/*--

Τετάρτη, 19 Μαρτίου 2014

«Ὁ χαιρετισμὸς καὶ οἱ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ»

    
Πάντα θαυμάζεται τὸ καλλιεπές, τὸ βαθυστόχαστον καὶ δὴ τὸ πολύμορφον τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης. Εἶναι ἡ ἀμφίεσις τῆς ψυχῆς καὶ ἡ ἔκφρασις τοῦ νοός, διά νά ὑμνολογῇς τὸ Μεγαλεῖον τοῦ Θεοῦ καὶ ἐπικοινωνῇς μὲ τὸν συνάνθρωπόν σου. Τὰ χείλη σου ἀναφωνοῦν: «Ὡς ἐμεγαλύνθης Κύριε, πάντα ἐν σοφίᾳ ἐποίησας».


Καθημερινά, ἡ ἀνθρωπίνη συναναστροφὴ πρωτοσυναντᾶται, μὲ τό «Χαίρετε κύριε ἢ κυρία…». Διατυπώνεται συνήθως ὡς ἕνας ἁπλὸς – ἐθιμοτυπικὸς καὶ φευγαλέος, τὰς πλειόνας φοράς, χαιρετισμός. Διανθίζει τὴν καθημερινότητά μας ἢ «ἐπιπολῆς» (= ἐπιδερμικά), ἀνοίγει τὴν θύραν, διά να προσ περάσουν ἢ συνομιλήσουν οἱ συναντώμενοι; Τοῦτο καθορίζεται ἀπὸ τὴν εὐγένειαν ἢ ἀγένειαν, ἀπὸ τὴν ἀπαξίαν ἢ ἀξίαν, μὲ τὴν ὁποίαν ἐνδύομεν τὴν συναναστροφήν μας καὶ τὰ μάλα ἀπὸ τὴν πίστιν ἢ ἀπιστίαν μας. 

Ὁ θρησκευόμενος διαθέτει ἐνατένισιν, ἀφοῦ ἄνω θρώσκει (= κοιτάζει), ἐνῶ ὁ Χριστιανὸς βιώνει τίμιον καὶ ἐνάρετον βίον (Χριστὸς= τίμιος, ἐνάρετος) καὶ διαποτίζεται μὲ ἄδολον Ἀγάπην. Ἡ θεία προτροπή: «…ἀγαπᾶτε καὶ τοὺς ἐχθροὺς ἡμῶν…», μετουσιώνει τὸν ἐθιμοτυπικὸν χαιρετισμόν, εἰς τοὺς «χαιρετισμούς», τῆς βαθείας κατανύξεως, καθαρτικῆς περισυλλογῆς καὶ μεγαλυνούσης Ὑμνολογίας.

Ἀρκετοὶ ἄνθρωποι, ζῶντες μὲ ἄγχος, καταπίεσιν καὶ κατακερματισμόν, δὲν «συλλογῶνται καλά», δὲν ἐπαγρυπνοῦν ψυχικά. Κάποιοι στροβιλίζονται εἰς τὴν κραιπάλην τῆς ματαιοδοξίας καὶ ἄλλοι φθίνουν εἰς τὴν ἀποσκελετωμένην ἀνέχειάν τους ἢ ἀνεπάρκειάν τους. Μερικοὶ δὲ κολακεύονται ἢ φαλκιδεύονται, μὲ «φθινιάρικην» συμπεριφορὰν καὶ ἀντιμετώπισιν, ἐνώπιον τοῦ μεγαλείου καὶ μυστηρίου τῆς ζωῆς. Δὲν ὑπάρχει ἢ δὲν διατίθεται συνειδητὸς χρόνος διὰ χαιρετισμὸν αὐτοεκτιμήσεως ἢ διὰ τοὺς «Χαιρετισμούς», πρὸς τὴν Ὑπεραγίαν Θεοτόκον, ἤτοι τὸν «Ἀκάθιστον Ὕμνον». Ζοφερῶς καὶ βλαπτικῶς, κάποιοι μοιραῖοι καὶ φευγάτοι, ἰσχυρίζονται : «καθόμαστε, σὲ ἀναμμένα κάρβουνα, μᾶς κατέστησαν ἀναστενάρηδες τοῦ ἀναστεναγμοῦ, μὲ τὸν Ἀκάθιστον Ὕμνον θὰ ἀσχοληθοῦμε; Μὲ ποιὰ ἀληθινὴ χαρὰ θὰ ποῦμε – χαίρετε-, στὸ διπλανό μας;». Κατανοητὸν καὶ συμπονετικὸν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι νὰ βολεύωνται μὲ τὴν μοῖραν τους. Ἡ ἄγνοια (ἱστορικὴ καὶ θεολογική) τούς κατέστησε ἕρμεα.

