκρινήσεις για το σύνθετο θέμα που πραγματεύομαι, γιατί η μέχρι στιγμής ―περιεκτική θέλω να πιστεύω― περιγραφή μου, δεν επαρκεί, ώστε να αποφευχθούν περιττές παρανοήσεις. Προσθέτω, λοιπόν, πως για να λειτουργεί σωστά ο μύθος και οι συναφείς τρόποι έκφρασης της θεολογίας, θα πρέπει να θεωρηθεί εκ των ων ουκ άνευ η ικανότητα να καρπώνεται κανείς την ουσία τους και όχι να τους κατανοεί κυριολεκτικά. Πόσο μάλλον, να τους ειδωλοποιεί και να χάνεται μέσα σε ένα πλήθος περιγραφών, που, καθώς παρερμηνεύονται, μεταβάλλουν το ένδυμα σε ουσία, μένουν στο κέλυφος και το πασπατεύουν, χωρίς να γεύονται τον καλό καρπό του δόγματος.

Καταλήγω σε μία αρχή, που πρέπει να είναι οδηγός για την ανάγνωση των μυθικών και των συγγενών τους στοιχείων· αρχή, που ανταπαντά ―σε μεγάλο βαθμό― και στους χλευαστικούς πολέμιους της Γραφής, οι οποίοι αρέσκονται να την υποβιβάζουν συλλήβδην στο επίπεδο του μύθου ή του μυθεύματος, στάση που την καθιστά άχρηστη στην εποχή μας, στην οποία, θεωρούν, ότι η επιστήμη και οι ορθολογιστικοί τρόποι της πρέπει να κυριαρχήσουν: αναγκαία είναι η εκμύθευση, η μετάληψη του καρπού που κυοφορεί και μεταφέρει η μυθική γλώσσα και όχι η από-μυθοποίηση, δηλαδή η αφαίρεση του τύπου και της εικόνας από τη θεολογική γλώσσα.8

Έτσι εξαλείφονται αισθήματα όπως η δυσφορία, ο άφρων φόβος και η ευφάνταστη τρομολαγνεία ―για να επιστρέψω στα νεκρώσιμα «ευλογητάρια»―, όταν ακούει κανείς την προσευχόμενη κοινότητα να εύχεται, να την εξαρπάσει ο Τριαδικός Θεός από το αιώνιο πυρ της κόλασης. Τέτοιες εικόνες, ασφαλώς βιβλικές,9 δεν στοχεύουν παρά στον τονισμό της απόστασης από τον Θεό, της αμεθεξίας του θείου φωτός και της θείας αγάπης· όχι στην ανάδειξη ενός ξεχωριστού χώρου με καζάνια και φωτιές για τους κολασμένους.10

Παραμένοντας πιστός στην πορεία που προδιαγράφει ο τίτλος του κειμένου μου, προχωρώ σε ενδεικτικά παραδείγματα από την πρόσφατη λογοτεχνία του εικοστού αιώνα, όπου απαντούν αξιοπρόσεκτες περιγραφές του θείου και της σχέσης του με κόσμο, με όχημα τους όμοιους τρόπους έκφρασης. Παράδειγμα πρώτο ο Wendell Berry, Αμερικανός ποιητής και διηγηματογράφος-μυθιστοριογράφος. Διαβάζουμε σε μία από τις νουβέλες του:

 «Ναι. Θα μπορούσα να φανταστώ έναν Πατέρα αλλά να μοιάζει με μια μάνα-χήνα, που απλώνει τα φτερά της πριν την καταιγίδα, ή το σούρουπο πριν τη σκοτεινή νύκτα, για να πάνε όλοι οι μικροί άνθρωποι του Port William από κάτω· καθώς κάποιοι θα καταφύγουν εκεί και κάποιοι όχι. Θα μπορούσα να φανταστώ το Port William να διαβαίνει την ταπεινή πορεία του (…) κάτω απ’ τον ουρανό, με τις μικρές φλόγες της αγρύπνιας του να ανάβουν κι έπειτα να σιγοσβήνουν· τις ζωές του να περνούν μέσα από τη γέννηση, την ηδονή, τον πόνο και τον θάνατο. Θα μπορούσα να φανταστώ τον Θεό να βλέπει κάτω προς το Port William, τις ζωές του να κρατιούνται με το πνεύμα Του, να και την κάθε ζωή να κρατιέται (αναπόφευκτα) με τη δική της θέληση ―και το δικό Του σώμα να προσφέρεται για να μοιράζεται».11