Διά τοῦτο, ἡ ἐφήμερος καὶ κοντόφθαλμος προσέγγισις τῆς χαρᾶς κατήντησεν ἡδονὴ καὶ ὄχι ἀγαλλίασις (οἱ οὐρανοὶ ἀγάλλονται). Μετελλάχθησαν λοιπὸν εἰς γευσιγνώστας «τῆς εὐφροσύνης» τοῦ Ἄφρονος Πλουσίου. Ὅμως ὁ ἄνθρωπος, ὡς τρισυπόστατος ὀντότης (σῶμα, ψυχή, πνεῦμα), καὶ δὴ δημιούργημα τοῦ Θεοῦ, ὀφείλει νὰ ἀνανήψη. Εἶναι γήινον καὶ ὠφέλιμον, νὰ μοιράζεται τὴν χαράν, ὡς ἐλεύθερος, μὲ τὸν συνάνθρωπόν του καὶ ὄχι ὡς μελοθάνατος (Χαῖρε Καῖσαρ). Εἶναι τῷ ὄντι, οὐράνιον καὶ λυτρωτικόν, νὰ συμμετέχη, ἐκκλησιαζόμενος, εἰς τὴν ἀκολουθίαν τοῦ μικροῦ Ἀποδείπνου, μὲ τὸ Κοντάκιον τοῦ «Ἀκαθίστου Ὕμνου». Ἐπιπροσθέτως ἀποτελεῖ ἱερὸν χρέος καὶ ἱερὰ παρακαταθήκη. Ἡ «Βασιλεύουσα», ἡ Ἀλησμόνητος καὶ ὄχι ἁπλῶς ἀλλοτινὴ Κων/λις ἐδώρισε τοὺς «χαιρετισμούς», ἤτοι τὸν Ἀκάθιστον Ὕμνον. Τὸν βιώνουν ἱστορικὰ καὶ τὸν λατρεύουν εὐλαβικά, ὅσοι δὲν βιάζονται ἀστόχαστα, νὰ τὸν προσπεράσουν ἢ δὲν βιάζουν μὲ τὴν ἀμνησίαν τους, τὸ ἔνδοξον καὶ θεοκαθοδηγούμενον Βυζαντινὸν παρελθόν. Καὶ τοῦτο, διότι δὲν εἶναι κενοθῆρες, ἀλλὰ παραδοσιακὰ καινολάτρεις.