Έχω την άποψη, ότι στην πιο πάνω περιγραφή, δια στόματος του πρωταγωνιστή Jaber Crow, ο Berry συγκεφαλαιώνει ―με επίκεντρο την φανταστική έστω πατρίδα του Port William― Τριαδολογία, Εκκλησιολογία και Χριστολογία, με σαφή και ξεκάθαρη αναφορά ― στην τελευταία πρόταση― σε μια Ευχαριστιακή θεολογία της κοινότητας, η οποία προβάλλει οικουμενική ως τοπική. Όλες οι εκφάνσεις της ζωής στον οικείο τόπο με διήκουσα, υπονοούμενη έννοια την Χριστοειδή χαρμολύπη, εντάσσονται στην προνοητική και ουσιοποιό αγάπη του Θεού. Τα προηγούμενα, σε μια αξιοπρόσεκτη και σαφώς ιδιάζουσα έκφραση αυτού που στη δογματική θεολογία ονομάζουμε σχέση του κτιστού με το άκτιστο· ενεργειακή εξάρτηση του κτιστού κόσμου από την άκτιστη ενέργεια του θείου. Οι εικόνες προέρχονται εμφανώς από την αγροτική ζωή και είναι, συγχρόνως, εμποτισμένες με τις γήινες, συμβολικές περιγραφές του βιβλίου της Γένεσης.12

Από τις ουκ ολίγες Χριστολογικές αναφορές που συναντάει κανείς στη λογοτεχνία (ελληνική, αγγλοσαξονική κ.α.), επιλέγω εντελώς συνειδητά την περίπτωση του συμπατριώτη μας κορυφαίου ποιητή Κυριάκου Χαραλαμπίδη. Η προσεκτική ανάγνωση των ακόλουθων στίχων που προέρχονται από δύο χαρακτηριστικότατες στιγμές της Χριστολογικής ενασχόλησης του, αποδεικνύει το χάρισμά του να θεολογεί παραμυθητικά, δογματίζοντας με ακρίβεια, το οποίο η σύγχρονη θεολογία θα έπρεπε να ζηλέψει και να μιμηθεί. Η σπάνια γραφίδα του κατάφερε ―απαράμιλλα κατά την άποψή μου―, να ιστορήσει εικονικά, παραβολικά και μεθιστορικά την θεοπρέπεια και την ανθρωποπρέπεια του σαρκωμένου Λόγου:

 «Το μήνυμα ήρθε με το κουπί. (…)
“Έρχεται ο Χριστός πάνω στα κύματα.
Τ’ αρέσουν οι αχινοί κι η σούπα η καραβίσια”.
Καβούροι τότε και χελώνες μαζευτήκανε
για να τον βοηθήσουν να κατέβη
από τα κύματα στην αμμουδιά.
Κι όταν με το καλό τελειώσανε όλα,
στρωθήκανε στο φαγητό.
(…)
Δεν πέρασε λίγη ώρα, και τον φέρανε.
Είχε παραπατήσει, λένε, στο ποτάμι,
Καθώς κοιτούσε μια γαλάζια πεταλούδα».13
«Τον κατεβάζαν με το φως του φεγγαριού,
κι όπως τ’ αγέρι Του ’γγιζε τα στήθια,
σε λευκοσέντονο τον τύλιξαν
με μητρική στοργήν, Αυτόν
που τα βουνά μπορούσε να κινήση,
κι όμως προτίμησε ν’ αναστενάξη».14

Στους στίχους του Χαραλαμπίδη εντοπίζεται η αναγκαία αναμύθευση,15 που έχει ανάγκη η θεολογία και η δογματική διδασκαλία για να αγγίζει τους ανθρώπους, οδηγώντας σε θεολογικό αναστοχασμό. Ο πυρήνας παραμένει η βιβλική διδασκαλία για το πρόσωπο του Χριστού και η ορθή κατανόηση των δύο φύσεών του ―με μια κάποια αναγκαία έμφαση στην ανθρώπινη―, αλλά η δημιουργική φαντασία του ποιητή ζωογονεί το μήνυμα και το προσφέρει με τον αληθινό τρόπο της πρωτοτυπίας: την ειλικρινή, προσωπική αφομοίωση της παράδοσης. Πρωταγωνιστικό ρόλο, όπως και στην περίπτωση του Berry, έχει η φύση, η φυσική ζωή και οι πλούσιες εικόνες της δημιουργίας.Πιάνομαι από την τελευταία διαπίστωση και διατυπώνω το εξής ερώτημα: η δογματική θεολογία, στον καιρό της αναπόφευκτης ―σε μεγάλο βαθμό― αποστασιοποίησης από το φυσικό περιβάλλον, της ψηφιοποίησης και κωδικοποίησης της επικοινωνίας· της νέας αστικοποίησης, που επιβάλλουν όλα αυτά, θα πρέπει να συνεχίζει να εκφράζεται αντλώντας κατ’ αποκλειστικότητα από τη φυσική ζωή και την ομορφιά της;

Σίγουρα, πάντως, αυτός ο τρόπος έκφρασης ―έστω με μύθους, τύπους και σύμβολα―ευνοεί, όταν είναι ο μόνος, μια ρομαντική, εξωκοσμική και ειδυλλιακή πρόσληψη των αληθειών της πίστης. Από την άλλη, αν η θεολογία υιοθετήσει τους φρενήρεις ρυθμούς της τεχνολογικής προόδου (π.χ. της επικοινωνίας μέσω διαδικτύου) και τη στεγνή, αποσπασματική έκφραση που συνεπάγονται, θα στερήσει τον εαυτό της από πολύτιμα υλικά· ενώ, η διατήρηση στοιχείων από τη φυσική πραγματικότητα μπορεί να επιτελέσει διπλό έργο: η φύση είναι η ― έστω και πληγωμένη― πρωταρχική δημιουργία του Θεού, που μας οπλίζει με μύριους όσους τρόπους να τον προσεγγίζουμε, την ίδια στιγμή που, όταν η θεολογία την προσλαμβάνει εκφραζόμενη, δείχνει σε αυτήν, τονίζει την ασύγκριτη αξία της και υποβοηθεί αυτό που συνηθίζουμε να ονομάζουμε ―τυπικά ή ουσιαστικά― οικολογική συνείδηση.

Πλησιάζοντας στο τέλος του κειμένου μου, θίγω ακροθιγώς το ζήτημα-πρόβλημα που ακούει στην τάση για αξιοποίηση ―πολιτιστική, κοινωνική κ.α.― της εκκλησιαστικής τέχνης (ζωγραφικής, αρχιτεκτονικής, εκκλησιαστικής ποίησης) και της τέχνης ευρύτερα, η οποία αφήνει κατά μέρος το δογματικό περιεχόμενο της και το βίωμα πίστης που κυοφορεί, ή αντλεί επιλεκτικά αυτά. Πρόκειται για αξιοπρόσεκτη, όψιμη στις μέρες μας τάση, που περιγράφεται στο πρόσφατο πόνημα του Αλαίν Ντε Μποττόν. Η τελευταία, αν και δεν ομολογείται ευθέως, ταυτίζει το δόγμα των θρησκειών ―αναγκαία η υπογράμμιση, πως η Εκκλησία δεν μπορεί να περιοριστεί στα όρια του θρησκευτικού συστήματος― με την ανελευθερία και, επιπλέον, θεωρεί δεδομένο ότι ο Θεός δεν είναι παρά μια επινόηση.16

Τούτο προκαλεί τη θεολογία, να ξαναδιευκρινίσει τη σχέση δόγματος και ελευθερίας, δογματισμού και ελεύθερης-συνειδητής ένταξης στη ζωή της πίστης. Ο Μποττόν ―και αυτό σχετίζεται άμεσα με την προβληματική του παρόντος κειμένου― προτείνει την αντικατάσταση των εκκλησιαστικών κειμένων από τα κείμενα της λογοτεχνίας, γιατί ―και αυτά― μπορούν να καθοδηγούν και να παρηγορούν· δυνατότητα που η θρησκεία εκμεταλλεύτηκε στο έπακρο με τα κείμενά της.17 Ως εδώ θεμιτό και κατανοητό το επιχείρημα και το εγχείρημα που προοδοποιεί. 

Προκύπτει όμως ένα πρόβλημα κριτικής της τέχνης, αλλά και υπαρξιακό. Γιατί ο Μποττόν, σε άλλο σημείο, θα μας πει ότι είναι λανθασμένη η άρνηση της παραβολικότητας στη λογοτεχνία και στην τέχνη ευρύτερα, ως συνυφασμένη με την άρνηση να δεχτούμε ότι αυτές μπορούν να διδάξουν και να καλλιεργήσουν ήθος.18

Ιδού λοιπόν το ερώτημα: τί γίνεται αν αυτή η παραβολικότητα παραπέμπει στην πίστη και ποιά είναι εκείνα τα στεγανά που στερούν ένα λογοτεχνικό κείμενο από τη διακειμενική ―έστω― σχέση του με τις αρχές τις οποίες προκρίνουν τα θεολογικά κείμενα; Όσο, λοιπόν, οι σκεπτικιστές αυτοί θα αρνούνται το αυτονόητο, η θεολογία, ας αδράξει την ευκαιρία να εμπλουτιστεί από τους τρόπους της λογοτεχνίας και της τέχνης· γιατί ενόσω εμείς συζητάμε, αυτές φωνάζουν Θεό· εμπνέουν Θεό, ή τουλάχιστον τον προσεγγίζουν με την ευαισθησία τους από μακριά.