Ἦτο τὸ ἔτος 626 μ.Χ., καὶ ἐνῶ ὁ Αὐτοκράτορας Ἡράκλειος εἶχε ἐκστρατεύσει, κατὰ τῶν Περσῶν, ἡ Κων/πολις ἐπολιορκήθη αἰφνιδίως ἀπὸ τοὺς Ἀβάρους. Συνεργαζόμενοι, μὲ τοὺς Πέρσας ἑτοιμάζοντο διὰ τὴν τελικὴ ἐπίθεσιν. Τότε ὁ Πατριάρχης Σέργιος περιέτρεχε τὰ τείχη, μὲ τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Βλαχερνίτισσας καὶ ἐνεθάρρυνε τὸν λαὸν εἰς  τὴν ἀντίστασιν. Τὴ νύχτα ἐκείνην, φοβερὸς ἀνεμοστρόβιλος κατέστρεψε τὸν ἐχθρικὸν στόλον καὶ ἡ πολιορκία ἐλύθη. Ἡ «Βασιλεύουσα» ἐβασίλευσε καὶ δὲν ἑάλω. Ἡ Παναγία ἔγινε ἡ Ὑπέρμαχος Στρατηγὸς καὶ ὁ λαός, ἀποδίδοντάς της τὰ νικητήρια καὶ τὰ εὐχαριστήρια ἔψαλλεν ὄρθιος, εἰς τὴν Παναγίαν τῶν Βλαχερνῶν, τὸν «Ἀκάθιστον Ὕμνον», ὁ ὁποῖος ἐξυμνεῖ τὴν Ἐνανθρώπησιν τοῦ Θεοῦ, μέσῳ τῆς Θεοτόκου, καὶ γίνεται μὲ πολλάς ἐκφράσεις χαρᾶς καὶ ἀγαλλιάσεως. Ἀπὸ τότε, εἰς ὅλους τούς ἱεροὺς ναούς, ψάλλονται οἱ «Χαιρετισμοί», τὰς πέντε πρώτας Παρασκευάς τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. Ψάλλονται τὸ ἑσπέρας τῆς Παρασκευῆς, διότι ὁμοῦ μὲ τὸ Σάββατον καὶ τὴν Κυριακὴν εἶναι αἱ ἡμέραι τῶν Ἑβδομάδων τῶν Νηστειῶν, ὅπου ἐπιτρέπεται ὁ ἑορτασμὸς χαρμοσύνων γεγονότων. Ἐπιπροσθέτως, τὴν Γ΄ ἑβδομάδα τῶν Νηστειῶν, ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας, τὴν καθιέρωσεν, ὡς ἑβδομάδα «ἱερατικῶν κλήσεων».

Στοχεύει εἰς τὴν ποιοτικὴν ἐξύψωσιν τοῦ ἐφημερίου κλήρου καὶ εἰς τὴν ἀποδοτικωτέραν ἐκπλήρωσιν τῆς ὑψηλῆς ἀποστολῆς τους, εἰς τὴν κοινωνίαν. Οὕτω, ἡ κοινωνία μας βοηθεῖται νὰ καταστῇ «ἐν Χριστῷ κοινωνία». Πληροῦται μὲ τὴν ἀληθινὴν χαράν, εὐλογεῖται μὲ τὴ θείαν Χάριν καὶ ἀνανήπτει μὲ τὴν ἐλπίδα καὶ προσδοκίαν τῆς Ἀναστάσεως.

Ἐν κατακλεῖδι, ὁ «Ἀκάθιστος Ὕμνος» συνδέεται μὲ τὴν μεγάλην ἑορτὴν τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου καὶ δίνει τὸν χαρμόσυνον τόνον, εἰς τὸν πένθιμον χαρακτῆρα τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. Ἡ προσφώνησις τοῦ Ἀρχαγγέλου: «Χαῖρε Κεχαριτωμένη…» δὲν εἶναι τυπικὸς χαιρετισμός, ἀλλὰ εἶναι εὐλογία- καθαγιασμός, τὰ μάλα δὲ εἶναι χαρμόσυνος ἀγγελία τῆς θείας οἰκονομίας, γιὰ τὴν σωτηρίαν τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Συνακόλουθον τῆς θεϊκῆς προνοίας καὶ ἀνθρωπίνης εὐλαβείας εἶναι οἱ «Χαιρετισμοί», πρὸς τὴν Μαριάμ, ἡ ὁποία εὐλογήθηκε, διά νά γίνη ἡ Θεοτόκος. Ἀπότοκος δὲ τῆς θεϊκῆς Ἀγάπης, ἡ σωτηρία ἑκάστου Χριστιανοῦ πολίτου, ὁ ὁποῖος χαίρεται τὴν ἀψεγάδιαστον χαρὰν τῆς «ἐν Χριστῷ κοινωνίας» καὶ πολιτεύεται, διὰ νὰ καταστῇ Μέτοχος τῆς «ἐν Θεῷ Βασιλείας». Χαίρεσθε, ἀνθρωπίνως καὶ ἀγαλλιᾶσθε οὐρανίως

Τοῦ Εὐαγγέλου Ἀποστόλου, Θεολόγου – Φιλολόγου

πηγή : ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΤΥΠΟΣ 

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...