Σημειώσεις 

1. Βλ. Ιωάννης Δαμασκηνός, «Περί των σωματικώς επί Θεού λεγομένων», Έκδοσις ακριβής της Ορθοδόξου Πίστεως, 11, PG 94, 841ΑΒ: «Επεί δε πλείστα περί Θεού σωματικότερον εν τη θεία Γραφή συμβολικώς ειρημένα ευρίσκομεν, ειδέναι χρη, ως ανθρώπους όντας ημάς, και το παχύ τούτο σαρκίον περικειμένους, τας θείας και υψηλάς, και αύλους της Θεότητος ενεργείας νοείν ή λέγειν αδύνατον, ει μη εικόσι και τύποις και συμβόλοις τοις καθ’ ημάς χρησαίμεθα. Όσα τοίνυν περί Θεού σωματικότερον είρηται, συμβολικώς εστί λελεγμένα· έχει δε υψηλοτέραν διάνοιαν (…)».
2. Αυτή η προβληματική χαρακτηρίζει το έργο του Αλαίν ντε Μποττόν, Θρησκεία για άθεους, μτφρ. Αντώνης Καλοκύρης, Αθήνα: Πατάκης, 2012, που υπήρξε η αφορμή για την ενασχόλησή μου με την εν λόγω στάση, η οποία φαίνεται να αποτελεί τάση σε κύκλους αθεϊστών. Οι τελευταίοι είναι φιλικά διακείμενοι προς στοιχεία των θρησκειών, μεταξύ των οποίων και ο καλλιτεχνικός τους πλούτος.
3. «Ακολουθία νεκρώσιμος εις κοσμικούς», Ευχολόγιον το μέγα, Κωνσταντινούπολη: Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, 1803, 268.
4. Αυτή η συνύφανση είναι άκρως σημαντική, καθώς αποτελεί μια μορφή θεολογικού ολισμού. Για να γίνουμε ακριβέστεροι, δεν πρόκειται απλά για μια αρμονική συναρμογή των τύπων, των συμ-βόλων, των μύθων κ.ο.κ. με το περιεχόμενό τους, αλλά για τη μετοχή τους στην χάρη του συμβολιζόμενου και του περιγραφόμενου, δηλαδή στις θεοφανικές πραγματικότητες στις οποίες παραπέμπουν, όταν βέβαια επιτελούν ορθά το ρόλο τους. Βλ. Χρυσόστομος Α. Σταμούλης, Κάλλος το άγιον. Προλεγόμενα στη φιλόκαλη αισθητική της Ορθοδοξίας, Αθήνα: Ακρίτας, 2004, 282-284. Πρβλ. Paul Martin, «Poetry as theology», The Greek Orthodox Theological Review 52 (2007) 151.
5. Βλ. ενδεικτικά, Νίκος Α. Ματσούκας, «Μυστήριον επί των ιερώς κεκοιμημένων», Μυστήριον επί των ιερώς κεκοιμημένων και άλλα μελετήματα, Θεσσαλονίκη: Π. Πουρναράς, 1992, 36, υποσ. 30.
6. Βλ. Ιω. 14:2-6.
7. «Αναβαθμοί. Αντίφωνον δ´», Παρακλητική, Ήχος Πλ. δ´, στιχ. 1.
8. Βλ. Νίκος Α. Ματσούκας, Λόγος και μύθος. Με βάση την αρχαία ελληνική φιλοσοφία, Θεσσαλονίκη: Π. Πουρναράς, 186-190. Πρβλ. Jerry H. Gill, “Myth and incarnation”, www.religion-online.org/showarticle.asp?title=1200, προσβ. 20.6.2012.
9. Βλ. Ματθ. 25:41.
10. Βλ. Νίκος Α. Ματσούκας, «Μυστήριον επί των ιερώς κεκοιμημένων», 35-37, υποσ. 30.
11. Wendell Berry, Jayber Crow, Ουάσιγκτον, D. C.: Counterpoint, 2000, 252.
12. Βλ. Γέν. 2:7.
13. Κυριάκος Χαραλαμπίδης, «Αυτός που βάδισε απάνω στο νερό», Το αγγείο με τα σχήματα, Ποιήματα, Λευκωσία: χ.ε., 1973, 71-72.
14. Κυριάκος Χαραλαμπίδης, «Αποκαθήλωση Β΄», Η άγνοια του νερού, Ποιήματα, Αθήνα: Ίκαρος, 1967, 30.
15. Βλ. Νίκος Α. Ματσούκας, Δογματική και συμβολική θεολογία Γ΄. Ανακεφαλαίωση και αγαθοτοπία. Έκθεση του οικουμενικού χαρακτήρα της χριστιανικής διδασκαλίας, Θεσσαλονίκη: Π. Πουρναράς, 1997, 331.
16. Αλαίν ντε Μποττόν, Θρησκεία για άθεους, 13-15.
17. Αλαίν ντε Μποττόν, Θρησκεία για άθεους, 108-113.
18. Αλαίν ντε Μποττόν, Θρησκεία για άθεους, 120-122.

Παναγιώτης Θωμά

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...